← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιου Αντωνίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15212/13, 28/3/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιου Αντωνίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15212/13, 28/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15212/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιου Αντωνίου Ανδρέα Αντωνίου Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.3.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου Για τον 1ο κατηγορούμενο: κ. Κορακίδης Για το 2ο κατηγορούμενο: κ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 128(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία), την κατηγορία της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία), την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς πινακίδες εγγραφής, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 6, 16

(1)και 72 και του Δεύτερου Παραρτήματος των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκαν από την ΚΔΠ 189/00, το Ν.166/87και την ΚΔΠ 312/07 (4η κατηγορία) και τέλος, την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189/2008, το Ν.166/87και την ΚΔΠ 312/07 (5η κατηγορία). Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 15 Δεκεμβρίου 2010, έξω από τις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, παρείχε συνδρομή στο 2ο κατηγορούμενο στη διάπραξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή, στην απόδραση από νόμιμο σύλληψη. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, με σκοπό τον εκφοβισμό του υπαστυνόμου Πολύδωρου Σάββα του σταθμού Κουκλιών, τον απείλησε ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό του με τη φράση: «Ποιον εν να συλλάβεις είσαι ένας ξημαρισμένος τζιαι έβκαρτην την στολή εν σου αξίζει.» Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, επιτέθηκε παράνομα εναντίον του υπαστυνόμου Πολύδωρου Σάββα του σταθμού Κουκλιών. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KHG 635, χωρίς πινακίδες αριθμών εγγραφής. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KHG 635, χωρίς άδεια κυκλοφορίας για το Β' εξάμηνο του
  1. Δηλαδή ληγμένη από τις 30.12.
  2. Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την 6η κατηγορία η οποία περικλείει το αδίκημα της απόδρασης από νόμιμη σύλληψη, κατά παράβαση του άρθρου 128(β) του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ τελούσε υπό νόμιμη κράτηση για ποινικό αδίκημα, δηλαδή, για ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του, απόδρασε. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τους εξής μάρτυρες: τον εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 3142 Πανίκο Ζωττή, τον αστυφύλακα 3773 Νεόφυτο Αραούζου, τον παραπονούμενο στις κατηγορίες 2 και 3, υπαστυνόμο - τότε - Πολύδωρο Σάββα, και τέλος, τον αστυφύλακα 2527 Ηλία Ηλία (Μ.Κ.1 μέχρι 4 αντίστοιχα). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορούμενων υπόβαλαν εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών τους σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Η εισήγηση - όπως την αντιλαμβάνομαι - εντάσσεται και στους δύο λόγους - οι οποίοι θα αναφερθούν στη συνέχεια - για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης. Έναντι της παραπάνω εισήγησης της υπεράσπισης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής τοποθετήθηκε ως εξής: με εξαίρεση τη 2η κατηγορία, η οποία, όπως είπε, θεωρεί πως δεν αποδεικνύεται, για όλες τις άλλες κατηγορίες, για λόγους που έχει αναφέρει αποτελεί θέση της ότι υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία μαρτυρίας που τις αποδεικνύουν. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Mariano v. Αστυνομίας κ.ά., Ποινικές Εφέσεις 112/2014 και 113/2014, ημερομηνίας 20.11.2015, στην οποία επαναλαμβάνονται όλες οι παραπάνω αρχές: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος«εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ.Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα».» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας - περιλαμβανόμενων των παραδεκτών γεγονότων - σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Η 1η κατηγορία - την οποία αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος - περικλείει το αδίκημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος - με αναφορά στο αδίκημα της απόδρασης από νόμιμη σύλληψη - κατά παράβαση των άρθρων 20 και 128(β) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 15 Δεκεμβρίου 2010, έξω από τις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου παρείχε συνδρομή στο 2ο κατηγορούμενο στη διάπραξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή, στην απόδραση από νόμιμο σύλληψη. Η κατηγορία αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την 6η κατηγορία που αφορά το 2ο κατηγορούμενο, η οποία περικλείει το αδίκημα της απόδρασης από νόμιμη σύλληψη, κατά παράβαση του άρθρου 128(β) του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αυτής καταλογίζεται στο 2ο κατηγορούμενο, ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ τελούσε υπό νόμιμη κράτηση για ποινικό αδίκημα, δηλαδή, για ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του, απόδρασε. Σύμφωνα με το άρθρο 126Α του Ποινικού Κώδικα: «Για τους σκοπούς των άρθρων 127, 128, 129 και 129Α- «νόμιμη κράτηση» σημαίνει στέρηση της ελευθερίας προσώπου, δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 του Άρθρου 11 του Συντάγματος. ...............................» Το Άρθρο 11 παράγραφοι 2 και 3 του Συντάγματος προνοεί τ' ακόλουθα: «
  1. Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζει εις τας περιπτώσεις: (α) κρατήσεως ατόμου μετά την καταδίκην αυτού υπό αρμοδίου δικαστηρίου, (β) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου λόγω μη συμμορφώσεως προς νόμιμον διαταγήν δικαστηρίου, (γ) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου ενεργουμένης προς τον σκοπόν προσαγωγής αυτού ενώπιον της αρμοδίας κατά νόμον αρχής επί τη ευλόγω υπονοία ότι διέπραξεν αδίκημα ή οσάκις η σύλληψις ή κράτησις θεωρηθή ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδισιν διαπράξεως αδικήματος ή αποδράσεως μετά την διάπραξιν αυτού, (δ) περιορισμού ανηλίκου δυνάμει νομίμου διαταγής προς τον σκοπόν αναμορφωτικής επιβλέψεως ή νομίμου κρατήσεως προς τον σκοπόν προσαγωγής αυτού ενώπιον της αρμοδίας κατά νόμον αρχής, (ε) περιορισμού ατόμων προς παρεμπόδισιν επεκτάσεως μεταδοτικών νόσων, ατόμων ασθενών διανοητικώς, αλκοολικών, τοξικομανών ή αλητών, και (στ) σύλληψης ή κράτησης ατόμου προς παρεμπόδιση της χωρίς άδεια εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας ή σύλληψης ή κράτησης αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης ή έκδοσης ή σύλληψης ή κράτησης πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό της έκδοσης ή παράδοσής του με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι τέτοια σύμβαση εφαρμόζεται αντίστοιχα και από τον αντισυμβαλλόμενο. Η σύλληψη ή η κράτηση όμως οποιουδήποτε προσώπου προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσής του δεν είναι δυνατή εάν το αρμόδιο κατά νόμο όργανο ή αρχή έχει ουσιώδη λόγο να πιστεύει ότι το αίτημα της έκδοσης ή παράδοσης έγινε με σκοπό την ποινική δίωξη ή την τιμωρία προσώπου συνεπεία της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της εθνοτικής καταγωγής, των πολιτικών πεποιθήσεων ή των νόμιμων κατά το διεθνές δίκαιο διεκδικήσεων συλλογικών ή ατομικών δικαιωμάτων.
  2. Εξαιρουμένου του δια θανάτου ή φυλακίσεως, ότε και όπως ο νόμος ορίζη, τιμωρουμένου αυτοφώρου αδικήματος, ουδείς συλλαμβάνεται, ειμή κατόπιν ητιολογημένου δικαστικού εντάλματος εκδοθέντος συμφώνως προς τους υπό του νόμου προδιαγεγραμμένους τύπους, ή με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.» Τέλος, το άρθρο 128(β) του Ποινικού Κώδικα που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα προνοεί τα εξής: «Πρόσωπο το οποίο είτε με τη χρήση βίας είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο διαφύγει ή αποπειράται να διαφύγει- (α) ...............................ή (β) ενόσω τελεί υπό νόμιμη κράτηση και βρίσκεται υπό τον έλεγχο, την εποπτεία και την ευθύνη του Αρχηγού της Αστυνομίας ή (γ) ............................... (δ) ............................... (ε) .............................., είναι ένοχο κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.» Μια πρώτη παρατήρηση στην οποία επιθυμώ να προβώ είναι η εξής: Ενώ στην έκθεση αδικήματος των κατηγοριών 1 και 6 γίνεται λόγος για τα αδικήματα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της απόδρασης από νόμιμη σύλληψη και της απόδρασης από νόμιμη σύλληψη, αντίστοιχα και με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, καταλογίζεται στον 1ο κατηγορούμενο ότι παρείχε συνδρομή στο 2ο κατηγορούμενο να αποδράσει από νόμιμη σύλληψη, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας, αυτό που καταλογίζεται στο 2ο κατηγορούμενο είναι ότι, ενώ τελούσε υπό νόμιμη κράτηση για ποινικό αδίκημα, δηλαδή, για ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του, απόδρασε. Ότι υπάρχει σοβαρή αντινομία ανάμεσα στις δυο κατηγορίες και, στην 6η κατηγορία και αυτοτελώς είναι ολοφάνερο. Καταρχήν, η νόμιμη σύλληψη, δεν είναι το ίδιο με τη νόμιμη κράτηση. Ενώ η σύλληψη προηγείται και αποτελεί το μέσο για να τεθεί κάποιος σε νόμιμη κράτηση, που σημαίνει στέρηση της ελευθερίας του, δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 του Άρθρου 11 του Συντάγματος (βλ. το άρθρο 126Α του Ποινικού Κώδικα - ανωτέρω -), στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι στην έκθεση αδικήματος και των δυο κατηγοριών περικλείεται το άρθρο 128(β) του Ποινικού Κώδικα είναι σαφές, ότι, για σκοπούς στοιχειοθέτησής τους, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, στον ουσιώδη χρόνο, ο 2ος κατηγορούμενος τελούσε υπό νόμιμη κράτηση, υπό την έννοια ότι βρισκόταν υπό τον έλεγχο και ή την εποπτεία και ευθύνη του Αρχηγού της Αστυνομίας. Βλέπε και την Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505 στην οποία με παράπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του 1ου κατηγορούμενου, η οποία, κατά τη γνώμη μου ισχύει και στην παρούσα υπόθεση, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών. Κρίθηκε σ' αυτή, ότι, από τη στιγμή που ο εφεσείων βγήκε από τη φυλακή με άδεια εξόδου έπαυσε να βρίσκεται κάτω από το φυσικό, άμεσο και απευθείας έλεγχο της αρχής των φυλακών και των μελών της. Επομένως, η παράλειψή του να επιστρέψει στις φυλακές κατά το πέρας της άδειάς του, δεν ισοδυναμούσε με απόδραση από νόμιμη κράτηση, αλλά με παράλειψή του να επιστρέψει στις φυλακές, για να υπαχθεί ξανά σε νόμιμη κράτηση. Κατά τη γνώμη μου, εάν αυτό που ήθελε να αποδώσει η κατηγορούσα αρχή στους δυο κατηγορούμενους είναι ότι ο πρώτος παρείχε συνδρομή στο δεύτερο να αποφύγει τη σύλληψή του δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, άλλη είναι η κατηγορία που θα έπρεπε να τους είχε προσάψει και όχι αυτής της απόδρασης από νόμιμη σύλληψη, αφού, το άρθρο 128 του Ποινικού Κώδικα, γενικά - και όχι μόνο η παράγραφος (β) αυτού που περικλείεται στις υπό κρίση κατηγορίες - με τίτλο «Απόδραση προσώπου που τελεί υπό νόμιμη κράτηση» διαλαμβάνει για το αδίκημα της απόδρασης από νόμιμη κράτηση και όχι σύλληψη. Το άλλο στοιχείο που περικλείεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας και αποτελεί αντινομία είναι η φράση «..ενώ τελούσε υπό νόμιμη κράτηση για ποινικό αδίκημα, δηλαδή, για ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του, απόδρασε.» Περιορίζομαι να πω τούτο∙ το ένταλμα σύλληψης, δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα, αλλά εκδίδεται εναντίον κάποιου που θεωρείται ύποπτος για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Παρά τις πιο πάνω εμφανείς αδυναμίες που παρουσιάζει το κατηγορητήριο, που το καθιστούν προβληματικό σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 6, εντούτοις, θα υπεισέλθω στην ουσία τους και θα εξετάσω κατά πόσο υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως, από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον των κατηγορούμενων για ό,τι τους καταλογίζεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών (βλ. την Ευσταθίου, ανωτέρω). Ο παραπονούμενος - υπαστυνόμος στον ουσιώδη χρόνο - Πολύδωρος Σάββα (Μ.Κ.3), στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Σταθμεύει στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών. Στις 15.12.2010 και περί ώρα 14:40 (13:40, όπως λέει στη δεύτερη κατάθεσή του - τεκμήριο 8 -), ενώ βρισκόταν έξω από τις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, στο οποίο μετέβηκε για να προμηθευτεί φάρμακα σταμάτησε κοντά του ένα αυτοκίνητο BMW, χρώματος μπλε βαθύ, τύπου καρχαρία, στο οποίο επέβαιναν δύο άτομα. Ο 1ος κατηγορούμενος στη θέση του οδηγού και ο 2ος κατηγορούμενος στη θέση του συνοδηγού. Απευθυνόμενος στο 2ο κατηγορούμενο, του είπε ποιος είναι ο ίδιος, ότι έχει ένταλμα σύλληψης εναντίον του και ότι είναι υπό σύλληψη. Του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός δεν απάντησε. Αμέσως, ο 1ος κατηγορούμενος έβγαλε τη ζώνη ασφαλείας που φορούσε και με έντονο ύφος και άγριες διαθέσεις του είπε: «έλα σύλλαβε τον» και έκανε κίνηση να κατεβεί από το αυτοκίνητο. Ο ίδιος επανέλαβε στο 2ο κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και τότε αυτός, του είπε: «ποιον εν να συλλάβεις είσαι ένας ξημαρισμένος τζιαι έβκαρτην τη στολή εν σου αξίζει.» Όταν του ανάφερε ότι είναι υπό σύλληψη, το γυαλί της πόρτας του αυτοκινήτου ήταν ανοικτό και τον άγγιξε με το δεξί του χέρι στον αριστερό ώμο. Αμέσως, ο 1ος κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο και έφυγαν από εκεί και όπως πρόσεξε, το αυτοκίνητο δεν είχε πινακίδες εγγραφής, ούτε μπροστά ούτε πίσω. Την ίδια ώρα τηλεφώνησε στο σταθμό Κουκλιών και ανάφερε στο Μ.Κ.2 το όλο συμβάν. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η βασική θέση των κατηγορούμενων για όσα τους καταλογίζονται από το μάρτυρα που είναι η εξής: την επίδικη μέρα, ούτε πήγαν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου μα ούτε και συνάντησαν το μάρτυρα οπουδήποτε. Ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος από τον ευπαιδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: ότι στις 15.12.2010 και ώρα 13:20 αναχώρησε από τον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών για την Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, το καταχώρησε στο ημερολόγιο του σταθμού. Μαζί με την αστυφύλακα Σουσάννα, η οποία υπηρετεί ακόμη στο σταθμό πήγαν με αστυνομικό όχημα στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, για εκτέλεση αλληλογραφίας του σταθμού. Η Σουσάννα, τον πήρε στο νοσοκομείο και στην επιστροφή θα τον παραλάμβανε για να μεταβεί στο σταθμό. Ο ίδιος έκανε τη σχετική καταχώρηση στο ημερολόγιο του σταθμού και σ' αυτό είναι γραμμένο και το όνομα της Σουσάννας. Στο νοσοκομείο, προχωρώντας προς το χώρο που είναι το φαρμακείο σταμάτησε δίπλα του ακριβώς το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος. Όταν ανάφερε στο 2ο κατηγορούμενο ότι έχει ένταλμα σύλληψης εναντίον του και του είπε ότι είναι υπό σύλληψη, αμέσως, ο 2ος κατηγορούμενος, του είπε με άγριο ύφος: «έλα σύλλαβέ με.» Στη συνέχεια, εφόσον ο 2ος κατηγορούμενος ήταν υπό σύλληψη, τον άγγιξε στον ώμο με το δεξί του χέρι, επειδή ήταν ανοιχτό το παράθυρο του αυτοκινήτου. Όσα ακολουθούν είναι από τη μαρτυρία και συγκεκριμένα, από τη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 4) του εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 3142 Πανίκου Ζωττή (Μ.Κ.1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του: Συνέλαβε το 2ο κατηγορούμενο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στις 21.12.2010 και ώρα 14:10, δυνάμει του δικαστικού εντάλματος που εκκρεμούσε εναντίον του για τροχαία αδικήματα (βλ. το τεκμήριο 5 το ένταλμα σύλληψης). Πέντε λεπτά αργότερα, στον ίδιο χώρο συνέλαβε και τον 1ο κατηγορούμενο, δυνάμει επίσης δικαστικού εντάλματος που εκκρεμούσε εναντίον του, ουσιαστικά, για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης (βλ. το τεκμήριο 6 το ένταλμα σύλληψης). Ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Ο Μ.Κ.3, στο νοσοκομείο νομίζει ότι πήγε με τον αρχιαστυφύλακα 857 Γιώργο Γεωργίου του Αστυνομικού Σταθμού Κουκλιών. Αυτό του το είπε ο Μ.Κ.
  1. Ερωτηθείς εάν είναι σύνηθες οι αστυνομικοί να πιάνουν το περιπολικό και να πηγαίνουν στο νοσοκομείο να πιάνουν φάρμακα και να επιστρέφουν, βασικά απάντησε αρνητικά. Ωστόσο, εάν γίνει κάτι τέτοιο - όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση - σύμφωνα με την αστυνομική διάταξη, κάθε αστυνομικός που εξέρχεται του σταθμού για εξετάσεις ή και για χρήση υπηρεσιακού οχήματος προβαίνει ο ίδιος σε σχετική καταχώρηση στο ημερολόγιο του σταθμού καθώς και στο μητρώο διακίνησης οχημάτων. Κάποια στιγμή, του ζητήθηκε από τον κ. Κορακίδη να καταθέσει το πρωτότυπο ένταλμα σύλληψης του 1ου κατηγορούμενου μαζί με το σχετικό όρκο (τεκμήρια 12 και 13). Από το ένταλμα, που είναι το ίδιο με αυτό που είχε καταθέσει στο στάδιο της κυρίως εξέτασης (τεκμήριο 5) προκύπτει ότι αυτό εκδόθηκε εναντίον του 1ου κατηγορούμενου στις 14.12.2010 και ώρα 21:15, για τα αδικήματα της οδήγησης μη εγγεγραμμένου οχήματος και της μη συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού και εκτελέστηκε στις 21.12.2010 και ώρα 14:
  2. Όπως είπε ο μάρτυρας, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του κ. Κορακίδη, το συγκεκριμένο ένταλμα εκτελέστηκε από τον ίδιο. Ερωτηθείς εάν από το ημερολόγιο ενεργείας του σταθμού φαίνεται κατά πόσο ο Μ.Κ.3 είχε μεταβεί στο νοσοκομείο ισχυρίστηκε ότι με βάση το ημερολόγιο καθηκόντων υπάρχει μια καταχώρηση με αύξων αριθμό 395, ημερομηνίας 14.12.2010 και ώρα 12:
  3. Πρόκειται για το τεκμήριο 15 το συγκεκριμένο έγγραφο και στη σχετική καταχώρηση, με αύξων αριθμό 395/405 και με ώρα καταχώρησης 12:30, κάτω από τον τίτλο: «Εις ΑΔΕ Πάφου» αναγράφονται τα εξής: «Ο (Υπ/μος Π. Σάββα) και) ο Α/3773 αναχωρούν για την ΑΔΕ Πάφου με το α/ο ΗΡΒ 624.» Συνεχίζοντας ο εξεταστής ισχυρίστηκε ότι ακολούθως υπάρχει επιστροφή με καταχώρηση στο ημερολόγιο του σταθμού και πάλιν, με αύξων αριθμό
  4. Πρόκειται για το τεκμήριο 16 το εν λόγω έγγραφο και στη σχετική καταχώρηση, με αύξων αριθμό και πάλιν 395/405 και με ώρα καταχώρησης 17:15, κάτω από τον τίτλο: «Απο ΑΔΕ Πάφου» αναγράφονται τα εξής: «Ο Α/3773 επέστρεψε από την ΑΔΕ Πάφου.» Ερωτηθείς ο μάρτυρας - πάντοτε από τον κ. Κορακίδη - εάν στο ημερολόγιο (τεκμήριο 16) φαίνεται καμιά καταχώρηση που να αφορά το νοσοκομείο απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς στη συνέχεια εάν ρώτησε τον αστυφύλακα 3773 (Μ.Κ.2) εάν πήγε στο νοσοκομείο απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι ο εν λόγω αστυφύλακας έδωσε και κατάθεση. Όταν του υποδείχθηκε από τον κ. Κορακίδη, ότι ο Μ.Κ.2 έδωσε δύο καταθέσεις και δε λέει σ' αυτές ότι πήγε στο νοσοκομείο, «Δεν έχω κατάθεση μπροστά μου.» απάντησε. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέταση του μάρτυρα από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου: Καταρχήν επανέλαβε τη θέση του ότι το ένταλμα σύλληψης εναντίον του 2ου κατηγορούμενου εκτελέστηκε από τον ίδιο στις 21.12.
  5. Ωστόσο, στη συνέχεια συμφώνησε ότι ο λόγος της παρούσας υπόθεσης αφορά στο γεγονός, ότι, στις 15.12.2010, ο Μ.Κ.3 εκτέλεσε το ίδιο ένταλμα εναντίον του 2ου κατηγορούμενου και αυτός απέδρασε. Όπως είπε απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση, θεωρείται ότι απέδρασε, πλην όμως, η Αστυνομία έχει εξουσία να το συλλάβει με βάση το ισχύον ένταλμα, που είναι αυτό που ο Μ.Κ.3 ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε στο νοσοκομείο, στις 15.
  6. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε ο αστυφύλακας 3773 Νεόφυτος Αραούζου (Μ.Κ.2): Καταρχήν, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, υιοθέτησε απλώς το περιεχόμενο των δύο καταθέσεών του (τεκμήρια 17 και 18). Στην πρώτη αναφέρει μόνο, ότι, στις 21.12.2010 έλαβε ανακριτική κατάθεση από το 2ο κατηγορούμενο σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση μη συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού, απόδρασης από νόμιμη σύλληψη και δημόσιας εξύβρισης. Στη δεύτερη, που τιτλοφορείται ως συμπληρωματική - της πρώτης, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της δεύτερης - αναφέρει πολύ περισσότερα. Χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω περιορίζομαι να πω το εξής: με αυτή, μεταξύ άλλων επιβεβαιώνει το Μ.Κ.3 για όσα ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα στο νοσοκομείο κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανάμεσα στον ίδιο και τους κατηγορούμενους. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κορακίδη ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τα εξής: Δε θυμάται την ακριβή ημερομηνία που προέβη στη συμπληρωματική κατάθεση, η οποία του ζητήθηκε από τον εξεταστή, επειδή είχε κάνει περισσότερες ενέργειες. Ωστόσο, δε γνωρίζει ποιος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Παρατηρώ τα εξής: Τόσο η 1η όσο και η 6η κατηγορία είναι έκθετες σε απόρριψη και για τους δυο λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορουμένου από αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης. Εκτός του ότι και οι δυο κατηγορίες αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα εξ αντικειμένου στοιχειοθέτησης είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής που τείνει να δημιουργήσει υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον των κατηγορούμενων είναι τόσο αντινομική και αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη των κατηγορούμενων στις υπό κρίση κατηγορίες. Ειδικότερα: Καταρχήν, δεδομένου ότι στην έκθεση αδικήματος και των δυο κατηγοριών περιλαμβάνεται το άρθρο 128(β) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο δημιουργεί το αδίκημα της απόδρασης προσώπου που τελεί υπό νόμιμη κράτηση και από τη μαρτυρία δεν προκύπτει ότι ο 2ος κατηγορούμενος τέθηκε οποτεδήποτε υπό νόμιμη κράτηση (όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 6ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο ίδιος), αφού, ο Μ.Κ.3, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι του είπε πως είναι υπό σύλληψη και τον άγγιξε στον ώμο, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι τον έθεσε υπό το έλεγχό και/ή την εποπτεία και ευθύνη του, που αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, με βάση το άρθρο 128(β) του Ποινικού Κώδικα ή για να το πω αλλιώς δεν έχει αποδειχθεί ότι τον έθεσε οποτεδήποτε κάτω από το φυσικό, άμεσο και απευθείας έλεγχό του σύμφωνα με την Ονουφρίου (ανωτέρω), δεν μπορεί βάσιμα να γίνει λόγος για απόδραση του 2ου κατηγορούμενου από νόμιμη κράτηση και για παροχή συνδρομής του 1ου κατηγορούμενου στη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από το 2ο κατηγορούμενο. Προστίθενται και εξής: Η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να καταλογίζει στο 2ο κατηγορούμενο ότι απέδρασε από νόμιμη κράτηση, στην οποία είχε τεθεί από το Μ.Κ.3, στις 15.12.2010, κατόπιν εκτέλεσης του επίδικου εντάλματος σύλληψης (τεκμήρια 5 - το αντίγραφο - και 12 - το πρωτότυπο -) τη στιγμή που το συγκεκριμένο ένταλμα, σύμφωνα με τη δική της μαρτυρία εκτελέστηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.1), στις 21.12.
  7. Το πόσο αντινομική είναι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής επί του προκειμένου είναι ολοφάνερο. Είναι όμως και τόσο αναξιόπιστη και στερούμενη πειστικότητας η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής γύρω από το ίδιο θέμα, σε βαθμό που, πραγματικά, κανένα λογικό Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σ' αυτή, όχι απλώς για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους στις υπό κρίση κατηγορίες, αλλά, για να δεχθεί τον ισχυρισμό του Μ.Κ.3 ότι στον ουσιώδη χρόνο μετέβη στο νοσοκομείο και ότι εκεί έλαβαν χώρα όσα καταλογίζει στους κατηγορούμενους. Διερωτώμαι ειλικρινά τι απ' όσα ακολουθούν ισχύει: Ο Μ.Κ.3, με ποιόν πήγε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στον ουσιώδη χρόνο; Με την αστυφύλακα Σουσάννα, όπως είπε ο ίδιος, με τον αρχιαστυφύλακα 857 Γιώργο Γεωργίου, όπως φέρεται από τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.1) να του έχει πει ή με το Μ.Κ.2, τον οποίο ρώτησε κιόλας ο εξεταστής εάν είχε πάει στο νοσοκομείο και του απάντησε καταφατικά; Και, ειδικά ο εξεταστής, πόσο πειστικός είναι όταν επικαλείται το ημερολόγιο καθηκόντων του σταθμού προκειμένου να πείσει ότι στις 15.12.2010 - ουσιώδης χρόνος - ο Μ.Κ.3 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου τη στιγμή που και τα δυο ημερολόγια που παρουσίασε (τεκμήρια 15 και 16) είναι ημερομηνίας 14.12.2010 και δεν προκύπτει από αυτά ότι ο Μ.Κ.3 μετέβη στο νοσοκομείο, έστω την ημέρα αυτή; Τέλος, όταν ο Μ.Κ.3 είπε στο 2ο κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο 1ος κατηγορούμενος, πώς αντέδρασε; Έβγαλε τη ζώνη ασφαλείας που φορούσε και με έντονο ύφος και άγριες διαθέσεις, του είπε: «έλα σύλλαβέ τον» και έκαμε κίνηση να κατέβει από το αυτοκίνητο, όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7) ή μήπως, του είπε απλώς με άγριο ύφος «έλα σύλλαβέ με», όπως είπε αντεξεταζόμενος από τον κ. Κορακιδη, οπότε δεν ισχύουν όλα τα άλλα που αναφέρει στην κατάθεσή του; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω την απόφαση μου να αθωώσω τόσο τον 1ο κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία όσο και το 2ο κατηγορούμενο στην 6η κατηγορία και για τους δυο λόγους που μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο σ' αυτό το στάδιο. Η 2η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη, καθ' ομολογία και της κατηγορούσας αρχής. Δύο είναι οι λόγοι για τους οποίους οδηγούμαι σ' αυτή την κατάληξη. Ο πρώτος και πιο βασικός αφορά στο γεγονός, ότι, τη φράση με την οποία καταλογίζεται στον 1ο κατηγορούμενο ότι απείλησε τον παραπονούμενο (Μ.Κ.3), ο τελευταίος, με τη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7), την αποδίδει στο 2ο κατηγορούμενο. Ωστόσο, η κατηγορία αυτή - όπως και όλες οι άλλες - θα απορριφθεί αυτοτελώς και για τον επιπλέον λόγο, ότι, για λόγους που εν μέρει έχουν αναφερθεί και για διάφορους άλλους τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια θεωρώ τόσο αναξιόπιστο μάρτυρα το Μ.Κ.3, σε βαθμό που δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι στον ουσιώδη χρόνο μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, είτε ακόμη ότι κατά τον ίδιο χρόνο συνάντησε οπουδήποτε τους κατηγορούμενους. Η 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα θα απορριφθεί και για τον εξής λόγο. Αν υποτεθεί ότι, θεωρούμενος ως αληθής ο ισχυρισμός του Μ.Κ.3 - ο οποίος περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7) - πως όταν είπε στο 2ο κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και του επίστησε την προσοχή στο νόμο, ο 1ος κατηγορούμενος έβγαλε τη ζώνη ασφαλείας που φορούσε και με έντονο ύφος και άγριες διαθέσεις, του είπε: «έλα σύλλαβέ τον.» και έκαμε κίνηση να κατέβει από το αυτοκίνητο, συνιστά επίθεση τη εννοία του νόμου, ο ισχυρισμός αυτός, στο στάδιο αντεξέτασης του μάρτυρα, ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε αφού - για να επαναλάβω - αυτό που καταλογίζει στον 1ο κατηγορούμενο είναι μόνο ότι του είπε με άγριο ύφος, «έλα σύλλαβέ με.», χωρίς να επαναλαμβάνει και όλα τα άλλα που του αποδίδει με τη γραπτή κατάθεσή του. Όσο άγριο κι αν ήταν το ύφος του 1ου κατηγορούμενου όταν του «είπε» τη συγκεκριμένη φράση, προφανώς, αυτή, δεν αποτελεί άνευ άλλου επίθεση. Ούτε και μου διαφεύγει ότι με τη γραπτή κατάθεσή του αποδίδει στον 1ο κατηγορούμενο τη φράση, «έλα σύλλαβέ τον» και αντεξεταζόμενος, τη φράση, «έλα σύλλαβέ με.» Οι κατηγορίες 4 και 5, με τις οποίες αποδίδεται στον 1ο κατηγορούμενο ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KHG 635, χωρίς πινακίδες αριθμού εγγραφής (4η κατηγορία) και χωρίς άδεια κυκλοφορίας για το Β' εξάμηνο του 2010 (5η κατηγορία) θα απορριφθούν επειδή, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να αποδεικνύει ότι το αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες αριθμού εγγραφής, στο οποίο, όπως ισχυρίζεται ο Μ.Κ.3 στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7) επέβαιναν οι κατηγορούμενοι στον ουσιώδη χρόνο στο χώρο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου είναι το αυτοκίνητο με τον παραπάνω αριθμό εγγραφής. Το γεγονός ότι, ο Μ.Κ.3, στη συμπληρωματική κατάθεσή του (τεκμήριο 8) ισχυρίζεται ότι στις 22.12.2010 είδε και αναγνώρισε στο χώρο επισκεπτών του Κεντρικού Αστυνομικού Πάφου το όχημα που αναφέρει στην προηγούμενη κατάθεσή του ότι οδηγείτο στο χώρο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου δε διαφοροποιεί τα πράγματα. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το ίδιο αυτοκίνητο το υπό αναφορά, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να το συσχετίζει με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KHG 635 που καταλογίζεται στον 1ο κατηγορούμενο ότι οδηγούσε στον ουσιώδη χρόνο, χωρίς πινακίδες αριθμού εγγραφής (4η κατηγορία) και χωρίς άδεια κυκλοφορίας για το Β' εξάμηνο του 2010 (5η κατηγορία). Ο Μ.Κ.3, αντεξεταζόμενος από τον κ. Κορακίδη συναφώς με το θέμα, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήταν μάρκας BMW, μπλε σκούρο, όπως το είδε και τύπου «καρχαρίας» Ερωτηθείς ποιο μοντέλο είναι τύπου «καρχαρίας» «Δεν είμαι ειδικός για τα αυτοκίνητα.» απάντησε. Ερωτηθείς στη συνέχεια τι τον έκανε να πει πως είναι τύπου «καρχαρίας» «Έτσι το εξέλαβα εκείνη την ώρα.» ήταν απάντησή του. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν έμοιαζε με καρχαρία το εν λόγω όχημα, «Έτσι το εξέλαβα.» απάντησε και πάλιν. «Από πού το εξέλαβες;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Από τον τύπο του αυτοκινήτου.» απάντησε. Και συγκεκριμένα από την κατασκευή, όπως είπε διευκρινιστικά. Όταν λίγο αργότερα κλήθηκε να πει πώς κατάλαβε ότι το αυτοκίνητο με πινακίδες που είδε στην αστυνομική διεύθυνση ήταν εκείνο που είχε δει στο νοσοκομείο ισχυρίστηκε ότι συγκράτησε το όχημα και τον τύπο. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήταν το μοναδικό μοντέλο σε χρώμα, επέμενε ότι επρόκειτο για το ίδιο αυτοκίνητο. Ερωτηθείς ακολούθως εάν είχε κάποιο χαρακτηριστικό που διαφέρει από τα άλλα μοντέλα του τύπου, «Το χρώμα, ο τύπος και η μάρκα.» απάντησε. Ο μάρτυρας για το ίδιο θέμα ισχυρίστηκε και διάφορα άλλα στη συνέχεια τα οποία ουδόλως διαφοροποιούν τα πράγματα. Εν πάση περιπτώσει, η μόνη αναφορά που γίνεται στο επίδικο αυτοκίνητο - με αριθμό εγγραφής KHG 635 - είναι από τον ίδιο τον 1ο κατηγορούμενο στην ανακριτική κατάθεσή του (τεκμήριο 21), ο οποίος, ναι μεν παραδέχεται ότι το οδήγησε στον ουσιώδη χρόνο, πλην όμως, αρνείται κατηγορηματικά ότι μετέβη με αυτό στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, όπως είναι η θέση του Μ.Κ.3 και όπως του καταλογίζεται με τις επίδικες κατηγορίες. Προστίθενται και τα εξής: ο αστυφύλακας 2527 Ηλίας Ηλία (Μ.Κ.4) που έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον 1ο κατηγορούμενο, η οποία αφορούσε και το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς πινακίδες εγγραφής, αντεξεταζόμενος από τον κ. Κορακίδη, ερωτηθείς εάν είδε το αυτοκίνητο BMW απάντησε αρνητικά. Όπως είπε, η μοναδική ενέργεια που έκανε στην υπόθεση ήταν να λάβει την ανακριτική κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Έπεται ότι η εισήγηση της υπεράσπισης γίνεται αποδεκτή. Και οι δυο κατηγορούμενοι αθωώνονται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 128(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, απειλή βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πινακίδες εγγραφής, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 6, 16
(1)και 72 και του Δεύτερου Παραρτήματος των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκαν από την ΚΔΠ 189/90, το Ν.166/87και την ΚΔΠ 312/07 και τέλος, οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189/2008, το Ν.166/87και την ΚΔΠ 312/07 - εκ πρώτης όψεως υπόθεση -. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.