Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 18874/12, 2/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18874/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Χαραλάμπους Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2.2.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: κ. Δανιήλ Κατηγορούμενος: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής ενός προκατασκευασμένου μεταλλικού σπιτιού, περιουσία του Φώτη Ιωάννου από τη Λεμεσό και της εταιρείας Ελευθέριος Ιωάννου και Υιοί Λατομεία Λτδ. Η ακρόαση της υπόθεσης βρίσκεται σε εξέλιξη. Συγκεκριμένα αντεξετάζεται ο κατηγορούμενος από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Επειδή, κάποια στιγμή, η κα Περγαντή υποβάλε διάφορες ερωτήσεις στον κατηγορούμενο, οι οποίες απέβλεπαν στο να καταδειχθεί ότι αυτός είχε παρουσιαστεί ξανά στο Δικαστήριο ως κατηγορούμενος και ότι στο πλαίσιο συγκεκριμένων υποθέσεων - οι οποίες αναφέρθηκαν - καταδικάστηκε για διάφορα αδικήματα που στρέφονται κατά της περιουσίας, μολονότι δεν υποβλήθηκε ένσταση εκ μέρους της υπεράσπισης στο σχετικό μέρος της αντεξέτασης του κατηγορούμενου, εντούτοις, ήγειρα θέμα αυτεπάγγελτα και συγκεκριμένα ζήτησα από τα μέρη να τοποθετηθούν κατά πόσο η κατηγορούσα μπορούσε να αντεξετάσει τον κατηγορούμενο επί των προηγούμενων καταδικών του και γενικά για το χαρακτήρα του και τούτο, υπό το φως και της διευκρινιστικής δήλωσης της κας Περγαντή, ότι το σχετικό μέρος της αντεξέτασης συναρτάται με το θέμα της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Όσα ακολουθούν απορρέουν από το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)»
(1994), σελ.147 και επόμενες, τα οποία, βασικά επαναλαμβάνονται και στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές»
(2014), σελ. 445 και επόμενες. Ειδικότερα: Ο γενικός κανόνας είναι ότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει τον κακό χαρακτήρα του κατηγορούμενου. Η λέξη χαρακτήρας περιλαμβάνει - μεταξύ άλλων -, (α) την τάση που έχει ο κατηγορούμενος να συμπεριφέρεται με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο και (β) προηγούμενες προσωπικές λεπτομέρειες της ζωής του, όπως, π.χ. προηγούμενες καταδίκες. Η κατηγορούσα αρχή, με την απόδειξη των προηγούμενων καταδικών του κατηγορούμενου επιδιώκει να τεκμηριώσει την αναξιοπιστία του. Το άρθρο 1(
- f)του Criminal Evidence Act του 1898 που ισχύει στην Κύπρο προνοεί ότι ένα πρόσωπο που κατηγορείται και καταθέτει ενόρκως, δεν μπορεί να ερωτηθεί και αν ερωτηθεί δεν υποχρεούται να απαντήσει οποιαδήποτε ερώτηση που τείνει να δείξει ότι έχει διαπράξει ή ότι έχει καταδικαστεί ή ότι έχει κατηγορηθεί για οποιοδήποτε αδίκημα, εκτός από το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ή ότι είναι κακού χαρακτήρα, εκτός εάν (
- ii)έχει ο ίδιος ή μέσω του δικηγόρου του υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες κατηγορίας για να αποδείξει το δικό του καλό χαρακτήρα ή η φύση ή ο τρόπος προβολής της υπεράσπισης είναι τέτοιος που αφήνει υπονοούμενα για το χαρακτήρα του κατηγόρου ή των μαρτύρων κατηγορίας. Στην υπόθεση Selvey v. D.D.P.
(1968)2 Αll ER 497, η Βουλή τω Λόρδων αποφάσισε ότι, όταν ο κατηγορούμενος αφήνει υπονοούμενα για το χαρακτήρα του παραπονούμενου ή των μαρτύρων κατηγορίας, έστω κι αν αυτή η διαδικασία είναι αναγκαία για την ορθή παρουσίαση της υπεράσπισής του, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 1(f)(
- ii)του Criminal Evidence Act 1898 και μπορεί να αντεξεταστεί για προηγούμενες καταδίκες. Ο σκοπός της αντεξέτασης του κατηγορούμενου σύμφωνα με τις παραπάνω πρόνοιες είναι η κατεδάφιση της αξιοπιστίας του. Στο ερώτημα, κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή, σε περιπτώσεις προηγούμενων καταδικών, πρέπει να περιορίζεται σε ερωτήσεις πότε και που διαπράχθηκε το προηγούμενο αδίκημα ή αν μπορεί να επεκταθεί σε λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο διάπραξής του, ο κανόνας είναι ότι πρέπει να αποφεύγονται ερωτήσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, εκτός αν είναι απόλυτα αναγκαίες για την αξιοπιστία του κατηγορούμενου στη νέα διαδικασία. Η νομική θέση στην Αγγλία έχει υποστεί ριζοσπαστικές αλλαγές, αφού οι αρχές του κοινοδικαίου και οι νομοθετικές πρόνοιες του Criminal Evidence Act 1898, σε σχέση με την παρουσίαση μαρτυρίας για τον κακό χαρακτήρα του κατηγορούμενου έχουν καταργηθεί και η αποδοχή της διέπεται πλέον από τις πρόνοιες των άρθρων 98-113 του Criminal Justice Act 2003. Σύμφωνα με το άρθρο 101 του Criminal Justice Act 2003 επιτρέπεται μαρτυρία για τον κακό χαρακτήρα κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος έχει προσβάλει τον καλό χαρακτήρα άλλου προσώπου. Ό όρος κακός χαρακτήρας στο Criminal Justice Act 2003 δηλώνει κακή διαγωγή, κάτι που περιλαμβάνει διάπραξη αδικήματος ή άλλη αξιόμεμπτη συμπεριφορά που αποδεικνύεται με την παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας και την πολύ προσεκτική αξιολόγησή της από το Δικαστήριο, στη βάση των γεγονότων της κάθε περίπτωσης. Τα Δικαστήρια πρέπει να ακολουθούν μια πιο φιλελεύθερη προσέγγιση στην αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας αναφορικά με τον κακό χαρακτήρα του κατηγορούμενου. Παρατηρώ τα εξής: Ο κατηγορούμενος, με τον τρόπο που αντεξέτασε μέσω του δικηγόρου του και τους τρεις μάρτυρες κατηγορίας, αλλά και με μέρος όσων ανάφερε ενόρκως ο ίδιος έχει αφήσει τόσο σοβαρά υπονοούμενα για το χαρακτήρα και των τριών μαρτύρων κατηγορίας, τους οποίος επιχείρησε να με πείσει ότι είναι κακού χαρακτήρα, σε βαθμό που έχει χάσει την προστασία του άρθρου 1(
- f)του Criminal Evidence Act του 1898, με αποτέλεσμα, η κατηγορούσα αρχή να νομιμοποιείται να τον αντεξετάσει για τις προηγούμενες καταδίκες του και γενικά για τον κακό του χαρακτήρα. Ειδικότερα: Στον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 737 Θεόδωρο Κωνσταντινίδη (Μ.Κ.1) υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, ότι στην ανακριτική κατάθεσή του δεν κατέγραψε συγκεκριμένες λεπτομέρειες και πληροφορίες που του είχε αναφέρει αυτός, αναφορικά με τον αδελφό του παραπονούμενου. Του υποβλήθηκε ακόμη, ότι διαβάζοντας την κατάθεση στον κατηγορούμενο, τον παραπλάνησε ως προς τα χαρακτηριστικά και διευκρινιστικά στοιχεία που του παρείχε. Ο παραπονούμενος Φώτης Ιωάννου (Μ.Κ.2) ρωτήθηκε από τον κ. Δανιήλ κατά πόσο είναι αλήθεια ότι κάποια άλλα αντικείμενα, όπως παλιοσίδερα, ενώ είχαν πωληθεί σε άλλους αγοραστές στις γύρω περιοχές είχαν γίνει και πάλιν καταγγελίες από την εταιρεία του ότι κλάπηκαν και εν τέλει αυτές οι κατ' ισχυρισμό κλοπές ήταν στην ουσία πωλήσεις από τον αδελφό του Παναγιώτη. Δηλαδή, από το Μ.Κ.3. Παρότι ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά στη συγκεκριμένη ερώτηση, αργότερα, του υποβλήθηκε ότι ο αδελφός του Παναγιώτης Ιωάννου (Μ.Κ.3) προέβηκε σε διάφορες τέτοιες πράξεις με διάφορους κατοίκους της περιοχής, όπου - για παράδειγμα -, τους πώλησε παλιοσίδερα και μετά ο ίδιος δήλωσε την κλοπή εν αγνοία του, ενώ ο αδελφός του είχε συμφωνήσει να τα πωλήσει σε τρίτα άτομα. Ότι ο κατηγορούμενος, μέσω του δικηγόρου, με τις παραπάνω ερωτήσεις/υποβολές, όχι απλώς άφησε υπονοούμενα για το χαρακτήρα του παραπονούμενου (Μ.Κ.2) καθώς και του αδελφού του (Μ.Κ.3), αλλά έφθασε στο σημείο να τους καταλογίζει και ότι διέπραξαν το αδίκημα της δημόσιας βλάβης αποδεικνύεται από το απόσπασμα που ακολουθεί από την αντεξέταση του τελευταίου: «Ε. Σου υποβάλλω ότι τόσο εσύ όσο και ο αδελφός σου ο Κώστας προβήκατε στην πώληση ορισμένων αντικειμένων, ένα από αυτά και το λυόμενο σπίτι, για τα οποία αντικείμενα προβήκατε μετά σε καταγγελίες.» Α. Έχετε αποδείξεις κύριε γι αυτά που μου λέτε; Δηλαδή προσπαθείτε να μου πείτε ότι έκλεβα το λατομείο μου, κατάστρεφα το και μετά πήγαινα και το κατάγγελλα; Ε. Αυτό ακριβώς σας λέω. Α. Ας μου το αποδείξεις. Ας τα τεκμηριώσεις αυτά, όλες αυτές τις προσβολές. Ε. Δεν είναι αλήθεια ότι το εν λόγω λατομείο, η εν λόγω οικογενειακή επιχείρησή σας ήταν ήδη χρεοκοπημένη; Α. Όχι δεν ήταν χρεοκοπημένη. Μας το χρεοκόπησαν οι κλέφτες. Ε. Γνωρίζεις κάποιο Γιώργο Πουλλαούα, που το φωνάζουν έτσι στη Λεμεσό; Α. Δεν το γνωρίζω προσωπικά, γνωρίζω το όνομά του. Ε. Δεν είναι αλήθεια ότι αυτός ο Γιώργος ήταν κατηγορούμενος σε τούτη την υπόθεση στη Λεμεσό, με παραπονούμενο εσένα και τον αδελφό σου Κώστα, σε παρόμοιας φύσεως υπόθεση με την παρούσα και ότι δεν πήγες να μαρτυρήσεις; Α. Όχι.» Τέλος, ο κατηγορούμενος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασής του, όταν του ζητήθηκε να πει το λόγο για τον οποίο ο Μ.Κ.3 λέει πως δεν το γνωρίζει ως επίσης, εάν όντως ο Μ.Κ.3 δεν του έδωσε απόδειξη για συγκεκριμένο ποσό χρημάτων που του είχε δώσει και ο αδελφός του προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του ότι του έκλεψε το επίδικο σπίτι, απάντησε ως εξής: «Απ' ό,τι καταλαβαίνω τώρα, ήταν ότι το είχε προμελετήσει πιο νωρίς, που μου πήρε τα χρήματα μέρες Χριστουγέννων και δεν το είπε στον αδελφό του. Δεν το γνώριζε ο αδελφός του, ο κύριος Φώτης που είναι ο παραπονούμενος σήμερα.» Τέλος, όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε αν γνωρίζει να έχουν συμβεί άλλα, παρόμοια περιστατικά απάντησε ως εξής: «Γνωρίζω με το Γιώργο τον Πουλλαούα, διότι μετέβηκα στο σπίτι του για να με βοηθήσει, εάν μπορούσε να με βοηθήσει, εάν το γνωρίζει, διότι είναι και αυτός από τη Λεμεσό και μου ανάφερε ότι τα ίδια πράγματα του είχαν κάνει και σε αυτόν. Μετέβηκε στο λατομείο, πήρε κάποια παλιοσίδερα, κάποια πράγματα από εκεί, τα είχε πληρώσει στον αδελφό του τον Κωστή και μετά τον πήρε και αυτόν στην Αστυνομία, λέγοντας ότι μπήκε παράνομα στο λατομείο του και του πήρε τα πράγματα.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Συγκεφαλαιώνοντας - για να επαναλάβω -, ο κατηγορούμενος, με τον τρόπο που αντεξέτασε μέσω του δικηγόρου του και τους τρεις μάρτυρες κατηγορίας, αλλά και με μέρος όσων ανάφερε ενόρκως ο ίδιος έχει αφήσει τόσο σοβαρά υπονοούμενα για το χαρακτήρα και των τριών μαρτύρων κατηγορίας, τους οποίος επιχείρησε να με πείσει ότι είναι κακού χαρακτήρα, σε βαθμό που έχει χάσει την προστασία του άρθρου 1(
- f)του Criminal Evidence Act του 1898, με αποτέλεσμα η κατηγορούσα αρχή να νομιμοποιείται να τον αντεξετάσει για τις προηγούμενες καταδίκες του και γενικά για τον κακό του χαρακτήρα. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: μαρτυρία κακού χαρακτήρα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο