← Κύπρος

Αντώνη Χουβαρτά ν. Σωκράτη Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 11702/13, 29/2/2016

Αντώνη Χουβαρτά ν. Σωκράτη Θεοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 11702/13, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11702/13 Μεταξύ Αντώνη Χουβαρτά -ν- Σωκράτη Θεοδώρου, από την Πάφο Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29, Φεβρουαρίου, 2016 Για Παραπονούμενο: Αυτοπροσώπως και με κα Ε. Λουκά Για Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 4 συνολικά κατηγορίες, οι οποίες συνίστανται στην παράλειψη καταβολής δόσεων δυνάμει δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)(γ),
(2)και 4 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 και του μέρους IV του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης στην αγωγή αρ. 2501/06 του Ε.Δ. Πάφου και ενώ εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €80,00 έκαστη από 05.7.12 και κάθε πρώτη έκαστου επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως, ο τελευταίος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 01.5.2013 - 01.8.
  1. Ο παραπονούμενος για να αποδείξει την υπόθεση του, κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε ως μάρτυρα την Άντρη Λαζάρου (Μ.Κ.1). Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Άντρη Λαζάρου, υπεύθυνη του τμήματος Πολιτικών Υποθέσεων του Ε.Δ. Πάφου, η οποία ανέφερε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της είχε στην κατοχή της το φάκελο της υπόθεσης με αρ. 2501/06 του Ε.Δ. Πάφου. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 πιστό αντίγραφο του Πιστοποιητικό Καταλόγου εξόδων με αριθμό Δ.129 ημερομηνίας 26/3/2010 και ως Τεκμήριο 2 πιστό αντίγραφο του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 5.7.
  2. Η μάρτυρας δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση από τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πελάτης του και ότι η παρούσα υπόθεση αφορά τα δικηγορικά του έξοδα τα οποία ψηφίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή σε βάρος του κατηγορουμένου. Ακόμη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 05.07.2012 για το ποσό των €80,00 μηνιαίως από την 1.1.2013 μέχρι εξόφλησης και ότι η παρούσα υπόθεση αφορά την μη πληρωμή των δόσεων από την 1.5.2013 μέχρι και την 1.8.
  3. Θέση του ήταν ότι η μη πληρωμή των επίδικων δόσεων, αλλά και οποιασδήποτε άλλης δόσης από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε αδυναμία του κατηγορουμένου αλλά στην επιθυμία του να μην πληρώσει. Ακόμη ανέφερε ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος ο κατηγορούμενος λάμβανε επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας το οποίο, εξ' όσων θυμόταν, ανερχόταν στο ποσό των €700 - €800 και ότι είναι με αυτό το δεδομένο που ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος εναντίον του. Θέση του ήταν ότι ο κατηγορούμενος συνέχισε να λαμβάνει το εν λόγω βοήθημα ενόσω βρισκόταν στην φυλακή και νοουμένου ότι δεν είχε οποιαδήποτε έξοδα, αφού βρισκόταν στην φυλακή, είχε την δυνατότητα να πληρώνει τις δόσεις του. Ανέφερε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του σιδερά θα μπορούσε να εξεύρει εργασία αφού το τελευταίο διάστημα εκτελούνται έργα στην Πάφο. Τέλος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβηκε στη λήψη μέτρων για ακύρωση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Ο παραπονούμενος αντεξετάστηκε σε σχέση με υποθέσεις τις οποίες στο παρελθόν χειρίστηκε για λογαριασμό του κατηγορουμένου, περιλαμβανομένης και της υπόθεσης στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το πιστοποιητικό καταλόγου εξόδων Τεκμήριο
  4. Απαντούσε με λεπτομέρεια για την πορεία της κάθε υπόθεσης που του ανέθεσε ο κατηγορούμενος επισημαίνοντας ότι υποβλήθηκε και σε πραγματικά έξοδα για τα οποία δεν πληρώθηκε. Σε υποβολή του κατηγορουμένου ότι ποτέ δεν έπαιρνε επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, «είχε λεχθεί» στο Δικαστήριο ότι είχε το πιο πάνω εισόδημα. Ακόμη ανέφερε ότι θα πρέπει να αντιληφθεί ο κατηγορούμενος ότι, με το να «μπαινοβγαίνει» στη φυλακή δεν θα απαλλαγεί της υποχρεώσεων του. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος στην κύρια εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά περιόδους από το 2009 μέχρι και τις 18.12.2013 βρισκόταν στη φυλακή. Όταν τον Μάρτιο του 2012 αποφυλακίστηκε ήταν άνεργος και δεν είχε κανένα εισόδημα. Ακόμη ανέφερε ότι από τις 15.4.2013 μέχρι και τις 18.12.2013 βρισκόταν στη φυλακή και ότι όταν αποφυλακίστηκε και πάλι βρισκόταν στην ίδια κατάσταση, χωρίς δηλαδή να λαμβάνει οποιοδήποτε βοήθημα και χωρίς να έχει εργασία. Όπως περαιτέρω ανέφερε, είναι άνεργος, δεν έχει αποταμιεύσεις και εισοδήματα από ενοίκια, δεν λαμβάνει οποιοδήποτε βοήθημα από το Γραφείο Ευημερίας και ότι ζει από δανεικά όταν μπορεί να τα εξασφαλίσει. Θέση του ήταν ότι ποτέ δεν έπαιρνε οποιοδήποτε επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας, όπως ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος στην μαρτυρία του και ότι ποτέ δεν τον δάνεισε ο παραπονούμενος. Κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν πλήρωσε ούτε μια δόση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, ανέφερε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι από τις 15.4.2013 μέχρι τις 18.12.2013 βρισκόταν στην φυλακή και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να πληρώσει. Αρνήθηκε την θέση του παραπονουμένου ότι ο λόγος που δεν πλήρωσε κανένα ποσό είναι γιατί δεν θέλει να το πράξει, επισημαίνοντας ότι ο λόγος της μη πληρωμής των δόσεων είναι γιατί δεν έχει χρήματα, δεν έχει δουλειά και ότι από το 2008 που έκλεισε την δουλειά του οι τιμές είναι τόσο χαμηλές ώστε να μην τον συμφέρει να αναλάβει οποιαδήποτε δουλειά. Μετά την ολοκλήρωση τις διαδικασίας η συνήγορος του παραπονουμένου και ο κατηγορούμενος ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από τις αγορεύσεις τους στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ, 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ., 820). Η μαρτυρία της Μ.Κ.1 ήταν τυπική αφού, όπως προανέφερα, περιορίστηκε στην κατάθεση των Τεκμηρίων 1 και 2 και δεν αντεξετάσθηκε. Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων 1 και 2 η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του παραπονουμένου ότι ο Πρωτοκολλητής εξέδωσε πιστοποιητικό καταλόγου εξόδων και ότι στις 5.7.2012 εκδόθηκε εναντίον του κατηγορουμένου διάταγμα μηνιαίων δόσεων, ουσιαστικά δεν έτυχε αμφισβήτησης και σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 1 και 2 τα οποία όπως προανέφερα δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε τις επίδικες δόσεις δηλαδή από 1.5.2013 μέχρι 1.8.2013. Συνακόλουθα αποδέχομαι το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του. Το μοναδικό σημείο που δεν μπορώ να αποδεχθώ από την μαρτυρία του είναι τον ισχυρισμό που προέβαλε ότι ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να πληρώνει τις δόσεις του γιατί λάμβανε επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του η γνώση του για την λήψη βοηθήματος από τον κατηγορούμενο αναγόταν χρονικά κατά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων στις 5.7.2012 η δε πηγή γνώσης του προερχόταν από το τι είχε «λεχθεί» στο Δικαστήριο εκείνη τη μέρα. Η αναφορά του δε ότι ο κατηγορούμενος κάποιες φορές πήγε φυλακή και ότι ενόσω βρισκόταν στη φυλακή συνέχισε να λαμβάνει το επίδομα τέθηκε κατά γενικό τρόπο αφού δεν διασαφήνισε κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος βρισκόταν φυλακή και κατά πόσο λάμβανε επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας ενόσω βρισκόταν στη φυλακή. Κατά συνέπεια δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του παραπονουμένου. Ως εκ τούτου και με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του παραπονουμένου. Για το ότι μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει δεκτό και άλλο μέρος όχι, παραπέμπω στην Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165. Ο κατηγορούμενος, όπως προανέφερα δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά την έκδοση του πιστοποιητικού καταλόγου εξόδων και του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Τα όποια παράπονα διατύπωσε, κατά γενικό και αόριστο τρόπο θα έλεγα, σε σχέση με τον χειρισμό των υποθέσεων του από τον παραπονούμενο ως δικηγόρου του, περιλαμβανομένης και της υπόθεσης στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το Τεκμήριο 1, σίγουρα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Θα περιοριστώ να αναφέρω ότι ο παραπονούμενος με ευθύτητα και ετοιμότητα απαντούσε με λεπτομέρεια για κάθε υπόθεση που του ανέθεσε ο κατηγορούμενος να χειριστεί. Εν πάση περιπτώσει, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να πάει πίσω από το επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων και να ελέγξει τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε και αν σωστά εκδόθηκε. Ενώπιον μου έχω μόνο τα Τεκμήρια 1 και 2, σε σχέση με τα οποία δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι έχουν παραμεριστεί ή τροποποιηθεί και ως εκ τούτου παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα. Όπως διαφαίνεται μέσα από την μαρτυρία του κατηγορουμένου, στα κύρια σημεία της οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, θέση του ήταν ότι η μη πληρωμή των επίδικων δόσεων οφειλόταν στο γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στη φυλακή και ότι δεν λάμβανε βοήθημα από το Γραφείο Ευημερίας ή ότι είχε άλλα εισοδήματα κατά την επίδικη περίοδο. Οι θέσεις του αυτές, οι οποίες άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και επανειλημμένα τέθηκαν στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του, ουδόλως αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του από τον παραπονούμενο. Το ζήτημα των συνεπειών από την παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα της άλλης πλευράς έχει εξετασθεί και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Frederickou Schools Co Ltd κ.α v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, 1541 όπου τονίστηκε ότι υπάρχουν δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Παραθέτω τη σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση:- «. . . Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξεταστεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Για τους λόγους που εξήγησα δέχομαι την εκδοχή του κατηγορουμένου ότι κατά την επίδικη περίοδο βρισκόταν στη φυλακή και ότι ενόσω βρισκόταν στη φυλακή δεν λάμβανε βοήθημα από το Γραφείο Ευημερίας αλλά ούτε και είχε οποιοδήποτε άλλο εισόδημα. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 26.3.2012 εκδόθηκε στην απουσία του κατηγορουμένου πιστοποιητικό καταλόγου εξόδων Τεκμήριο 1, στα πλαίσια της αγωγής 2501/
  1. Ακολούθως στις 5.7.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου στην παρουσία του κατηγορουμένου, διάταγμα όπως πληρώσει ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο το εξ αποφάσεως χρέος του δια μηνιαίων δόσεων ύψους €80,00 από 01.01.
  2. Ο κατηγορούμενος μετά την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος, δεν πλήρωσε στον παραπονούμενο τις μηνιαίες δόσεις από 01.5.2013 μέχρι και 01.8.
  3. Ο κατηγορούμενος δεν έχει καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Για την περίοδο από 15.4.2013 μέχρι και τις 18.12.2013 ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη φυλακή. Κατά την ίδια περίοδο ο κατηγορούμενος δεν λάμβανε οποιοδήποτε βοήθημα από το Γραφείο Ευημερίας ούτε είχε οποιοδήποτε άλλο εισόδημα. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Το άρθρο 3
(1)(γ),
(2)και
(4)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60
(1)/2008 (στο εξής ο «Νόμος») προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ................................... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση.
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: ............................................ (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν.» Στο δε ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω έννοιες: «"διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις" σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 90 του Μέρους ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου· "εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος" έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.» Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι τα ακόλουθα: (α) ο παραπονούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής και ο κατηγορούμενος εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης (β) η ύπαρξη διατάγματος πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις (γ) η παράλειψη καταβολής προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή του ποσού οποιασδήποτε δόσης και (δ) να οφείλονται τουλάχιστον τρεις δόσεις, εκτός εάν οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση είναι λιγότερες από τρεις. Το βάρος απόδειξης ότι η παράλειψη πληρωμής των δόσεων οφείλεται σε λόγο άλλο από φυσική ή οικονομική αδυναμία θεωρώ ότι βρίσκεται στους ώμους της Υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος μπορεί πιο εύκολα από οποιονδήποτε άλλον να αποδείξει ότι τελεί σε οικονομική ή φυσική αδυναμία, αφού πρόκειται για γεγονότα που εμπίπτουν στην προσωπική σφαίρα γνώσεως του. Οποιαδήποτε άλλη θεώρηση θα εναπόθετε δυσβάστακτο βάρος στους ώμους του παραπονούμενου και θα καθιστούσε, κατά την άποψη μου, ουσιαστικά ανενεργή την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, το βάρος απόδειξης, την νομική πτυχή και τα ευρήματα καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και ο παραπονούμενος εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής εν τη εννοία του Νόμου. Στις 5.7.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου εναντίον του κατηγορούμενου διάταγμα μηνιαίων δόσεων με το οποίο ο τελευταίος διατάχθηκε όπως αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις ύψους €80,00 της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 01.1.2013. Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στον παραπονούμενο το ποσό 4 μηνιαίων δόσεων, ήτοι των δόσεων για την περίοδο 01.5.2013 - 01.8.2013. Ο κατηγορούμενος δεν έχει καταχωρήσει στο Δικαστήριο αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Ο κατηγορούμενος απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την υπεράσπιση που αναφέρεται στο άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου. Ουσιαστικά ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε την υπεράσπιση ότι είχε πραγματική οικονομική αδυναμία να καταβάλει τις επίδικες δόσεις καθότι ενόσω αυτός βρισκόταν στη φυλακή για την περίοδο από τις 15.4.2013 μέχρι και τις 18.12.2013 δεν είχε οποιοδήποτε εισόδημα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι κατηγορούμενος έχει πετύχει να αποδείξει την υπεράσπιση που θέτει το άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν αυτοπροσώπως δεν εκδίδω οποιανδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.