Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. NΙAZI ALPAI, Αρ. Υπόθεσης: 15723/13, 29/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15723/13 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου -ν- NΙAZI ALPAI Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29.03.2016 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για Κατηγορούμενο: κ. Π. Κωνσταντίνου(Για ν΄ακούσει απόφαση η κα. Χ. Ευσταθίου) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8 και 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80
(1)/2000, 5
(1)/2010, 8
(1)/2010 και την Κ.Δ.Π. 312/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 22.6.2013, στην οδό Μητροπολίτου Πάφου Χρυσάνθου στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚWL 769 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε ως μάρτυρες, τον Αστ. 440 Χ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1), την Χρυσούλα Κυριάκου (Μ.Κ.2) και τον Ονισήφορο Μιχαήλ (Μ.Κ.3). Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστυφύλακας 440 Χ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1), εξεταστής της παρούσας υπόθεσης, ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Σ' αυτήν ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 22.6.2013 και περίπου στις 11.00 η ώρα, μετέβηκε στην οδό Πάφου Χρυσάνθου στην Πάφο(στο εξής «η οδός»), όπου συνέβηκε τροχαίο δυστύχημα περί τις 10.45 με εμπλεκόμενους το όχημα με αριθμό εγγραφής ΚWL 769, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος (στο εξής «το όχημα») και την πεζή, Χρυσούλα Κυριάκου (στο εξής η «πεζή»). Στην σκηνή του δυστυχήματος βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και η πεζή οι οποίοι του υπέδειξαν το σημείο σύγκρουσης. Το ενεχόμενο όχημα είχε ήδη μετακινηθεί από την τελική του θέση, λόγω τροχαίας κίνησης και μετά πάροδο λίγων λεπτών από την άφιξη του, η πεζή μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου. Αφού έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος στην παρουσία του κατηγορουμένου, Τεκμήριο 2 και ακολούθως με βάση αυτό ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο, Τεκμήριο
- Στις 23.6.2013 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 4 και στις 5.8.2013 τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι παραδέχεται, Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι στο όχημα του κατηγορουμένου προκλήθηκαν ζημιές και συγκεκριμένα μετακινήθηκε από την θέση του ο μπροστινός προφυλακτήρας από την αριστερή του πλευρά. Ο δρόμος ήταν στεγνός, ασφαλτοστρωμένος, ευθύς, με συνολικό πλάτος 6,70 μ. και με πεζοδρόμια στις δυο πλευρές του. Είναι διπλής κατευθύνσεως με δυο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση, οι οποίες δεν χωρίζονται από λευκή ή διακεκομμένη γραμμή και το πλάτος της κάθε λωρίδας είναι 3.35μ.. Ακόμη ανέφερε ότι η οδός είναι εμπορική, ότι δεν υπάρχει σ΄αυτή διάβαση πεζών, ότι διακινούνται στο δρόμο αρκετοί πεζοί και ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ω. Ο μάρτυρας σημείωσε με το γράμμα «Χ» στο Τεκμήριο 2 το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξαν τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η πεζή το οποίο βρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορούμενου κοντά στο αριστερό πεζοδρόμιο. Με το γράμμα «Α» σημείωσε την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου, η οποία είναι στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου με βόρεια κατεύθυνση και με το γράμμα «Β» σημείωσε την πορεία της πεζής που ξεκινά από την άκρη της δεξιάς πλευράς του δρόμου σε σχέση με την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου, με κατεύθυνση την αριστερή. Με το γράμμα «Γ» σημείωσε τη θέση ενός οχήματος που ήταν σταθμευμένο στην άκρη του πεζοδρομίου απ' όπου κατέβηκε η πεζή, η οποία εξήλθε από ένα κατάστημα το οποίο σημείωσε με το γράμμα «Δ». Το εν λόγω κατάστημα βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του κατηγορούμενου. Η απόσταση του «Χ» μέχρι το αριστερό πεζοδρόμιο, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, ήταν 70 εκ. ενώ η απόσταση του «Χ» μέχρι το δεξί πεζοδρόμιο, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, ήταν 6 μ.. Επίσης η απόσταση του «Χ» από την αριστερή πλευρά του σταθμευμένου οχήματος «Γ» ήταν 4.30 μ. Η πεζή διήνυσε 6 μ. από τα 6.70 μ. που ήταν το συνολικό πλάτος του δρόμου πριν τη σύγκρουση. Σε σχέση με την ορατότητα του κατηγορούμενου στη λωρίδα κυκλοφορίας του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, αυτή ήταν απεριόριστη και όπως του ανέφερε και ο κατηγορούμενος, δεν προπορεύονταν του οχήματος του άλλα οχήματα τα δε οχήματα που ήταν σταθμευμένα στην δεξιά πλευρά του δρόμου, δεν εμπόδιζαν την ορατότητα του γιατί ήταν κοντά στο πεζοδρόμιο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος και η πεζή συμφώνησαν με το πρόχειρο σχέδιο και ότι έθεσαν σε αυτό την υπογραφή τους. Ανέφερε επίσης ότι πήρε κατάθεση από αυτόπτη μάρτυρα, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Σε ερώτηση του κ. Κωνσταντίνου για την ορατότητα που είχε η πεζή στο δρόμο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, γιατί εξ' όσων τού ανάφερε η πεζή δεν θυμόταν σε ποιο σημείο στεκόταν όταν έλεγξε τον δρόμο. Εάν, όπως ανέφερε ο μάρτυρας, η πεζή στεκόταν στην δεξιά πλευρά του σταθμευμένου οχήματος (Γ) δεν θα είχε ορατότητα στον δρόμο. Ακόμη ανέφερε ότι επειδή το ύψος του σταθμευμένου οχήματος (Γ) ήταν 1,70 μ. και του πεζοδρομίου 6 εκ., στην περίπτωση που ένας πεζός με χαμηλότερο ύψος από 1,64 εκ., στεκόταν ακριβώς κοντά στο σταθμευμένο όχημα, δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξει τον δρόμο από την αριστερή πλευρά. Από έλεγχο που διενήργησε ο ίδιος διαπίστωσε ότι όταν ελέγξει κάποιος τον δρόμο από το σημείο της εισόδου του καταστήματος (Δ), έχει ορατότητα και από τις δυο κατευθύνσεις. Όπως περαιτέρω ανέφερε, από μετρήσεις που έκανε ο ίδιος με τον ίδιο τύπο αυτοκινήτου με αυτό του κατηγορουμένου, διαπίστωσε ότι εάν ένας πεζός στεκόταν στην δεξιά μπροστινή γωνιά του σταθμευμένου οχήματος θα γινόταν αντιληπτός από ένα οδηγό στα 6 μ. πιο πίσω. Εάν όμως ο πεζός βρισκόταν στην μέση του σταθμευμένου οχήματος, ο οδηγός θα μπορούσε να τον αντιληφθεί στα 11 μέτρα. Σε σχετική ερώτηση κατά πόσον γνώριζε το ύψος της πεζής, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Ο μάρτυρας ανέφερε ακόμη ότι ο λόγος που σημείωσε στο Τεκμήριο 2 μόνο το σταθμευμένο όχημα (Γ) και όχι τα υπόλοιπα οχήματα που ήταν σταθμευμένα όταν πήγε στη σκηνή ήταν γιατί, δεν γνώριζε κατά πόσο αυτά ήταν σταθμευμένα κατά τον χρόνο πρόκλησης του δυστυχήματος. Στην σκηνή του δυστυχήματος δεν βρήκε ίχνη τροχοπέδησης και σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι υπάρχουν αυτοκίνητα τα οποία λόγω του νέου τύπου «ΑBS» που έχουν αφήνουν πολύ ελαφριά ίχνη που λόγω της ζέστης σβήνονται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο σύζυγος της πεζής, από τον οποίο έλαβε κατάθεση, τού ανέφερε ότι άκουσε ίχνη τροχοπέδησης, είδε το όχημα του κατηγορουμένου, αλλά από το σημείο που βρισκόταν δεν είδε πως προκλήθηκε το δυστύχημα. Ο μάρτυρας συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι κανένα άλλο όχημα δεν σταμάτησε στο επίδικο σημείο και ότι μόνο ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα φρένα τα οποία ακούστηκαν. Σε διευκρινιστική ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο σε σχέση με την ορατότητα που υπήρχε από το αριστερό μπροστινό μέρος του σταθμευμένου οχήματος (Γ) προς τα αριστερά ως η πορεία του κατηγορουμένου, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι υπήρχε απεριόριστη ορατότητα. Δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η πεζή, Μ.Κ.2 η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την γραπτή κατάθεση της, Τεκμήριο
- Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι βγαίνοντας από το κατάστημα (Δ) και πριν διασταυρώσει το δρόμο για να πάει απέναντι έλεγξε δεξιά, αριστερά και πάλι δεξιά της και διαπίστωσε ότι δεν «περνούσε» κανένα όχημα. Δεν θυμόταν κατά πόσο όταν έλεγξε τον δρόμο υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα κοντά στο πεζοδρόμιο, ούτε και θυμόταν σε ποιο σημείο ακριβώς στεκόταν όταν έλεγξε τον δρόμο πριν αρχίσει να διασταυρώνει. Θυμόταν, όπως ανέφερε, ότι από το σημείο που έλεγξε τον δρόμο έβλεπε καθαρά και από τις δυο κατευθύνσεις και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανένα όχημα στο δρόμο άρχισε να διασταυρώνει με κανονικό βηματισμό. Ένα μέτρο πριν φτάσει στο πεζοδρόμιο άκουσε θόρυβο μηχανής αυτοκινήτου και γυρίζοντας προς τα αριστερά της άκουσε και φρένα. Παρά την προσπάθεια της να τρέξει για να μην την χτυπήσει, δεν πρόλαβε. Όπως ανέφερε το όχημα του κατηγορούμενου την χτύπησε με το μπροστινό αριστερό μέρος του στην αριστερή πλευρά του σώματος της και μετά το χτύπημα έπεσε στο πεζοδρόμιο. Μετά από λίγα λεπτά κατέφθασε η αστυνομία, στην οποία υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης επισημαίνοντας ότι στο μεταξύ ο οδηγός του οχήματος μετακίνησε το όχημα του. Όταν της επιδείχθηκε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα συμφώνησε με αυτό εκτός από την τοποθέτηση του σταθμευμένου οχήματος (Γ) γιατί, δεν θυμόταν κατά πόσο αυτό βρισκόταν στο σημείο εκείνο όταν προκλήθηκε το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι όταν έλεγξε τον δρόμο βρισκόταν στο πεζοδρόμιο επαναλαμβάνοντας τη θέση της ότι πριν αρχίσει να διασταυρώνει έλεγξε από το σημείο που βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, κατά πόσο κινούνταν οχήματα και στην συνέχεια προχώρησε για να διασταυρώσει. Ερωτηθείσα μέχρι ποιο σημείο είχε ορατότητα στα αριστερά της, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν «κρατούσε μέτρο» επισημαίνοντας ότι όταν είδε ότι ο δρόμος ήταν άδειος «μπήκε» να διασταυρώσει. Επέμενε στην θέση της ότι από το σημείο που βρισκόταν στο πεζοδρόμιο και έλεγξε τον δρόμο και από τις δυο πλευρές είχε ορατότητα για να δει κατά πόσο κινούνταν οχήματα επαναλαμβάνοντας τη θέση της ότι δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχε σταθμευμένο όχημα εκείνη την στιγμή. Πριν κατέβει από το πεζοδρόμιο είδε ότι ο δρόμος ήταν άδειος και άρχισε να διασταυρώνει. Κατά τον χρόνο που διασταύρωνε έβλεπε, όπως ανέφερε, μπροστά της χωρίς να κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Το όχημα του κατηγορούμενου δεν το είχε δει προηγουμένως και το αντιλήφθηκε όταν της απέμεινε ένα μέτρο από το πεζοδρόμιο. Κοίταξε στα αριστερά άκουσε τα φρένα του οχήματος, την χτύπησε και έπεσε στο πεζοδρόμιο. Ερωτηθείσα κατά πόσο άκουσε τα φρένα πριν ή μετά που την κτύπησε το όχημα, η μάρτυρας απάντησε ότι από τον φόβο της δεν θυμόταν. Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο από το σημείο που στεκόταν που να περιόριζε την ορατότητα της δεξιά ή αριστερά, η μάρτυρας απάντησε ότι έβλεπε καθαρά τον δρόμο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν έλεγξε δεξιά και αριστερά «ούτε από το πεζοδρόμιο ούτε από τον δρόμο» πριν διασταυρώσει. Σε υποβολή ότι το όχημα σταμάτησε και ότι αυτή «πήγε και χτύπησε πάνω του», η μάρτυρας απάντησε ότι πρώτα την χτύπησε το όχημα και μετά έπεσε στο πεζοδρόμιο. Θέση της ήταν ότι ο βηματισμός της κατά τον χρόνο που διασταύρωνε τον δρόμο ήταν «κανονικός» αρνούμενη την υποβολή ότι διασταύρωνε τον δρόμο τρέχοντας και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει. Ο Μ.Κ.3, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση του, Τεκμήριο
- Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα του στην οδό Πάφου Χρυσάνθου με νότια κατεύθυνση και ότι στην αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του, υπήρχαν αρκετά σταθμευμένα οχήματα στην άκρη του πεζοδρομίου. Ενώ οδηγούσε επί της εν λόγω οδού, αντιλήφθηκε ένα διπλοκάμπινο όχημα να οδηγείται από την αντίθετη κατεύθυνση το οποίο πλησίασε περίπου στα 15 μέτρα. Η δική του ταχύτητα ήταν χαμηλή, περίπου 10 χ.α.ω ως επίσης χαμηλή ήταν και η ταχύτητα του διπλοκάμπινου οχήματος την οποία όμως δεν μπορούσε να υπολογίσει. Ενώ οδηγούσε ξαφνικά αντιλήφθηκε στα 15 μέτρα περίπου από την αριστερή του πλευρά, σύμφωνα με την πορεία του, μια γυναίκα να διασταυρώνει τον δρόμο με «γοργό» βηματισμό. Πριν προλάβει η πεζή να ανέβει στο δεξιό πεζοδρόμιο σε σχέση με την πορεία του, κτυπήθηκε από το όχημα που κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση, στην αριστερή μπροστινή πλευρά του. Ο μάρτυρας αντιλήφθηκε την πεζή μόλις πέρασε πίσω από «ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο». Δεν την είδε να είχε σταματήσει και δεν γνώριζε εάν προηγουμένως έλεγξε τον δρόμο. Ανέφερε επίσης ότι δεν πρόσεξε κατά πόσο το όχημα κτύπησε την πεζή και μετά σταμάτησε ή αν σταμάτησε το όχημα και μετά η πεζή κτύπησε σ' αυτό. Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε την θέση του ότι η πεζή πριν διασταυρώσει τον δρόμο «ξεπρόβαλε» πίσω από ένα σταματημένο αυτοκίνητο που βρισκόταν στα αριστερά του σε σχέση με την πορεία του. Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο την είδε να σταματά και να κοιτάζει δεξιά ή αριστερά, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά επισημαίνοντας ότι μόλις η πεζή πέρασε πίσω από το αυτοκίνητο εισήλθε στο δρόμο κοιτάζοντας προς την κατεύθυνση που οδηγούσε ο ίδιος και συνέχισε να διασταυρώνει τον δρόμο με γοργό βήμα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος, προέβη σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 4 και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Στην κατάθεση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του επίδικου δρόμου με ταχύτητα περίπου 20 - 25 χ.α.ω. και ότι δεν προπορεύονταν του οχήματος του άλλα οχήματα. Μόλις πέρασε μια πάροδο που βρισκόταν στα αριστερά του, γύρω στα 10 μ., ξαφνικά πρόσεξε στη μέση του δρόμου, δηλαδή μεταξύ του σταθμευμένου οχήματος που βρισκόταν στα δεξιά του και του αριστερού πεζοδρομίου, μια κοπέλα να τρέχει από τη δεξιά πλευρά του δρόμου προς την αριστερή σύμφωνα με την πορεία του. Την εν λόγω πεζή, όπως περαιτέρω ανέφερε, την είδε σε απόσταση 1 μ. Αμέσως φρέναρε, έστριψε το τιμόνι αριστερά και ενώ το όχημα του σταμάτησε, η πεζή κτύπησε στην αριστερή μπροστινή πλευρά του και έπεσε στο πεζοδρόμιο. Ακόμη ανέφερε ότι από την πρώτη στιγμή που αντιλήφθηκε την πεζή μέχρι και την σύγκρουση, αυτή δεν γύρισε προς την κατεύθυνση του και ούτε γνωρίζει εάν τον αντιλήφθηκε. Μετά την ολοκλήρωση τις διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ, 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ., 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον Μ.Κ.1 ήταν θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση και δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας από το Δικαστήριο. Οι αναφορές του ότι ορατότητα του κατηγορούμενου σε σχέση με την πορεία του, ήταν απεριόριστη και ότι δεν εμπόδιζαν την ορατότητα του εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του τα οχήματα που ήταν σταθμευμένα στην δεξιά πλευρά του δρόμου, δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν έτυχαν επίσης αμφισβήτησης οι αναφορές του για τις ζημιές στο όχημα του κατηγορουμένου. Δεν έχω εντοπίσει επίσης σε κανένα σημείο να αμφισβήτησε η υπεράσπιση την ορθότητα των μετρήσεων του που σημείωσε στο Τεκμήριο 2, με την ορθότητα του οποίου συμφώνησε ο κατηγορούμενος. Το σχέδιο, όπως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου, Π.Ε.8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Δεν μπορώ να αποδεχθώ ωστόσο το μέρος της μαρτυρίας του σχετικά με τις μετρήσεις που διενήργησε με σκοπό να προσδιορίσει από ποιο σημείο θα μπορούσε κάποιος πεζός να είναι ορατός σε οδηγό που οδηγούσε στην ίδια κατεύθυνση με αυτή του κατηγορουμένου. Όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία του, στα κύρια σημεία της οποίας έχω αναφερθεί πιο πάνω, ο μάρτυρας δεν παρέθεσε στο Δικαστήριο τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του για την διενέργεια του ελέγχου. Ενδεικτικά σημειώνω ότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε πότε διενήργησε τον έλεγχο ούτε και ποιες ήταν οι συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο κατά το χρόνο διενέργειας του. Δεν ανέφερε επίσης με ποιά ταχύτητα οδηγούσε το όχημα αλλά και ποιο ήταν το ύψος του πεζού που χρησιμοποίησε κατά τον έλεγχο. Στο σημείο αυτό σημειώνω την αναφορά του ότι δεν γνώριζε το ύψος της πεζής, Μ.Κ.2. Συνακόλουθα, με εξαίρεση το προαναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας του, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.1 (Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Ο Μ.Κ.3 μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση του. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα κατά την αντεξέταση του να έχει περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Ούτε και διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Όπως διαφάνηκε από την μαρτυρία του, ήταν ένας αντικειμενικός μάρτυρας που δεν γνώριζε την Μ.Κ.2 ούτε και τον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Μ.Κ.3, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. Στην προσπάθεια της η πεζή να αποποιηθεί του όποιου δικού της μεριδίου ευθύνης σε σχέση με το δυστύχημα υποστήριξε ότι έλεγξε το δρόμο για να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να διασταυρώσει. Αποδεχόμενη τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 και ιδιαίτερα την θέση του ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε την πεζή από απόσταση «περίπου» 15 μέτρων και ταυτόχρονα αντιλήφθηκε και το όχημα του κατηγορουμένου στην ίδια απόσταση, εύλογα δημιουργείται το ερώτημα πώς η πεζή ισχυρίζεται ότι έλεγξε τον δρόμο και δεν εντόπισε το όχημα του κατηγορουμένου και του Μ.Κ.3. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία Μ.Κ.1, η ορατότητα της από το μπροστινό αριστερό μέρος του σταθμευμένου οχήματος (Γ) προς τα αριστερά ως η πορεία του κατηγορουμένου, ήταν απεριόριστη. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό της ότι έλεγξε τον δρόμο πριν διασταυρώσει και ότι διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν οχήματα. Αποδεχόμενη επίσης τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 ότι αντιλήφθηκε την πεζή να διασταυρώνει το δρόμο με γοργό βηματισμό δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό της ότι διασταύρωνε το δρόμο με «κανονικό» βηματισμό. Έχοντας υπόψη την πορεία της πεζής, το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι αυτή κτυπήθηκε στην αριστερή πλευρά του σώματος της και τη ζημιά στο μπροστινό αριστερό προφυλακτήρα του οχήματος, η λογική πορεία των πραγμάτων καταδεικνύει ότι είναι το όχημα του κατηγορουμένου που την κτύπησε και όχι ότι αυτή επέπεσε επί του οχήματος, ως η θέση της υπεράσπισης. Συνακόλουθα η θέση της ότι κτυπήθηκε από το όχημα του κατηγορουμένου γίνεται αποδεκτή ως επίσης γίνεται αποδεκτή η αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του. Με τις πιο πάνω διαφοροποιήσεις αποδέχομαι την μαρτυρία της πεζής. Όπως προανέφερα, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Τεκμήριο 4, με αποτέλεσμα αυτή να καθίσταται η ανώμοτη δήλωση του. Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Βλ. Ονησιφόρου ν. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Μπορεί, όμως, από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στην θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (Βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359). Από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου προκύπτει ότι δεν προπορευόταν του οχήματος του άλλο όχημα και ότι από την αντίθετη κατεύθυνση κινείτο ένα όχημα. Προκύπτει επίσης ότι στα δεξιά του, σύμφωνα με την πορεία του, υπήρχε σταθμευμένο αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος επίσης συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο το οποίο του επέδειξε ο Μ.Κ.
- Αποδεχόμενη τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 σε σχέση με το γοργό βηματισμό με τον οποίο διασταύρωνε η πεζή το δρόμο δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η πεζή διασταύρωνε τον δρόμο τρέχοντας. Αποδεχόμενη τη μαρτυρία της πεζής δεν μπορώ επίσης να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι είναι η πεζή που κτύπησε στο όχημα του. Συνεπώς δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου καθότι αυτοί αντιστρατεύονται μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 22.6.2013 και περί ώρα 10:45, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής KWL 769 στην οδό Μητροπολίτου Πάφου Χρυσάνθου της Επαρχίας Πάφου με βόρεια κατεύθυνση. Την ίδια ώρα η πεζή, Μ.Κ.2, χωρίς να ελέγξει κατά πόσο οδηγούνταν στο δρόμο οχήματα, άρχισε να διασταυρώνει τον δρόμο ανάμεσα από σταθμευμένα οχήματα με γοργό βηματισμό από τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου, με πρόθεση να περάσει απέναντι. Το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου χτύπησε την πεζή αφού αυτή διάνυσε 6 μ. από το συνολικό πλάτους του δρόμου και είχαν απομείνει μόνο 0,70 εκ. για να φθάσει απέναντι στο πεζοδρόμιο. Η απόσταση του σημείου σύγκρουσης «Χ» από την άκρη του πεζοδρομίου που βρισκόταν στα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, ήταν 70 εκ. ενώ η απόσταση του «Χ» από την άκρη του πεζοδρομίου που βρισκόταν στα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, ήταν 6 μ.. Η απόσταση του Χ από την αριστερή πλευρά του σταθμευμένου οχήματος (Γ) ήταν
- 30 μ. Η ορατότητα της πεζής προς την κατεύθυνση που οδηγούνταν το όχημα του κατηγορουμένου ήταν απεριόριστη από το σημείο της αριστερής πλευράς του σταθμευμένου οχήματος (Δ). Η ορατότητα του κατηγορουμένου στην λωρίδα κυκλοφορίας του ήταν απεριόριστη αφού δεν προπορεύονταν του οχήματος του άλλα οχήματα. Στην άκρη του δεξιού πεζοδρομίου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα τα οποία δεν εμπόδιζαν την ορατότητα του εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Στη σκηνή του δυστυχήματος δεν ανευρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Η πεζή κτυπήθηκε από το όχημα του κατηγορουμένου στην αριστερή πλευρά του σώματος της με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και να μεταφερθεί στο Νοσοκομείο. Στο όχημα του κατηγορουμένου προκλήθηκε ζημιά στην αριστερή πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα του. Ο κατηγορούμενος πριν από την σύγκρουση εφάρμοσε τα φρένα του οχήματος του χωρίς να αφήσουν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή του δυστυχήματος. Ο δρόμος ήταν στεγνός, ασφαλτοστρωμένος, ευθύς, με συνολικό πλάτος 6,70 μ. και με πεζοδρόμια στις δυο πλευρές του. Το πλάτος της κάθε λωρίδας 3.35μ.. Ο δρόμος ήταν διπλής κατευθύνσεως με δυο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση, οι οποίες δεν χωρίζονταν από λευκή ή διακεκομμένη γραμμή. Η οδός είναι εμπορική, με ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα και δεν υπάρχει διάβαση πεζών. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72 (στο εξής «ο Νόμος»), το οποίο αποτελεί τη νομική βάση της Πρώτης Κατηγορίας, προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Πάυλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v.Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ.Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφότου εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. Βλ. Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, σελ. 223-4. Για να θεμελιωθεί συνεπώς αμέλεια του κατηγορουμένου απαιτείται να αποδειχθεί ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Στην υπόθεση Αβραάμ Αβραάμ v. Αρέστη Στυλιανού
(2002)1ΑΑΔ 50 ο εφεσίβλητος κατά τον κρίσιμο χρόνο διέσχιζε πεζός με κανονικό βηματισμό τον δρόμο, από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου του εφεσείοντα. Στον τόπο του δυστυχήματος ο δρόμος είχε πλάτος 8 μέτρα και ήταν ευθύς. Το αυτοκίνητο του εφεσείοντα χτύπησε τον πεζό αφού είχε διανύσει 7,25 μέτρα του πλάτους του δρόμου και είχαν απομείνει μόνο 0,75 εκ. για να φθάσει απέναντι στο χωμάτινο κράσπεδο. Το αυτοκίνητο άφησε ίχνη τροχοπέδησης μήκους 12,90 μέτρα πολύ κοντά στην αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία καταλογίστηκε ευθύνη στον εφεσείοντα. Βάση του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης αποτέλεσε η παράλειψη του εφεσείοντα να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα μέσα στον δρόμο, παράλειψη, η οποία τον εμπόδισε να αντιληφθεί έγκαιρα τον εφεσίβλητο και να λάβει τα απαραίτητα αποτρεπτικά μέτρα προς αποφυγή του δυστυχήματος. Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά κλασσική απροσδόκητη κάθετη διασταύρωση δρόμου από πεζό, οπότε η ευθύνη του οδηγού σε περίπτωση δυστυχήματος θα ήταν ανύπαρκτη. Βλ., μεταξύ άλλων, την υπόθεση Brigitta ν. Μιχαηλίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 234/08, ημερομηνίας 16.12.2011. Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, το βάρος απόδειξης, την νομική πτυχή, και τα ευρήματα μου καταλήγω ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η έλλειψη της δέουσας παρατηρητικότητας από τον κατηγορούμενο για την ύπαρξη της πεζής στο δρόμο αφού ο έγκαιρος εντοπισμός της ήταν εφικτός δεδομένης της απεριόριστης ορατότητας που αυτός είχε στην λωρίδα κυκλοφορίας του και δεδομένου ότι η πεζή ήδη είχε διανύσει την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και 2.65 μ. από τα 3.35 μ. από την λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Επίσης τα οχήματα που ήταν σταθμευμένα στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του δεν εμπόδιζαν την ορατότητα του κατηγορούμενου εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Σημειώνω επίσης ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.3 η πεζή έγινε αντιληπτή μέσα στο δρόμο σε απόσταση 15 μέτρων από αυτόν. Η παράλειψη του κατηγορουμένου να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα μέσα στον δρόμο, τον εμπόδισε να αντιληφθεί έγκαιρα την κατηγορουμένη και να λάβει έγκαιρα τα απαραίτητα αποτρεπτικά μέτρα προς αποφυγή του δυστυχήματος. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο