Άριστος Κλεάνθους ν. Σάββα Χ' Νικόλα, Αρ.Υπόθεσης: 13438/13, 19/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 13438/13 Μεταξύ Άριστος Κλεάνθους -ν- Σάββα Χ' Νικόλα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19.2.2016 Για Παραπονούμενο: κ. Ν. Δημοσθένους και Χ. Σιαηλής Για Κατηγορούμενο: αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 31.3.2013 εξέδωσε προς όφελος τoυ παραπονουμένου την επιταγή με αριθμό 06184981 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €1.200,00 πληρωτέα την 31.3.2013, η οποία όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, ο οποίος παρέλειψε να την εξοφλήσει εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Ο παραπονούμενος για να αποδείξει την υπόθεση του, κατέθεσε ο ίδιος (Μ.Κ.2) και κάλεσε ως μάρτυρες του, την Χρύσω Κάιζερ (Μ.Κ.1) και την Αμαλία Κυπριανού (Μ.Κ.3). Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Χρύσω Κάιζερ, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, υπεύθυνη του πολιτικού τμήματος. Από τον φάκελο της αγωγής με αριθμό 3205/2013, που είχε στην κατοχή και φύλαξη της, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την επίδικη επιταγή. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 πιστό αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 17.12.2013 που εκδόθηκε εναντίον του κατηγορουμένου στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής που ο παραπονούμενος καταχώρησε εναντίον του για το ποσό των €1.200,00 πλέον έξοδα, τόκους, Φ.Π.Α, και έξοδα επίδοση. Η μάρτυρας δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση από τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2) στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος με τον οποίο συνδεόταν φιλικά, του ζήτησε οικονομική βοήθεια ύψους €6.000,00 λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Ανταποκρινόμενος στην παράκληση του, του κατέβαλε το εν λόγω ποσό και ο κατηγορούμενος ως εγγύηση υπέγραψε και του παρέδωσε δήλωση με την οποία αναγνώριζε την λήψη του εν λόγω ποσού και την υποχρέωση του να το επιστρέψει οκτώ μήνες μετά. Η εν λόγω δήλωση, ημερομηνίας 16.1.2013, κατατέθηκε από τον παραπονούμενο ως Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος έναντι της πιο πάνω οφειλής του, του κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των €1.300,00 και επιπρόσθετα του παρέδωσε την επίδικη επιταγή, η οποία παραμένει απλήρωτη. Ο παραπονούμενος αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως την επιταγή που του παρέδωσε ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε την θέση του κατηγορουμένου ότι ο λόγος για τον οποίο του έδωσε το ποσό των €6.000,00 ήταν για να παίζει ο κατηγορούμενος σε τυχερά παιχνίδια με σκοπό να εξασφαλίζει ο παραπονούμενος μηνιαίο κέρδος ύψους €600,
- Ερωτηθείς κατά πόσο εκτός από αυτόν είχαν καταβάλει στον κατηγορούμενο και άλλα πρόσωπα χρήματα για να συμμετέχουν σε κέρδη από στοιχήματα, ο παραπονούμενος δήλωσε άγνοια. Ερωτηθείς σχετικά με το ποσό των €1.300,00, που κατά τον ισχυρισμό του τού κατέβαλε ο κατηγορούμενος σε μετρητά, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι το εν λόγω ποσό τού καταβλήθηκε σε δυο δόσεις των €600,00 και €700,
- Σε σχετική ερώτηση κατά πόσον υπέγραψε έγγραφο στο οποίο αναγραφόταν ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο στις 23.5.2013 το ποσό των €700,00 και στις 20.6.2013 το ποσό των €1.300,00 για την εξόφληση της επίδικης επιταγής , ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπέγραψε δυο φορές για τα μετρητά ποσά των €600,00 και €700,
- Σε υποβολή ότι σύμφωνα με το προαναφερθέν έγγραφο, που ο κατηγορούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο Α για αναγνώριση, τα ποσά που έλαβε από τον κατηγορούμενο στις προαναφερθείσες ημερομηνίες ήταν €700,00 και €1.300,00, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό που θυμόταν ήταν ότι ο κατηγορούμενος του κατέβαλε σε δυο περιπτώσεις μετρητά για το συνολικό ποσό των €1.000,00 περίπου. Σε σχετική ερώτηση για την υπογραφή επί του Τεκμηρίου Α για αναγνώριση αναφορικά με το ποσό των €1.300,00, ο μάρτυρας απάντησε ότι ο κατηγορούμενος του είχε δώσει δυο φορές μετρητά για το συνολικό ποσό των «€1.000,00 ή μπορεί και για €1.300,00». Ακολούθως όταν ρωτήθηκε κατά πόσο υπέγραψε στο Τεκμήριο Α για αναγνώριση στο σημείο που αναγραφόταν το ποσό των €1.300,00, ο μάρτυρας δέχθηκε ότι για το ποσό των €700,00 που ο κατηγορούμενος τού κατέβαλε υπέγραψε στο εν λόγω Τεκμήριο δίπλα από το ποσό των €700,00, για το ποσό όμως των €1.300,00 δεν θυμόταν αν υπέγραψε. Στην συνέχεια ανέφερε ότι δεν υπέγραψε για το εν λόγω ποσό επισημαίνοντας ότι εάν ο κατηγορούμενος ήθελε να «ανταλλάξει» την επιταγή θα του κατέβαλλε €1.200,00 και όχι €1.300,
- Ακολούθως και σε σχετική ερώτηση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το συνολικό ποσό που του κατέβαλε ο κατηγορούμενος σε μετρητά ήταν «γύρω στα €1.300,00 όχι περισσότερα, μεταξύ €700,00 και €1.300,00». Ακόμη ανέφερε ότι ο λόγος που δεν θυμόταν καλά ποιο ήταν το ακριβές ποσό των μετρητών που ο κατηγορούμενος του έδωσε ήταν, γιατί του το κατέβαλε σε δύο περιπτώσεις. Η επίδικη επιταγή, όπως περαιτέρω ανέφερε, τού παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο μετά από κάποιο χρονικό διάστημα από την πληρωμή των μετρητών. Για το ποσό των €6.000,00 ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ήταν βέβαιος ότι θα το λάμβανε από τον κατηγορούμενο γιατί τού υπέγραψε «ένα χαρτί» με το οποίο ο τελευταίος αποδεχόταν να του το επιστρέψει μέχρι μια ημερομηνία. Τέλος απέρριψε την υποβληθείσα θέση ότι το ποσό των €1.200,00 από τα €1.300,00 που του έδωσε σε μετρητά ο κατηγορούμενος στις 20.6.2013 ήταν για την εξόφληση της επίδικης επιταγής και ότι το επιπρόσθετο ποσό των €100,00 του το έδωσε ο κατηγορούμενος, γιατί του το ζήτησε ο παραπονούμενος. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Αμαλία Κυπριανού η οποία εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου (στο εξής αναφερόμενη ως η «Τράπεζα») και ασκεί καθήκοντα διευθύντριας στο κατάστημα Ακαμαντίδος. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ο λογαριασμός που αναγράφεται στην επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1 ανήκει, στον κατηγορούμενο. Ακόμη ανέφερε ότι, σύμφωνα με τα αρχεία της Τράπεζας, η υπογραφή επί της επιταγής φαίνεται να ανήκει στον κατηγορούμενο. Ερωτηθείσα σχετικά με τις σφραγίδες επί της επίδικης επιταγής, η μάρτυρας ανέφερε ότι η επιταγή κατατέθηκε για πληρωμή στην Τράπεζα στις 30.5.2013 και ότι τέθηκε σε αυτήν η σφραγίδα κατάθεσης της. Ερωτηθείσα πότε επιστράφηκε η επιταγή με βάση την δεύτερη σφραγίδα που τέθηκε σε αυτή, η μάρτυρας απάντησε ότι από την επιταγή δεν ήταν σε θέση να απαντήσει γιατί δεν «έβλεπε κάτι» όμως σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού του πελάτη η επιταγή επιστράφηκε στις 31.5.2013 γιατί το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν ανεπαρκές. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πόσες επιταγές του κατηγορουμένου τιμήθηκαν μεταξύ της περιόδου από τις 20.6.2013 μέχρι 23.6.2013 για τον λόγο ότι δεν είχε στην κατοχή της συγκεκριμένα στοιχεία. Ερωτηθείσα κατά πόσο γνώριζε για ποιο λόγο εξέδωσε ο κατηγορούμενος την επίδικη επιταγή, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι από το 2011 μέχρι και τον Μάρτιο του 2013 ασχολούνταν με τυχερά παιχνίδια - στοιχήματα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και σε εταιρείες στοιχημάτων. Επειδή από τα εν λόγω παιχνίδια κέρδιζε αρκετά χρήματα, κάποια άτομα τού έδιναν χρήματα για να «παίζει» στοιχήματα με σκοπό να εξασφαλίζουν κέρδος προς 10% επί του κεφαλαίου που του έδιναν. Ένα από αυτά τα πρόσωπα ήταν και ο παραπονούμενος ο οποίος του έδωσε το ποσό των €6.000,00 με σκοπό την εξασφάλιση κέρδους €600,00 το μήνα. Θέση του ήταν ότι δεν συνδεόταν φιλικά με τον κατηγορούμενο και ότι τον γνώρισε για πρώτη φορά μέσω κάποιου τρίτου προσώπου, όταν του έδωσε το ποσό των €6.000,
- Ο κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι η επίδικη επιταγή που έδωσε στον κατηγορούμενο αντιστοιχούσε στα κέρδη δυο μηνών και ότι στις 23.5.2013 του έδωσε και το ποσό των €700,00 σε μετρητά. Τον Μάρτιο του 2013 τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καλά σε σχέση με τα στοιχήματα με αποτέλεσμα να χάσει τόσο τα δικά του χρήματα όσο και του παραπονουμένου και άλλων προσώπων. Λόγω της άσχημης οικονομικής κατάστασης στην οποία βρέθηκε και των απειλών που δέχθηκε κατά της ζωής του, κατάφερε, όπως ανέφερε, να εξασφαλίσει στις 19.6.2013 δάνειο από εμπορική τράπεζα για το ποσό των €35.000,00, Τεκμήριο
- Ακολούθως στις 20.6.2013 κατέβαλε στον παραπονούμενο το ποσό των €1.300,00 για την εξόφληση της επίδικης επιταγής την οποία ο παραπονούμενος είχε καταθέσει στην Τράπεζα για πληρωμή στις 30.5.
- Ως Τεκμήριο 6 κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού στην οποία έγινε αρχικά η κατάθεση του ποσού των €35.000,00 και ακολούθως η ανάληψη ποσού των €10.000,00, μέρος από το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Ως Τεκμήριο 7 κατέθεσε την κατάσταση του προσωπικού του λογαριασμού στον οποίο κατέθεσε στις 20.6.2013 και 21.6.2013 το συνολικό ποσό των €7.500,00 για να πληρωθούν άλλες επιταγές που είχε εκδώσει. Ήταν περαιτέρω η θέση του, ότι πέραν του ποσού των €1.200,00 που κατέβαλε στον κατηγορούμενο στις 20.6.2013 για την εξόφληση της επίδικης επιταγής, τού κατέβαλε ακόμη €100,00 γιατί τού το είχε ζητήσει ο παραπονούμενος. Για το εν λόγω ποσό των €1.300,00 ο παραπονούμενος υπέγραψε στις 20.6.2013 στο Τεκμήριο Α για αναγνώριση στο σημείο δίπλα από το αναγραφόμενο ποσό των €1.300,
- Ο παραπονούμενος υπέγραψε επίσης στο εν λόγω Τεκμήριο δίπλα από το ποσό των €700,00 που ο κατηγορούμενος του κατέβαλε στις 23.5.
- Ακόμη ανέφερε ότι ο λόγος που δεν του παρέδωσε ο παραπονούμενος την επίδικη επιταγή, όταν του κατέβαλε το ποσό των €1.300,00 ήταν γιατί ξέχασε, όπως του ανέφερε να την πάρει μαζί του. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 4, το Τεκμήριο Α για αναγνώριση. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με τα τυχερά παιχνίδια που έπαιζε ανέφερε ότι αυτά δεν ήταν παράνομα. Αρνήθηκε την θέση ότι συνδεόταν φιλικά με τον παραπονούμενο και επέμενε στη θέση του ότι τον παραπονούμενο τον γνώρισε μέσω ενός άλλου προσώπου όταν του έδωσε το ποσό των €6.000,00, για να συμμετέχει και αυτός στα τυχερά παιχνίδια. Αρνήθηκε περαιτέρω την θέση ότι λόγω του εθισμού του στα τυχερά παιχνίδια ζήτησε από τον παραπονούμενο χρήματα, για να συνεχίζει να παίζει στοιχήματα και ότι προφασιζόμενος ότι είχε προβλήματα υγείας δανειζόταν και από άλλα πρόσωπα χρήματα. Ερωτηθείς για ποιο λόγο δέχθηκε να ξοφλήσει την επίδικη επιταγή χωρίς να του την παραδώσει ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι το έπραξε γιατί έδωσε πίστη στα λεγόμενα του παραπονουμένου ότι θα του την έδινε σε μεταγενέστερο χρόνο αλλά και γιατί ο παραπονούμενος υπέγραψε στο Τεκμήριο 4 δίπλα από το αναγραφόμενο ποσό των €1.300,
- Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο πλήρωσε το εξ αποφάσεως χρέος σε σχέση με την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή, Τεκμήριο 2, ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά επισημαίνοντας ότι ο λόγος που δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής ήταν γιατί για πρώτη φορά αντιμετώπιζε υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου και δεν γνώριζε πως θα έπρεπε να ενεργήσει. Μετά την ολοκλήρωση τις διαδικασίας ο συνήγορος του παραπονουμένου και ο κατηγορούμενος ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από τις αγορεύσεις τους στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε, κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ, 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ., 820). Η μαρτυρία της Μ.Κ.1 ήταν τυπική αφού, όπως προανέφερα, περιορίστηκε στην κατάθεση των Τεκμηρίων 1 και 2 και δεν αντεξετάσθηκε. Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της. Η μαρτυρία του παραπονουμένου (Μ.Κ.2) ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος του την επίδικη επιταγή και ότι παραχώρησε στον κατηγορούμενο το ποσό των €6.000,00 το οποίο δυνάμει του Τεκμηρίου 3 θα έπρεπε να του το κατέβαλε ο κατηγορούμενος στο τέλος Νοεμβρίου του 2013, δεν αμφισβητήθηκε και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Σοβαρές αμφιβολίες όμως μου έχουν δημιουργηθεί αναφορικά με την γνησιότητα των εκδοχών του ότι στις 16.1.2013 παραχώρησε στον κατηγορούμενο δάνειο ύψους €6.000,00, ότι η επίδικη επιταγή τού δόθηκε έναντι της οφειλής του για το εν λόγω δάνειο και ότι η επίδικη επιταγή παραμένει απλήρωτη. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Σε πολλά σημεία η μαρτυρία του μεταβαλλόταν. Επανειλημμένα επίσης απέφευγε να απαντήσει ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, προβάλλοντας συχνά ως δικαιολογία ότι δεν θυμόταν. Οι αναφορές του προς υποστήριξη της εκδοχής του ότι παραχώρησε στον κατηγορούμενο δάνειο, για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα και ότι η επίδικη επιταγή αλλά και το ποσό των €1.300,00 σε μετρητά τού δόθηκαν από τον κατηγορούμενο έναντι της οφειλής του για το δάνειο, στερούνται πειστικότητας, είναι αντιφατικές και αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Η θέση του ότι παραχώρησε στον κατηγορούμενο το προαναφερθέν δάνειο, για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα που είχε, κλονίζεται από τις αναφορές του ότι ο κατηγορούμενος τού κατέβαλε έναντι του δανείου το ποσό των €1.300,00 σε μετρητά και ότι εξέδωσε προς όφελος του την επίδικη επιταγή για €1.200,
- Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος να εκδώσει στις 31.3.2013 την επίδικη επιταγή και γιατί να του καταβάλει σε μετρητά το ισχυριζόμενο ποσό των €1.300,00 από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος όφειλε, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, να επιστρέψει το ποσό των €6.000,00 στο τέλος Νοεμβρίου του
- Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι εάν πράγματι ο παραπονούμενος δάνεισε στο κατηγορούμενο στις 16.1.2013 το ποσό των €6.000,00 για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα, ο κατηγορούμενος δεν θα εξέδιδε τον Μάρτιο του 2013 την επίδικη επιταγή, η οποία μάλιστα όπως διαφάνηκε δεν μπορούσε να τιμηθεί, αλλά ούτε και θα του κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό σε μετρητά. Να σημειωθεί ότι καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μου ότι μεταβλήθηκε ο χρόνος αποπληρωμής του ισχυριζόμενου δανείου, όπως αυτός συμφωνήθηκε με βάση το Τεκμήριο
- Σοβαρές αμφιβολίες επίσης μου έχουν δημιουργηθεί και για τη γνησιότητα της εκδοχής του παραπονουμένου ότι ο κατηγορούμενος εκτός από την επιταγή τού κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των €1.300,
- Οι αναφορές του παραπονουμένου σε σχέση με την εν λόγω εκδοχή στερούνταν πειστικότητας και σταθερότητας. Συγκεκριμένα ενώ στην κύρια εξέταση του με θετικό τρόπο ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των €1.300,00 και ενώ αρχικά κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το ποσό αυτό τού καταβλήθηκε σε δύο δόσεις των €700,00 και €600,00, στη συνέχεια ανέφερε ότι το συνολικό ποσό που του καταβλήθηκε ήταν περίπου €1.000,00 για να διαφοροποιήσει ακολούθως και πάλι τη θέση του αναφέροντας ότι το ποσό «μπορεί να ήταν από €700,00 έως €1.300,00». Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι ενώ ο παραπονούμενος, όπως ανέφερε, θυμόταν ότι το ποσό των μετρητών τού καταβλήθηκε σε δύο δόσεις, θυμόταν σε ποια μέρη συναντήθηκαν για να του τα καταβάλει και ότι υπέγραψε και για τις δύο φορές που τού καταβλήθηκαν τα πιο πάνω ποσά, αναγνωρίζοντας μάλιστα ότι για το ποσό των €700,00 υπέγραψε στο Τεκμήριο 4, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η μαρτυρία του επί του σημείου αυτού μεταβαλλόταν συνεχώς, προέβαλε ως δικαιολογία ότι ο λόγος που δεν θυμόταν το ακριβές ποσό ήταν γιατί αυτό τού καταβλήθηκε σε μετρητά. Η αναφορά του επίσης ότι η επίδικη επιταγή τού δόθηκε από τον παραπονούμενο μετά την καταβολή των μετρητών καταρρίπτεται από τα Τεκμήρια 1 και 4 σύμφωνα με τα οποία η επιταγή εκδόθηκε στις 31.3.2013 και το ποσό των €700,00 σε μετρητά τού καταβλήθηκε στις 23.5.
- Οι αναφορές του επίσης σχετικά με το Τεκμήριο 4 στερούνταν πειστικότητας και ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποφύγει τις σχετικές ερωτήσεις κατά πόσο υπέγραψε επί του εν λόγω Τεκμηρίου αναφορικά με το ποσό των €1.300,
- Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από την μαρτυρία του: «Ε. Πως υπέγραψες εκεί €1.300,00; Εν η υπογραφή σου. ................................ Α. Τζιείνο που έχω δίλημμα εγώ, διότι τα €700,00 σας είπα μου έχει δώσει 2 φορές cash, συνολικά μπορεί να είναι €1.000, μπορεί €1.300 συνολικά. Και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα μου έδωσε την επιταγή των €1.
- Δικαστήριο. Ρωτηθήκατε κατά πόσο είναι η υπογραφή σας επί του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση. Α. Δεν είμαι σίγουρος.» Για τους λόγους που εξήγησα δεν δέχομαι την εν γένει εκδοχή του παραπονουμένου ότι η επίδικη επιταγή τού δόθηκε από τον κατηγορούμενο έναντι του ισχυριζόμενου δανείου και ότι αυτή δεν ξοφλήθηκε. Από την μαρτυρία του αποδέχομαι, όπως προανέφερα, ότι ο παραπονούμενος εξέδωσε προς όφελος του την επίδικη επιταγή και ότι στις 16.1.2013 παραχώρησε στον κατηγορούμενο το ποσό των €6.000,00 το οποίο ο κατηγορούμενος θα έπρεπε, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, να του το καταβάλει στο τέλος Νοεμβρίου του
- Από την όλη παρουσία της Μ.Κ.3 στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι αυτή προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση της μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε επί του οποιουδήποτε ζητήματος και δη επί του ουσιώδους ζητήματος της παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και της μη τίμησης της λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Η αναφορά της ότι δεν «έβλεπε κάτι στην επιταγή» σχετικά με την σφραγίδα για την επιστροφή της ενώ, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, τοποθετήθηκε η εν λόγω σφραγίδα, δεν είναι ικανή για να κλονίσει την αξιοπιστία της. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι η αναφορά της ότι σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού του κατηγορουμένου η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη στις 31.5.2013 συνάδει με την ημερομηνία της σφραγίδας που τέθηκε στην επιταγή. Σημειώνω επίσης ότι κατά την κατάθεση της επιταγής ως τεκμήριο 1 από την Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι αυτός την έκδωσε και δεν αμφισβήτησε ότι αυτή δεν τιμήθηκε κατά την παρουσίαση της στην Τράπεζα, για τον λόγο ότι το υπόλοιπο του λογαριασμό ήταν ανεπαρκές. Συνακόλουθα κρίνω την μάρτυρα ειλικρινή και αξιόπιστη γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της. Ο κατηγορούμενος άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα. Δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας από το Δικαστήριο και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του ότι ποτέ δεν δανείστηκε από τον παραπονούμενο το ποσό των €6.000,00 και ότι το εν λόγω ποσό τού δόθηκε από τον παραπονούμενο, για να παίζει νόμιμα στοιχήματα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και σε εταιρείες στοιχημάτων ώστε ο παραπονούμενος να αποκόμιζε μηνιαίο κέρδος. Σταθερός επίσης παρέμεινε στη θέση του ότι την επίδικη επιταγή την ξόφλησε στις 20.6.2013 μετά την εξασφάλιση δανείου που σύναψε από εμπορική Τράπεζα στις 19.6.
- Οι αναφορές του ότι στις 23.5.2013 κατέβαλε στον παραπονούμενο το ποσό τω €700,00 και στις 20.6.2013 το ποσό των €1.300,00, εκ του οποίου το ποσό των €1.200,00 ήταν προς εξόφληση της επίδικης, υποστηρίζονται από το Τεκμήριο
- Επίσης τα Τεκμήρια 5, 6 και 7, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, υποστηρίζουν την εκδοχή του για την δυνατότητα του να ξοφλήσει όχι μόνο την επίδικη επιταγή αλλά και άλλες επιταγές που εξέδωσε προς όφελος τρίτων προσώπων. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του κατηγορούμενου, την οποία αποδέχομαι, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 4,5,6 και
- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 16.1.2013 ο παραπονούμενος παραχώρησε στον κατηγορούμενο το ποσό των €6.000,00 το οποίο ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να του καταβάλει, σύμφωνα με το τεκμήριο 3 στο τέλος Νοεμβρίου
- Το εν λόγω ποσό θα το χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος για τη διεξαγωγή νόμιμων στοιχημάτων μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και σε εταιρείες στοιχημάτων. Ο παραπονούμενος θα εξασφάλιζε 10% κέρδος επί του κεφαλαίου. Ο κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον παραπονούμενο το ποσό των €6.000,00 στο τέλος Νοεμβρίου το
- Ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος του παραπονουμένου την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου υπ' αριθμόν 06184981, για το ποσόν των €1.200,00 πληρωτέα στις 31.3.2013, που αντιπροσώπευε τα κέρδη δύο μηνών από τα στοιχήματα. Στις 23.5.2013 ο κατηγορούμενος κατέβαλε στον παραπονούμενο σε μετρητά το ποσό των €700,
- Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 30.5.2013 στη Τράπεζα Κύπρου, που ήταν η Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Στις 31.5.2013 η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης της. Ο κατηγορούμενος στις 20.6.2013 κατέβαλε στον παραπονούμενο σε μετρητά το ποσό των €1.300,00 εκ του οποίου το ποσό των €1.200,00 ήταν προς εξόφληση της προαναφερθείσας επιταγής. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.. Όπως έχω προαναφέρει ο κατηγορούμενος, κατηγορείται για την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή και δεν αμφισβήτησε ότι αυτή δεν ξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων όταν στις 30.5.2013 παρουσιάστηκε για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, που ήταν η Τράπεζα Κύπρου. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης από τον κατηγορούμενο ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Θέση του ήταν, όπως προανέφερα, ότι την επίδικη επιταγή την πλήρωσε στις 20.6.
- Με βάση λοιπόν τα ευρήματα μου, κρίνω ότι ο παραπονούμενος έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος του παραπονουμένου την επίδικη επιταγή η οποία ενώ παρουσιάσθηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή στις 30.5.2013, δεν ξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Η πληρωμή της επίδικης επιταγής στις 20.6.2013, μετά δηλαδή την πάροδο των 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα δεν συνιστά υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι o παραπονούμενoς απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο οποίος και κρίνεται ένοχος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του παραπονούμενου και εναντίον του κατηγορουμένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο