← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιάκωβου Ξενοφώντος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5015/12, 1/3/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιάκωβου Ξενοφώντος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5015/12, 1/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B27 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5015/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Ιάκωβου Ξενοφώντος
  2. Γιάννη Χατζηπέτρου
  3. Μακάριου Ροβανιά
  4. Κλεάνθη Κλεάνθους
  5. Κυριάκου Πέτρου
  6. Σάββα Ταπακούδη
  7. Daniel Plamenov Predov Κατηγορούμενων ----------------------------- Ημερομηνία: 1.3.2016 Για κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα Για κατηγορούμενο 1: κ. Αλεξάνδρου Για κατηγορούμενους 2 και 6: κα Σαββίδου Για κατηγορούμενο 7: κ. Δανιήλ Κατηγορούμενοι 1, 2 , 6 και 7: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 6 και 7, σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: Και οι τέσσερις, την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι 1 και 7, μία κατηγορία και οι κατηγορούμενοι 2 και 6, δύο κατηγορίες παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β», κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6

(1)
(2)Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31 Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») (βλ. τη 2η κατηγορία για τον 1ο κατηγορούμενο, τις κατηγορίες 5 και 18, για το 2ο κατηγορούμενο, τις κατηγορίες 14 και 20, για τον 6ο κατηγορούμενο και τη 16η κατηγορία, για τον 7ο κατηγορούμενο). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, από μία κατηγορία προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 30, 31, 31 Α και Τρίτος Πίνακας του Νόμου (βλ. την 3η κατηγορία, για τον 1ο κατηγορούμενο και την 6η κατηγορία, για το 2ο κατηγορούμενο). Και οι τέσσερις κατηγορούμενοι, από μία κατηγορία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β», με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 5(Ι)(β), 6
(1)
(3), 30, 30 Α, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Νόμου (βλ. τις κατηγορίες 4, 7, 15 και 17, κατ' αντιστοιχία κατηγορούμενου). Τέλος, οι κατηγορούμενοι 2 και 6, από μία κατηγορία παράνομης χρήσης ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως «Β», κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(α) Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30 και 31 και Τρίτος Πίνακας του Νόμου (βλ. τη 19η κατηγορία, για το 2ο κατηγορούμενο και την 21η κατηγορία, για τον 6ο κατηγορούμενο). Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, οι υπόλοιπες έξι κατηγορίες που περικλείει το κατηγορητήριο αφορούν τους κατηγορούμενους 3, 4 και 5. Ωστόσο, αναφορικά με αυτούς, η ποινική δίωξη διακόπηκε. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας καταλογίζεται στους τέσσερις κατηγορούμενους - καθώς και στους άλλους τρεις, για τους οποίους διακόπηκε η ποινική δίωξη -, ότι στις 22 Μαρτίου, 2012, στην Πάφο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β», συγκεκριμένα κάνναβη, συνολικού βάρους 13,724 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 2, 5, 14 και 16 καταλογίζεται στους τέσσερις κατηγορούμενους - ξεχωριστά στον καθένα, ανά κατηγορία -, ότι στις 22 Μαρτίου, 2012, στο Μούτταλο της επαρχίας Πάφου είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β», συγκεκριμένα κάνναβη, συνολικού βάρους 13,724 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 4, 7, 15 και 17 καταλογίζεται στους ίδιους κατηγορούμενους - ξεχωριστά και πάλιν στον καθένα, ανά κατηγορία -, ότι στις 22 Μαρτίου, 2012, στο Μούτταλο της επαρχίας Πάφου είχαν στην κατοχή τους ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β», συγκεκριμένα κάνναβη, συνολικού βάρους 13,724 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και 6 καταλογίζεται στους κατηγορούμενους 1 και 2, - κατ' αντιστοιχία κατηγορίας - ότι στις 22 Μαρτίου, 2012, στο Μούτταλο της επαρχίας Πάφου προμήθευσαν ένα άγνωστο πρόσωπο καθώς και τον Daniel Plamenov Predov από τη Βουλγαρία με ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β», συγκεκριμένα, άγνωστη ποσότητα κάνναβης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Θεωρώ άσκοπο να αναφερθώ στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 18 μέχρι και 21, καθότι, οι κατηγορούμενοι 2 και 6 τους οποίους αυτές αφορούν, τις έχουν παραδεχθεί. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες τους: λοχία 1886 Αντρέα Ιωακείμ, Ελένη Λοΐζου Χριστοδούλου και Δρ. Μάριο Καριόλου (Μ.Κ.1, 2 και 3, αντίστοιχα). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, σε σημαντικό βαθμό απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του εξεταστή της υπόθεσης, λοχία - αρχιαστυφύλακα τότε - 1886 Αντρέα Ιωακείμ (Μ.Κ.1) (βλ. το τεκμήριο 1). Ειδικότερα: Στις 22.3.2012 και ώρα 18:30, ο μάρτυρας μαζί με ακόμη επτά συναδέλφους του, όλοι της Υ.ΚΑ.Ν καθώς και αστυφύλακας Σιμιλλίδης του Τ.Α.Ε. Πάφου, κατόπιν πληροφοριών ότι στο καφενείο με την ονομασία «Λοΐζος coffee shop» στο Μούτταλο γίνεται διακίνηση ναρκωτικών, διενήργησαν σ' αυτό έφοδο. Κατά την είσοδό τους στο καφενείο βρήκαν τους επτά κατηγορούμενους να κάθονται γύρω από στρογγυλό τραπέζι και να παίζουν χαρτιά. Αυτοί, μόλις αντιλήφθησαν την παρουσία της Αστυνομίας σηκώθηκαν από τη θέση τους, προσπαθώντας να αντιδράσουν, για να ακινητοποιηθούν ωστόσο από τους αστυνομικούς - οι οποίοι, στο μεταξύ, τους είχαν αποκαλύψει την ιδιότητά τους και τους εξήγησαν το λόγο της εκεί παρουσίας τους - με σκοπό τον έλεγχό τους. Ακολούθησε έρευνα στο καφενείο, δυνάμει σχετικού δικαστικού εντάλματος και, στο πλαίσιό της, εντοπίστηκαν από τον εξεταστή της υπόθεσης τ' ακόλουθα: Κάτω από το τραπέζι που κάθονταν οι κατηγορούμενοι και έπαιζαν χαρτιά εντοπίστηκαν τρία τεμάχια χαρτομάντιλου - άσπρου και ροζ χρώματος, το ένα και άσπρου και κόκκινου χρώματος, τα άλλα δυο - τα οποία περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης (βλ. τα τεκμήρια 4, 5 και 6). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των σχετικών επιστημονικών εξετάσεων που ακολούθησαν (βλ. την έκθεση εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους - τεκμήριο 75 - το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός) πρόκειται για κάνναβη, από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που περιεχόταν στα παραπάνω τεμάχια χαρτομάντιλου, βάρους 0,4566, 0,8152 και 0,2879, γραμμαρίων, αντίστοιχα. Αφού ο μάρτυρας υπέδειξε τα ανευρεθέντα ναρκωτικά σ' όλους τους κατηγορούμενους και τους πληροφόρησε ότι επρόκειτο για κάνναβη, η κατοχή και χρήση της οποίας απαγορεύονται και αφού τους επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτοί δεν απάντησαν οτιδήποτε. Ακολούθως, ο μάρτυρας, τους εξέφρασε τις υποψίες του ότι πέταξαν τα ναρκωτικά κατά την είσοδο της Αστυνομίας στο μέρος και τους επέστησε εκ νέου την προσοχή στο νόμο, χωρίς και πάλιν αυτοί να δώσουν οποιαδήποτε απάντηση. Το ίδιο έγινε και όταν στη συνέχεια τους πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη, τους εξήγησε το λόγο της σύλληψής τους και τους επέστησε ξανά την προσοχή στο νόμο. Στη συνέχεια, τα ανευρεθέντα ναρκωτικά υποδείχθηκαν και στη Μ.Κ.3, η οποία βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο του καφενείου, το οποίο συγκοινωνεί με εσωτερική πόρτα με το δωμάτιο στο οποίο βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι καθώς και τα ανευρεθέντα ναρκωτικά. Αυτή, αφού πληροφορήθηκε από τον εξεταστή για το μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτέλεσμα της αστυνομικής έρευνας και της επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, δήλωσε άγνοια. Η αστυνομική έρευνα συνεχίστηκε και στο πλαίσιό της, στην παρουσία και πάλιν των επτά κατηγορούμενων, πίσω από ξύλινο πάγκο, ο οποίος βρίσκεται δίπλα από το τραπέζι που κάθονταν οι κατηγορούμενοι και συγκεκριμένα στο δάπεδο, εντοπίστηκε ένα τεμάχιο νάιλον σακουλιού (τεκμήριο 7), εντός του οποίου υπήρχαν 17 συσκευασίες από τεμάχια άσπρου χαρτομάντιλου - όπως και τα τρία προηγούμενα τεμάχια - οι οποίες περιείχαν και πάλιν ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (βλ. τα τεκμήρια 8 μέχρι 24), βάρους, 0,6268, 0,5952, 0,5577, 0,5979, 0,6484, 0,5775, 0,6192, 0,6346, 0,6503, 0,5972, 0,6206, 0,5653, 0,5932, 0,6933, 0,5559, 0,6446 και 0,6388, γραμμαρίων, αντίστοιχα. Ο εξεταστής της υπόθεσης υπέδειξε αμέσως στους κατηγορούμενους καθώς και στη Μ.Ε.3 τα ανευρεθέντα ναρκωτικά και τους πληροφόρησε ότι επρόκειτο κάνναβη, η κατοχή και χρήση της οποίας απαγορεύονται. Αφού τους επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτοί δεν απάντησαν οτιδήποτε. Στη συνέχεια, ο εξεταστής, δίπλα από το ίδιο σημείο στο οποίο είχε βρει το τεμάχιο νάιλον σακουλιού (τεκμήριο 7) που περιείχε τις 17 συσκευασίες ναρκωτικών, βρήκε ακόμη τρεις συσκευασίες - σχεδόν ίδιες μ' όλες τις προηγούμενες -, οι οποίες περιείχαν την ίδια απαγορευμένη ουσία, δηλαδή κάνναβη (τεκμήρια 25, 26 και 27), βάρους, 0,6059, 0,5488, 0,5931 γραμμαρίων, αντίστοιχα. Αφού επέστησε και πάλιν την προσοχή των κατηγορούμενων καθώς και της Μ.Ε.3 στο νόμο, αυτοί και πάλιν, ουδεμία απάντηση έδωσαν. Όλα τα τεμάχια χαρτομάντιλου που περιείχαν τα ανευρεθέντα ναρκωτικά καθώς και το τεμάχιο νάιλον σακουλιού (τεκμήριο 7) που περιείχε τις 17 συσκευασίες από αυτά υποβλήθηκαν σε επιστημονικές εξετάσεις DNA. Τα αποτελέσματα των εν λόγω εξετάσεων αναφέρονται στην εμπιστευτική έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (τεκμήριο 79), η οποία ετοιμάστηκε από το Δρ. Μάριο Καριόλου (Μ.Κ.3). Απ' όσα αναφέρονται στην εν λόγω έκθεση, κάτω από τον τίτλο «ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ» προκύπτουν τ' ακόλουθα: από το τεμάχιο χαρτομάντιλου το οποίο περιείχε ναρκωτικά (τεκμήριο 4), που είναι το ένα από τα τρία συνολικά που είχαν εντοπιστεί κάτω από το τραπέζι στο οποίο έπαιζαν χαρτιά οι επτά κατηγορούμενοι στον ουσιώδη χρόνο, έγιναν δύο δειγματοληψίες. Από αυτές απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό που παρουσιάζει κύρια συνεισφορά. Το πλήρες ανδρικό γενετικό προφίλ της εν λόγω κύριας συνεισφοράς, ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού του 1ου κατηγορούμενου. Από το τεμάχιο χαρτομάντιλου (τεκμήριο 5) που είναι ακόμη ένα από τα τρία συνολικά που είχαν εντοπιστεί κάτω από το τραπέζι όπου κάθονταν οι επτά κατηγορούμενοι, το οποίο, επίσης περιείχε ναρκωτικά, έγιναν και πάλιν δύο δειγματοληψίες. Στη μία από αυτές απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού που παρουσιάζει κύρια συνεισφορά. Το πλήρες ανδρικό γενετικό προφίλ της εν λόγω κύριας συνεισφοράς, ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού του 6ου κατηγορούμενου. Τέλος, από το τρίτο τεμάχιο χαρτομάντιλου (τεκμήριο 6) το οποίο εντοπίστηκε στο ίδιο μέρος, που κι αυτό περιείχε ναρκωτικά έγιναν και πάλιν δύο δειγματοληψίες. Σε μία από αυτές απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό που παρουσιάζει κύρια συνεισφορά. Το πλήρες ανδρικό γενετικό προφίλ της εν λόγω κύριας συνεισφοράς, ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού του 4ου κατηγορούμενου. Oι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία σ' όλες τις κατηγορίες και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, ενώ οι κατηγορούμενοι 1, 6 και 7 προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση, αναλυτικά, ως ακολούθως: αρχίζοντας από τον 1ο κατηγορούμενο ανάφερε τα εξής: «Είμαι αθώος. Σε σχέση με το DNA που βρέθηκε πάνω σε κάποιο χαρτομάντιλο, λόγω του ότι ήμουν στο μέρος μπορεί να άγγιξα πάνω στο χαρτομάντιλο πιο πριν ή άλλες μέρες, γιατί πήγαινα καθημερινά στο καφενείο. Δηλώνω αθώος.» Ο 6ος κατηγορούμενος, στη δική του δήλωση - την οποία ανάγνωσε από γραπτό κείμενο - ανάφερε τα εξής: «Υιοθετώ την κατάθεσή μου που είναι τεκμήριο στο Δικαστήριο. Δεν έχω καμιά σχέση με τα αδικήματα που κατηγορούμαι. Ήμουν στο χώρο αυτό εκείνη την ημέρα, ίσως ήταν και αυτός ο λόγος που σε αντικείμενο που βρέθηκε εκεί ανιχνεύτηκε γενετικό μου υλικό. Εγώ είμαι αθώος.» Τέλος, ο 7ος κατηγορούμενος ανάφερε τα εξής: «Είμαι αθώος, δεν έχω καμία σχέση με αυτήν την περίπτωση, ήμουν εκεί για να αγοράσω για προσωπική μου χρήση και ως τώρα δεν ξαναχρησιμοποιώ αυτά τα φάρμακα. Δεν αγόρασα τίποτα επειδή η Αστυνομία ήρθε από πριν. Είμαι αθώος.» Κανένας από τους κατηγορούμενους παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Φυσικά, ενώπιόν μου έχουν τεθεί και οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων 1, 2 και 6 (τεκμήρια 66, 65 και 80, κατ' αντιστοιχία κατηγορούμενου) καθώς και η κατάθεση του 7ου κατηγορούμενου - τεκμήρια 77 - στα αγγλικά - και 77Α - η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά). Στο περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων θα αναφερθώ αργότερα. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση των κατηγορούμενων 1, 6 και 7 και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «..Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός, ότι, οι κατηγορούμενοι 1, 6 και 7 επέλεξαν να ασκήσουν το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. - μεταξύ άλλων - Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Και βέβαια, αυτό ισχύει και για το 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Επισημαίνεται και η πάγια νομική αρχή, σύμφωνα με την οποία, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα, υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας.» Αναφορικά με το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων των κατηγορούμενων 1, 2 και 6 και της κατάθεσης του 7ου κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί, από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλ. και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746. Προστίθενται και τα εξής: ο εντοπισμός - ύπαρξη - του γενετικού υλικού στον τόπο του εγκλήματος, αναμφίβολα αποτελεί σημαντικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428). Ωστόσο, όπως αναφέρεται στη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225: «Στην περίπτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων η ύπαρξη τους δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε εύρημα ότι το άτομο που άφησε τα αποτυπώματά του στον τόπο του εγκλήματος είναι ο δράστης. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418 - 419). Κατ' αναλογία και η ύπαρξη γενετικού υλικού παρόλο που είναι αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε καταδίκη, αυτό δεν είναι απαραίτητο διότι η ύπαρξη του μπορεί να έχει λογική εξήγηση. Τότε μόνο οδηγεί σε ενοχή, εφόσο η ύπαρξή του συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά του εγκλήματος δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση. (Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331).» Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η απουσία αποτυπωμάτων οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο (βλ. Πιτσιλλίδη κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 662). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ο λοχίας 1886 Αντρέας Ιωακείμ (Μ.Κ.1) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του καθώς και των διαπιστώσεών του αναφέρεται στις δυο γραπτές καταθέσεις του (τεκμήρια 1 και 2), το περιεχόμενο των οποίων υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ο μάρτυρας, μολονότι αντεξετάστηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους όλων των κατηγορούμενων κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Εκτός του ότι, σε σημαντικό βαθμό, η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας, αυτό έγινε με υποβολές που παρέμειναν έωλες - δεδομένου ότι, κανένας από τους τέσσερις κατηγορούμενους κατάθεσε ενόρκως μα ούτε και παρουσιάστηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας προς υπεράσπισή τους -. Περαιτέρω είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία του εξεταστή ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται ουσιωδώς, από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία καθώς και από την επιστημονική μαρτυρία, η οποία αποτελεί ασφαλώς και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αποδεικτική της αξία. Τέλος, η μαρτυρία του, σε σημαντικό βαθμό συνάδει με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του εξεταστή, επί της ουσίας - και αυτή άπτεται των ενεργειών του καθώς και των διαπιστώσεών του στον ουσιώδη χρόνο - γίνεται αποδεκτή, στο σύνολό της. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της Ελένης Λοΐζου Χριστοδούλου (Μ.Κ.2) είναι αρκετά καλή. Η μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσής της (τεκμήριο 73) ενώ απάντησε και σε μερικές ερωτήσεις που της είχαν υποβληθεί από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Στο πλαίσιο της πολύ περιορισμένης αντεξέτασής της από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων 1 και 7, παρά τα εμφανή συμπτώματα σωματικής αστάθειας που εκδήλωνε, τα οποία αποδίδω σε κάποιο πρόβλημα/προβλήματα υγείας που προφανώς αντιμετώπιζε, εντούτοις, ήταν άμεση και σταθερή και απάντησε σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά, απολύτως, αντίφαση. Πλείστα όσα και αυτή αναφέρει στην κατάθεσή της παρέμειναν αναντίλεκτα, είτε ακόμη συνάδουν με αυτά που ανάφερε ο εξεταστής της υπόθεσης, είτε τέλος, επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε η μάρτυρας - από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου -, αυτό έγινε με δύο έωλες υποβολές, που δεν υποστηρίζονται καθόλου από τη μαρτυρία. Συγκεκριμένα, της υποβλήθηκε, πρώτο, πως δεν είναι αλήθεια ότι είχε νοικιάσει στον 1ο κατηγορούμενο ένα δωμάτιο, μέρος του επίδικου καφενείου στο οποίο είχαν βρεθεί τα ναρκωτικά στον ουσιώδη χρόνο και δεύτερο, ότι ο 1ος κατηγορούμενος, ήταν απλώς ένας πελάτης του καφενείου της, το οποίο επισκεπτόταν γενικά ως ως πελάτης. Η μάρτυρας δε δέχθηκε τις εν λόγω υποβολές και προφανώς δέχομαι την περί αντιθέτου εκδοχή της και επί του προκειμένου και γενικά για οτιδήποτε έχει αναφέρει αφού, για όλους τους παραπάνω λόγους, τη θεωρώ καθόλα αξιόπιστη και ειλικρινή μάρτυρα, η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει και είπε την αλήθεια. Δεκτή στο σύνολό της και ως αναντίλεκτη, εκτός από αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία του Δρ. Μάριου Καριόλου (Μ.Κ.3). Πέραν όσων αναφέρει στην εμπιστευτική έκθεσή του (τεκμήριο 79) ο μάρτυρας συγκρατώ και τα εξής, τα οποία έχει αναφέρει με τη διά ζώσης μαρτυρία του. Ειδικότερα: Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ισχυρίστηκε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναφέρει εάν το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στα δύο τεμάχια χαρτομάντιλου που περιείχαν ναρκωτικά (τεκμήρια 4 και 5) ήταν εσωτερικά ή εξωτερικά του χαρτομάντιλου. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, ουσιαστικά επανέλαβε ό,τι αναφέρει και στην έκθεσή του (τεκμήριο 79) στη σελίδα
  1. Συγκεκριμένα, ότι οι εξετάσεις DNA, από μόνες τους δεν μπορούν να προσδιορίσουν το χρόνο εναπόθεσης γενετικού υλικού σ' ένα αντικείμενο. Στο υποθετικό σενάριο που του τέθηκε από τον κ. Αλεξάνδρου, να πάρει κάποιος το χαρτομάντιλο (τεκμήριο 4) στο οποίο υπάρχει το γενετικό υλικό κάποιου και να το χρησιμοποιεί, συγκεκριμένα να βάζει μέσα την απαγορευμένη ουσία και να παραμένει το γενετικό υλικό από το οποίο ήταν εμποτισμένο από προηγουμένως το χαρτομάντιλο, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι αυτό είναι ένα πιθανό και δυνατό σενάριο. Ερωτηθείς - πάντοτε από τον κ. Αλεξάνδρου -, εάν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η εναπόθεση του γενετικού υλικού του 1ου κατηγορούμενου στο χαρτομάντιλο (τεκμήριο 4) έγινε με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, «..δηλαδή αν είχε άμεση επαφή ο δότης του γενετικού υλικού, επειδή είναι μεταφερόμενο το γενετικό υλικό ή κάπου να υπήρξε το γενετικό υλικό, για παράδειγμα, σε ένα πάγκο, να άγγιξε εκεί το χαρτομάντιλο και να εναποτέθηκε εκεί γενετικό υλικό του Ιάκωβου Ξενοφώντος;», ο μάρτυρας απάντησε ως εξής: «Είναι γεγονός, ότι, πρόσφατα γίνεται αρκετή συζήτηση για τον τρόπο μεταφοράς γενετικού υλικού. Εκ πείρας θα αναφέρω ότι στις περιπτώσεις εκείνες που παρατηρείται κύρια συνεισφορά, όπως καταγράφω και στο συγκεκριμένο συμπέρασμα 1, δηλαδή στη σελίδα 9 του τεκμηρίου 79 και όταν έχουμε ένα πλήρες ανδρικό προφίλ, όπως έχουμε δείξει και σε δική μας πρόσφατη έρευνα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εναποτεθεί με δευτερεύον τρόπο αυτού του είδους το γενετικό προφίλ.» «Όμως, δεν μπορεί να αποκλειστεί κύριε Καριόλου.» του λέχθηκε στη συνέχεια. Απαντώντας ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων που είπε ήταν και πως δεν μπορεί να αποκλείσει οτιδήποτε. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι οι παραπάνω απαντήσεις του ισχύουν και για τα υπόλοιπα ευρήματά του, αναφορικά με τους κατηγορούμενους 4 και
  2. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων μου θεωρώ ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής (ανωτέρω), η οποία - εκδοχή -, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, είτε ακόμη, από ισχυρισμούς μαρτύρων οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι. Πέραν όσων έχουν αναφερθεί τα οποία συνθέτουν την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής προστίθενται και τα εξής, τα οποία απορρέουν από την ανακριτική κατάθεση της Μ.Κ.2 (τεκμήριο 73), η οποία, για λόγους που έχουν αναφερθεί κρίθηκε καθόλα αξιόπιστη, ως μάρτυρας: Το καφενείο στο οποίο βρέθηκαν τα επίδικα ναρκωτικά, ανήκε στο σύζυγο της και δούλευαν σ' αυτό μαζί. Ωστόσο, τα τελευταία τρία χρόνια, το διαχειριζόταν εκείνη αποκλειστικά, επειδή ο σύζυγός της αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. Τρεις περίπου μήνες πριν από τον επίδικο χρόνο και συγκεκριμένα, λίγο μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, ο 1ος κατηγορούμενος πήγε στο καφενείο και της ζήτησε να του νοικιάσει ένα δωμάτιο του καφενείου, έναντι του ποσού των €20,00 την ημέρα, πληρωτέο στο τέλος του μήνα. Το καφενείο ήταν χωρισμένο με τοίχο σε δυο δωμάτια, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική πόρτα. Το ένα δωμάτιο είναι αρκετά πιο μεγάλο από το άλλο και ο 1ος κατηγορούμενος ενδιαφέρθηκε να νοικιάσει το μικρό. Η μάρτυρας αποδέχθηκε την πρότασή του και του παραχώρησε το συγκεκριμένο δωμάτιο, χωρίς όμως να της καταβάλει κανένα ενοίκιο. Έκτοτε, σ' αυτό σύχναζαν άτομα που γνώριζε ο κατηγορούμενος και όχι πελάτες του καφενείου, το οποίο η μάρτυρας λειτουργούσε στο άλλο δωμάτιο. Η ίδια είχε δει πολλές φορές κάποια άτομα που έμπαιναν στο δωμάτιο που είχε νοικιάσει στον κατηγορούμενο από τη συρτή πόρτα, τα οποία, μετά από ένα με δυο λεπτά έφευγαν. Ανάμεσά τους ήταν και πολλοί αλλοδαποί. Την επίδικη μέρα, η μάρτυρας δεν πήγε καθόλου στο δωμάτιο που είχε παραχωρήσει στον κατηγορούμενο. Την ημέρα αυτή, ο τελευταίος πήγε στο εν λόγω δωμάτιο κατά τις 17:
  3. Αυτός, όταν ερχόταν στο μέρος άνοιγε τη συρτή πόρτα και όσοι πήγαιναν στο δωμάτιό του περνούσαν απ' εκεί. Η μάρτυρας γνωρίζει τους κατηγορούμενους 1 μέχρι 6 μα όχι και τον 7ο κατηγορούμενο. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134): «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L.328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28 - 4.» Και λίγο παρακάτω: «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and king [1966] Crim. L. R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker, [1962] Crim. L. R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28 - 9).» Το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β», στοιχειοθετείται όταν κάποιος έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β» (βλ. το άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου). Το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο, στοιχειοθετείται όταν κάποιος, πρώτο, έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β», δεύτερο, με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο (βλ. το άρθρο 6
(3)του Νόμου). Τέλος, το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β», στοιχειοθετείται όταν κάποιος προμηθεύει σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β» (βλ. το άρθρο 5
(1)(β)
(2)(α) του Νόμου). Προστίθενται και τα εξής: Η έννοια της κατοχής ναρκωτικών ρυθμίζεται από το άρθρο 2
(3)του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παν πρόσωπον θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα τελούντα υπό τον έλεγχον αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου.» Σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 και Oueiss v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 49, στις οποίες διευκρινίστηκε ότι «κατοχή» τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. επίσης Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409 και DPP v. Brooks
(1974)2 All E.R. 840, A.C. 862, P.C.). Φυσική φύλαξη πρέπει να θεωρείται η περίπτωση όπου το πρόσωπο κρατεί στα χέρια του το αντικείμενο ή ακόμη όταν το φυλάσσει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματός του. Έλεγχος υφίσταται όταν το πρόσωπο έχει δυνατότητα επέμβασης επί του αντικειμένου, αποκλειστική ή μαζί με άλλα πρόσωπα. Αν κάποιος κρύβει ναρκωτικά στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού του ή στο συρτάρι του γραφείου του έχει τον έλεγχο και συνεπώς, την κατοχή τους. Αν τα ναρκωτικά φυλάσσονται σε ιδιωτικό χώρο, όπου τρίτα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται μόνο κατόπιν αδείας του, τότε το στοιχείο του ελέγχου καταδεικνύεται πιο εύκολα. Κάποτε όμως, παράνομα αντικείμενα φυλάσσονται σε δημόσιους ή ανοικτούς χώρους, προκειμένου ο κάτοχός τους να μη διατρέχει τον κίνδυνο αυτά να βρεθούν στην κατοχή του. Εφόσον τα παράνομα αντικείμενα βρίσκονται εν γνώσει του σε συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κρυμμένα και δύναται να επισκέπτεται το χώρο και να λαμβάνει τη φυσική κατοχή τους, τότε αυτά είναι υπό τον έλεγχο και κατ' επέκταση υπό την κατοχή του. Κατοχή μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν τα αντικείμενα φυλάσσονται στα υποστατικά τρίτου, νοουμένου πάντοτε ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχό τους (βλ. την Τίτος, ανωτέρω). Αλληλένδετο με την έννοια της κατοχής, είναι το στοιχείο της γνώσης (βλ. Ιακώβου, ανωτέρω και Καΐμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662). Θα πρέπει δηλαδή να προσκομισθεί μαρτυρία (άμεση ή περιστατική) που να καταδεικνύει ότι ο φερόμενος κάτοχος, είχε γνώση της κατοχής των ναρκωτικών. Στην Καΐμης (ανωτέρω), τονίζεται πως δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής και ότι απαιτείται και απόδειξη γνώσης της κατοχής, όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Το βάρος απόδειξης των συστατικών αυτών στοιχείων φέρει πάντοτε η κατηγορούσα αρχή. Όπως αναφέρεται συναφώς: «...Σε καμία περίπτωση το βάρος της απόδειξης της γνώσης δεν παρακάμπτεται, μειώνεται ή πολύ περισσότερο μετατοπίζεται στους ώμους του κατηγορούμενου.» Η γνώση μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση, είτε με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου, ανωτέρω, Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706, Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 75 κ.ο.κ.). Όταν η γνώση θα συναχθεί από περιστατική μαρτυρία, το αποτέλεσμα που ανακύπτει θα πρέπει να είναι απόλυτο. Δηλαδή, δε θα πρέπει να παραμένει καμιά αμφιβολία. Στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295, το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του.» Θα πρέπει δηλαδή, το αποτέλεσμα που προκύπτει να είναι ασυμβίβαστο με κάθε βάση, πλην την ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 75, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 και Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444). Έχοντας υπόψη την προηγηθείσα ανάλυση και με υπαγωγή σ' αυτή της ενώπιόν μου μαρτυρίας, περιλαμβανόμενων και των παραδεκτών γεγονότων παρατηρώ τα εξής: Η πρώτη κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη και για τους τέσσερις κατηγορούμενους. Αναμφίβολα, ο τρόπος με τον οποίο ήταν συσκευασμένη η επίδικη ποσότητα ναρκωτικών (τυλιγμένη μέσα σε 23 τεμάχια χαρτομάντιλου, ίδιου σχήματος και περίπου μεγέθους), συνολικού βάρους 13.724 γραμμαρίων και περίπου, ίδιου βάρος κάθε συσκευασία (σχεδόν όλες, περί το μισό γραμμάριο), σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, 17 από αυτές τις συσκευασίες (τεκμήρια 8 μέχρι 24) βρίσκονταν συγκεντρωμένες εντός του τεμαχίου νάιλον σακουλιού (τεκμήριο 7) καθιστούν βέβαιο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι, πρόθεση εκείνου ή εκείνων που κατείχαν τα ναρκωτικά ήταν να τα προμηθεύσουν σε άλλο πρόσωπο/πρόσωπα. Ωστόσο, το γεγονός ότι στον ουσιώδη χρόνο, όλοι οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν στο μέρος όπου είχαν εντοπιστεί τα εν λόγω ναρκωτικά, δεν αποδεικνύει άνευ άλλου, ότι την ημέρα αυτή ή οποιαδήποτε άλλη μέρα υπήρξε συμπληρωμένη συμφωνία μεταξύ τους - που έγινε στην Πάφο -, είτε ακόμη μεταξύ δύο ή περισσότερων από αυτούς, να τα προμηθεύσουν σε άλλα πρόσωπα, όπως τους καταλογίζεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 1ης κατηγορίας. Αυτό είναι το ουσιαστικό αδίκημα - αντικείμενο της μεταξύ τους συνομωσίας - σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας. Στην απουσία απόδειξης ολοκληρωμένης συμφωνίας, που αποτελεί ασφαλώς συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνωμοσίας (βλ. την Gani, ανωτέρω) δεν μπορεί βάσιμα να γίνει λόγος για συνωμοσία. Έκθετες σε απόρριψη είναι και οι κατηγορίες 3 και 6 που περικλείουν το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» σε άλλο πρόσωπο, οι οποίες αφορούν τους κατηγορούμενους 1 και 2, αντίστοιχα. Ίχνος αποδεκτής μαρτυρίας υπάρχει ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι προμήθευσαν, είτε τον 7ο κατηγορούμενο είτε οποιοδήποτε άλλο - άγνωστο - πρόσωπο, οποιαδήποτε ποσότητα κάνναβης, όπως καταλογίζεται στους εν λόγω κατηγορούμενους, με τις αντίστοιχες λεπτομέρειες αδικήματος. Δε μου διαφεύγει ότι, τόσο ο 2ος κατηγορούμενος όσο και ο 6ος κατηγορούμενος, με την ανακριτική κατάθεσή τους ενοχοποιούν τον 1ο κατηγορούμενο για το συγκεκριμένο αδίκημα, αφού και οι δύο, του αποδίδουν ότι στον ουσιώδη χρόνο, στην παρουσία τους και στο μέρος όπου είχαν εντοπιστεί τα επίδικα ναρκωτικά, πώλησε σε μία κοπέλα ένα τεμάχιο χαρτομάντιλου - όπως τα επίδικα - το οποίο περιείχε κάνναβη, ενώ μερικά λεπτά αργότερα έδωσε και στον 7ο κατηγορούμενο ακόμη ένα τεμάχιο, το οποίο περιείχε και αυτό κάνναβη. Ωστόσο, έχοντας υπόψη, ότι, κατά την ακρόαση, ο 2ος κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και ο 6ος κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, οι παραπάνω ενοχοποιητικές δηλώσεις τους δεν αποτελούν αποδέκτη μαρτυρία και δεν μπορούν να ενοχοποιήσουν τον 1ο κατηγορούμενο (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)»
(1994), σελ. 334 και 335 και την υπόθεση Μαλά ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135). Τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο, με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων άμεσης, περιστατικής, πραγματικής και επιστημονικής μαρτυρίας, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, έχει αποδειχθεί εναντίον οποιουδήποτε κατηγορούμενου, οποιαδήποτε κατηγορία παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» ή κατοχής του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου, με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα. Ειδικότερα: Στις 22.3.2012 και περί ώρα 18:30, η Αστυνομία, κατόπιν πληροφοριών ότι στο καφενείο με την ονομασία «Λοΐζος coffee shop» στο Μούτταλο, γίνεται διακίνηση ναρκωτικών, έκανε έφοδο στο μέρος. Κατά την είσοδο των μελών της Αστυνομίας στο καφενείο και συγκεκριμένα, στο ένα από τα δύο δωμάτιά του, όλοι κατηγορούμενοι κάθονταν γύρω ένα από στρογγυλό τραπέζι (βλ. τη φωτογραφία αριθμός 2 στο τεκμήριο 72) και έπαιζαν χαρτιά. Αυτοί, μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία των εννέα, συνολικά, αστυνομικών, ανάμεσά τους και ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1) σηκώθηκαν από τη θέση τους προσπαθώντας να αντιδράσουν. Ανεπιτυχώς ωστόσο, αφού ακινητοποιήθηκαν από τα μέλη της Αστυνομίας, με σκοπό τον έλεγχό τους. Στο πλαίσιο έρευνας που ακολούθησε, η οποία έγινε δυνάμει σχετικού δικαστικού εντάλματος, εντοπίστηκαν στα τρία σημεία που αναφέρονται σε άλλο μέρος της απόφασης - πιο πάνω - (το ένα, κάτω από το τραπέζι στο οποίο έπαιζαν χαρτιά οι κατηγορούμενοι και τα άλλα δύο - το ένα δίπλα από το άλλο -, πίσω από τον ξύλινο πάγκο, ο οποίος βρισκόταν δίπλα από το ίδιο τραπέζι) τα 23 τεμάχια χαρτομάντιλου που περιείχαν την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών και συγκεκριμένα κάνναβη, από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, συνολικού βάρους 13.724 γραμμαρίων, αναλυτικά - κάθε συσκευασία -, όπως αναφέρεται στην έκθεση εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους (τεκμήριο 75) και σε άλλο σημείο της απόφασης (ανωτέρω). Όλοι οι κατηγορούμενοι, κάθε φορά που ο εξεταστής της υπόθεσης, τους έδειχνε τα ανευρεθέντα ναρκωτικά και τους πληροφορούσε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που βρισκόταν μέσα στα τεμάχια χαρτομάντιλου είναι κάνναβη, της οποίας η κατοχή και χρήση απαγορεύονται και τους εφιστούσε την προσοχή στο νόμο, δεν έδιναν καμιά απάντηση. Το ίδιο έκαναν και όταν τους εξέφρασε τις υποψίες του πως είχαν πετάξει τις τρεις συσκευασίες ναρκωτικών που είχαν βρεθεί κάτω από το τραπέζι, κατά την είσοδό της Αστυνομίας στο μέρος καθώς και όταν πληροφορήθηκαν από άλλο αστυφύλακα ότι είναι υπό σύλληψη, ο οποίος τους εξήγησε τους λόγους και τους επέστησε την προσοχή στο νόμο. Απ' εκεί και πέρα, εδικά για τον 1ο κατηγορούμενο είναι και το γεγονός, ότι, τρεις περίπου μήνες προηγουμένως είχε νοικιάσει από τη Μ.Κ.2, το δωμάτιο του καφενείου της στο οποίο εντοπίστηκαν τα επίδικα ναρκωτικά, στην παρουσία όλων των κατηγορούμενων. Στο συγκεκριμένο μέρος, το οποίο τελούσε υπό την κατοχή του 1ου κατηγορούμενου, οι μόνοι που έμπαιναν ήταν άνθρωποι του περιβάλλοντός του και όχι πελάτες του καφενείου. Αυτό εξακολουθούσε να λειτουργεί από τη Μ.Κ.2 στο άλλο δωμάτιο που ήταν και το μεγαλύτερο. Στο δωμάτιο που είχε νοικιάσει ο 1ος κατηγορούμενος, όλη αυτή την περίοδο, έμπαιναν διάφορα πρόσωπα, ανάμεσά τους και αλλοδαποί, οι οποίοι μετά από ένα με δύο λεπτά, έφευγαν. Ακόμη ένα στοιχείο, ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το γεγονός, ότι, το γενετικό υλικό του 1ου κατηγορούμενου εντοπίστηκε στο ένα από τα τρία τεμάχια χαρτομάντιλου που περιείχαν ναρκωτικά (στο τεκμήριο 4), τα οποία βρέθηκαν κάτω από το τραπέζι στο οποίο, όλοι οι κατηγορούμενοι έπαιζαν χαρτιά στον ουσιώδη χρόνο, ενώ, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον 6ο κατηγορούμενο, του οποίου το γενετικό υλικό εντοπίστηκε σε άλλο τεμάχιο χαρτομάντιλου (στο τεκμήριο 5), το οποίο κατά την αστυνομική έρευνα βρέθηκε στο ίδιο σημείο. Δηλαδή, κάτω από τραπέζι. Τέλος, αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2, 6 και 7 λαμβάνω υπόψη και την ομολογία τους, ότι στον ουσιώδη χρόνο ήταν χρήστες ναρκωτικών και συγκεκριμένα κάνναβης. Δηλαδή, όπως και τα επίδικα ναρκωτικά. Δέχομαι τις επί του προκειμένου παραδοχές τους, οι οποίες περιέχονται στη γραπτή κατάθεσή τους και είναι σαφώς ενοχοποιητικές και εν πάση περιπτώσει, ενάντια στα συμφέροντά τους, για ό,τι αυτές αφορούν - κατά περίπτωση -, αφού, ουδείς εξ αυτών έχει αποκηρύξει μ' οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία, επιπλέον, ο 6ος κατηγορούμενος, με την ανώμοτη δήλωσή του, υιοθέτησε κιόλας το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσής του, ενώ ο 7ος κατηγορούμενος, με την δική του ανώμοτη δήλωση επανέλαβε τις ενοχοποιητικές δηλώσεις του που περιέχονται στη δική του κατάθεση στην Αστυνομία. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, οι κατηγορούμενοι 2 και 6, για τους οποίους, στη βάση των εν λόγω ενοχοποιητικών δηλώσεών τους, κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου, τους προσάφθηκαν κατηγορίες παράνομης κατοχής και χρήσης κάνναβης, αντίστοιχα, με αναφορά σε προηγούμενη ημερομηνία (ως του χρόνου διάπραξης των αδικημάτων), της 22.3.2012 (ουσιώδης χρόνος) ομολόγησαν ενοχή. Προφανώς και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν αναμένεται από κάποιο να ομολογεί τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που δε διέπραξε. Ούτως εχόντων των πραγμάτων θεωρώ ορθές και αληθινές τις ακόλουθες δηλώσεις των τριών αυτών κατηγορούμενων: Αρχίζοντας από το 2ο κατηγορούμενο, στην ανακριτική κατάθεσή του (τεκμήριο 65) αναφέρει τα εξής: κάποτε καπνίζει κάνναβη και την αναγνωρίζει. Πίνει μόνο καμιά ψηλή, δηλαδή κάνναβη και η τελευταία φορά που έκανε χρήση κάνναβης, ήταν την περασμένη Τρίτη. Πίνει καμιά ψιλή για να ηρεμεί επειδή έχει πολλά προβλήματα. Με τη σειρά του, ο 6ος κατηγορούμενος, στη δική του ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 80) αναφέρει τα εξής: είναι χρήστης κάνναβης και ήπιε για τελευταία φορά κάνναβη, δηλαδή χόρτο, την Τετάρτη που πέρασε. Είναι χρήστης τα τελευταία έξι χρόνια και αναγνωρίζει πότε γίνεται αγοραπωλησία ναρκωτικών. Τέλος, ο 7ος κατηγορούμενος, στη δική του κατάθεση (τεκμήρια 77 - στα αγγλικά - και 77Α - η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά -) αναφέρει ότι καπνίζει κάνναβη τα τελευταία δέκα χρόνια. Η απάντηση στο ερώτημα που έχω θέσει είναι αρνητική. Από τα παραπάνω στοιχεία, παρότι είμαι σχεδόν βέβαιος, ότι τα επίδικα ναρκωτικά ανήκαν στον 1ο κατηγορούμενο, που ήταν και ο κάτοχος του χώρου στον οποίο αυτά βρίσκονταν στον ουσιώδη χρόνο, του οποίου μάλιστα το γενετικό υλικό εντοπίστηκε σε μία από τις τρεις συσκευασίες ναρκωτικών που βρέθηκαν κάτω από το τραπέζι, στο οποίο, όλοι οι κατηγορούμενοι έπαιζαν χαρτιά κατά τον ίδιο χρόνο, εντούτοις, για λόγους που ακολουθούν, δεν μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τα ναρκωτικά ανήκαν στον ίδιο. Δηλαδή, ότι είχε την κατοχή τους, τη εννοία του νόμου και της νομολογίας. Αυτό δε, πολύ περισσότερο ισχύει για τους κατηγορούμενους 2, 6 και 7, οι οποίοι, στον ουσιώδη χρόνο ήταν απλώς επισκέπτες στο μέρος, παρότι, δε μου διαφεύγει ότι, το γενετικό υλικό του 6ου κατηγορούμενου, επίσης έχει εντοπιστεί σε μία - άλλη - από τις τρεις συσκευασίες ναρκωτικών που είχαν βρεθεί κάτω από το τραπέζι, κατά τη διάρκεια της αστυνομικής έρευνας που οδήγησε στην ανεύρεση όλης της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών στον ίδιο χώρο. Εξηγώ αμέσως τι θέλω να πω: μολονότι το δωμάτιο στο οποίο είχαν εντοπιστεί τα ναρκωτικά τελούσε υπό τον έλεγχο και την κατοχή του 1ου κατηγορούμενου, εντούτοις, δεδομένου ότι σ' αυτό, στον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν και οι επτά κατηγορούμενοι, ουδείς μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο, να είχε πάρει και τοποθετήσει τα ναρκωτικά στο μέρος, οποιοσδήποτε από αυτούς, εν αγνοία των άλλων, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, ενώ δεν υπάρχει παραδεκτή μαρτυρία ότι ο 1ος κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε σχέση με τα ναρκωτικά, τουλάχιστον για τους άλλους τρεις κατηγορούμενους (2ο, 6ο και 7ο) υπάρχει μαρτυρία, η οποία μάλιστα προέρχεται από τους ίδιους, ότι στον ουσιώδη χρόνο ήταν χρήστες ναρκωτικών και μάλιστα, της ίδιας απαγορευμένης ουσίας, για την οποία και οι τέσσερις κατηγορούμενοι βρίσκονται μέχρι σήμερα στο εδώλιο. Δηλαδή κάνναβης. Απ' εκεί και πέρα, δεδομένου ότι, όπως ανάφερε η Μ.Κ.2, στο μέρος όπου είχαν εντοπιστεί τα ναρκωτικά, εκτός από τους επτά κατηγορούμενους είχαν πρόσβαση και εισέρχονταν και διάφορα άλλα πρόσωπα (κάτι που συνέβαινε πολλές φορές - όπως λέει στην κατάθεσή της - κατά τη διάρκεια των τριών μηνών που είχε νοικιασμένο το επίδικο δωμάτιο στον 1ο κατηγορούμενο), όσο απομακρυσμένο και να φαντάζει το ενδεχόμενο να είχε τοποθετήσει τα ναρκωτικά εκεί οποιοδήποτε από αυτά τα πρόσωπα, εντούτοις, ουδείς μπορεί να το αποκλείσει. Τέλος, για το γεγονός, ότι, το γενετικό υλικό των κατηγορούμενων 1 και 6 εντοπίστηκε στα δύο από τα τρία τεμάχια χαρτομάντιλου που περιείχαν μέρος της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών, για λόγους που έχουν αναφερθεί από το Δρ. Μάριο Καριόλου (Μ.Κ.3), δεν μπορούν να εξαχθούν άνευ άλλου, ενοχοποιητικά συμπεράσματα εναντίον των εν λόγω κατηγορούμενων. Όπως είπε ο μάρτυρας, καταρχήν, οι εξετάσεις DNA, από μόνες τους δεν μπορούν να προσδιορίσουν το χρόνο εναπόθεσης του γενετικού υλικού πάνω σ' ένα αντικείμενο. Ακολούθως, ο μάρτυρας, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, το γενετικό υλικό των εν λόγω κατηγορούμενων που είχε εντοπιστεί στα δύο τεμάχια χαρτομάντιλου που περιείχαν μέρος της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών (τεκμήρια 4 και 5), να είχε εναποτεθεί κατά τη χρήση του χαρτομάντιλου από αυτούς κάποια στιγμή και ακολούθως, το χαρτομάντιλο να χρησιμοποιήθηκε από κάποιο άλλο πρόσωπο, το οποίο τοποθέτησε μέσα σ' αυτό τα ναρκωτικά και να παρέμεινε το γενετικό υλικό των κατηγορούμενων σ' αυτό. Τέλος, ο κ. Καριόλου, παρότι για λόγους που έχει αναφέρει θεωρεί εξαιρετικά δύσκολο, το γενετικό υλικό των εν λόγω κατηγορούμενων να μεταφέρθηκε με δευτερεύον ή έμμεσο τρόπο στα δύο τεμάχια χαρτομάντιλου, εντούτοις, δεν απέκλεισε τελείως ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Όλα αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, γενικά ομιλούντες, ένα συνηθισμένο χαρτομάντιλο, όπως είναι και τα 23 τεμάχια χαρτομάντιλου που περιείχαν την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών είναι τόσο ευρείας χρήσης, το ενδεχόμενο, το γενετικό υλικό, είτε του 1ου είτε του 6ου κατηγορούμενου, να εναποτέθηκε στα δύο τεμάχια χαρτομάντιλου που είχε εντοπιστεί είτε με απευθείας επαφή εκ μέρους τους, δηλαδή άμεσα, είτε με μεταφορά του - ή με δευτερεύον τρόπο -, δηλαδή έμμεσα και μάλιστα, οποτεδήποτε, σε χρόνο προγενέστερο από τον ουσιώδη είναι υπαρκτό και ουδείς μπορεί να το αποκλείσει. Των παραπάνω λεχθέντων, δεν μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί για οποιοδήποτε κατηγορούμενο, ότι στον ουσιώδη χρόνο είχε, είτε τη φύλαξη είτε τον έλεγχο των επίδικων ναρκωτικών και ειδικά για τις 20 συσκευασίες που είχαν εντοπιστεί πίσω από τον ξύλινο πάγκο, ακόμη και γνώση της κατοχής των εν λόγω συσκευασιών και τέλος, γενικά για όλες τις συσκευασίες, γνώση ότι περιείχαν ναρκωτικά. Και, με δεδομένο ότι όλα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν την έννοια της «κατοχής» που αποτελεί συστατικό στοιχείο, τόσο του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» - και η κάνναβη αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως «Β» - όσο και της κατοχής του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο, όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι έκθετες σε απόρριψη. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363): «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται αποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal /Final Αναφορά: παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β», προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως «Β» με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.