Δημοκρατία ν. Adbulhamid Najib Hussein, Αρ. Υπόθεσης: 2507/15, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2016:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2507/15 Δημοκρατία εναντίον Adbulhamid Najib Hussein Κατηγορούμενου ____________________________ Ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο : κα. Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Αποδίδεται στον κατηγορούμενο η διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού, κατά παράβαση του άρθρου 315Β του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα, καταλογίζεται στον τελευταίο ότι την 1η Φεβρουαρίου 2014, σε περιφραγμένο χώρο που βρίσκεται στην οδό Μάριου Τόκα στη Γεροσκήπου, της επαρχίας Πάφου, εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στο σκάφος με την ονομασία «ΜR DEEP» με αριθμούς εγγραφής LL14444, περιουσία των Maroun Barbour από το Λίβανο και David Richard Smith από την Αγγλία. Αποτελεί, συνοπτικώς, εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου 2014, συνοδευόμενος από άλλο πρόσωπο, μετέβη πεζός σε περιφραγμένο χώρο (χωράφι) όπου ήταν σταθμευμένο το ως άνω σκάφος, επί του οποίου εκτελούνταν εργασίες επιδιόρθωσης, προχωρώντας στη συνέχεια παράνομα στον εμπρησμό του, χρησιμοποιώντας προς τούτο βενζίνη που καθ' οδόν παρέλαβε από συγκεκριμένο χώρο. Αντίθετα, είναι η θέση του κατηγορούμενου ότι ουδέποτε ενήργησε με τον εγκληματικό τρόπο που του αποδίδεται. Προτάσσει ουσιαστικά ότι τόσο το πρόσωπο που φέρεται ότι τον συνόδευε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, όσο και άλλοι μάρτυρες που παρουσιάστηκαν για την Κατηγορούσα Αρχή, του αποδίδουν εμπλοκή στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος κινούμενοι από αλλότρια κίνητρα, ζήλιας και εκδικητικότητας. Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στη βάση του άρθρου 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 σειρά γεγονότων που αφορούν σε ποικίλες συνιστώσες το ανακριτικό έργο και την υπόθεση γενικότερα. Γεγονότα τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών φρόντισαν να καταγράψουν, (Έγγραφο Α) και τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως κοινά αποδεκτά γεγονότα για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Αυτά είναι: «
(1)Η λήψη, συσκευασία, σφράγιση και διακίνηση όλων των τεκμηρίων μέχρι την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο έγινε νομότυπα και χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε πλην των τεκμηρίων που στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις.
(2)Έγινε πιστή και ορθή μετάφραση σε όλες τις περιπτώσεις τόσο κατά τη διερεύνηση όσο και κατά την εξέταση της υπόθεσης έγινε χρήση διερμηνέα.
(3)Η σκηνή του εγκλήματος με την άφιξη της Αστυνομίας απεκλείσθη και φρουρείτο μέχρι την αποδέσμευσή της μετά το πέρας των αστυνομικών ερευνών/εξετάσεων, χωρίς να επέμβει ή εισέλθει κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
(4)Το επίδικο σκάφος τύπου HIGH SPEED (Ταχύπλοο) με την ονομασία "MR DEEP" και με αριθμό εγγραφής LL14444 είναι ιδιοκτησίας του Maroun Barbour από το Λίβανο και του David Richard Smith από την Αγγλία και
(5)Πιστοποιητικό Εγγραφής Μικρού Σκάφους ΕΝ 36 ημερ. 4/11/13». Σε συνάρτηση δε με τα ως άνω παραδεκτά γεγονότα, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου του, το πιστοποιητικό εγγραφής του σκάφους με αρ. εγγραφής LL14444, (Τεκμήριο 1). Κατά τον ίδιο τρόπο και με τον ίδιο σκοπό τέθηκαν επίσης υπόψη του Δικαστηρίου, κατάθεση κάποιου Ηλία Άτα, ημερ. 01.02.2014 (Τεκμήριο 14), έκθεση του Χριστάκη Δρουσιώτη, Ωρομίσθιου Επιστάτη Μηχανολογίας στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών Πάφου, σχετική με την πυρκαγιά στο ως άνω σκάφος που εκδηλώθηκε την 01.02.2014 (Τεκμήριο 15) και εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης με αρ. 1871-2015 και 894-2014 του Δρος Μάριου Α. Καριόλου, υπεύθυνου του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (Τεκμήρια 17 και 18 αντίστοιχα). Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, (ασχέτως αν δεν τα αναφέρουμε ρητώς στην απόφαση), θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά 13 μάρτυρες κατηγορίας ενώ ο κατηγορούμενος, καλούμενος σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του ως οι πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, (Τεκμήρια 20 και 20Α) ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, ως επίσης η δήλωση του κατηγορούμενου αξιοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω και αν δεν διατυπώνονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της. (Βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου και άλλων
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88, 92, Paphos Stone C. Estates v. Ζαβρού και άλλου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854, 1859). Παραθέτουμε σε πρώτο στάδιο, τη σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας έτσι ώστε να καταστεί κατανοητό το ευρύτερο πνεύμα της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Ο αστυφύλακας με αρ. μητρώου 2952, Νικόλας Χειμώνας, (Μ.Κ.1), εξεταστής, όπως ο ίδιος δήλωσε της υπόθεσης, υιοθετώντας γραπτές καταθέσεις του ημερ. 28.10.2014 (Έγγραφο Β) και 29.03.2015 (Έγγραφο Β1) αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε μεταβαίνοντας την 01.02.2014 και περί ώρα 01:00 σε περιοχή της Γεροσκήπου όπου βρισκόταν σε εξέλιξη πυρκαγιά σε σκάφος, με την κατάσβεση της οποίας ασχολούνταν μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, όπως και σε άλλες ενέργειες και εξετάσεις τις οποίες προέβη στα πλαίσια του ανακριτικού έργου. Έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου αριθμό τεκμηρίων που περισυνέλεξε ή περιήλθαν στην κατοχή του ως εξεταστή της υπόθεσης, υποδεικνύοντας ότι στα πλαίσια της διερεύνησης ανέκρινε, προφορικά, διάφορους ιδιοκτήτες σκαφών αναψυχής στην Πάφο. Μετά την πάροδο ενός έτους από τον ως άνω εμπρησμό, λήφθηκε μαρτυρία στην Αστυνομία, από Σύρο υπήκοο, (του Maroun Barbour) ότι τρίτο πρόσωπο, o Mohamad Sheikh Moussa, του εκμυστηρεύτηκε «πως το βράδυ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος τον μετέφερε ο κατηγορούμενος μαζί του στο χώρο που βρισκόταν το σκάφος στη Γεροσκήπου» και ότι ο κατηγορούμενος μπήκε στο χώρο που βρισκόταν το σκάφος και με τη χρήση ενός πλαστικού μπιτονιού έθεσε σε αυτό φωτιά. Ο κατηγορούμενος, συμπλήρωσε ο μάρτυς, τόσο πριν όσο και μετά το συμβάν εργαζόταν περιστασιακά στον Maroun Barbour, (Μ.Κ.8) ένα εκ των δύο συνιδιοκτητών του σκάφους. Ο αστυφύλακας με αρ. μητρώου 1165, Ανδρέας Νεοφύτου, (Μ.Κ.2) υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής του κατάθεσης, (Έγγραφο Γ) αναγνωρίζοντας τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 3 ως τις φωτογραφίες που ο ίδιος έλαβε επισκεπτόμενος τη σκηνή του εμπρησμού την 01.02.2014 και περί ώρα 07:40 . Ο μάρτυρας υπέδειξε ότι πρόσβαση στο εσωτερικό του σκάφους θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε με κλίμακα («σκάλα») όπως αυτή αποτυπώνεται στη φωτογραφία αρ. 4 του Τεκμηρίου 3 είτε και μέσω της σκαλωσιάς που αποτυπώνεται στη φωτογραφία αρ. 10 του ίδιου τεκμηρίου. Ο αστυφύλακας με αρ. μητρώου 2543 Τρύφωνας Τρύφωνος, (Μ.Κ.3) υιοθετώντας γραπτή κατάθεση του (Έγγραφο Δ) αναγνώρισε ουσιαστικά το γεγονός ότι ο ίδιος, καθ' υπόδειξη του συναδέλφου του Ανδρέα Χατζηβασίλη, έλαβε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4, στις οποίες αποτυπώνεται υπόδειξη σκηνών από τον Mohamad Sheikh Moussa, ειδικότερα το σημείο που βρισκόταν το σκάφος στο οποίο τέθηκε η φωτιά και το σημείο που ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον Moussa, πήρε το πλαστικό μπιτόνι με βενζίνη. Ο Γρηγόρης Νεοφύτου, (Μ.Κ.4) ήταν το πρόσωπο που επιβαίνοντας αμέσως μετά τα μεσάνυχτα της 31.01.2014 σε όχημα φίλου του, κινούμενοι στο δρόμο Κάτω Πάφου - Γεροσκήπου με κατεύθυνση την Γεροσκήπου, εντόπισε καπνό να βγαίνει από περιφραγμένο χωράφι. Επιπρόσθετα των όσων καταγράφονται στη γραπτή κατάθεση του ημερ. 01.02.2014, (Έγγραφο Ε) την οποία και υιοθέτησε, εξήγησε πως ο ίδιος δεν εισήλθε στο χωράφι το οποίο ως διευκρίνισε είχε κάγκελο που ήταν κλειστό. Ούτε προσπάθησε να το ανοίξει. Υπέδειξε ότι από το σημείο που βρισκόταν είχε οπτική επαφή μόνο με το μπροστινό μέρος του σκάφους το οποίο φαινόταν από το δρόμο, ενώ σημείωσε επί της φωτογραφίας 10 του Τεκμηρίου 3 το σημείο που σύμφωνα με τη θέση του εντόπισε τις φλόγες. Ο αρχιαστυφύλακας με αρ. μητρώου 1635 Ανδρέας Χατζηβασίλης (Μ.Κ.5) υιοθετώντας τη γραπτή κατάθεση του ημερ. 30.03.2015, (Έγγραφο ΣΤ) υπέδειξε ότι στις 28.03.2015 έλαβε κατάθεση από τον Mohamad Sheikh Moussa (τεκμήριο 12). Με γραπτή συγκατάθεση του Moussa (τεκμήριο 13) συνόδευσε το ως άνω πρόσωπο κατά το στάδιο που ο τελευταίος προέβη σε υποδείξεις σκηνών, οι οποίες αποτυπώνονται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 4 και για τις οποίες παρουσίασε σχετικά έντυπα υπόδειξης σκηνών, (τεκμήρια 13Α και 13Β). Ο Mohamad Sheikh Moussa κατά το χρόνο που τον συνάντησε στο ΤΑΕ, όταν ο τελευταίος προσήλθε για να προβεί σε κατάθεση, ήταν φοβισμένος ενόψει απειλών τις οποίες ανέφερε ότι δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του, απειλές για τις οποίες έκανε αναφορά και στην κατάθεση του. Ο Χριστάκης Πενταράς, (Μ.