Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Graig Johnson κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2665/13, 11/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2665/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Graig Johnson Anabus Holding Limited Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11.3.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σάββα Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Χ'' Παναγή με κ. Παρπαρίνο Κατηγορούμενος 1: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της άσκησης τραπεζικών εργασιών, χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 43 και 44 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, όπως τροποποιήθηκε. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά το έτος 2010, στην Πάφο, ενώ δεν ήταν τράπεζα, άσκησαν τραπεζικές εργασίες, χωρίς άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δηλαδή αποδέχονταν καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα με τη μορφή προσωπικού δανείου, με επιτόκιο 7%, για κάθε συναλλαγή αγοράς ακατέργαστου χρυσού. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες τους: αστυφύλακα 2900 Αυγουστίνο Ρασπόπουλο, Μάξιμο Χριστοδούλου (αρχιαστυφύλακα 4554 στον ουσιώδη χρόνο), αστυφύλακα 2411 Κυριάκο Τιττώνη, Στέλιο Χριστοφίδη και Μιχάλη Στυλιανού (Μ.Κ.1 μέχρι 5, αντίστοιχα). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων υπόβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του στην επίδικη κατηγορία. Η εισήγηση - όπως την αντιλαμβάνομαι - εντάσσεται και στους δυο λόγους - τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια - για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στην εισήγηση της υπεράσπισης υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Σε αντίθεση με τον κ. Χ'' Παναγή, ο οποίος, για λόγους που έχει αναφέρει ζήτησε την αθώωση των κατηγορούμενων από αυτό το στάδιο, η κα Σάββα, για λόγους που επίσης έχει αναφέρει ζήτησε την κλήση τους σε απολογία. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Mariano v. Αστυνομίας κ.ά., Ποινικές Εφέσεις 112/2014 και 113/2014, ημερομηνίας 20.11.2015, στην οποία επαναλαμβάνονται όλες οι παραπάνω αρχές: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος«εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ.Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα».» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές είμαι ικανοποιημένος ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και των δυο κατηγορούμενων στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Η περί αντιθέτου εισήγηση, με όλο το σεβασμό θεωρώ πως παραβλέπει ότι στο παρόν στάδιο, το κριτήριο καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου. Και, στην προκειμένη περίπτωση έχω τη γνώμη, ότι, η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως, από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως και για τους δύο κατηγορούμενους στην επίδικη κατηγορία. Έχοντας υπόψη τι ακολουθεί δεν προτίθεμαι να επεκταθώ (βλ. τις υποθέσεις Παναγιώτου και Mariano - ανωτέρω - ). Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Και οι δυο κατηγορούμενοι καλούνται σε απολογία. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: άσκηση τραπεζικών εργασιών, χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 43 και 44 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, όπως τροποποιήθηκε. - εκ πρώτης όψεως υπόθεση -. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο