← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ελένη Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης: 10017/13, 29/2/2016

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ελένη Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης: 10017/13, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10017/13 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ελένη Βασιλείου, από τη Πάφο Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Παραπονουμένη: κ. Σ. Σιβιτανίδης (για ν' ακούσει απόφαση κ. Α. Σιβιτανίδης) Για την Κατηγορούμενη: κ. Ν. Νικήτα Κατηγορούμενη: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη, αντιμετωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του Περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ.5 (πρώτη κατηγορία) και το αδίκημα της απάτης από πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 118(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.5 και του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, η κατηγορούμενη στις 18.1.2008 ενώ ήταν πτωχεύσασα με δικαστικό διάταγμα και ενώ δεν αποκαταστάθηκε εξασφάλισε πίστωση από την παραπονουμένη για το ποσό των €5.976,72 πλέον τόκους προς 8,25% από 18.1.2008 μέχρι 31.12.2012 επί του ιδίου ποσού με κεφαλαιοποίηση δυο φορές τον χρόνο, στις 30/06 και 31/12 και από 01.01.2013 πλέον τόκοι προσαρμοσμένοι σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας, από την Τράπεζα Κύπρου χωρίς να την πληροφορήσει ότι είναι μη αποκατασταθείσα πτωχεύσασα. Οι λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας είναι οι ίδιες με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, με την προσθήκη ότι η κατηγορούμενη εξασφάλισε την προαναφερθείσα πίστωση με ψευδείς παραστάσεις οι οποίες συνίσταντο στις διαβεβαιώσεις και/ή παραστάσεις της ότι ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα και/ή ικανή προς πληρωμή των χρεών της ενώ αυτό ήταν ψευδές εν γνώση της, καθ' ότι ήταν πτωχεύσασα που δεν αποκαταστάθηκε. Για να αποδείξει την υπόθεση της η παραπονούμενη κάλεσε ως μάρτυρα την Άντρη Λαζάρου (Μ.Κ.1.) και τον Σωτήρη Δημοσθένους (Μ.Κ.2). Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Άντρη Λαζάρου, υπεύθυνη του τμήματος Πολιτικών Υποθέσεων του Ε.Δ. Πάφου, η οποία ανέφερε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της είχε στην κατοχή της το φάκελο της Αίτησης Πτώχευσης αρ. 262/07 του Ε.Δ. Πάφου. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της κατηγορουμένης το οποίο εκδόθηκε στις 25.10.2007 στην αίτηση πτώχευσης με αρ.262/2007, ως Τεκμήριο 2, την ένορκη δήλωση επίδοσης της ειδοποίηση πτώχευσης με αρ.688/2007 η οποία επιδόθηκε στην κατηγορούμενη στις 26.7.2007 και ως Τεκμήριο 3 την ένορκη δήλωση επίδοσης της αίτησης πτώχευσης με αρ.262/2007 η οποία της επιδόθηκε στις 6.9.

  1. Στις ένορκες δηλώσεις, οι οποίες υπογράφονταν από τον ιδιώτη επιδότη Παναγιώτη Θεοχάρους, επισυνάφθηκαν η ειδοποίηση πτώχευσης και η αίτηση πτώχευσης. Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο υπήρχε στο φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση για επίδοση του διατάγματος ειδοποίησης παραλαβής στην κατηγορούμενη, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της κατά πόσο θα έπρεπε να υπήρχε στο φάκελο της υπόθεσης η ένορκη δήλωση επίδοσης του διατάγματος παραλαβής, στην περίπτωση που αυτό επιδιδόταν στην κατηγορουμένη, η Μ.Κ.1 απάντησε ότι σε τέτοια περίπτωση «λογικά» θα έπρεπε να βρισκόταν στο φάκελο. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Σωτήρης Δημοσθένους ο οποίος υιοθέτησε την Γραπτή Δήλωση του, Τεκμήριο Α. Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην παραπονούμενη από το 1992 και ότι κατά ή περί τις 18.1.2008 ήταν ο υπεύθυνος στην υπηρεσία ενοικιαγοράς. Κατά τον επίδικο χρόνο, όπως ανέφερε, η κατηγορούμενη αποτάθηκε στην παραπονούμενη για την χρηματοδότηση αγοράς ενός αυτοκινήτου. Όταν το αίτημα της εγκρίθηκε, την κάλεσε και της παρέδωσε το σχετικό έγγραφο για υπογραφή προτρέποντας την να το διαβάσει και σε περίπτωση που συμφωνούσε να το υπογράψει. Η κατηγορούμενη, όπως περαιτέρω ανέφερε, αφού διάβασε το σχετικό έγγραφο και συμφώνησε με αυτό, το υπέγραψε ενώπιον μαρτύρων και στην παρουσία του, χωρίς να του αναφέρει ότι «ήταν πτωχεύσασα ή και στην διαδικασία πτώχευσης ή και παραλαβής». Σε μεταγενέστερο χρόνο πληροφορήθηκε ότι η Marfin Popular Bank Public Co Ltd «με απόφαση της στην αίτηση 262/07» εξέδωσε στις 25.10.2007 διάταγμα παραλαβής με το οποίο η κατηγορούμενη διατασσόταν να παρουσιαστεί στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη. Θέση του ήταν ότι η κατηγορουμένη απέκρυψε κατά την διαδικασία και υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγοράς να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την έκδοση του διατάγματος παραλαβής και την μη αποκατάσταση της. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 18.1.2008 την οποία υπέγραψε η κατηγορούμενη και ο ίδιος εκ μέρους της παραπονουμένης και ως Τεκμήριο 5 το τιμολόγιο με αριθμό 016091 ημερομηνίας 18.1.
  2. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η μια εκ των δυο υπογραφών στο Τεκμήριο 4 εκ μέρους της παραπονουμένης ήταν δική του, επισημαίνοντας ότι οι υπογραφές των λειτουργών της παραπονουμένης τέθηκαν κατά τον έλεγχο των εγγράφων στο κατάστημα υπηρεσίας ενοικιαγορών στην Πάφο. Ερωτηθείς σε ποιο παράρτημα της παραπονουμένης υπέγραψαν η κατηγορούμενη και οι μάρτυρες των υπογραφών, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε. Δεν θυμόταν επίσης εάν οι υπογραφές των εγγυητών και των μαρτύρων επί του Τεκμηρίου 4 τέθηκαν ενώπιον του. Σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι δεν γνώριζε τις συνθήκες που έλαβαν χώρα πριν από την υπογραφή του συμβολαίου ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 4 και κατά πόσο πριν από την υπογραφή του εν λόγω Τεκμηρίου είχε ρωτηθεί η κατηγορούμενη εάν εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της. Δεν γνώριζε επίσης κατά πόσο είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της. Σε υποβολή ότι, εκτός από κάποια λειτουργό με το όνομα Ελισάβετ, κανένα από τα πρόσωπα που υπέγραψαν το Τεκμήριο 4 δεν ήταν παρόντες όταν η κατηγορούμενη το υπέγραψε, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε. Περαιτέρω κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ότι στις 25.10.2007 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της κατηγορουμένης στην αίτηση με αριθμό 262/07 του Ε.Δ. Πάφου με αιτητές την Marfin Popular Bank Public Co Ltd και ότι ο Επίσημος Παραλήπτης διόρισε αρμόδιο πρόσωπο για την ρευστοποίηση της περιουσίας της κατηγορουμένης στις 17.12.
  3. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την παραπονούμενη, ο συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης έτσι ώστε αυτή να κληθεί σε απολογία. Σε σχέση με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, ήταν εισήγηση του ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε εκδοθεί εναντίον της διάταγμα πτώχευσης. Όσον αφορά το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, ήταν εισήγηση του ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι επιδόθηκε στην κατηγορούμενη το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, δεν αποκαλύφθηκε ότι εναντίον της κατηγορουμένης εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης. Αντίθετη υπήρξε η θέση του συνηγόρου της παραπονουμένης, ο οποίος εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία, αφού με την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, «μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δύναται να υποβάλει ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και αν το Δικαστήριο αποδεχτεί την εισήγηση, αθωώνει τον κατηγορούμενο». Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα (Βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police, που πιο πάνω αναφέρεται). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θα εξετάσω κατά πόσο η κατηγορουμένη θα κληθεί σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε η παραπονούμενη. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα, της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.5 (στο εξής αναφερόμενος ο «Νόμος»). Το άρθρο 117(α) του Κεφ.5, κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης, είχε ως ακολούθως: «117. Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ...................................... Είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη». Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: 1) Η εξασφάλιση πίστωσης στην έκταση των Λ.Κ.10.00 ή πέραν του εν λόγου ποσού, 2) από πρόσωπο που είναι πτωχεύσας και δεν αποκαταστάθηκε, 3) το οποίο πρόσωπο να γνωρίζει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και 4) να μην έχει πληροφορήσει το πρόσωπο από το οποίο εξασφάλισε την πίστωση ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Στην παρούσα περίπτωση το ζητούμενο είναι κατά πόσον η παραπονούμενη προσκόμισε μαρτυρία που να καταδεικνύει, ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε εκδοθεί εναντίον της κατηγορουμένης διάταγμα πτώχευσης. Θα συμφωνήσω με τον συνήγορο της κατηγορουμένης ότι τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε. Εκείνο που προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, είναι ότι εναντίον της κατηγορουμένης κατά τον επίδικο χρόνο είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής και όχι διάταγμα πτώχευσης. Το διάταγμα παραλαβής διακρίνεται από το διάταγμα κήρυξης ενός προσώπου σε πτώχευση (βλ. Άρθρα 4 και 19 του Νόμου όπως αυτά ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο). Η εν λόγω διάκριση με βάση τις τροποποιήσεις που επέφερε στο Κεφάλαιο 5 ο Νόμος 61
(1)/15 έχει καταργηθεί. Κατά τον ουσιώδη όμως για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης χρόνο, η εν λόγω διάκριση υπήρχε και κατά συνέπεια το διάταγμα παραλαβής δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το διάταγμα πτώχευσης. Ενόψει της απουσίας του πιο πάνω συστατικού στοιχείου του αδικήματος της κατηγορίας, δηλαδή της έκδοσης διατάγματος πτώχευσης εναντίον της κατηγορουμένης κατά τον επίδικο χρόνο, δεν καθίσταται αναγκαίο να προχωρήσω στην εξέταση κατά πόσον από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν, στον βαθμό που απαιτείται σ'αυτό το στάδιο της δίκης, τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αναφορικά με το δεύτερο αδίκημα που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, το άρθρο 118(α) του Νόμου, όπως ήταν διατυπωμένο κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, προνοεί ότι: «
  1. Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη ............................................... είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.» Από το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  2. Η κήρυξη σε πτώχευση ή η έκδοση διατάγματος παραλαβής.
  3. Η εξασφάλιση πίστωσης με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης.
  4. Η πίστωση να εξασφαλίστηκε βάσει ψευδών παραστάσεων ή άλλης απάτης.
  5. Γνώση του κατηγορουμένου προσώπου για την κήρυξη του σε πτώχευση ή την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Ο ορισμός των ψευδών παραστάσεων δίδεται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154 ως εξής: «
  6. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, η ψευδής παράσταση συνίστατο στη «διαβεβαίωση και/ή παράσταση της κατηγορουμένης ότι ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα και/ή ικανή προς πληρωμή ενώ αυτό ήταν ψευδές εν γνώση της, καθ' ότι ήταν πτωχεύσασα που δεν αποκαταστάθηκε». Συνακόλουθα, προκύπτει το ίδιο ζήτημα όπως και για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας. Δεν μπορεί να αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι προέβηκε στις προαναφερθείσες ψευδείς παραστάσεις ενώ γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσασα που δεν αποκαταστάθηκε, αφ' ης στιγμής όπως προανέφερα δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε εκδοθεί εναντίον της διάταγμα πτώχευσης. Η εισήγηση του συνηγόρου της κατηγορουμένης ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, αφού εναντίον της κατηγορουμένης εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Είναι σαφές κατ' αρχήν ότι, το άρθρο 118(α) του Νόμου δεν περιορίζεται μόνο στην περίπτωση κήρυξης σε πτώχευση αλλά καλύπτει και την περίπτωση έκδοσης διατάγματος παραλαβής. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι αυτό που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση δεν ήταν η έκδοση του διατάγματος παραλαβής, αφού άλλωστε ήταν ένα από τα παραδεκτά γεγονότα, αλλά η επίδοση του στην κατηγορούμενη. Αυτό που θα πρέπει καταρχήν να εξεταστεί είναι τι αποδίδεται στην κατηγορούμενη με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Σύμφωνα με αυτές, όπως προανέφερα, η ψευδής παράσταση που της αποδίδεται είναι ότι δεν αποκάλυψε στην παραπονούμενη ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μη αποκατασταθείσα πτωχεύσασα και όχι ότι δεν αποκάλυψε την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων, βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Όταν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παραστάσεων που περιγράφονται στο κατηγορητήριο από εκείνες που απορρέουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου τότε ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται (βλ. Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Goldsmith
(1873)L.R.2 C.C.R. σελ. 74). Τα πιο πάνω αναφερόμενα επιβεβαιώνονται και από το Σύγγραμμα Archbold Pleading, Evidence &Practice In Criminal Cases, 35th edition, σελ.764 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « The prosecutor must prove the making of the pretence, as stated in the indictment; and any variance in substance between the pretence laid and that proved will be fatal. See R. v. Barker, 5 Cr. App. R. 283;» Στην προκείμενη περίπτωση δεν επιχειρήθηκε τροποποίηση του κατηγορητηρίου και επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας επειδή υπάρχει μαρτυρία ότι εναντίον της κατηγορουμένης εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της. Αυτό το οποίο απαιτείτο για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεύτερης κατηγορίας ήταν η ύπαρξη μαρτυρίας ότι η κατηγορουύμενη κηρύχθηκε σε πτώχευση και τέτοια μαρτυρία όπως προανέφερα δεν υπάρχει. Και σε σχέση λοιπόν με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, ενόψει της απουσίας του πιο πάνω συστατικού στοιχείου του αδικήματος, δηλαδή της έκδοσης διατάγματος πτώχευσης εναντίον της κατηγορουμένης κατά τον επίδικο χρόνο, δεν καθίσταται αναγκαίο να προχωρήσω στην εξέταση κατά πόσον από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν, στον βαθμό που απαιτείται σ'αυτό το στάδιο της δίκης, τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία μας η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου τον κατήγορο. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας εγείρεται ακόμη ένα ζήτημα. Αυτό της μη συμπερίληψης στην νομική βάση της κατηγορίας του σχετικού άρθρου για το αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη. Συγκεκριμένα ενώ η κατηγορούμενη κατηγορείται για το αδίκημα της απάτης, δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 στην παράγραφο (γ) προνοεί ότι η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το αδίκημα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως προαναφέρθηκε αυτό που αποδίδεται στην κατηγορούμενη είναι ότι κατόπιν ψευδών παραστάσεων εξασφάλισε πίστωση ενώ ήταν μη αποκατασταθείσα πτωχεύσασα, ζήτημα το οποίο έχω ήδη εξετάσει πιο πάνω. Κατά συνέπεια όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η παρούσα κατηγορία πάσχει τόσο ουσιαστικά όσο και τυπικά. Καταλήγω λοιπόν ότι δεν δικαιολογείται η κλήση της κατηγορουμένης σε απολογία, καθώς από την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου, δεν έχει στοιχειοθετηθεί η διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται, λόγω απουσίας συστατικού στοιχείου των αδικημάτων. Κατά συνέπεια η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της κατηγορουμένης και εναντίον της παραπονουμένης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.