Κ.6) Αξιωματικός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας παρουσίασε την έκθεση του, ημερ. 01.02.2014, που ετοίμασε στα πλαίσια της διερεύνησης από την Υπηρεσία του των αιτιών της υπό συζήτηση πυρκαγιάς (Έγγραφο Ζ). Προσδιόρισε ότι η κύρια εστία της φωτιάς ήταν στο εσωτερικό του σκάφους, εξηγώντας ότι η θέση του αυτή είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι σε συγκεκριμένο σημείο, το οποίο και σημείωσε στη φωτογραφία 13 του Τεκμηρίου 3, ήταν εντονότερη η καύση. Καταληκτική τοποθέτηση του μάρτυρα ήταν πως με δεδομένο ότι δεν εντόπισε πού βρισκόταν οι μηχανές και τα ντεπόζιτα καυσίμων των δύο μηχανών του σκάφους, δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα ότι η πυρκαγιά δεν ξεκίνησε από εκεί. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η πυρκαγιά να τέθηκε κακόβουλα. Ο David Smith, (Μ.Κ.7) συνιδιοκτήτης όπως ανέφερε μαζί με τον Maroun Barbour του σκάφους με αριθμούς εγγραφής LL14444 παρουσίασε και υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης του (Έγγραφο Η στην Αγγλική γλώσσα και Έγγραφο Η1 πιστή μετάφραση της στην Ελληνική γλώσσα). Ήταν ενήμερος του γεγονότος ότι η βάρκα του μεταφέρθηκε από τον ως άνω Maroun σε ανοικτό χώρο στη Γεροσκήπου, στον οποίο ο τελευταίος διατηρούσε εργαστήρι όπου έφτιαχνε ξυλουργικά αντικείμενα, με σκοπό να την μετατρέψει και να την επισκευάσει. Γνώριζε επίσης ότι ο ιδιοκτήτης του χώρου οδήγησε τον Maroun στο Δικαστήριο, χωρίς όμως ο μάρτυς να ξέρει το λόγο, αναφέροντας ότι «μπορεί να είχαν κάποιο πρόβλημα σχετικά με το ενοίκιο». Ο Maroun, μετά την 01.02.2014 που κάηκε η βάρκα τους, δεν τον ενημέρωσε για οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση για το πρόσωπο που έκαψε τη βάρκα. Ο Maroun Barbour (Μ.Κ.8) συνιδιοκτήτης του σκάφους με αρ. εγγραφής LL14444 υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων του ημερ. 01.02.2014 και 28.03.2015, οι οποίες σημειώθηκαν ως Έγγραφα Θ και Θ1 αντίστοιχα. Η μεγαλύτερη ζημιά στο σκάφος, υπέδειξε, έγινε στη μια πλευρά του σκάφους, πάνω από τους τροχούς του οχήματος που αυτή βρισκόταν και ένα μέτρο πίσω από αυτούς, ενώ η φωτιά μπήκε μέσα στο σκάφος. Ο χώρος στον οποίο βρισκόταν το σκάφος, εξήγησε, έχει δύο εισόδους. Αυτή που ήταν κοντά στο σκάφος που κάηκε ήταν κλειστή, ενώ για τη δεύτερη υπέθεσε πως όπως κάθε Παρασκευή, ημέρα που Άγγλοι κάνουν πάρτι στον ευρύτερο χώρο, οι τελευταίοι θα την άφησαν ανοικτή όταν έφυγαν. Διευκρίνισε ότι τον Mohamad Sheikh Moussa, (Μ.Κ.9) που στον ίδιο αλλά και σε άλλους είναι γνωστός με το όνομα Χάμο, γνώρισε τρείς μέρες μετά την πυρκαγιά στο σκάφος του, όταν μαζί με τον κατηγορούμενο πήγε στο ξενοδοχείο Veronica για να ζητήσουν, ανεπιτυχώς, δουλειά. Τον κατηγορούμενο εργοδοτούσε στο παρελθόν ευκαιριακά ενώ και ο Χάμο, λίγες μέρες μετά τη συνάντηση τους κάτω από το ξενοδοχείο Veronica, άρχισε να εργάζεται επίσης περιοδικά κοντά του. Για την επιδιόρθωση μάλιστα του σκάφους εργάστηκε και ο κατηγορούμενος. Αναφερόμενος ειδικότερα στο χρόνο που περιήλθε στην αντίληψη του η πληροφορία ότι το σκάφος του το έκαψε ο κατηγορούμενος υπέδειξε ότι τούτο έγινε τον Αύγουστο του 2014, μέσω κάποιου Χαισάμ Αλχαντούρ, (Μ.Κ.11) επίσης περιοδικά εργοδοτούμενο του, στον οποίο το εκμυστηρεύτηκε ο Χάμο. Παρά το γεγονός ότι μέσω του Αλχαντούρ έφτασε στο μάρτυρα η πληροφορία ότι ο Χάμο ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος έκαψε το σκάφος, ο ίδιος δεν είπε τίποτε στο Χάμο υπολογίζοντας ότι ο τελευταίος θα φοβόταν και θα αρνιόταν να του πει οτιδήποτε. Ούτε στην αστυνομία πήγε για να αναφέρει τα πιο πάνω, θέλοντας, ως εξήγησε, να σιγουρευτεί για να μην αδικήσει τον κατηγορούμενο. Στα πλαίσια της διερεύνησης από τον ίδιο του όλου ζητήματος, αντιλήφθηκε ότι γνώριζαν για το ζήτημα ακόμη 3 με 4 άτομα, κοινοί φίλοι του κατηγορούμενου και του Χάμο ενώ ένας από αυτούς, ονόματι Hambi, με τον οποίο μίλησε, του επιβεβαίωσε την πληροφορία. Με τον κατηγορούμενο δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε οικονομική διαφορά, συμφωνώντας ότι μετά τον εμπρησμό της βάρκας και μέχρι την ημέρα που ο ίδιος λογομάχησε μαζί του και τον κτύπησε κατηγορώντας τον ότι αυτός του έκαψε το σκάφος - ένα περίπου χρόνο μετά τον εμπρησμό - οι σχέσεις τους ήταν άριστες. Διευκρίνισε ότι την ημέρα που κάηκε το σκάφος ο ίδιος χρωστούσε στον κατηγορούμενο γύρω στα €300 με €400, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι συμφώνησαν πως κάθε οφειλόμενο ποσό εξοφλήθηκε με την καταβολή στον κατηγορούμενο συνολικού ποσού €300. Ο μάρτυρας κατέφυγε στην Αστυνομία αμέσως μετά που τσακώθηκε με τον κατηγορούμενο, δίδοντας τα τηλέφωνα του Χάμο και του Αλχαντούρ, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα τα σπίτια που διέμεναν τόσο ο Χάμο όσο και ο κατηγορούμενος. Ένα μήνα μετά από το επεισόδιο με τον κατηγορούμενο, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά ο Χάμο όπου σε συνάντηση στο σπίτι του, ο τελευταίος του είπε για τον εμπρησμό. Μέχρι τότε ο Χάμο δεν είχε πάει να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία γιατί φοβόταν. Ο Mohamad Sheikh Moussa (M.K.9) γνωστός και ως Χάμο, ήταν το πρόσωπο που ενημέρωσε ουσιαστικά τον Χαισάμ Αλχαντούρ, φίλο του παραπονούμενου Maroun Barbour, ότι την πυρκαγιά στο σκάφος του τελευταίου έθεσε ο κατηγορούμενος. Υιοθετώντας την κατάθεση του, ημερ. 28.03.2015, (Έγραφο Ι) υπέδειξε ότι ο λόγος που δεν κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία ήταν επειδή φοβόταν, υποδεικνύοντας ότι ο κατηγορούμενος απείλησε τόσο τον ίδιο όσο και την οικογένεια του στη Συρία σε περίπτωση που έλεγε οτιδήποτε για το συμβάν. Αναγνώρισε και υπέδειξε στη φωτογραφία 4 του τεκμηρίου 4 το σημείο που είχε κρυμμένο ο κατηγορούμενος το μπιτόνι της βενζίνης και το οποίο παρέλαβε όταν μαζί περπατούσαν στο δρόμο κατευθυνόμενοι προς το χωράφι που βρισκόταν η βάρκα. Παράλληλα αναπαρέστησε στο Δικαστήριο τις κινήσεις του κατηγορούμενου όταν έριξε τη βενζίνη στη βάρκα, παρά τις προτροπές του ιδίου για το αντίθετο, σημειώνοντας ταυτόχρονα στη φωτογραφία 1 του τεκμηρίου 3 το χώρο στον οποίο βρισκόταν ο ίδιος, από τον οποίο μπορούσε να δει τις κινήσεις και τις ενέργειες του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας ήταν βέβαιος ότι είδε τις κινήσεις και τον τρόπο δράσης του κατηγορούμενου κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αφού, πέραν της οπτικής επαφής που είχε με αυτόν, στο χώρο υπήρχε αναμμένο φως που όπως του ανέφερε ο κατηγορούμενος τοποθετήθηκε στο χώρο ενόψει του γεγονότος ότι είχαν κλαπεί από εκεί πράγματα. Εν πάση περιπτώσει, δεν είδε τον κατηγορούμενο να χρησιμοποιεί σκάλα ή σκαλωσιά για να ανέβει πάνω στο σκάφος. Προσδιόρισε στη φωτογραφία 11 του τεκμηρίου 3 το σημείο πάνω από τους τροχούς ως το σημείο της βάρκας που ο κατηγορούμενος έβαλε φωτιά. Ο τελευταίος μετά που έβαλε τη φωτιά στη βάρκα έφυγε με γρήγορη κίνηση πίσω από δέντρα που βρίσκονται στο χώρο ενώ ο ίδιος του φώναζε αναζητώντας τον. Αναγκάστηκε, ενόψει του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρινόταν να επιστρέψει μόνος του στο σπίτι του κατηγορούμενου, όπου και φιλοξενείτο. Μία εβδομάδα μετά τον εμπρησμό έφυγε από το σπίτι του κατηγορούμενου και διέμενε μόνος του. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έκαψε το σκάφος το ανέφερε σε τρία άλλα πρόσωπα, φίλους του Αραβικής καταγωγής, ενώ στον Αλχαντούρ (Μ.Κ.11) το ανέφερε μεταγενέστερα, έξι μήνες μετά τον εμπρησμό. Ο λόγος που δεν πήγε στην αστυνομία για να πει ευθύς εξαρχής όσα γνώριζε ήταν επειδή ο ίδιος δεν γνώριζε τους νόμους και παράλληλα φοβόταν ότι μπορεί να πήγαινε και ο ίδιος φυλακή. Ο αστυφύλακας με αριθμό μητρώου 2495 Ανδρόνικος Τσαππής (Μ.Κ.10), υιοθετώντας την κατάθεση του, (Έγγραφο ΙΑ) αναγνώρισε το τεκμήριο 2Α, ως την πιστή μετάφραση στην ελληνική της ανακριτικής κατάθεσης που ο ίδιος έλαβε από τον κατηγορούμενο στις 28.03.3015, όπως και τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Αναγνώρισε και κατέθεσε, ως τεκμήριο 16, το ημερολόγιο ενεργείας που ετοίμασε ο ίδιος, ημερ. 28.03.3015,, μετά την ανεπιτυχή προσπάθειά του να εντοπίσει τον Χάμο, (Μ.Κ.9) σε συγκεκριμένη διεύθυνση, όπως του ζητήθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης. Διευκρίνισε, ότι όλες οι ανακριτικές ενέργειές του έγιναν καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.1, ο οποίος τον ενημέρωσε προφορικά για την υπόθεση ενώ μελέτησε και τα στοιχεία του φακέλου, χωρίς όμως ο ίδιος να γνωρίζει κάτι ουσιαστικό για την υπόθεση. Ο Χαϊσάμ Αλχαντούρ, (Μ.Κ.11), πρόσωπο στο οποίο εκμυστηρεύτηκε ο Χάμο ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που έβαλε φωτιά στο σκάφος του Maroun, υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 26.01.2015, (Έγγραφο ΙΒ) αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που αναφέρει σε αυτή με το όνομα Χαμίτ. Ο ίδιος έχοντας επισκεφθεί στο παρελθόν το χώρο, επέμενε ότι από συγκεκριμένο σημείο που του υπεδείχθη στη φωτογραφία 1 του τεκμηρίου 3, (επρόκειτο για το σημείο που κατά τους ισχυρισμούς του Χάμο, ο τελευταίος κατά τον ουσιώδη χρόνο στεκόταν εκτός του χωραφιού, και παρακολουθούσε τον κατηγορούμενο) μπορούσε κάποιος να δει το σκάφος, εξηγώντας ότι αυτό είναι μεγαλύτερο από το άλλο σκάφος που ήταν μπροστά του. Όταν ο Χάμο (Μ.Κ.9) του είπε, ότι ο κατηγορούμενος έκαψε το σκάφος, εργάζονταν και οι δυο, περιστασιακά, στον Maroun (Μ.Κ.8). Παρά το γεγονός ότι ορκίσθηκε στον Χάμο ότι δεν θα το πει σε κανέναν, αφού ο Χάμο του είχε πει πως εάν μιλήσει θα του δημιουργούσε προβλήματα ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας την επόμενη μέρα το είπε στο Maroun αφού κατάλαβε ότι ήταν κάτι σοβαρό. Ο Maroun του είπε ότι θα ρωτήσει δικηγόρο και θα διερευνήσει σιγά σιγά το θέμα. Ούτε στον κατηγορούμενο είπε τίποτα παρά το γεγονός ότι τον συνάντησε περιστασιακά στο μαγαζί του Maroun. Εκτίμησε ότι ο λόγος που του μίλησε ο Χάμο ήταν διότι και οι δύο δούλευαν περιστασιακά στον Maroun και είχαν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο αλλά και επειδή έβλεπε ότι ο Maroun είναι πολύ καλός άνθρωπος. Όπως του είπε άλλωστε ο Χάμο, ο κατηγορούμενος ήταν επικίνδυνος αφού όταν είχε διαφορά με κάποιον θα του έκαιγε κάτι, προειδοποιώντας ουσιαστικά και τον ίδιο. Πιστεύοντας ότι θα του έκαιγε το αυτοκίνητό του, αποφάσισε ότι θα πρέπει αυτή η συμπεριφορά του κατηγορούμενου να σταματήσει. Σε κάθε περίπτωση απέρριψε τη θέση ότι είχε προσωπική διαφορά με τον κατηγορούμενο, επειδή ο τελευταίος τον είχε αντικαταστήσει για μια δυο μέρες στη δουλειά. Ήταν σε γνώση του ότι ο Χάμο και ο κατηγορούμενος γνωρίζονταν πριν ο Χάμο πάει φυλακή και τι είχε συμβεί στο αεροδρόμιο κατά το στάδιο που συνελήφθηκε ο Χάμο, ως επίσης για το γεγονός ότι οι δύο τους είχαν διαφορές σχετικά με τη γυναίκα του Χάμο, χωρίς να γνωρίζει συγκεκριμένα πράγματα. Ήταν ενήμερος επίσης ότι ο Χάμο απέφευγε τον κατηγορούμενο και ότι άλλαξε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ο αστυφύλακας με αρ. μητρώου. 2026 Συμεών Χατζηγιαννάκης, (Μ.Κ.12) ήταν το πρόσωπο που συνέλαβε τον κατηγορούμενο, εκτελώντας στις 27.03.2015, το ένταλμα σύλληψης που εξεδόθη την ίδια μέρα σε βάρος του τελευταίου (τεκμήριο 11). Ο Ahmad Zakarya, (Μ.Κ.13),αφού υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 29.03.2015, (Έγγραφο ΙΔ) εξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνόδευσε τον φίλο του Maroun, όταν ο τελευταίος συναντήθηκε με τον Χάμο, όπου τους πληροφόρησε ότι αυτός που έβαλε φωτιά στο σκάφος του Maroun ήταν ο κατηγορούμενος. Όταν ο Maroun ζήτησε να μάθει τον λόγο, ο Χάμο είπε πως ο κατηγορούμενος είπε στον ίδιο, ότι έκαψε το σκάφος του Maroun γιατί ο τελευταίος του χρωστούσε λεφτά. Στην παράκληση του Maroun να μεταβεί και να πει αυτά στην αστυνομία, ο Χάμο, ο οποίος ήταν πολύ φοβισμένος, τους είπε ότι ο κατηγορούμενος απείλησε πως αν πράξει τούτο θα σκοτώσει τον ίδιο και την οικογένειά του στη Συρία. Ο μάρτυς ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τον Χάμο, εξηγώντας ότι στη συνέχεια, περιοδικά πάντα, εργάστηκαν και οι δύο για τον Maroun. Τον Χαισάμ Αλχαντούρ, (Μ.Κ.11) είχε συναντήσει σε προγενέστερο χρόνο, όταν ο μάρτυς εργαζόταν και πάλι σε κατάστημα του Maroun στη βιομηχανική περιοχή, όπου ο Αλχαντούρ έφερνε καφέδες. Με αναφορά και παραπομπή στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 3, το μέγεθος του σκάφους στο οποίο τέθηκε η φωτιά αλλά και το μέγεθος και σχήμα του σκάφους που βρισκόταν δίπλα από αυτό κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι κάποιος που βρισκόταν εκτός του χωραφιού, ειδικότερα στο σημείο που του υπεδείχθη στη φωτογραφία 1 του τεκμηρίου 3, (σημείο που ο Χάμο υπέδειξε ότι στεκόταν εκτός του χωραφιού κατά πάντα ουσιώδη χρόνο παρακολουθώντας τον κατηγορούμενο να θέτει φωτιά στο σκάφος) μπορούσε να δει το μαύρισμα στο έδαφος, που ως ενημερώθηκε, αποτελούσε το αποτέλεσμα της φωτιάς στα ελαστικά του οχήματος επί του οποίου βρισκόταν η βάρκα. Πριν να κλείσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή, με τη σύμφωνη γνώμη της υπεράσπισης και την άδεια του δικαστηρίου επανακλήτευσε τον αστυφύλακα Χατζηβασίλη, (Μ.Κ.5) προκειμένου να διευκρινισθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συμπεριλήφθηκαν στο τέλος της κατάθεσης του Χάμο (Μ.Κ.9) ημερ. 28.03.2015, οι ακόλουθες δυο προτάσεις: «Να αναφέρω ότι ο AMDULHAMID άναψε την φωτιά με σπίρτα. Εγώ δεν άγγιξα το κουτί των σπίρτων αυτών». Όπως διευκρίνισε ο Μ.Κ.5, κατά την επιστροφή στο γραφείο του ΤΑΕ Πάφου, μετά από την υπόδειξη σκηνών, η οποία ακολούθησε τη λήψη της κατάθεσης του Χάμο, ημερ. 28.03.2015, μιλώντας μέσα στο αυτοκίνητο με τον Χάμο, ο τελευταίος του ανέφερε αυτή τη φράση. Όταν επέστρεψαν στο γραφείο του μάρτυρα, με τη συγκατάθεση του Χάμο, θεώρησε σκόπιμο να το συμπληρώσει στην κατάθεσή του τελευταίου ο οποίος και υπέγραψε. Στη συνέχεια, στον υπολογιστή όπου είχε δακτυλογραφημένη την αρχική μετάφραση της κατάθεσης του Χάμο συμπλήρωσε τη μετάφραση της επιπρόσθετης φράσης στην κατάθεση του μάρτυρα. Ξανατύπωσε την κατάθεση και υπέγραψε με το μεταφραστή. Δεν θεώρησε ότι ήταν κάτι επιλήψιμο παρά το γεγονός ότι αντιλαμβάνεται πως θα ήταν πιο σωστό να λάμβανε συμπληρωματική κατάθεση από το Χάμο. Επιμένοντας ότι δεν ενήργησε με οποιαδήποτε σκοπιμότητα, απολογήθηκε για την ταλαιπωρία που προκάλεσε με την ενέργειά του. Αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή είναι και τα ακόλουθα τεκμήρια, τα οποία έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο: Η πρώτη ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, ημερ. 27.03.2015 (τεκ. 2), ένα κουτί σπίρτων "The Bedouin", το οποίο παραλήφθηκε από τη σκηνή (τεκ. 5), δυο κουτιά σπίρτων "The Bedouin", που παραλήφθηκαν από την οικία του ιδιοκτήτη του χωραφιού, Αντούν Χάννα Αλαουί (τεκ. 6), δυο παρειακά επιχρίσματα του Χάννα Αλλαουί που λήφθηκαν την 01.02.2014 (τεκ. 7), παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου που λήφθηκαν στις 27.03.2015 (τεκ. 8), παρειακά επιχρίσματα του Χάμο που λήφθηκαν στις 28.03.2015 (τεκ. 9), ένορκη δήλωση αστυνομικού που υποστήριξε την αίτηση για έκδοση εντάλματος σύλληψης του κατηγορούμενου (τεκ. 10), ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου, ημερ. 27.01.2015, το οποίο εκτελέσθηκε στις 27.03.2015 (τεκ. 11). Ο κατηγορούμενος, επιλέγοντας όπως είχε κάθε δικαίωμα να προβεί σε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου, κατέθεσε την ανώμοτη του δήλωση σε γραπτή μορφή (Έγγραφο 20) και πιστή μετάφραση της στην Ελληνική γλώσσα, (Έγγραφο 21) την οποία και ανέγνωσε κατά την ακροαματική διαδικασία. Είπε τα ακόλουθα στην ανώμοτη του δήλωση: «Υιοθετώ το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων μου που έδωσα στην αστυνομία και είναι τεκμήρια στο Δικαστήριο. Οι σχέσεις μου με μάρτυρες ομοεθνείς μου που ήρθαν εδώ στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσουν ήταν προβληματικές, το ήξερα, αλλά δεν φαντάστηκα ποτέ μου ότι θα έφταναν σε αυτό το σημείο. Μιλώ για τον ΧΑΜΟ (Mohamad Sheikh Moussa) και για τον Haisam Al Hantour. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο κάτω γιατί νομίζω πως είχε πρόβλημα μαζί μου ο καθένας από αυτούς. Εγώ δεν ήξερα πως αυτοί ήταν μάρτυρες και πως είπαν πράγματα εναντίον του και δεν ρωτήθηκα ποτέ προηγουμένως, γι΄ αυτό δεν ανάφερα στις καταθέσεις μου αυτά που θα αναφέρω τώρα. Δεν ξέρω γιατί ο Maroun Barbour τους πίστεψε. Εγώ με τον ΜΑΡΟΥΝ ποτέ δεν είχα πρόβλημα ούτε μου χρωστούσε λεφτά, αφού με πλήρωνε τακτικά για την εργασία μου κοντά του, όποτε μπορούσε, και εγώ ήμουν ευχαριστημένος και εκείνος. Και αυτό που είπε ο ΧΑΜΟ (Mohamad Sheikh Moussa) ότι δήθεν έκαψα τη βάρκα για να μην χάσω τη δουλειά μου στον ΜΑΡΟΥΝ (γιατί θα την έβαζε στη θάλασσα) είναι επίσης ψέματα. Αφού πάντα με φώναζε ο ΜΑΡΟΥΝ όποτε είχε δουλειά, περιστασιακά δηλαδή δούλευα κοντά του όχι πάντα. Ο ΜΑROUN είπε πως επειδή δεν πήγα στην αστυνομία να τον καταγγείλω που με κτύπησε γι΄ αυτό πίστεψε πως εγώ του έκαψα τη βάρκα. Εγώ εκείνη την μέρα μετά τη συζήτηση του είπα να πάμε στην αστυνομία. Σηκώθηκε και έφυγε. Δεν ήξερα αν πήγε στην αστυνομία, ούτε μου είπε κάτι τέτοιο, ούτε μετά έμαθα. Δεν θα πήγαινα εγώ να καταγγείλω αν δεν πήγαινε αυτός. Λυπόμουν έτσι και αλλιώς τον ΜΑΡΟΥΝ που του έκαψαν την βάρκα, δεν θα τον κατάγγελνα εγώ γιατί μου επιτέθηκε. Να διευκρινίσω πως τον Ahmad Zakarya εγώ δεν τον ήξερα. Πιστεύω πως ο λόγος που προσπάθησαν να στρέψουν τον Maroun εναντίον μου ήταν για να μη με φωνάζει στη δουλειά του. Ο καθένας θεωρούσε πως του έκανα ζημιά/κακό, για το δικό του λόγο (ο ένας - ΧΑΜΟ - γιατί πήγε φυλακή, νόμιζε εξ αιτίας μου και ότι έφταιγα εγώ που δεν του έκανε χαρτιά η γυναίκα του, έτσι νόμιζε, ο άλλος - ΗΑISAM - ότι έχασε τη δουλειά του εξ αιτίας μου), και προσπάθησαν να μου κάνουν ζημιά/κακό σαν να πήραν την εκδίκηση τους. Η ζημιά που θα μου έκαναν, όπως νομίζω ότι σκέφτονταν ήταν να μην με εμπιστεύεται πλέον ο MAROUN, αλλά και σιγά σιγά να μην με εμπιστεύονται και άλλοι Σύριοι. Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι αυτό που είπε ο ΧΑΜΟ ότι έγινε τη συγκεκριμένη ημερομηνία (31/01/14-01/02/12), αυτή η ιστορία, ήταν εντελώς φανταστική και ψεύτικη. Όπως φανταστική ήταν και η ιστορία με τα σπίρτα της προηγούμενης μέρας. Καταρχήν ποτέ δεν έμενε ο ΧΑΜΟ μαζί μου όταν βγήκε από τη φυλακή. Δεν ξέρω πού έμενε. Απλώς εγώ κάποια στιγμή έμαθα πως βγήκε από τη φυλακή και πως μένει δίπλα μου στην περιοχή του Carrefour. Ήταν κακιωμένος μαζί μου ότι εξαιτίας μου τον συνέλαβε η αστυνομία, πώς να έμενε μαζί μου; Μα ούτε και εγώ τον εμπιστευόμουνα για να τον βάλω στο σπίτι μου γιατί κατάλαβα από τη μέρα στο αεροδρόμιο ότι ποτέ δεν με συγχώρεσε για τη σχέση που θεωρούσε πως είχα με τη γυναίκα του και που δεν έπιασε χαρτιά (δεν νομιμοποιήθηκε η παραμονή του στην Δημοκρατία), πόσο μάλλον μετά που πήγε και φυλακή. Εγώ αρχικά έμενα στην Κ. Πάφο και στο Carrefour έμενα μετά το επεισόδιο με το αεροδρόμιο. Στο Carrefour έμενα σε μονοκατοικία, όχι σε πολυκατοικία. Εκεί ερχόταν ο MAROUN και με πλήρωνε, ήξερε πού έμενα, όπως όλοι, και τον αριθμό του τηλεφώνου μου. Δεν ήξερα την οικογένεια του ΧΑΜΟ στη Συρία, ούτε οτιδήποτε άλλο. Ούτε ξέρω. Ούτε αυτός για τη δική μου οικογένεια. Εδώ στην Κύπρο γνώρισα τον ΧΑΜΟ πριν χρόνια. Εγώ από τον Μάρτιο περίπου του 2011 που άρχισαν οι φασαρίες/πόλεμος στη Συρία έχασα κάθε επαφή με την οικογένεια μου. Ποτέ δεν πήγα σε αυτό το σπίτι που έδειξε ο ΧΑΜΟ στις φωτ. που είναι τεκμήριο στο Δικαστήριο. Επίσης, τη μέρα που βρέθηκα με τον MAROUN στο Βερόνικα για δουλειά, που δεν θυμάμαι αν ήταν τρεις
(3)μέρες μετά που κάηκε η βάρκα του ΜΑΡΟYΝ, πάντως όποτε πήγαμε στο Βερόνικα, ο ΧΑΜΟ δεν ήταν εκεί. Ούτε καμιά φορά ο MAROUN πήρε στο αυτοκίνητο του εμένα και το ΧΑΜΟ και μας πήρε σπίτι μου. Ούτε βέβαια εκείνη τη φορά στο Βερόνικα. Δεν ήξερα ποτέ πριν την υπόθεση αυτή αν (ότι) ο ΧΑΜΟ δούλευσε στον MAROUN. Ήξερα μόνο για τον HAISAM. Εγώ, μέχρι που ήρθα Δικαστήριο, δεν ήξερα ποιός με κατηγορεί πως έκανα τέτοιο πράμα και γιατί. Ένοιωθα πως με αδίκησαν με τα ψέματα που έλεγαν στις καταθέσεις τους. Και όταν είδα τον MAROUN στο Δικαστήριο, έξω από την αίθουσα, μαζί με τον HAISAM, πράγματι τους είπα πως είναι αδικία αυτό που μου κάνετε. Τώρα θα σας πω για τη σχέση μου με τον ΧΑΜΟ (Mohamad Sheikh Moussa) και τον HAISAM (Haisam Al Hantour). ΧΑΜΟ (Mohamad Sheikh Moussa): Όταν ο ΧΑΜΟ ήρθε στην Κύπρο τον γνώρισα στη βιομηχανική περιοχή Ανατολικού σε ένα εργοστάσιο κάποιου Γιαννάκη και έμενε με ένα άλλο Σύριο με το όνομα ΧΑΜΠΙΚ. Εκείνη την περίοδο η βίζα του ΧΑΜΟ ήταν να λήξει και έψαχνε κάποιο κορίτσι να παντρευτεί για να μπορέσει να μείνει στην Κύπρο. Βρήκε μία γυναίκα από τη Ρουμανία. Πήγαν στο Δημαρχείο στη Λάρνακα και παντρεύτηκαν αλλά δεν έκαναν τις διαδικασίες για να εγγραφεί ο γάμος τους στο Immigration και να είναι νόμιμος ο ΧΑΜΟ στην Κύπρο. Έμεναν σε διαμέρισμα πάνω από το εργοστάσιο που τον γνώρισα. Μετά τον γάμο του άρχισε να έρχεται σπίτι μου στην Κάτω Πάφο με τη γυναίκα του και εκεί μου τη σύστησε. Μετά από λίγο καιρό άρχισαν να έχουν προβλήματα με τη σχέση τους και σχεδόν κάθε φορά που έρχονταν σπίτι μου, μου έλεγαν τα προβλήματα τους και προσπαθούσα να τους βοηθήσω γιατί αυτή η κοπέλα με είχε σαν αδελφό της. Όποτε έρχονταν σπίτι μου η κοπέλα αυτή μαζί με τον άντρα της, τον ΧΑΜΟ, η κοπέλα με φιλούσε στο μάγουλο όπως κάνουν συνήθως. Αρκετές φορές έμεναν στο σπίτι μου μέχρι τις 1-2 το πρωί για να λύσουν το πρόβλημα. Μερικές φορές επειδή η κοπέλα φοβόταν να πάει σπίτι μαζί του έμενε εκεί και κάποιες άλλες φορές όταν τσακώνονταν αυτή ερχόταν σπίτι μου και εγώ τον έπερνα τηλ. και του έλεγα ότι η γυναίκα του είναι εδώ. Και έτσι αυτός άρχισε να ζηλεύει και να πιστεύει ότι είχα κάτι με τη γυναίκα του, έτσι και εγώ είπα και στους δύο να μην έρχονται σπίτι μου γιατί δεν ήθελα προβλήματα, αλλά αυτός συνέχισε να έρχεται στο σπίτι μου με τη γυναίκα του για να την πείσω να πάει στο Immigration να φτιάξουν τα χαρτιά τους, επειδή η κοπέλα υπολόγιζε πολύ τι της έλεγα. Μετά από λίγο καιρό ήρθε αυτός μόνος του και μου είπε ότι η κοπέλα τον άφησε και πήγε στη Λεμεσό και δούλευε σε μια μπυραρία και ήθελε να πάω να τη βρω για να τη φέρω πίσω. Στην αρχή του είπα δε θέλω να ανακατευτώ αλλά αυτός έγινε πολύ επίμονος και με παρακαλούσε και έτσι δέκτηκα, πήγα μαζί του στη Λεμεσό της μίλησα και αυτή μου είπε ότι δεν τον ήθελε άλλο και ότι δεν θα πήγαινε ούτε στο Immigration για να φτιάξουν τα χαρτιά. Μετά από λίγους μήνες αυτή ήρθε στην Πάφο και βρήκε δουλειά και ήρθε και με βρήκε. Έτσι και εγώ τον πήρα τηλ. και του είπα ότι η γυναίκα σου είναι εδώ και τότε ήρθε, και αυτός ξεκίνησε να της λέει πάλι τα ίδια για να πάνε στο Immigration και αυτή έφυγε και δεν την ξαναείδα από τότε. Αυτός ξεκίνησε να μου λέει ότι εγώ ήμουν ο λόγος που τον άφησε η γυναίκα του. Εγώ τότε του είπα να φύγει και να με αφήσει ήσυχο αλλά αυτός συνέχισε να έρχεται και να με ρωτά αν την είδα κτλ. Όλα αυτά ήταν πριν πάμε στο αεροδρόμιο. Στο διάστημα αυτό, αυτός με έπαιρνε τηλ. και μου ζητούσε συγνώμη για ότι έγινε. Αλλά όταν πήγαμε στο αεροδρόμιο κατάλαβα πως δεν μετάνοιωσε για ότι έγινε αλλά μόνο ήθελε να πάρει εκδίκηση. HAISAM (Haisam Al Hantour): Όταν ο MAROUN έψαχνε κάποιο για να του κάνει κάποιες δουλειές με πήρε τηλ. και με ρώτησε αν μπορώ να τις κάνω εγώ. Εγώ είπα εντάξει και συμφωνήσαμε για 50 ευρώ την μέρα και αυτός μου είπε πως η δουλειά του δεν πάει καλά γιατί οι εργάτες του δουλεύουν αργά για να μπαίνει πιο πολλή μεροκάματο. Την πρώτη μέρα στη δουλειά γνώρισα τον HAISAM, αλλά δεν γνώρισα τον φίλο του HAISAM (τον .ΖΑΚΑΡΥΑ;) γιατί ο MAROUN τον σταμάτησε από τη δουλειά. Ο HAISAM δεν ήξερε ότι δούλευα για τον MAROUN παλιά και δεν ήξερε ότι είχα πολύ καλές σχέσεις μαζί του και ούτε ήξερε ότι είμαι μάστρος λουστραδόρος. Αυτός νόμιζε ότι εγώ ήξερα μόνο τρίψιμο. Μετά από λίγες μέρες ο HAISAM δεν ήρθε δουλειά. Εγώ συνέχισα στη δουλειά και πήρα τη θέση του HAISAM στα μπογιατίσματα. Όταν επέστρεψε ξαφνιάστηκε ποιος έκανε αυτή τη δουλειά και με ρώτησε ποιος έκανε τη δουλειά. Με ρώτησε αν την έκανα εγώ και εγώ του απάντησα ναι εγώ την έκανα και ότι δούλευα μαζί με τον MAROUN παλιά. Ο HAISAM κατάλαβε ότι πλέον τον MAROUN δεν τον ενδιαφέρει αν θα επιστρέψει στη δουλειά ή όχι γιατί τα έκανα εγώ εξίσου καλά, και έτσι προσπάθησε να με βγάλει από τη δουλειά. Ο HAISAM από τη ζήλια του προσπάθησε να κάνει κάτι για να καθυστερεί η δουλειά, και εγώ και ο MAROUN δουλεύαμε 3-4 μέρες για να φτιάξουμε τη ζημιά που έκανε ο HAISAM. Όταν ο ΜΑROUN ήθελε τον HAISAM ναρθει στη δουλειά ο HAISAM είπε βγάλε τον ΗΑΜΙΤ (δηλ. εμένα) από τον φούρνο για να έρθω δουλειά, αν δεν τον βγάλεις δεν έρχομαι. Από εκείνη τη μέρα πάλι ο HAISAM συνέχισε να σαμποτάρει τη δουλειά και έτσι ο MAROUN ήθελε να κόψει λεφτά από τον μισθό του και έτσι ο ΗΑISAM έφυγε από τη δουλειά μετά από λογομαχία με τον MAROUN. Μετά από λίγες μέρες ξεκίνησα με τον MAROUN να δουλεύω στην επιδιόρθωση μιας βάρκας. Ο ΗΑΙSAM ήρθε 2-3 φορές από εκεί χωρίς να πάρει τηλ. με το πρόσχημα ότι ερχόταν να δει πως είναι ο MAROUN και με ρωτούσε πού είναι ο MAROUN και εγώ του απαντούσα πως ο MAROUN είναι δουλειά αλλού γιατί δεν τον πήρες τηλ. να δεις πού είναι και τι κάνει και αυτός μου είπε ήμουν κοντά και είπα να περάσω. Εγώ του είπα αν θες τον ΜAROUN κάτι πάρε τον τηλ. και αυτός είπε όχι εν εντάξει δεν χρειάζεται. Η βάρκα που δούλευα ήταν σε απομακρυσμένη περιοχή και δεν είχε λόγο ο HAISAM να περάσει από εκεί. Όταν εγώ και ο ΗΑΙSAM δουλεύαμε μαζί στο μαγαζί του MAROUN ο HAISAM δούλευε ταυτόχρονα και σε άλλο μάστρο και προσπαθούσε με τον τρόπο του να κάνει και τα δύο αφεντικά να έχουν την ανάγκη του. Όταν τελειώσαμε τη δουλειά στη βάρκα, ο ΜΑROUN ξέμεινε από δουλειά και έτσι εγώ έπρεπε να ψάξω για άλλη δουλειά. Ξεκίνησα να ψάχνω για δουλειά εδώ και εκεί ώσπου έφτασα και στη δουλειά που δούλευε ο HAISAM ταυτόχρονα με τον MAROUN. Ρώτησα το αφεντικό εκεί αν ήθελε κάποιον για δουλειά εκεί και μου είπε ναι και συμφωνήσαμε να δουλεύω για 35 ευρώ τη μέρα και ότι θα ξεκινούσα από την επόμενη μέρα. Όπως ήμουν εκεί είδα κάποιον που ήξερα παλιά, τον ΧΑΜΟ, που δούλευε και αυτός εκεί. Όταν έφυγα από εκεί με πήρε τηλ. ο HAISAΜ και με ρώτησε αν με πήρε ο ΧΑΜΟ και μου είπε ότι σταμάτησε από την δουλειά εκεί και να πάω δουλειά εγώ εκεί και εγώ είπα στον HAISAM ότι εγώ και ο ΧΑΜΟ είχαμε κάποια προβλήματα και είχαμε καιρό να μιλήσουμε και ότι έφτασα εκεί ψάχνοντας για δουλειά σε διάφορα μαγαζιά και ήταν τυχαίο. Μετά μια μέρα που δούλευα ήδη εκεί ήρθε ο HAISAM και ξεκίνησε δουλειά την επόμενη. Από τη μέρα που ήρθε μου έλεγε κάθε μέρα ότι θα κάνει τα πάντα να φύγω από τη δουλειά Έτσι και εγώ για να μην έχω προβλήματα με αυτούς δούλεψα 3-4 μέρες περίπου και σταμάτησα μόνος μου και ξεκίνησα να ψάχνω αλλού δουλειά και βρήκα δουλειά σε άλλο μάστρο». Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, στην αγόρευση του υποστήριξε πως η επίδικη κατηγορία απεδείχθη εναντίον του κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό, για λόγους που λεπτομερώς εξέθεσε με παραπομπή στη μαρτυρία. Στον αντίποδα, η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου, επιχειρηματολόγησε πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την επίδικη κατηγορία προτάσσοντας προς θεμελίωση των ισχυρισμών της, κυρίως, την αναξιοπιστία του Χάμο (Μ.Κ.9). Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες (υπό τις περιστάσεις) επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέας ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι, πιστεύουμε, αυτονόητο πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ΄ αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες (και τον κατηγορούμενο βεβαίως), που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά την οποία παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας είτε αυτή προερχόταν από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σε ότι αφορά στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, λάβαμε υπόψη ότι αυτή η επιλογή του τελευταίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ζημιογόνα για τον ίδιο. (βλ. R. v. Bathurst
(1968)2 Q.B. 99, R. v. Sparrow
(1973)2 All E.R. 12 και Themistocleous ν. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Ούτε και μπορεί το γεγονός να θεωρηθεί ως ενίσχυση της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει την εκδοχή της Υπεράσπισης, (βλ. R. ν. Young
(1964)2 All E.R. 4801 και Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1992)Α.Α.Δ. 309,) να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Το Δικαστήριο ασφαλώς λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η δήλωση έγινε χωρίς όρκο και επομένως δεν τέθηκε στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Το περιεχόμενο της δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία (Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2014:B288, Ποιν. Έφεση 134/13, ημερ. 02.05.2014) παρά το ότι συνεξετάζεται κατά την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Κοφτερός ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 83, 84-85). Εντός αυτών των παραμέτρων, εντάξαμε και τα όσα λέχθηκαν στη Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 110/12, ημερ. 18.07.2013, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, συγκεφαλαίωσε τα πράγματα ως ακολούθως: «Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη σχετική με το συγκεκριμένο θέμα νομολογία, μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Όπως ενδεικτικά λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Cambell
(1979)69 Cr. App. R. 221: "... μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ' ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση." Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στις υποθέσεις Anastasiades v. Republic
(1997)2 C.L.R. 97, Khadar and another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Σημιανός ν. Δημοκρατίας και Σάββας Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και Σίφουνας ν. Αστυνομίας και Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91.» Πριν συνεχίσουμε με μια πιο λεπτομερή αιτιολόγηση της κατάληξης μας για την αξιοπιστία κάποιων εκ των μαρτύρων κατηγορίας - για τους οποίους θεωρούμε πως υπάρχει τέτοια εξειδικευμένη ανάγκη λόγω διαφόρων ζητημάτων που επισημάνθηκαν στις αγορεύσεις ή ανεδείχθησαν μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου - όπως του Mohamad Sheikh Moussa, γνωστού ως Χάμο, θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη και κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στην Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169, 180-182 έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν όλα όσα αυτοί ανέφεραν, εξέφραζαν πιστά και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Σε σχέση με το μάρτυρα Χριστάκη Πενταρά, τον οποίο, στη βάση όλων όσων τέθηκαν υπόψη μας αναφορικώς με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία του, δεχόμαστε ως πραγματογνώμονα για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσε, θα πρέπει ευθύς εξαρχής να υποδείξουμε πως δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση του, τη συμπεριφορά του στο εδώλιο τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο, βάση σαφών υποδείξεων της νομολογίας, (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65 και Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875) χωρίς ασφαλώς να σημαίνει πως αξιολογήσαμε τη μαρτυρία του στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τον αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες. Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, 119). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία μάρτυρες-πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντα τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν Μιτσιγιώργη και Άλλος ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811, 1814). Όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες-αστυνομικοί απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και χωρίς να διαπιστώνεται ότι διακατέχονταν από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων κατέθεσαν (βλ. κατ΄ αναλογίαν Fournaris and Another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 28, 36). Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο κάθε ένας από αυτούς έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ότι περιήλθε στην αντίληψη του χωρίς διάθεση να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η τουλάχιστον αδόκιμη ενέργεια του αστυφύλακα Χ"Βασίλη, (Μ.Κ.5) να συμπληρώσει την κατάθεση του Xάμο (Μ.Κ.9) ενώ αυτή είχε ολοκληρωθεί, έχοντας στο μεσοδιάστημα ακολουθήσει υπόδειξη σκηνών από τον ως άνω μάρτυρα, παρά το γεγονός ότι ελέγχεται ως κινούμενη εκτός των καλά καθιερωμένων πλαισίων λήψης μιας κατάθεσης, αποδεχόμαστε ότι δεν έγινε με οποιαδήποτε κακή πρόθεση ή ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας ενήργησε ορμόμενος από αλλότρια κίνητρα. Ο ίδιος άλλωστε εξηγώντας την εξέλιξη των γεγονότων, χωρίς μάλιστα ουσιαστική αμφισβήτηση από την πλευρά της υπεράσπισης, ευθαρσώς αναγνώρισε το λάθος του απολογούμενος για τον πιο πάνω τρόπο συμπεριφοράς του. Έχει, πιστεύουμε, τη σημασία του το γεγονός ότι στην ως άνω συμπεριφορά του αστυφύλακα Χ"Βασίλη δεν αποδόθηκε ούτε από την πλευρά της υπεράσπισης οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ικανό να πλήξει συλλήβδην το ανακριτικό έργο. Η προσθήκη άλλωστε, κατά τον πιο πάνω τρόπο, στην κατάθεση του Χάμο της φράσης «Nα αναφέρω ότι ο ABDULHAMID άναψε την φωτιά με σπίρτα. Εγώ δεν άγγιξα το κουτί των σπίρτων αυτών» σε συνδυασμό θεωρούμενη με τις αναφορές του ότι τα σπίρτα που εντοπίστηκαν στη σκηνή του εμπρησμού έμοιαζαν με τα σπίρτα που ο κατηγορούμενος, ως φέρεται από το μάρτυρα, να πήρε από χώρο που έμοιαζε με εκκλησάκι στην Κάτω Πάφο, παρέμεινε στο τέλος της ημέρας, στη βάση τουλάχιστον των παραδεκτών αποτελεσμάτων των εξετάσεων από το Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, επιστημονικά τουλάχιστον, ασύνδετη με το κουτί σπίρτων (τεκμήριο 5) που παραλήφθηκε από τη σκηνή. Όμοιο κουτί σπίρτων εξάλλου με αυτό που εντοπίστηκε στη σκηνή, παραλήφθηκε και από την οικία του ιδιοκτήτη του χωραφιού Αντούν Χάννα Αλαούι, για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων. Σύμφωνα με τη γενικότερη θεώρηση της νομολογίας για τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πειστεί ότι ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και εφόδια ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Η επιστημονική μαρτυρία η οποία τίθεται στη διάθεση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να υποκαταστήσει το έργο του, αλλά να το υποβοηθήσει να καταλήξει, στη περίπτωση πάντα που χρειάζεται ιδιαίτερη επιστημονική πληροφόρηση που δεν εμπίπτει στη σφαίρα εμπειριών και γνώσεων του Δικαστηρίου, σε κάθε θέμα που τελεί υπό εξέταση, βοηθά κατ΄ ουσία με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων και εξειδικευμένων γνώσεων του το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ. 346, Χρίστος Σ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 351). Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας πάντα κατά νου ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν οποιοδήποτε προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και ότι η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων (βλ. Vasilikos Cements Works ν. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Ν. Νικολάου ν. Κλεάνθης Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί ο χαρακτηρισμός του μάρτυρα Χρ. Πενταρά. (Μ.Κ.6) ως ειδικού εμπειρογνώμονα μάρτυρα, δεν διαφοροποιεί τον τρόπο κατά τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί και να αξιολογηθεί η μαρτυρία του από το Δικαστήριο στη βάση καλά καθιερωμένων αρχών για το ζήτημα. Δεν μπορεί παρά να σημειώσουμε αδυναμίες που εντοπίζονται στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, οι οποίες άπτονται στο τρόπο που στη συγκεκριμένη περίπτωση ο τελευταίος φαίνεται να εκτέλεσε τα καθήκοντα του εξετάζοντας τη σκηνή. Εξηγούμαστε. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι κατά το στάδιο που ο ίδιος μετέβη στην σκηνή για σκοπούς έρευνας, την επόμενη μέρα το πρωί, η κλίμακα που απεικονίζεται στη φωτογραφία αρ. 4 του τεκμηρίου 3 βρισκόταν σε όρθια θέση να ακουμπά στο σκάφος, υποδεικνύοντας μάλιστα στο σημείο 6 των παρατηρήσεων του επί του εγγράφου Ζ, ότι αποτέλεσμα τούτου υπήρχε εύκολη πρόσβαση σε αυτό. Η πιο πάνω θέση του φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με τις τοποθετήσεις άλλου μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, του Μ.Κ.2, αστυφύλακα Ανδρέα Νεοφύτου, ο οποίος δήλωσε ότι την 01.02.2014, η ώρα 07:40, ήταν ο πρώτος που εισήλθε στη σκηνή η οποία ήταν αποκλεισμένη και η συγκεκριμένη κλίμακα ήταν στο έδαφος, όπως αποτυπώνεται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 13 που ο ίδιος έλαβε, ενώ ταυτόχρονα, η ως τοποθέτηση του Χρ. Πενταρά δεν φαίνεται να συμπλέει με το παραδεκτό γεγονός ότι με την άφιξη της αστυνομίας, η οποία προηγήθηκε της άφιξης του μάρτυρα Πενταρά, η σκηνή του εγκλήματος «απεκλείσθη και φρουρείτο μέχρι την αποδέσμευση της μετά το πέρας των αστυνομικών ερευνών/εξετάσεων, χωρίς να επέμβει ή να εισέλθει κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο». Παρατηρούμε επίσης πως σε ερώτηση που του υπεβλήθη εάν κατά τη διάρκεια της έρευνας του τον ενημέρωσε οποιοσδήποτε ότι στις μηχανές του σκάφους υπήρχε πετρέλαιο, απάντησε, σιβυλλικά, «πιθανόν» παραδεχόμενος στη συνέχεια ότι ο ίδιος δεν ερεύνησε ούτε εντόπισε πού ακριβώς ήταν οι δύο μηχανές του σκάφους η το «τάγκι» τους, περιοριζόμενος κατά τρόπο γενικό να πει «δεν γνωρίζω ακριβώς το χώρο, ξέρω ότι είναι κάτω από το πάτωμα», θέση που προδήλως είναι διαφορετική από αυτή που καταγράφεται στο σημείο
(1)των παρατηρήσεων του στο έγγραφο Ζ, όπου αναφέρεται πως «η εστία της πυρκαγιάς εντοπίστηκε μέσα στο εσωτερικό χώρο του ταχύπλοου σκάφους στο αριστερό πλευρό πίσω από την αριστερή μηχανή του, όπου παρατηρήθηκε και η εντονότερη καύση». Σε κάθε περίπτωση πάντως, έχοντας υπόψη τα αντικειμενικά ευρήματα που ο μάρτυρας έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ότι εντοπίστηκαν στη σκηνή, τις αναφορές και επεξηγήσεις του μάρτυρα Πενταρά για το θέμα, αποτελεί κατάληξη και εύρημα του Δικαστηρίου ότι πράγματι η εστία της πυρκαγιάς στο σκάφος, εντοπίζεται στον εσωτερικό χώρο του σκάφους, ειδικότερα στο σημείο που ο περί ου ο λόγος μάρτυρας υπέδειξε στη φωτογραφία 13 του τεκμηρίου
- Η ως άνω υπόδειξη του μάρτυρα άλλωστε, η οποία για τους λόγους που έχει εξηγηθεί αποτελεί εύρημα και του Δικαστηρίου, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από οποιαδήποτε πλευρά. Καθ΄ όλα θετική ήταν η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του Χριστάκη Νεοφύτου και του David Richard Smith. Οι μάρτυρες, αποστασιοποιημένοι από τα γεγονότα δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι αποτελούν μάρτυρες της αλήθειας οι οποίοι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όσα οι ίδιοι γνώριζαν ή περιήλθαν στην αντίληψη τους σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία ερωτούντο. Αποτελεί κοινό τόπο ότι ο Mohamad Sheikh Moussa, γνωστός ως Χάμο (Μ.Κ.9) αποτελεί τον καθοριστικότερο μάρτυρα για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Αποτελεί, ως η εκδοχή που προωθεί η τελευταία, τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα και αποκλειστική πηγή πληροφόρησης όλων των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας που εμπλέκουν τον κατηγορούμενο στη διάπραξη του αδικήματος. Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, διεφάνη η έκταση και η μορφή της γνωριμίας του Χάμο με τον κατηγορούμενο. Όπως ο μάρτυς είπε, γνώρισε τον κατηγορούμενο στην Κύπρο, πριν πέντε περίπου χρόνια. Εξιστορώντας τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας, στο τέλος του 2013, εξήγησε ότι ο ίδιος μετέφερε στο αεροδρόμιο Λάρνακας τον κατηγορούμενο για να ταξιδέψει ο τελευταίος στη Γερμανία με πλαστό Ισπανικό διαβατήριο. Όταν ζητήθηκε από το προσωπικό του αεροδρομίου από τον κατηγορούμενο να αναμένει κατά το στάδιο που επιχειρούσε να διέλθει από σημείο ελέγχου, ο κατηγορούμενος, αφήνοντας τον μάρτυρα να αναμένει σε σημείο που του υπέδειξε με τις αποσκευές του, διέφυγε, ενώ ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε από την αστυνομία, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης τριών μηνών για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ο μάρτυς αναφέρθηκε στο ρόλο που ο κατηγορούμενος έπαιζε στη σχέση του με την σύζυγό του, Ρουμανικής καταγωγής και το ρόλο που πολλές φορές διαδραμάτιζε στην επίλυση διαφόρων προβλημάτων που ανέκυπταν στο γάμο του, κυρίως ενόψει του γεγονότος ότι η σύζυγος του, η οποία πολλές φορές διέμενε στο σπίτι του κατηγορούμενου, αρνιόταν να προβεί στις αναγκαίες διαδικασίες στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για εγγραφή του γάμου τους, κατά τρόπο που θα επέτρεπε τη νόμιμη παραμονή του μάρτυρος στην Κύπρο. Παρά το γεγονός ότι ο μάρτυς δήλωσε ότι δεν εμπιστευόταν τον κατηγορούμενο όσον αφορά τη σχέση του τελευταίου με τη σύζυγο του, εντούτοις επιζητούσε τη διαμεσολάβηση του κατηγορούμενου σε διάφορα ζητήματα, όπως για να πειστεί η σύζυγός του να ολοκληρώσει τις σχετικές διαδικασίες εγγραφής του γάμου τους στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, ή για να επιστρέψει κοντά του, όταν η τελευταία τον εγκατέλειψε πηγαίνοντας στη Λεμεσό για να δουλέψει. Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου την ιδιαίτερη σημασία της μαρτυρίας του Χάμο και των τοποθετήσεων του τελευταίου για την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που απασχολούν στην υπό συζήτηση υπόθεση, χωρίς παράλληλα να παραβλέπει την προηγούμενη σχέση του με τον κατηγορούμενο, όπως ο ίδιος τη σκιαγράφησε, αισθάνεται ότι τα πιο πάνω αποτελούν περιστάσεις που από μόνες τους επιτάσσουν, καθηκόντως, αλλά και ως ζήτημα κοινής λογικής, όπως προσεγγίσει την μαρτυρία του με την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις προσοχή και διερευνητική διάθεση. Παρά τις λεκτικές τουλάχιστον αναφορές του, πως για όλα όσα προηγήθηκαν - σε συνάρτηση με την σύλληψη και την φυλάκιση του αλλά και του ρόλου του κατηγορούμενου στο γάμο του και τη διάλυση τελικά του τελευταίου - ο ίδιος ουσιαστικά συγχώρεσε τον κατηγορούμενο χωρίς να του κρατά οποιαδήποτε κακία για ότι έγινε στο παρελθόν, έχοντας κατά νου τη ζωντανή παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη γενικότερη συμπεριφορά του καθ' ον χρόνο έδινε μαρτυρία, διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις αν πραγματικά εννοούσε την καταληκτική του τοποθέτηση επί τούτου. Πέραν και ανεξάρτητα όμως από τις πιο πάνω επιφυλάξεις μας, για τα κίνητρα και τη διάθεση του Χάμο απέναντι στον κατηγορούμενο, ευθύς εξαρχής θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας του δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Ο μάρτυρας, πολλές φορές με λόγο ασαφή, ενίοτε αυτοαναιρούμενος, πολλές φορές αμφιταλαντευόμενος και αντιφατικός, δεν επιτρέπει στον τρίτο παρατηρητή να στηριχθεί στις αναφορές και στις τοποθετήσεις του για την εξαγωγή τελικών και ασφαλών συμπερασμάτων για την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση και τα διαδραματισθέντα. Γεγονός παραμένει ότι ο Χάμο δεν είχε κανένα δισταγμό να ανασκευάσει θέσεις που προέβαλε στα πλαίσια της γραπτής κατάθεσής του ημερομηνίας 28.03.2015, (Έγγραφο 1) όταν αποφάσισε να απευθυνθεί στις Αστυνομικές Αρχές για το περιστατικό, μετά από την πάροδο ενός και πλέον έτους από τον εμπρησμό του σκάφους. Ανασκευές και διαφοροποιήσεις που συνολικά θεωρούμενες με το σύνολο της μαρτυρίας του, δεν μπορούν παρά να έχουν τη δική τους σημασία όσον αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας του. Ενώ στην ως άνω γραπτή κατάθεση του προβάλλει τη θέση ότι ο ίδιος έφυγε από το σπίτι του κατηγορούμενου την επόμενη ακριβώς ημέρα του εμπρησμού, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα δήλωσε ότι η αναχώρηση του από την οικία του κατηγορούμενου στην οποία και εφιλοξενείτο μετά την αποφυλάκιση του και την επάνοδο του στην Πάφο, έγινε μετά από μία εβδομάδα από την ημέρα του εμπρησμού, χρονικό διάστημα που έδωσε την ευκαιρία στον ίδιο να ακούει τον κατηγορούμενο να ζητά χρήματα από τον ιδιοκτήτη του σκάφους, τον Maroun, αλλά και να βλέπει τον τελευταίο να έρχεται στην οικία του κατηγορούμενου για να του καταβάλει οφειλόμενους μισθούς. Περαιτέρω, ενώ στην ως άνω κατάθεση του προβάλλει τη θέση πως μαζί με τον κατηγορούμενο ξεκίνησαν πεζοί από το σπίτι του τελευταίου με κατεύθυνση τη Γεροσκήπου περί ώρα 7:00 με 8:00 το βράδυ, καταθέτοντας στο Δικαστήριο για το ζήτημα, αντιλαμβανόμενος προφανώς ότι ο χρόνος που αρχικά προσδιόρισε πιθανόν να μην συνάδει με την εξέλιξη των γεγονότων όπως παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο σε σχέση με το χρόνο που έγινε αντιληπτός ο εμπρησμός του σκάφους, διαφοροποιήθηκε, υποδεικνύοντας ότι η ώρα που ξεκίνησαν τον περίπατο τους προς τη Γεροσκήπου από την περιοχή Carrefour της Πάφου, ήταν γύρω στις 8:00 με 9:00 το βράδυ. Παράλληλα, ενώ στην κατάθεση του προβάλλει τη θέση ότι ο ίδιος δεν ήξερε πού ήταν η βάρκα, αφού δεν είχε ξαναπάει στο συγκεκριμένο χωράφι, καταθέτοντας στο Δικαστήριο - στα πλαίσια της προσπάθειας του να πείσει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο έβλεπε τον κατηγορούμενο και τον τρόπο που ο τελευταίος ενήργησε θέτοντας φωτιά στο σκάφος - υπέδειξε ότι την ίδια ημέρα του εμπρησμού, όταν μάλιστα ήταν μέρα, είχαν πάει με τον κατηγορούμενο στο συγκεκριμένο χώρο χρονικό σημείο που ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι στο χώρο υπάρχει λάμπα η οποία αφήνεται αναμμένη, επειδή είχαν κλαπεί κάποια πράγματα. Υπάρχουν όμως και άλλα στοιχεία που προβληματίζουν έντονα το Δικαστήριο σε σχέση με την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Ο Χάμο, καθ΄ όν χρόνο κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν κάθετος ότι διέμενε μαζί με τον κατηγορούμενο από την ημέρα άφιξης του στην Πάφο, - μία με δύο ημέρες πριν τον εμπρησμό - μέχρι και μία εβδομάδα μετά από αυτόν, όπου τελικά εξασφαλίζοντας τους οικονομικούς πόρους αποφάσισε να φύγει από το σπίτι του κατηγορούμενου και να διαμένει μόνος του σε κοντινή περιοχή. Απέρριψε κατηγορηματικά τις υποβληθείσες θέσεις ότι ουδέποτε στο συγκεκριμένο διάστημα διέμενε στο σπίτι του κατηγορούμενου. Ανατρέχοντας στο σύνολο της μαρτυρίας η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, διαπιστώνεται ότι ο Maroun (Μ.Κ.8) επιβεβαιώνει το γεγονός ότι συνάντησε για πρώτη φορά τον Χάμο δύο με τρεις ημέρες μετά τον εμπρησμό του σκάφους του έξω από το ξενοδοχείο Veronica όταν ο ίδιος και ο κατηγορούμενος συναντήθηκαν για να αναζητήσουν εργασία στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο. Όπως εξήγησε ο Maroun, ο Χάμο έγινε αντιληπτός να καταφθάνει περπατητός στην περιοχή, μόνο όταν ο μάρτυς και ο κατηγορούμενος ολοκλήρωσαν την επίσκεψη τους στο εν λόγω ξενοδοχείο για τον πιο πάνω σκοπό. Στη συνέχεια, ο Maroun μετέφερε και τους δύο στο χωράφι που βρισκόταν το σκάφος, υποδεικνύοντας τους τη ζημιά που αυτό υπέστη, μεταφέροντας τέλος και τους δύο στο σπίτι του κατηγορούμενου, τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως. Πέραν του γεγονότος ότι ο Maroun δεν επιβεβαιώνει σε καμιά περίπτωση τον Χάμο ότι ο τελευταίος διέμενε μαζί με τον κατηγορούμενο κατά τον εν λόγω χρόνο, ο μάρτυρας Zakarya, (Μ.Κ.13) στην κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε, (Έγγραφο ΙΔ) μεταφέρει μια διαφορετική εκδοχή για το ζήτημα της διαμονής του Χάμο την οποία, μάλιστα αποδίδει στον Χάμο. Υποδεικνύει πως την ημέρα που μαζί με τον Maroun συνάντησαν τον Χάμο, συνάντηση κατά την οποία ο τελευταίος τους πληροφόρησε ότι ήταν ο κατηγορούμενος που έβαλε φωτιά στο σκάφος του Maroun, αναφέροντας τους και τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος φοβόταν να τα πει γραπτώς στην αστυνομία, ο Χάμο του είπε ότι: «ο Hamid μια μέρα πέρασε από το σπίτι του και του είπε να πάνε για περίπατο και στο δρόμο τους πήρε ένα παγούρι... Μετά προχώρησαν σε ένα χωράφι και του είπε ότι θα κάψει τη βάρκα του Maroun..». Υπάρχουν και άλλα. Ενώ στην κατάθεση του (Έγγραφο Ι) αλλά και στην κυρίως εξέταση του προέβαλε ως δικαιολογία για το γεγονός ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε για το περιστατικό σε προγενέστερο στάδιο σε οποιονδήποτε ή στην αστυνομία το γεγονός ότι φοβόταν, αφού ο κατηγορούμενος τον απείλησε πως αν πει οτιδήποτε θα κάμει κακό στον ίδιο και στην οικογένεια του στη Συρία, δηλώνοντας στα πλαίσια της εξέτασης του ότι οι οικογένειες τους στην ως άνω χώρα καταγωγής τους διέμεναν σε γειτονικές περιοχές, προσδιορίζοντας μάλιστα την απόσταση όσο αυτή μεταξύ του δικαστικού μεγάρου του Ε.Δ. Πάφου και της Γεροσκήπου, στο πλαίσιο της αντεξέτασης παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε αν ο κατηγορούμενος είχε οικογένεια στη Συρία και πού αυτή διέμενε. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου πως παρά τις απειλές που ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος εκτόξευε σε βάρος του ιδίου και της οικογένειας του, οι οποίες λειτουργούσαν αποτρεπτικά για τον ίδιο να καταγγείλει και να δημοσιοποιήσει την έκνομη ενέργεια του κατηγορούμενου σε προγενέστερο στάδιο, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, πριν να αναφέρει οτιδήποτε για το συμβάν στον Χαισάμ Αλχαντούρ, (Μ.Κ.11) μόλις τον Αύγουστο του 2014, ο οποίος με τη σειρά του το διαβίβασε αμέσως στο φίλο και περιστασιακό εργοδότη του Maroun, φρόντισε να το διαδώσει σε άτομα του ευρύτερου περιβάλλοντος του, (συνολικά τρεις) γνωστούς μάλιστα και φίλους όπως διεφάνη από τοποθετήσεις άλλων μαρτύρων σε αυτή τη διαδικασία και του κατηγορούμενου, αδιαφορώντας προφανώς για τις απειλές του κατηγορούμενου που επικαλείτο. Προβληματισμό άλλωστε προκαλεί το γεγονός πως ενώ παρουσιάζεται να μιλά για τον εμπρησμό σε τρίτα πρόσωπα, γνωστά μάλιστα του κατηγορούμενου, διαδίδοντας τα περί εμπλοκής του τελευταίου στον εμπρησμό του σκάφους, αποφασίζοντας παράλληλα να μιλήσει για το ζήτημα στον Χαισάμ Αλχαντούρ, εντούτοις, αποφεύγει να αναφέρει τούτο απευθείας στον ίδιο τον Maroun, πρόσωπο το οποίο πλέον γνωρίζει, αφού σε αρκετές περιπτώσεις εργοδοτείται από αυτόν, έστω περιστασιακά. Η ως άνω συμπεριφορά του δεν φαίνεται να συνάδει με τα συναισθήματα φόβου που προβάλλει ότι τον διακατείχαν, αποτέλεσμα των απειλών του κατηγορούμενου. Αποτέλεσε επίσης θέση του Χάμο ότι ο Maroun όφειλε χρηματικά ποσά στον κατηγορούμενο και ότι ο ίδιος ήταν παρών, τόσο κατά το στάδιο που ο κατηγορούμενος τηλεφωνούσε στον Maroun ζητώντας φορτικά τα χρήματα του, όσο και κατά το στάδιο ο Maroun μετέβαινε στο σπίτι του κατηγορούμενου για να του δώσει τα λεφτά που του χρωστούσε. Και αν ακόμη κάποιος υιοθετούσε τη θέση του Χάμο ότι διέμενε στο σπίτι του κατηγορούμενου για περίοδο μίας εβδομάδας μετά τον εμπρησμό, παραγνωρίζοντας τις τοποθετήσεις του για το ζήτημα ως καταγράφονται στην κατάθεση του στην αστυνομία, είναι φανερό πως στη βάση όλων όσων ανέφερε ο Maroun για το χρόνο και τον τρόπο που εξόφλησε τον κατηγορούμενο, τμηματικά δηλαδή και σε διάστημα 10 περίπου ημερών η μία φορά από την άλλη, με την πρώτη μάλιστα φορά να προσδιορίζεται πέραν των δέκα ημερών από τον εμπρησμό, είναι φανερό πως ούτε αυτή η θέση φαίνεται να συνάδει με άλλη, σχετική για το ζήτημα μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής - βλέπε τοποθετήσεις Maroun για το θέμα - κλονίζοντας ακόμη περισσότερο την εκδοχή του μάρτυρα για το ζήτημα και την αξιοπιστία του στο γενικότερο της πλαίσιο. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ακόμη και τα κίνητρα που ο Χάμο απέδωσε στον κατηγορούμενο για να δικαιολογήσει την ενέργεια του εμπρησμού του σκάφους εκ μέρους του τελευταίου, χωρίς να παραβλέπουμε πως ενώ αρχικά στην κατάθεση του προέβαλε απλώς τη θέση πως ο κατηγορούμενος του είπε ότι «δεν ήθελε να κάμει κρουαζιέρες αυτός που είχε τη βάρκα και να χάσει τη δουλειά του που δούλευε σε αυτόν» ενώ στη συνέχεια προσέθεσε και ως κίνητρο το γεγονός ότι ο Maroun όφειλε χρήματα στον κατηγορούμενο, δεν φαίνεται, εκ των πραγμάτων και υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, να παρουσιάζουν οποιαδήποτε λογική συνέπεια και συνέχεια δυνάμενα να αντέξουν στη βάσανο της αξιολόγησης και να υιοθετηθούν από το Δικαστήριο. Εξηγούμεθα: Αποτελεί κοινό τόπο ότι οι επαγγελματικές δραστηριότητες του Maroun, στα πλαίσια των οποίων απασχολούσε διάφορους ομοεθνείς του και άλλα άτομα αραβικής καταγωγής, αφορούσαν μία ευρεία γκάμα εργασιών και δραστηριοτήτων, ενώ η απασχόληση η οποία τους προσέφερε ήταν πάντα περιστασιακή και υπό την προϋπόθεση ότι ο ίδιος εξασφάλιζε διάφορες εργασίες, καταβάλλοντας μάλιστα προς τους εργαζόμενους το συμφωνηθέν κάθε φορά τίμημα, είτε άμεσα είτε τμηματικά και ετεροχρονισμένα. Επρόκειτο δηλαδή για μία συνήθη πρακτική στα πλαίσια της συνεργασίας του Maroun με τους συνεργάτες ή και «εργοδοτουμένους» του. Τόσο ο Maroun όσο και ο κατηγορούμενος ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι οι σχέσεις τους, σε αυτόν τουλάχιστον τον τομέα και επίπεδο, ήταν άριστες, χωρίς να παρουσιάζεται ποτέ οποιοδήποτε πρόβλημα. Μέρες άλλωστε μετά τον εμπρησμό και ενώ είχε υποστεί τη συγκεκριμένη ζημιά ο Maroun, ακολουθήθηκε και πάλι η συγκεκριμένη πρακτική. Κατεβλήθη στον κατηγορούμενο, σε πλήρη ικανοποίηση του, με δύο δόσεις το συνολικό ποσό των €300 εκ μέρους του Maroun. Το γεγονός εξάλλου ότι η εργοδότηση του κατηγορούμενου στον Maroun δεν ήταν σταθερή, συνεχής και αδιάλειπτη παρά μόνο περιστασιακή, από μόνο του φαίνεται να πλήττει τον ισχυρισμό του Χάμο ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε πως ο λόγος που έκαψε την βάρκα, ήταν επειδή δεν ήθελε να χάσει ο κατηγορούμενος τη δουλειά του. Έχοντας υπόψη την κατάσταση πραγμάτων σε σχέση με τον τρόπο εργασίας και συνεργασίας του τελευταίου με διάφορους «εργοδοτούμενους» του, όπως ο Maroun και ο κατηγορούμενος περιέγραψαν, αλλά και άλλοι μάρτυρες σε αυτή τη διαδικασία, περιστασιακά «εργοδοτούμενοι» από τον Maroun, ο κατηγορούμενος ποτέ δεν εργοδοτείτο σε σταθερή βάση από τον Maroun. Γεγονός που γνώριζε και αποδεχόταν. Η συνέπεια της μαρτυρίας του Χάμο, όμως, δοκιμάζεται επίσης με την αντιπαραβολή της με τις τοποθετήσεις και τα ευρήματα του εμπειρογνώμονα Πενταρά, Αξιωματικού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ο οποίος διερεύνησε τα αίτια της πυρκαγιάς, ευρήματα τα οποία υιοθετήθηκαν από το Δικαστήριο. Ήταν σαφής η τοποθέτηση του μάρτυρα ότι η εστία της πυρκαγιάς εντοπίστηκε στον εσωτερικό χώρο του ταχύπλοου σκάφους, ειδικότερα στο σημείο που υπέδειξε στη φωτογραφία 13 του τεκμηρίου
- Η αφήγηση του Χάμο για την εξέλιξη του ουσιαστικού αυτού γεγονότος είναι διαφορετική. Καταθέτοντας ο Χάμο στο Δικαστήριο ήταν απόλυτος όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος έθεσε στην παρουσία του και παρά τις περί του αντιθέτου προτροπές του ιδίου, τη φωτιά στο σκάφος. Αναπαρέστησε άλλωστε ενώπιον του Δικαστηρίου τον τρόπο με τον οποίο εισηγείται ότι έδρασε ο κατηγορούμενος, περιχύνοντας στην εξωτερική πλευρά του σκάφους, στο σημείο που υπέδειξε, βενζίνη, θέτοντας στη συνέχεια φωτιά ανάβοντας την με τα σπίρτα που είχε στην κατοχή του και πετώντας το μπιτόνι το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί δεν εντοπίστηκε από τον εμπειρογνώμονα στο χώρο κατά την εξέταση από τον ίδιο της σκηνής. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου πως όταν ο Αξιωματικός της Πυροσβεστικής Πενταράς ερωτήθηκε συγκεκριμένα από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εισαγγελικής Αρχής εάν η φωτιά τίθετο στην εξωτερική πλευρά του σκάφους στο σημείο που υπέδειξε ο Χάμο αφού προηγουμένως τούτο περιλούστηκε με βενζίνη θα μπορούσε να προκληθεί η φωτιά και η συγκεκριμένη καύση που ο εμπειρογνώμονας εντόπισε και υπέδειξε στο σκάφος, η απάντηση του τελευταίου περιορίστηκε στη γενική θέση ότι «ναι, μπορεί να προκληθεί πυρκαγιά με αυτόν τον τρόπο». Είναι σημαντικό αισθανόμεθα στο στάδιο αυτό να σημειώσουμε πως καμία μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, η οποία θα επέτρεπε την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος, μετά που περιέχυσε την βενζίνη στο σημείο που ο Χάμο υπέδειξε στο σκάφος, πέταξε το μπιτόνι το οποίο ίσως εξακολουθούσε να είχε μέσα βενζίνη εντός του σκάφους και στη συνέχεια έβαλε φωτιά. Η υιοθέτηση αυτής της θέσης εκ μέρους του Δικαστηρίου, θα αποτελούσε ασφαλώς υπόθεση γεγονότων, πράγμα εντελώς ανεπίτρεπτο και αντινομικό. Σημειώνεται παράλληλα η θέση του Χάμο ότι ο κατηγορούμενος κατά την εξέλιξη των γεγονότων δεν χρησιμοποίησε οποιαδήποτε κλίμακα ή την παρακείμενη στο σκάφος σκαλωσιά για να αποκτήσει πρόσβαση στο εσωτερικό του σκάφους. Ο εμπειρογνώμονας της πυροσβεστικής εξάλλου, ήταν απόλυτος ότι στη σκηνή δεν εντοπίστηκαν ίχνη επιταχυντικών υλικών ούτε βέβαια οποιοδήποτε μπιτόνι ή στοιχεία - απομεινάρια που θα παρέπεμπαν σε αυτό στον εσωτερικό χώρο του σκάφους και ειδικότερα στο σημείο που εξηγήθηκε από το μάρτυρα Πενταρά ότι αποτελούσε την εστία της πυρκαγιάς. Σημειώνεται παράλληλα η θέση του εν λόγω εμπειρογνώμονα ότι ο ίδιος, με δεδομένο όπως παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν γνώριζε πού ακριβώς ήταν οι μηχανές και τα τάγκια τους, πιθανολογώντας μάλιστα ότι θα αναφέρθηκε στον ίδιον ότι στις μηχανές υπήρχε πετρέλαιο, δεν μπορούσε να αποκλείσει με βεβαιότητα ότι η πυρκαγιά δεν ξεκίνησε από το χώρο που βρίσκονταν οι μηχανές και τα τάγκια τους. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο Maroun Barbour υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας ο οποίος μετέφερε ουσιαστικά στο Δικαστήριο πέρα από όσα ο ίδιος έζησε και όσα άλλοι, τρίτοι του μετέφεραν σε σχέση με τον εμπρησμό του σκάφους του. Είναι φανερό και αυτονόητο ότι ο μάρτυρας, συνιδιοκτήτης του σκάφους στο οποίο τέθηκε η πυρκαγιά, ανησυχούσε και δυσαρεστήθηκε για την εξέλιξη και την τροπή που πήρε το ζήτημα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως όταν τελικά τον Αύγουστο του 2014 πληροφορήθηκε από τον Χαισάμ Αλχαντούρ ότι τρίτο πρόσωπο, ο Χάμο, γνώριζε ποιος έκαψε το σκάφος του, ο ίδιος, χωρίς προφανώς να πείθεται αμέσως για την ορθότητα της πληροφορίας, θέλοντας όπως ανέφερε να «μην αδικήσει» τον κατηγορούμενο, ο οποίος ως του μεταφέρθηκε ήταν το πρόσωπο που προχώρησε στον εμπρησμό του σκάφους του, άρχισε τις δικές του έρευνες, αναζητώντας πληροφορίες και στοιχεία τα οποία όμως, ως κατεδείχθη, είχαν πάντα ως αφετηρία τις αναφορές του Χάμο σε διάφορα πρόσωπα. Ούτε προχώρησε σε άμεση καταγγελία του κατηγορούμενου στην αστυνομία, μεταφέροντας την πληροφορία. Ο μάρτυρας, συμπερασματικά και μόνο κατέληξε ότι πράγματι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που έκαψε το σκάφος του, μετά το επεισόδιο που ο ίδιος προκάλεσε στο κατάστημα του, κτυπώντας και λογομαχώντας με τον κατηγορούμενο. Το γεγονός, ως δήλωσε στο Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος ενώ αρχικά του ανέφερε ότι θα τον καταγγείλει στην αστυνομία χωρίς τελικά να το πράξει, ήταν ουσιαστικά ικανή απόδειξη και γεγονός που έπεισε τον ίδιο ότι πράγματι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που έβαλε φωτιά στο σκάφος του. Με κάθε σεβασμό, ο ως άνω συλλογισμός και κατάληξη του μάρτυρα, σε συνδυασμό θεωρούμενος, όχι μόνο με το σύνολο της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτής μαρτυρίας και στοιχείων, αλλά και των τοποθετήσεων του κατηγορούμενου για το ζήτημα, ο οποίος εξήγησε στα πλαίσια της δήλωσης του, την επιλογή του τελικά να μην προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία για το περιστατικό που συνέβη μεταξύ του ιδίου και του Maroun, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να υιοθετήσει την ως άνω κατάληξη του Maroun για το ζήτημα. Πρόκειται, με κάθε σεβασμό, για μία τουλάχιστον ακροσφαλή συμπερασματική κατάληξη. Η μαρτυρία άλλωστε των φίλων του Maroun, Χαισάμ Αλχαντούρ και Ahmad Zakarya σε σχέση με τα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας, στηρίζεται αποκλειστικά στις αναφορές του Χάμο, τις οποίες δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι οι πιο πάνω μάρτυρες μετέφεραν στο Δικαστήριο με το δικό τους τρόπο και όπως αυτές έγιναν αντιληπτές από τους ίδιους. Παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία τους κρίνεται ως ειλικρινής μεταφορά όσων οι ίδιοι πληροφορήθηκαν κατά τον τρόπο που εξήγησαν από τον Χάμο, είναι φανερό ότι με την απόρριψη της μαρτυρίας του Χάμο, δεν μπορεί να έχουν οποιαδήποτε ουσιαστική συμβολή στην απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής σε βάρος του κατηγορούμενου, στο βαθμό μάλιστα που αυτό απαιτείται σε υποθέσεις ως η υπό συζήτηση. Πριν την καταληκτική τοποθέτηση του Δικαστηρίου κρίνεται σκόπιμη η συζήτηση δύο ζητημάτων που απασχόλησαν κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ειδικότερα, αποτέλεσε θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης ότι η θέση του Χάμο πως μπορούσε να βλέπει τον κατηγορούμενο κατά το στάδιο που ο τελευταίος, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, έβαζε φωτιά στο σκάφος, καθ΄ ον χρόνο ο Χάμο βρισκόταν στο σημείο που υπέδειξε εκτός του χωραφιού, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, γεγονός που θα πρέπει να συνεκτιμηθεί επίσης ως ένα ακόμη στοιχείο που θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της μαρτυρίας του. Με κάθε σεβασμό, χωρίς την παράθεση οποιασδήποτε θετικής ή άλλης επιστημονικής μαρτυρίας προς τούτο, το Δικαστήριο, με εφόδιο μόνο τους κανόνες της παρατήρησης σε ότι αποτυπώνεται στις φωτογραφίες των τεκμηρίων 3 και 4, δεν θα μπορούσε με την ασφάλεια που απαιτείται να υιοθετήσει την πιο πάνω θέση. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι πέραν των τοποθετήσεων του Χάμο για το ζήτημα, ο μάρτυρας, Ahmad Zakarya, (Μ.Κ.13) θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα στοιχεία, όπως το μέγεθος του σκάφους στο οποίο εντοπίστηκε η φωτιά, ακόμα και το σχήμα του ξύλινου σκάφους που φαίνεται να ήταν μπροστά και δίπλα από το σκάφος στο οποίο τέθηκε η φωτιά επέμενε ότι το σημείο που στο οποίο βρισκόταν το σκάφος κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο οποίο υπήρχε ακόμη το μαύρισμα από τους τροχούς του οχήματος επί του οποίου αυτό βρισκόταν, μπορούσε να είναι ορατό από το σημείο που ισχυρίστηκε ο Χάμο ότι αντιλήφθηκε να εκτυλίσσεται ο εμπρησμός του σκάφους από τον κατηγορούμενο. Δεδομένη είναι άλλωστε η θέση του μάρτυρα Γρηγόρη Νεοφύτου, (Μ.Κ.4) ο οποίος δήλωσε πως εβρισκόμενος εκτός του χωραφιού και ενώ το κάγκελο ήταν κλειστό, ο ίδιος εντόπισε το σημείο στο σκάφος όπου υπήρχαν φλόγες. Ζήτημα που επίσης απασχόλησε το Δικαστήριο ήταν οι αναφορές του Χάμο ότι την προηγούμενη μέρα του εμπρησμού και ενώ πήγαιναν με τον κατηγορούμενο στην Κάτω Πάφο, είδε τον τελευταίο να εισέρχεται σε ένα μέρος όπου έμοιαζε με εκκλησία και να παίρνει ένα κουτί σπίρτα που έμοιαζε με το κουτί σπίρτων που εντοπίστηκε στη σκηνή, όπως αυτά αποτυπώνονται στη φωτογραφία 8 του τεκμηρίου
- Πέραν του γεγονότος ως ο ίδιος ο Χάμο δήλωσε πως δεν ήταν βέβαιος αν αυτά ήταν τα σπίρτα που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να ανάψει τη φωτιά, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί πως παρόμοιο κουτί σπίρτων εντοπίστηκε και παραλήφθηκε μάλιστα για επιστημονικές εξετάσεις και στην οικία του ιδιοκτήτη του χωραφιού, Αντούν Χάννα Αλαούι. Πέραν του γεγονότος ότι δεν έγινε κατορθωτή μέσω επιστημονικών εξετάσεων που ακολούθησαν σε επίπεδο DNA να διασυνδεθεί ο κατηγορούμενος με το συγκεκριμένο κουτί, θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί πως ο Χάμο, ενώ ήταν τόσο παραστατικός για τις υπόλοιπες ενέργειες του κατηγορούμενου κατά το χρόνο που σύμφωνα με τον ίδιο έθετε τη φωτιά στο σκάφος, δεν ισχυρίστηκε ότι ο καπνιστής κατηγορούμενος, όταν έτρεχε ως εισηγήθηκε να φύγει από το χώρο, πέταξε τα σπίρτα που φέρεται από τον ίδιο να χρησιμοποίησε. Υπό αυτές τις συνθήκες ούτε αυτή η παράμετρος στην τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ικανών να προωθήσουν την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Έχοντας ήδη καταλήξει ότι το Δικαστήριο, για τους λόγους που προσπάθησε να εξηγήσει, δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του Χάμο για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα για τα διαδραματισθέντα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σε σχέση με τον εμπρησμό του σκάφους, ελλείψει δε οποιασδήποτε άλλης, ουσιαστικής μαρτυρίας, δυνάμενης αφού γίνει αποδεκτή να οδηγήσει στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, αναπόδραστη είναι η κατάληξη ότι δεν έχει αποδειχθεί, στο βαθμό μάλιστα που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, πέραν δηλαδή από κάθε λογική αμφιβολία, η εμπλοκή του κατηγορούμενου στον εμπρησμό του σκάφους με αριθμούς εγγραφής LL14444 κατά τον τρόπο που του αποδίδεται από την Κατηγορούσα Αρχή. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει και αναπόφευκτα απαλλάσσεται από την κράτηση του γι΄ αυτήν. (Υπ.) ...................................... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Δ.Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο