← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Mustfa Hussam, Αρ. Υπόθεσης: 15489/12, 8/3/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Mustfa Hussam, Αρ. Υπόθεσης: 15489/12, 8/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15489/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Mustfa Hussam, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8.3.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο: κ. Ζόππος Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία), απειλή, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία) και τέλος, ανησυχία, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα (4η κατηγορία). Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 30 Ιουνίου, 2012, στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψή του. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως, δηλαδή, εναντίον του αστυφύλακα 583 Χαρ. Μαρκαντώνη, του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία προκάλεσε τρόμο στον αστυφύλακα 583 Χαρ. Μαρκαντώνη, του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, απειλώντας το με τη φράση «μπες μέσα και θα δεις τι θα σου κάμω, εν να δεις ήντα που να σου κάμω.» Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 30 Ιουνίου, 2012, στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, σε δημόσιο μέρος, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον παραπονούμενο, αστυφύλακα 583 Χαράλαμπο Μαρκαντώνη, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1105 Νίκο Ιωάννου και τέλος, τον ειδικό αστυφύλακα 5593 Παύλο Τιμοθέου (Μ.Κ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος Mustfa Hussam, αφού κλήθηκε σε απολογία σ' όλες τις κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα, τον Αβδέλ Αζίζ Ελ Σσεήχ Αχμέδ (Μ.Υ.1). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 1) του παραπονούμενου, αστυφύλακα 583 Χαράλαμπου Μαρκαντώνη (Μ.Κ.1), το περιεχόμενο της οποίας ακολουθεί αυτούσιο: «Υπηρετώ στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είμαι τοποθετημένος στα κρατητήρια του Κεντρικού σταθμού Πάφου. Την 30/6/2012 και περίπου η ώρα 22:55 ενώ βρισκόμουν καθήκον με τον Αστ. 4593 στο ROOM CONTROL άκουσα φασαρία και φωνές από τα κρατητήρια. Αμέσως εισήλθα εντός των κρατητηρίων όπου διαπίστωσα ότι οι κρατούμενοι στα κελιά 3, 5, 26 και 10 κτυπούσαν τις πόρτες. Αφού πλησίασα τον κρατούμενο στο κελί με αρ. 5 Mustafa Hussam με αρ. διαβ. Ν004567145 από την Συρία για να τον ρωτήσω να μου πει τι συμβαίνει, αυτός μου φώναζε και με απειλούσε λέγοντας μου "μπες μέσα και θα δεις τι θα σου κάνω". Αμέσως άνοιξα την πόρτα και τον κάλεσα να εξέλθει του κελιού του και να με ακολουθήσει. Αυτός αρνήθηκε και όταν μπήκα μέσα στο κελί του με έσπρωξε με τα χέρια του και με κτύπησε στην περιοχή της κοιλιάς. Αμέσως τον πληροφόρησα για τα αδικήματα τα οποία διέπραξε, του επέστησα την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε "εν να δεις ήντα που να σου κάμω". Ακολούθως με την βοήθεια του Ε Α 5593 και αφού χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία επανασυνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα». Έναντι όλων των παραπάνω ισχυρισμών και θέσεων του μάρτυρα, ο κατηγορούμενος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής, τα οποία συνθέτουν τη δική του εκδοχή αναφορικά με το επίδικο περιστατικό: Το βράδυ της 30.6.2012 γύρω στις 20:00 είχε σβήσει το air condition και ήταν πολύ ζέστη στα αστυνομικά κρατητήρια. Από την πολύ ζέστη υγράνθηκαν οι τοίχοι. Συνεπεία αυτού, όλοι οι κρατούμενοι ξεκίνησαν να χτυπούν τις πόρτες και να φωνάζουν για να ξεκινήσουν το air condition. Κάποια στιγμή, ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) ήρθε στο κελί με αριθμό 25 και κάλεσε τους κρατούμενους που ήταν μέσα σ' αυτό να σιωπήσουν. Εκείνη τη στιγμή, τα κρατητήρια ήταν γεμάτα. Μετά, ο μάρτυρας πήγε στην πόρτα του δικού του κελιού και το ρώτησε γιατί φώναζε. Του απάντησε ότι ήθελε να μιλήσει με τον αξιωματικό, με το μάστρο, για το air condition. Αυτός, του είπε πως είναι εκείνος ο μάστρος και στη συνέχεια άνοιξε την πόρτα του κελιού του και μπήκε μέσα. Ήταν πολύ νευριασμένος, το πρόσωπο του ήταν κόκκινο και φαίνονταν οι φλέβες στο λαιμό του. Επειδή ο ίδιος φοβήθηκε, πήγε προς το κρεβάτι του. Τότε, ο μάρτυρας άρχισε να τον τραβά από το χέρι και το λαιμό προς τα έξω και εκεί άρχισε να του φωνάζει και να το χτυπά. Τη στιγμή αυτή, ο Μ.Κ.3, ο οποίος στεκόταν έξω από τα κάγκελα πήγε από πίσω του και τον έπνιξε, βάζοντάς τον στα πόδια του. Συγκεκριμένα, του έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα σκέλια του. Ακολούθως και οι δυο άρχισαν να το χτυπούν πίσω στην πλάτη καθώς και στα πλευρά. Στη θέα του παραπάνω σκηνικού, οι άλλοι κρατούμενοι φώναζαν περισσότερο και χτυπούσαν στις πόρτες για να τον αφήσουν. Αυτοί, τότε, του πέρασαν χειροπέδες πισθάγκωνα και τον τράβηξαν μακριά από τους άλλους κρατούμενους, προς τα γραφεία. Εκεί, του χτύπησαν το κεφάλι σε μια κολώνα από μπετόν. Από το φόβο του μην πάθει τίποτε ξάπλωσε στο έδαφος, οπότε, ο Μ.Κ.1 ξεκίνησε να το χτυπά με τα πόδια σ' όλο το σώμα του. Κάποιος άλλος αστυνομικός που ήταν εκεί, ο Γιάννης είπε στο Μ.Κ.1 ότι υπήρχαν κάμερες εκεί. Ο τελευταίος, τη στιγμή αυτή, του φώναζε και εξακολουθούσε να το βρίζει για τη ράτσα του. Μετά, τον τράβηξαν σ' ένα δωμάτιο που δεν είχε κάμερα. Τότε, ο Μ.Κ.1 συνέχισε να το χτυπά για πολύ ώρα στο κεφάλι. Όταν προσπαθούσε να κάτσει το σήκωνε πάνω για να το χτυπήσει ξανά στο κεφάλι. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 είπε στο Μ.Κ.3 να γράψει στο computer. Ο πρώτος μιλούσε και ο δεύτερος έγραφε καταγγελία εναντίον του. Ο Μ.Κ.1 ερχόταν κάθε λίγο να το χτυπήσει στο κεφάλι και του είπε ότι θα τον πετάξει στα σκουπίδια, θα το στείλει φυλακή στην Αγία Νάπα και ότι θα το σκοτώσει και δε θα ξέρει κανένας γι αυτό. Ακόμη, τον απείλησε ότι θα κάνει κάτι κακό στη γυναίκα του και δε θα τον αφήσει να βγει από τη φυλακή. Δηλαδή, να τον παρακαλέσει για να τον αφήσει να βγει. Όταν τον πήραν πίσω στο κελί του με αριθμό 5 ίδρωσε και ήταν πολύ κρύο. Από τον πόνο κατούρησε πάνω του. Αυτό το ανάφερε στο γιατρό και δεν ήθελαν να το στείλουν στο νοσοκομείο. Ανάφερε όλα τα παραπάνω στον αστυνομικό που του πήρε κατάθεση και αυτός, του είπε ότι αυτά θα τα κάνει μετά. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Σε σχέση με την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Τέλος, επειδή και οι τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι αστυνομικοί έχω κατά νου και την πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, η μαρτυρία ομάδας μελών της Αστυνομίας τα οποία εμπλέκονται σε επεισόδιο όπου ασκήθηκε κάποιας μορφής σωματική βία, θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία προσοχή, επιφυλακτικότητα ή ακόμη και με καχυποψία (βλ. τη Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 70). Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, περιλαμβανομένων και των παραδεκτών γεγονότων, ομολογώ πως δεν έχω πειστεί για το αξιόπιστο της εκδοχής, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης, αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Ενώ είμαι βέβαιος - εξάλλου, αυτό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών - ότι στον ουσιώδη χρόνο υπήρξε κάποιο επεισόδιο, μεταξύ - σε κάθε περίπτωση - του Μ.Κ.1 και του κατηγορούμενου, εκείνο για το οποίο αδυνατώ να αποφανθώ είναι πώς ακριβώς εκτυλίχθηκε το επεισόδιο, για οποίο, ο ένας από τους πρωταγωνιστές του οδηγήθηκε στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Για λόγους που θα αναφέρω αμέσως θεωρώ πως, κανένας από τους ουσιώδεις μάρτυρες (αυτόπτες ή φερόμενους ως αυτόπτες κατά το επίδικο επεισόδιο) είπε την απόλυτη αλήθεια σε σχέση, με τις πλέον ουσιαστικές πτυχές της υπόθεση και συγκεκριμένα, για όλα εκείνα τα κρίσιμα γεγονότα και απολύτως αναγκαία, για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, έχοντας υπόψη τη φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο θεωρώ αναξιόπιστους μάρτυρες, από τη μια, τους Μ.Κ.1 και 3 και από την άλλη, τον κατηγορούμενο καθώς και το Μ.Υ.1, αφορά στο γεγονός, ότι, η μαρτυρία τους, σε σημαντικό βαθμό συγκρούεται και/ή δε συνάδει με το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, η οποία καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ως θέμα αρχής (βλ. τις Γεωργίου και Δημητρίου, ανωτέρω). Απ' εκεί και πέρα, από τη μαρτυρία όλων αυτών αναδύεται το στοιχείο της υπερβολής, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς τους στερούνται λογικής και πειστικότητας. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, σχεδόν όλοι τους, υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, είτε αυτοτελώς, είτε μεταξύ τους, είτε και τα δυο. Στη συνέχεια, ενδεχομένως, θα διαφανούν και διάφοροι άλλοι λόγοι, για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστους μάρτυρες τους υπό αναφορά. Αρχίζοντας από τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1105 Νίκο Ιωάννου (Μ.Κ.2), παρότι το θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα, εντούτοις, για λόγους που θα αναφέρω αμέσως θωρώ πως, κάθε άλλο, παρά σε ορθή και δίκαιη - για τον κατηγορούμενο - διερεύνηση της υπόθεσης έχει προβεί. Απεναντίας, θα έλεγα πως, ενεργώντας περισσότερο με αλληλεγγύη προς τους συναδέλφους του Μ.Κ.1 και 3 αντί αμερόληπτα και απροκατάληπτα ως εξεταστής της υπόθεσης που ήταν, αφού εξέλαβε ως δεδομένα γεγονότα, όσα αναφέρουν στη γραπτή κατάθεσή τους οι δύο αυτοί μάρτυρες, ουσιαστικά οδήγησε τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο, χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη, τον πολύ σοβαρό ισχυρισμό του, ότι στον ουσιώδη χρόνο είχε κακοποιηθεί και από τους δυο αυτούς αστυνομικούς μάρτυρες. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του (τεκμήριο 5). Όπως αναφέρει σ' αυτή - και έτσι είναι - την 1.7.2012, μεταξύ των ωρών 12:00 - 12:40 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 3). Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο με τη βοήθεια διερμηνέα, αυτός, μεταξύ άλλων ανάφερε ότι ο λόγος που φώναζε ήταν ότι το air condition ήταν κλειστό, λειτουργούσε μόνο ο ανεμιστήρας και δεν υπήρχε αέρας μέσα στο κελί. Ισχυρίστηκε επίσης, πως δε χτύπησε το Μ.Κ.1, αλλά, αυτός τον έβρισε, απείλησε και χτύπησε. Στη συνέχεια, την ίδια μέρα, μεταξύ των ωρών 13:20 - 13:40, με τη βοήθεια και πάλιν του διερμηνέα κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (βλ. το τεκμήριο 4, η γραπτή κατηγορία). Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, απ' ό,τι θυμάται δεν έκανε κάτι άλλο στην υπόθεση. Αυτή η παραδοχή του, που αποτελεί γεγονός, σε συνδυασμό με όσα ακολουθούν θεωρώ ότι αποτελούν επαρκή αιτιολογία για όσα του αποδίδω υπό την ιδιότητά του ως εξεταστή της υπόθεσης. Ειδικότερα: Προκύπτει από το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου, η οποία είναι σαφές, ότι λήφθηκε κάτω από το δικαστικό κανόνα II, ότι ο μάρτυρας, προτού αρχίσει να υποβάλλει στον κατηγορούμενο τις διάφορες ερωτήσεις που του υπόβαλε, τον προειδοποίησε - με τον ορθό τύπο - και συγκεκριμένα, τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούσε εναντίον του, πότε και που αυτά είχαν διαπραχθεί ως επίσης και ότι είχε μαρτυρία, η οποία του παρείχε εύλογη βάση για υπόνοια ότι ενέχεται και προτίθετο να τον ανακρίνει και να του πάρει κατάθεση. Τέλος, του ανάφερε πως δεν ήταν υπόχρεος να πει τίποτε εκτός εάν ήθελε, ως επίσης και ότι εάν επέλεγε να πει οτιδήποτε, δυνατό να γραφτεί και να δοθεί ως μαρτυρία. Είναι γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος, στην ανακριτική κατάθεσή του ισχυρίζεται όσα αναφέρει ο εξεταστής στη δική του κατάθεση, ως επίσης και ότι, εκτός από το Μ.Κ.1 τον είχε χτυπήσει και ο Μ.Κ.
  1. Μάλιστα, ερωτηθείς από τον εξεταστή, εάν ήθελε να πάει στο γιατρό, απάντησε καταφατικά. Αντ' αυτού τι έγινε; Σαράντα λεπτά μετά το πέρας της ανακριτικής κατάθεσής του, ο εξεταστής, προφανώς, εκλαμβάνοντας ως δεδομένα όσα του απέδιδαν οι Μ.Κ. 1 και 3, του προσήψε γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 4) για τα διάφορα αδικήματα που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: αφού αισθάνθηκε την ανάγκη να το ρωτήσει εάν ήθελε να πάει στο γιατρό και αυτός του απάντησε καταφατικά, γιατί δε φρόντισε, ως εξεταστής της υπόθεσης που ήταν, για τη μεταφορά του κατηγορούμενου στο γιατρό, παρά μόνο, ουσιαστικά, μετά που τον ανέκρινε του προσήψε γραπτή κατηγορία; Δε θα αποτελούσε σημαντικό στοιχείο στο έργο διερεύνησης της υπόθεσης που του είχε ανατεθεί προτού διαμορφώσει απόφαση, κατά πόσο θα κατηγορούσε τον κατηγορούμενο και θα τροχοδρομούσε τις διαδικασίες έτσι ώστε αυτός να οδηγηθεί στο Δικαστήριο, να λάμβανε υπόψη του και την ιατρική μαρτυρία, από την οποία, εάν προέκυπτε ότι ο κατηγορούμενος, ενώ τελούσε υπό κράτηση στην Αστυνομία έφερε οποιουσδήποτε τραυματισμούς, θα έπρεπε τουλάχιστον να προβληματιστεί για το ενδεχόμενο να διερευνηθεί και υπόθεση ξυλοδαρμού του κατηγορούμενου από τους δύο κατηγόρους του; Και πόσο αντικειμενικός και σωστός ήταν ο μάρτυρας στο έργο διερεύνησης της υπόθεσης, ως εξεταστής της, τη στιγμή που, ενώ ο κατηγορούμενος, αποδεδειγμένα μεταφέρθηκε συνοδεία της Αστυνομίας στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για εξέταση, δυο φορές, την 1 και στις 2.7.2012 (βλ. τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά - τεκμήρια 7 και 8, αντίστοιχα -), αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν να συνέβη κάτι τέτοιο καθώς και ότι δεν μπορούσε να το γνωρίζει αυτό; Προφανώς και όφειλε και να γνωρίζει και να θυμάται ότι ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε όχι μία, αλλά δυο φορές στο νοσοκομείο για ιατρική εξέταση και όχι μόνο. Κυρίως, όφειλε προτού διαμορφώσει γνώμη, κατά πόσο ο κατηγορούμενος ενέχεται στη διάπραξη των αδικημάτων που του καταλογίζονταν από τους Μ.Κ.1 και 3 και προπαντός, προτού αποφασίσει να του προσάψει τις σχετικές κατηγορίες και να τον οδηγήσει στο Δικαστήριο, να είχε λάβει σοβαρά υπόψη και συνεκτιμήσει ως μέρος του μαρτυρικού υλικού, την ιατρική μαρτυρία, η οποία, σε κάποιο, έστω, βαθμό ενισχύει και επιβεβαιώνει την εκδοχή του κατηγορούμενου για όσα έλαβαν χώρα στον ουσιώδη χρόνο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Υπεισέρχομαι τώρα στη μαρτυρία του παραπονούμενου, αστυφύλακα 583 Χαράλαμπου Μαρκαντώνη (Μ.Κ.1). Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του (τεκμήριο 1) το οποίο εκτίθεται αυτούσιο, σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, ερωτηθείς εάν θυμάται να υπήρξε κάποιο παράπονο σχετικά με τον κλιματισμό την επίδικη μέρα, απαντώντας ισχυρίστηκε πως δεν είχε κανένα πρόβλημα με τον κλιματισμό. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, ο λόγος που θορυβούσαν και ανησυχούσαν το κρατητήριο ορισμένοι κρατούμενοι ήταν ένας συνηθισμένος λόγος μέσα στα κρατητήρια, επειδή οι κρατούμενοι είναι κλεισμένοι μέσα. Όταν του υποδείχθηκε ότι ο λόγος είναι για το επίδικο επεισόδιο στις 30.6.2012 και όχι γενικά ισχυρίστηκε ότι είχαν καθημερινά περιστατικά στα κρατητήρια που φωνάζουν και τους βρίζουν οι κρατούμενοι. Κι όμως, ο Μ.Κ.3, αντεξεταζόμενος κι αυτός από τον κ. Ζόππο, ερωτηθείς εάν είχε καταλάβει γιατί οι κρατούμενοι έκαναν φασαρία κατά τον ίδιο χρόνο, όπως είπε απαντώντας, απ' ό,τι πληροφορήθηκε, διαμαρτύρονταν για τον κλιματισμό, για το air condition. Η πρώτη αντίφαση μεταξύ των δύο είναι ολοφάνερη. Κληθείς να πει τι ακριβώς έγινε με τον κατηγορούμενο στον ουσιώδη χρόνο απάντησε ως εξής: «Ο κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων που φώναζαν και μας έβριζαν, έπαιζαν και τα κουδούνια s.o.s για να πάμε να τους εξυπηρετήσουμε, πράμα που τονίστηκε ότι τα s.o.s. είναι μόνο για s.o.s. και όχι να τους φέρω τον καφέ μέσα στο κρατητήριο ή να τους φέρω το τσάι τους. Με το που μπήκα μέσα να δω τι συμβαίνει και γιατί φωνάζουν, «άνοιξε και θα σου δείξω» λαλεί μου ο συγκεκριμένος «και να δεις τι θα σου κάμω.»» Κληθείς ακολούθως να πει εάν άνοιξε απάντησε ως εξής: «Είχα το φόβο ότι μπορεί να πάθε κάτι, να κάμει κάτι κακό του εαυτού του. Βλέπω παραθυρούι, άνοιξα να δω ντα που να κάμει με σκοπό να ερευνήσω κιόλας το κελί του, εάν έχει κάτι που απαγορεύεται και βγήκε έξω και χτύπησε με ολόισια με το χέρι του με μπουνιά.» Πέραν από την προφανή προσπάθειά του να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο, ως ένα - γενικά - προβληματικό άτομο, το οποίο, παρότι τελούσε υπό κράτηση, ούτε λίγο ούτε πολύ έφθανε στο σημείο να χτυπά - καταχρηστικά - το κουδούνι s.o.s. για να του πάρουν καφέ ή τσάι μέσα στα κρατητήρια είναι και το γεγονός, ότι, οι παραπάνω ισχυρισμοί του, εν μέρει είναι παράλογοι, ενώ συγκρούονται και με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του. Ομολογώ αδυνατώ να πιστέψω ότι ο κατηγορούμενος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο τελεί υπό κράτηση, μπορεί να έχει το θάρρος να χτυπά το κουδούνι s.o.s μέσα από το κελί του, όχι επειδή διατρέχει κάποιο κίνδυνο, αλλά, για να του πάρουν εκεί τον καφέ ή το τσάι του. Ακολούθως διερωτώμαι και τι νόημα είχε η έρευνα μέσα στο κελί του κατηγορούμενου, έχοντας υπόψη, ως θέμα καθαρά νομικό, πως δεν επιτρέπεται σε άτομα που τελούν υπό κράτηση, να έχουν οποιοδήποτε αντικείμενο μέσα στο κελί όπου κρατούνται. Ωστόσο, αν υποτεθεί ότι πράγματι, ο μάρτυρας ήθελε να ερευνήσει το κελί του κατηγορούμενου, για το λόγο που ανάφερε αντεξεταζόμενος, γιατί δεν τα είπε αυτά και στη γραπτή κατάθεσή του; Και πόσο συνάδει ο ισχυρισμός του ότι άνοιξε το κελί του κατηγορούμενου με σκοπό να το ερευνήσει αν έχει κάτι που απαγορεύεται οπότε αυτός βγήκε έξω και το χτύπησε ολόισια με το χέρι του με γροθιά, με τον ισχυρισμό του της γραπτής κατάθεσής του, ότι, όταν άνοιξε την πόρτα του κελιού του κατηγορούμενου και τον κάλεσε να εξέλθει και να τον ακολουθήσει, αυτός αρνήθηκε και όταν μπήκε μέσα στο κελί, τον έσπρωξε με τα χέρια του και το χτύπησε στην περιοχή της κοιλιάς; Τελικά, που το χτύπησε ο κατηγορούμενος; Μέσα ή έξω από το κελί; Ακολούθως, πώς του είχε χτυπήσει; Και με τα δυο χέρια ή με το ένα; Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε ο μάρτυρας είναι ολοφάνερο. Για να συνεχίσω με το ίδιο θέμα, τελικά, ο κατηγορούμενος βγήκε έξω από το κελί του και χτύπησε ολόισια το μάρτυρα ή βγήκε προς τα έξω και άρχισε να του κάνει με στιλ πυγμαχίας τα χέρια του και ακολούθως του έδωσε μια μπουνιά στο στομάχι, όπως ισχυρίστηκε στη συνέχεια και πάλιν στο στάδιο αντεξέτασης; Ερωτηθείς εάν ένιωσε πόνο, όταν ο κατηγορούμενος το χτύπησε στην κοιλιά, «Αποτραβήχτηκα εγώ, δεν την έφαα με όλη του τη δύναμη και μετά, με τη βοήθεια των άλλων συναδέλφων, επιάσαμέν τον, το βγάλαμε έξω, τον απομονώσαμε από εκείνη την πτέρυγα.» απάντησε. Πρόκειται για τους Μ.Κ.3 και κάποιο Γεωργίου, οι συνάδελφοί του, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση. Λίγο αργότερα ανάφερε και τα εξής: ερωτηθείς εάν αμύνθηκε μέσα στο κελί, ισχυρίστηκε ότι αποτραβήχτηκε. Ο κατηγορούμενος ήταν επιθετικός και ο ίδιος δεν τον πείραξε καθόλου. Ερωτηθείς εάν στη συνέχεια τον έκλεισε στο κελί, «Τον πιάσαμε ή δύο ή τρεις που τα σίερκα να μη με χτυπά και τον πήραμε σε άλλη πτέρυγα να φύγει που το χώρο τζειαμαί.» απάντησε. Κληθείς να πει εάν χρειάστηκαν τρεις αστυνομικοί για να τον ακινητοποιήσουν εκείνη την ημέρα απάντησε καταφατικά. Ωστόσο, αργότερα ισχυρίστηκε ότι μόλις ο κατηγορούμενος τον είχε χτυπήσει, ο ίδιος, το μόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να αποτραβηχτεί και να τον ακινητοποιήσουν οι άλλοι δύο συνάδελφοί του. Αυτή ήταν και η ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία που χρησιμοποίησε και τον επανασύλλαβε. Από τους παραπάνω ισχυρισμούς του, υπέπεσε στις ακόλουθες αντιφάσεις: καταρχήν, στη γραπτή κατάθεσή του ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος επανασυνελήφθηκε από τον ίδιο με τη βοήθεια του Μ.Κ.3 και όχι και με τη βοήθεια του Γεωργίου. Έπειτα, δεν μπορεί να ισχυρίζεται από τη μια, ότι έπιασαν τον κατηγορούμενο και οι τρεις από τα χέρια για να τον ακινητοποιήσουν και για να μην το χτυπά, και από την άλλη, ότι ο κατηγορούμενος, του έδωσε μόνο μία γροθιά και ότι ο ίδιος, το μόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να αποτραβηχτεί και να τον ακινητοποιήσουν οι άλλοι δύο συνάδελφοί του, ουσιαστικά, χωρίς ο ίδιος να τον αγγίξει καθόλου. Όμως, το πόσο αντιφατικός ήταν ο μάρτυρας για το ίδιο θέμα αποδεικνύεται και από την απάντησή του στην υποβολή, ότι ο κατηγορούμενος, βάσει δυο ιατρικών πιστοποιητικών έχει τραυματισμούς. Απάντησε ως εξής: «Δε χτυπήθηκε που κανένα. Ούτε και που εμένα και ούτε που τους συναδέλφους μου, αλλά, αυτή η ανάλογη βία που λέμε για να τον απομονώσεις να μη σε χτυπά μέσα σε ένα κρατητήριο, σίγουρα τον πιάσαμε που τα χέρια για να σταματήσει να μην μας χτυπά. Τώρα πώς θα το πω..» Εκτός του ότι, φαίνεται πως ξέχασε τον τελευταίο ισχυρισμό του, ότι ο ίδιος, βασικά, ούτε που άγγιξε τον κατηγορούμενο είναι και το γεγονός, ότι, για πρώτη φορά ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος, εκτός από τον ίδιο είχε χτυπήσει και τους άλλους δύο συναδέλφους του και μάλιστα, εκεί που η θέση του ήταν ότι, μόνο μία φορά είχε χτυπήσει τον ίδιο, τώρα του καταλογίζει ότι χτύπησε και τους τρεις και μάλιστα παρατεταμένα. Δεν μπορώ να ερμηνεύσω αλλιώς τη φράση του, «.σίγουρα τον πιάσαμε που τα χέρια για να σταματήσει να μην μας χτυπά.» Άξιος αναφοράς είναι και ο ισχυρισμός του πως δεν έγινε καταγγελία/παράπονο εναντίον του από την τότε δικηγόρο του κατηγορούμενου στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας (στο εξής «η Αρχή») για το επίδικο επεισόδιο, τη στιγμή που, αποδεδειγμένα έγινε και εξετάστηκε τέτοιο παράπονο, ανεξάρτητα από την έκβασή του. Προς τούτο παραπέμπω στην επιστολή των δικηγόρων του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 2.7.2012 (τεκμήριο 11), που περικλείει το παράπονό του ότι το βράδυ της 30.6.2012 είχε κακοποιηθεί από τους Μ.Κ. 1 και 3, η οποία, μεταξύ άλλων απευθύνεται και στην Αρχή, στην επιστολή των ίδιων δικηγόρων προς την Αρχή και τον Αρχηγό της Αστυνομίας, ημερομηνίας 10.10.2012 (τεκμήριο 12), με την οποία διαμαρτύρονται για το γεγονός, πως δεν είχαν τύχει απάντησης και/ή ενημέρωσης για το παράπονο του κατηγορούμενου, στην επιστολή του Αρχηγού της Αστυνομίας προς τη δικηγόρο του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 11.10.2012 (τεκμήριο 13), με την οποία, αυτή ενημερώνεται ότι για σκοπούς διερεύνησης του παραπόνου του κατηγορούμενου δόθηκαν οδηγίες από το Γενικό Εισαγγελία προς την Αρχή, για διορισμό ποινικού ανακριτή και τέλος, στην επιστολή της Αρχής προς τους δικηγόρους του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 14.3.2013 (τεκμήριο 15), από την οποία προκύπτει ότι το παράπονο του κατηγορούμενου εξετάστηκε και κρίθηκε πως δεν ευσταθούσε. Προφανώς, ο μάρτυρας, από το περιεχόμενο των παραπάνω επιστολών δεν μπορεί να ισχυρίζεται πως δεν έγινε κανέναν παράπονο εναντίον του για το επίδικο συμβάν. Τέλος, επί του ισχυρισμού του ότι ο κατηγορούμενος δε χτυπήθηκε και δεν έπαθε τίποτε το επίδικο βράδυ παραπέμπω στο περιεχόμενο των δύο ιατρικών πιστοποιητικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ημερομηνίας 1 και 2 Ιουλίου, 2012, αντίστοιχα (τεκμήρια 7 και 8) από το οποίο προκύπτουν τα εξής: αρχίζοντας από το πρώτο, ο κατηγορούμενος εξετάστηκε την 1.7.2012 στις 16:00 μετά από αναφερόμενη επίθεση. Ανάφερε άλγος στο δεξιό αγκώνα, στη δεξιά πηχεοκαρπική, αυχεναλγία, άλγος στη δεξιά και αριστερή οπισθοωτιαία χώρα, κεφαλαλγία και τέλος, άλγος στην αριστερή .. ακρολοφιας. Υποβλήθηκε σε ακτινογραφίες κεφαλής, αυχένα, δεξιάς πηχεοκαρπικής και δεξιού αγκώνα, χωρίς εμφανείς οστικές κακώσεις. Ωστόσο, διαπιστώθηκε πονόλαιμος και πυρετός, για τα οποία του χορηγήθηκαν αντιπυρετικά και αντιβίωση. Σύμφωνα με το δεύτερο, ο κατηγορούμενος προσήλθε στο τμήμα πρώτων βοηθειών του νοσοκομείου, στις 2.7.2012 και ώρα 14:26 συνοδεία της Αστυνομίας, λόγω αναφερόμενης κεφαλαλγίας από την προηγούμενη μέρα και τρόμου. Ο τρόμος και η ανησυχία διαπιστώθηκαν και κατά την ιατρική εξέτασή του. Ήταν χωρίς εμφανείς κακώσεις. Απολύθηκε με οδηγίες ότι χρήζει ψυχολογικής εκτίμησης λόγω άγχους και τρόμου. Όλα τα παραπάνω και ιδιαίτερα ο τρόμος και η ανησυχία που εκδήλωνε ο κατηγορούμενος, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από την ημέρα του επίδικου επεισοδίου, σε βαθμό που κρίθηκε ιατρικά ότι χρήζει ψυχολογικής εκτίμησης γι αυτά τα συμπτώματα, προφανώς, δεν μπορεί να είναι ασύνδετα με το επίδικο επεισόδιο, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, αυτός, εξέφρασε την επιθυμία να πάει στο γιατρό, εν πάση περιπτώσει, καθ' ον χρόνο ανακρινόταν οπότε και ισχυρίστηκε ότι χτυπήθηκε από τους Μ.Κ.1 και
  2. Ευκαιρίας δοθείσης θεωρώ πως, ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.2), όχι τυχαία δε μερίμνησε - ως όφειλε - να μεταφερθεί αμέσως στο νοσοκομείο για εξέταση ο κατηγορούμενος, αλλά ισχυρίστηκε κιόλας πως δε γνώριζε ότι συνέβη αυτό και μάλιστα, δυο φορές. Η πρώτη, δυόμιση περίπου ώρες μετά που του προσήψε τη γραπτή κατηγορία και η δεύτερη, την επόμενη μέρα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ο ειδικός αστυφύλακας 5593 Παύλος Τιμοθέου (Μ.Κ.3), για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε κι αυτός το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του (τεκμήριο 6), στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, ενώ βρισκόταν στο χώρο υποδοχής των κρατητηρίων άκουσε φασαρία και φωνές από τα κρατητήρια. Μετέβη αμέσως εκεί όπου είδε την πόρτα του κελιού του κατηγορούμενου ανοιχτή και το Μ.Κ.1 να είναι έξω και να συνομιλεί έντονα μαζί του. Ακολούθως άκουσε το Μ.Κ.1 να λέει στον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη οπότε και πήγε να βοηθήσει στη σύλληψή του, καθότι ήταν αντιδραστικός. Αφού ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε, «εν να δεις ήντα που να σου κάμω.» Αμέσως χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία για να επανασυλληφθεί. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τα εξής: Καταρχήν, ότι, αφού ο Μ.Κ.1 βγήκε έξω από το κελί του κατηγορούμενου και είπε στον ίδιο, ότι ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε και του χτύπησε στην κοιλιά, του φώναξε να μπει μέσα για βοήθεια. Απλή αντιπαραβολή του εν λόγω ισχυρισμού του με όσα λέει στη γραπτή κατάθεσή του (ανωτέρω) αποδεικνύει και την πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του, ότι, ο Μ.Κ.1 βγήκε έξω από το κελί του κατηγορούμενου και του είπε, «έλα μέσα και χτύπησέ μου.» Στη γραπτή κατάθεσή του ο μάρτυρας ισχυρίζεται πως όταν άκουσε το Μ.Κ.1 να λέει στο κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη, ο ίδιος πήγε να βοηθήσει επειδή ο κατηγορούμενος ήταν αντιδραστικός. Δε λέει ότι του φώναξε ο Μ.Κ.1 να πάει να το βοηθήσει για το λόγο που ανάφερε αντεξεταζόμενος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι δεν αντιλήφθηκε καμιά επιθετική κίνηση από το Μ.Κ.1 προς τον κατηγορούμενο καθώς και αντίστροφα παραπέμπω στους ακόλουθους ισχυρισμούς του, από τη γραπτή κατάθεσή του: όταν μετέβηκε στα κρατητήρια είδε το Μ.Κ.1 να συνομιλεί έντονα με τον κατηγορούμενο, ο οποίος, όταν ο Μ.Κ.1 του είπε ότι είναι υπό σύλληψη, ήταν αντιδραστικός, οπότε ο ίδιος πήγε για να βοηθήσει στη σύλληψή του. Ο ισχυρισμός του πως, απ' ό,τι πληροφορήθηκε ο λόγος που ο Μ.Κ.1 είχε ανοίξει το κελί του κατηγορούμενου ήταν για να του αποδείξει ότι η θερμοκρασία και μέσα στο κελί και έξω από αυτό ήταν η ίδια, ενώ, έστω έμμεσα επιβεβαιώνει τον κατηγορούμενο, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι το επίδικο βράδυ είχε σβήσει το air condition και ήταν πολύ ζέστη στα αστυνομικά κρατητήρια και συνεπεία αυτού, όλοι οι κρατούμενοι ξεκίνησαν να χτυπούν τις πόρτες και να φωνάζουν για να ξεκινήσουν το air condition, την ίδια ώρα εκθέτει το Μ.Κ.1, ο οποίος ισχυρίστηκε πως δεν είχε κανένα πρόβλημα με τον κλιματισμό στα κρατητήρια στον ουσιώδη χρόνο και ότι ο λόγος που θορυβούσαν και ανησυχούσαν ορισμένοι κρατούμενοι ήταν ένας συνηθισμένος λόγος μέσα στα κρατητήρια, που αφορά στο γεγονός ότι είναι κλεισμένοι μέσα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα. Από τα παραδείγματα που ακολουθούν αναδύονται οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ και τον κατηγορούμενο αναξιόπιστο ως μάρτυρα καθώς και γιατί ούτε και σ' αυτού τη μαρτυρία μπορώ να βασιστώ για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσης. Το τι ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέταση τα οποία συνθέτουν και την εκδοχή του για το επίδικο περιστατικό εκτίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως, δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Συναφώς με αυτά παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, πλείστα όσα έχει αναφέρει δεν υποβλήθηκαν στους τρεις μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, στην έκταση που τους αφορούσαν αυτά, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσουν. Ακολούθως, σε σχέση με τον πλέον ουσιαστικό ισχυρισμό του, ότι χτυπήθηκε από τους Μ.Κ.1 και 3, η ιατρική μαρτυρία, περισσότερο τον εκθέτει παρά επιβεβαιώνει. Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ότι οι δύο αυτοί μάρτυρες, το μεταχειρίστηκαν τόσο βάναυσα και απάνθρωπα, όπως επιχείρησε να με πείσει, φθάνοντας στο σημείο να τους αποδίδει ότι του χτυπούσαν το κεφάλι σε μια κολώνα από μπετόν και ειδικά στο Μ.Κ.1, ότι το χτυπούσε με τα πόδια σ' όλο το σώμα του, χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει πόση ώρα κράτησε αυτό, θεωρώ πως, δε δικαιολογούνται όσα αναφέρονται (και προπαντός, όσα δεν αναφέρονται) στα δυο ιατρικά πιστοποιητικά που ετοιμάστηκαν αναφορικά μετά την ιατρική εξέτασή του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, στο οποίο μεταφέρθηκε για εξέταση, επί τη βάσει του ισχυρισμού του, ότι στον ουσιώδη χρόνο χτυπήθηκε από τους δυο μάρτυρες, με τον τρόπο και στην έκταση που έχει αναφέρει. Να πω απλώς, ότι, κατά την ιατρική εξέτασή του δεν διαπιστώθηκε ότι έφερε οποιαδήποτε εξωτερική κάκωση. Για να συνεχίσω, ο ισχυρισμός του ότι την πρώτη μέρα που πήγε στο γιατρό δεν του έκαναν τίποτε, ενώ τη δεύτερη, του έκαναν ακτινογραφία για το κεφάλι και το λαιμό, καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού (τεκμήριο 7) το οποίο εκδόθηκε σε σχέση με την πρώτη εξέτασή του στο νοσοκομείο, από το οποίο προκύπτει ότι την πρώτη μέρα που πήγε στο γιατρό, του έγιναν ακτινογραφίες, ενώ του δόθηκαν και αντιπυρετικά καθώς και αντιβίωση. Τέλος, η απάντησή του στην ερώτηση του δικηγόρου του, εάν στον ουσιώδη χρόνο είχε προκαλέσει κάποιο θόρυβο με κάποιο τρόπο στα κρατητήρια αναιρεί τη θέση του, ως προς το λόγο για τον οποίο άρχισε το όλο επεισόδιο, που ήταν το γεγονός ότι είχε σταματήσει το air condition και επειδή ήταν πολύ ζέστη, όλοι οι κρατούμενοι ξεκίνησαν να χτυπούν στις πόρτες και να φωνάζουν για να επαλειτουργήσει το air condition. Ο κατηγορούμενος απάντησε ως εξής, στην ερώτηση του κ. Ζόππου: «Δεν έχει γίνει τίποτα, επειδή ήμασταν ούλλοι μέσα στα δωμάτια και ήταν κλειστή η πόρτα.» Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος. Ειδικότερα: Καταρχήν σημειώνω την επιμονή του να ισχυρίζεται αναληθώς πώς όταν πήγε στο νοσοκομείο την πρώτη μέρα δεν τον είδαν παρά μόνο, το ρώτησαν δύο ερωτήσεις και έφυγε τη στιγμή που η αλήθεια είναι ότι και ακτινογραφίες του έγιναν και διάφορες άλλες εξετάσεις, από τις οποίες προέκυψε ότι είχε πονόλαιμο και πυρετό εξ ου και τα αντιπυρετικά καθώς και η αντιβίωση που του είχαν δοθεί. Επί του προκειμένου, η αλήθεια προκύπτει από το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού (τεκμήριο 7), το οποίο, μάλιστα, ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο κατά την δίκη. Κάποια στιγμή, του υποβλήθηκε από την κα Παπαλαζάρου η εξής ερώτηση: «Κύριε, η δικηγόρος σου που έκανε το παράπονο είπε ότι εδέρναν σε που το απόγευμα μέχρι τις πρωινές ώρες. Εν έπρεπε να τρέχουν και αίματα κύριε, εν έπρεπε να σπάσει το κεφάλι σου;» Και η απάντησή του: «Για τα χτυπήματα ήταν όλα πάνω στο κεφάλι μου εδώ, έχω σημάδια στο λαιμό και στο χέρι μου εδώ και η φανέλα που φορούσα ήταν σχισμένη που πάνω και την είδε η δικηγόρος μου. Ήμουν με τα ίδια ρούχα.» Του υπενθυμίζω απλώς τον ισχυρισμό του, ότι, ο Μ.Κ.1 το χτυπούσε με τα πόδια σ' όλο το σώμα του κατά μία εκδοχή και το χτύπησαν με τα πόδια τους σ' όλο το σώμα του σύμφωνα με άλλη εκδοχή - και οι δυο στο στάδιο της κυρίως εξέτασης - καθώς και το εξής: πραγματικά είναι απορίας άξιο, τρεισήμισι και πλέον χρόνια μετά το επίδικο περιστατικό, ο κατηγορούμενος να έχει ακόμη σημάδια στο λαιμό, εξαιτίας της επίθεσης που είχε δεχθεί από τους Μ.Κ.1 και 3 και κατά την ιατρική εξέτασή του που έγινε μόλις δύο μέρες μετά το περιστατικό, να μη φέρει οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις. Το μέγεθος της νέας αντίφασης στην οποία υπέπεσε - και πόσο εκτίθεται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας - είναι ολοφάνερο. Το τελευταίο που αποδεικνύει και το πόσο υπερβολικός υπήρξε ο κατηγορούμενος ως μάρτυρας καθώς και πόσο παράλογοι ήταν μερικοί από τους ισχυρισμούς του είναι η απάντησή του στην υποβολή ότι κατά το επίδικο επεισόδιο δεν έπαθε τίποτε επειδή το αποδεικνύουν τα ίδια τα πιστοποιητικά του νοσοκομείου. Ισχυρίστηκε ότι μέχρι σήμερα πονάει το κεφάλι του και έχει πρόβλημα, ως επίσης και ότι είναι φουσκωμένο το κεφάλι του σε συγκεκριμένο σημείο - το οποίο υπέδειξε - καθώς και τα χέρια του. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα και οι λόγοι για τους οποίους το θεωρώ αναξιόπιστο, με οδηγεί στο βέβαιο συμπέρασμα, ότι ο Αβδέλ Αζίζ Ελ Σσεήχ Αχμέδ (Μ.Υ.1) επιστρατεύτηκε από αυτόν, με πρόθεση, όχι να καταθέσει την αλήθεια για ό,τι έγινε στον ουσιώδη χρόνο, αλλά, για να το βοηθήσει στην προσπάθειά του να με πείσει ότι τα γεγονότα εκτυλίχθησαν σύμφωνα με την εκδοχή του. Ένα, μόνο, παράδειγμα αρκεί προκειμένου να διαφανεί πόσο αντιφατικοί υπήρξαν οι δυο μεταξύ τους. Σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο, ο οποίος, στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι στο χώρο των κρατητηρίων, του χτύπησαν μόνο οι Μ.Κ.1 και 3, οι οποίοι, στη συνέχεια, αφού του έβαλαν χειροπέδες, τον τράβηξαν μακριά από τους άλλους κρατούμενους προς τα γραφεία, όπου και του χτύπησαν μια με δυο φορές το κεφάλι πάνω στην κολώνα με μπετόν και με τα πόδια τους σ' όλο το σώμα του μέχρι που τους είπε ο Γιάννης ότι έχει κάμερες οπότε κα τον πήραν στο δωμάτιο, ο μάρτυρας, με τη γραπτή δήλωσή του (τεκμήρια 16 - στη μητρική του γλώσσα - και 16Α - πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά -) φέρει και του τρεις να το χτυπούν, με το που άνοιξε την πόρτα του κελιού του ο Μ.Κ.1 και τον έβγαλε έξω από αυτό. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία όλων όσοι κατάθεσαν στην υπόθεση, τα μόνα ασφαλή συμπεράσματα στα οποία μπορώ να προβώ αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι το εξής: Το βράδυ στις 30.6.2012, στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, ένεκα του γεγονότος ότι δε λειτουργούσε το σύστημα κλιματισμού δημιουργήθηκε κάποια αναταραχή, με τους κρατούμενους να διαμαρτύρονται φωνάζοντας και χτυπώντας τις πόρτες των κελιών τους. Ανάμεσά τους ήταν και ο κατηγορούμενος. Όταν κάποια στιγμή πήγε στο κελί του ο Μ.Κ.1 ακολούθησε κάποιο επεισόδιο μεταξύ τους, για το οποίο ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια συνελήφθηκε από το μάρτυρα και ακολούθως οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, αντιμετωπίζοντας τις επίδικες κατηγορίες. Ωστόσο, επειδή, το πώς εκτυλίχτηκε το επεισόδιο, για λόγους που άπτονται της αξιοπιστίας όλων όσοι κατάθεσαν ως αυτόπτες μάρτυρες στην υπόθεση, οι οποίοι κρίθηκαν αναξιόπιστοι, δεν μπορεί να διακριβωθεί είναι σαφές, ότι, όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, δεδομένης και της φύσης των αδικημάτων που περικλείουν, σε εφαρμογή και της υπόθεσης Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 είναι έκθετες σε απόρριψη. Ειδικά για τις κατηγορίες 3 και 4 προστίθενται και τα εξής: Η 3η κατηγορία, που περικλείει το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α, θα πρέπει να απορριφθεί για ακόμη ένα λόγο. Έχοντας υπόψη τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, με τις οποίες καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι προκάλεσε τρόμο στο Μ.Κ.1, απειλώντας τον ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό του με τη φράση «μπες μέσα και θα δεις τι θα σου κάμω, εν να δεις ήντα που να σου κάμω.» για σκοπούς στοιχειοθέτησης της κατηγορίας, θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, πρώτο, προκάλεσε τρόμο στο μάρτυρα και δεύτερο, απειλώντας το με βία. Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και αξιόπιστος να κρινόταν ο Μ.Κ.1, ούτε ο ίδιος ισχυρίστηκε μα ούτε και προκύπτει γενικά από τη μαρτυρία, έστω συμπερασματικά, ότι ο κατηγορούμενος, με την παραπάνω φράση που του αποδίδει ο μάρτυρας, του προκάλεσε τρόμο. Αντίθετα, αυτό που προκύπτει από την ιατρική μαρτυρία είναι ότι, ο κατηγορούμενος, εξαιτίας του τρόμου που ένιωθε κρίθηκε ότι έχρηζε ψυχολογικής εκτίμησης. Και, με δεδομένο ότι η πρόκληση τρόμου αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απειλής, κατά το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, η σχετική - 3η κατηγορία που περικλείει το συγκεκριμένο αδίκημα, θα πρέπει να απορριφθεί αυτοτελώς και γι αυτό το λόγο. Αυτοτελώς, θα πρέπει να απορριφθεί και η 4η κατηγορία που περικλείει το αδίκημα της ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, ότι στον ουσιώδη χρόνο, σε δημόσιο μέρος (στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό), χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η χωρίς εύλογη αιτία πρόκληση θορύβου. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο μπορεί να λεχθεί ότι η φασαρία που προκάλεσαν οι κρατούμενοι, ανάμεσά τους και ο κατηγορούμενος, λόγω του προβλήματος που προέκυψε με τον κλιματισμό στα αστυνομικά κρατητήρια, προτού λάβει χώρα το επίδικο επεισόδιο αποτελεί το πραγματικό, για σκοπούς απόδειξης του εν λόγω συστατικού στοιχείου του αδικήματος. Απαντώ αρνητικά στο ερώτημα. Με μόνο λόγο, ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν κλεισμένος σ' ένα κελί στα αστυνομικά κρατητήρια, την τελευταία μέρα του Ιούνη, δηλαδή κατακαλόκαιρα, όπου η θερμοκρασίες στην Κύπρο είναι πολύ ψηλές, δεν μπορεί να λεχθεί ότι δεν είχε εύλογη αιτία να διαμαρτύρεται ακόμη και με τον τρόπο που διαμαρτυρήθηκε μαζί με τους συγκρατούμενους του, ζητώντας να λειτουργήσει ξανά το σύστημα κλιματισμού στα κελιά. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ακολουθεί ότι αυτός αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα, επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, απειλή, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα και τέλος, ανησυχία, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.