Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίνου Αρέστη, Αρ. Υπόθεσης:1874/13, 7/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1874/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κωνσταντίνου Αρέστη Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.4.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο: κ. Χ. Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες απείθειας κατά νομίμων διαταγών, κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. τις κατηγορίες 1, 4 και 9), δυο κατηγορίες παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 2 και 5), δυο κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 3 και 6), μια κατηγορία απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα (7η κατηγορία) και τέλος, μια κατηγορία βίας στην οικογένεια (με αναφορά στο αδίκημα της κοινής επίθεσης), κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 4
(1)
(2)(ιβ) και 23 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα (8η κατηγορία). Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1, 4 και 9, του καταλογίζεται - κατ' αντιστοιχία κατηγορίας - ότι στις 11 Φεβρουαρίου, 2013, 14 Φεβρουαρίου, 2013 και 3 Νοεμβρίου, 2012, στην Πενταλιά της επαρχίας Πάφου, παρέλειψε να υπακούσει σε διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 13.9.2012, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης 30/2012, σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν σ' αυτόν να εισέρχεται ή με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιεί την κατοικία της Κλεοπάτρας Φιλίππου από την Πενταλιά. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 2 και 5, του καταλογίζεται - κατ' αντιστοιχία κατηγορίας - ότι στις 11 Φεβρουαρίου, 2013 και 14 Φεβρουαρίου, 2013, στην Πενταλιά της επαρχίας Πάφου, προέβηκε σε πράξη η οποία ήταν ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξαγόταν με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, στην υπόθεση για ανυπακοή δικαστικού διατάγματος με αριθμό Μ.Ε. 25/2012 του σταθμού Παναγιάς, δηλαδή απείλησε την εν διαστάσει σύζυγό του Κλεοπάτρα Φιλίππου από την Πενταλιά (στο εξής «η παραπονούμενη»), να αποσύρει το παράπονό της, η οποία είναι μάρτυρας κατηγορίας στην πιο πάνω υπόθεση. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και 6, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στις κατηγορίες 1 και 4 - κατ' αντιστοιχία κατηγορίας - εξύβρισε την παραπονούμενη με τη φράση: «Βρήκες άλλο να πηδιέσαι και για αυτό δε με θέλεις, είσαι πουτάνα.» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 7ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 4η κατηγορία προκάλεσε τρόμο στην παραπονούμενη, απειλώντας την ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό της με τη φράση: «Εν να σε παίξω, εν να σε σκοτώσω.» Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 8ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 4η κατηγορία επιτέθηκε παράνομα στην παραπονούμενη. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τους εξής μάρτυρες: τον εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 2760 Παναγιώτη Λιασίδη, τον αστυφύλακα 2926 Κλεόβουλο Κλεοβούλου, την πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, Χρύσω Λουκαΐδου - Κάιζερ και τέλος, την παραπονούμενη, Κλεοπάτρα Φιλίππου (Μ.Κ.1 μέχρι 4 αντίστοιχα). Παρότι μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής δεν υπήρξε εισήγηση εκ μέρους της υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία, εντούτοις, θα εξετάσω καθήκοντος το θέμα αυτεπάγγελτα - δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 -. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Mariano v. Αστυνομίας κ.ά., Ποινικές Εφέσεις 112/2014 και 113/2014, ημερομηνίας 20.11.2015, στην οποία επαναλαμβάνονται όλες οι παραπάνω αρχές: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος«εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ.Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα».» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, για το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, δημιουργεί το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα. Έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας, στην προκειμένη περίπτωση. για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος, θα πρέπει να αποδειχθεί πρώτο, η ύπαρξη του επίδικου δικαστικού διατάγματος, με περιεχόμενο, ως εκτίθεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των υπό κρίση κατηγοριών και δεύτερο, ανυπακοή σ' αυτό εκ μέρους του κατηγορούμενου. Το συγκεκριμένο αδίκημα, προφανώς δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability), αλλά, αδίκημα που έχει τόσο αντικειμενική υπόσταση (actus reus) όσο και υποκειμενική υπόσταση (mens rea). Η πρώτη συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη η οποία παραβιάζει το δικαστικό διάταγμα και η δεύτερη, σε ηθελημένη ανυπακοή ή διαφορετικά, σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του δικαστικού διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Μαύρος ν. Στυλιανού κ.ά.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2389). Το επίδικο διάταγμα (τεκμήριο 8) - μέρος -, ημερομηνίας 13.9.2012 έχει ως ακολούθως: «........................ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο παραχωρείται στην αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο των διαδίκων ΑΧΙΛΛΕΑ ΑΡΕΣΤΗ η αποκλειστική χρήσης της κατοικίας η οποία ευρίσκεται στην Πενταλιά της επαρχίας Πάφου και η οποία χρησιμοποιείται σαν οικογενειακή στέγη των διαδίκων. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση να εγκαταλείψει αμέσως την κατοικία που περιγράφεται πιο πάνω. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται και/ή με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιεί την ανωτέρω κατοικία και/ή εμποδίζει με οποιοδήποτε τρόπο την αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο τους από την ελεύθερη χρήση της εν λόγω κατοικίας, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αίτησης ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, εκτός εάν ο καθ' ου εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την 25/9/12 ώρα 8:30 π.μ. και δείξει λόγο γιατί αυτό το διάταγμα να μην εξακολουθήσει να ισχύει. Τα διατάγματα θα αρχίζουν την εφαρμογή τους 24 ώρες από την ώρα την επίδοσή τους στον Καθ' ου η αίτηση.» Προκύπτει από το περιεχόμενό του, ότι εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης, την οποία καταχώρησε η παραπονούμενη στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου και ότι εκδόθηκε στην απουσία του κατηγορούμενου - καθ' ου η αίτηση. Εξ ου και η φράση σ' αυτό, «Τα διατάγματα θα αρχίζουν την εφαρμογή τους 24 ώρες από την ώρα την επίδοσή τους στον Καθ' ου η αίτηση.» Με απλή ανάγνωση του εν λόγω διατάγματος είναι σαφές, ότι, ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα να προβαίνει σ' ό,τι του καταλογίζεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος των υπό κρίση κατηγοριών. Και τούτο, επειδή, με το διάταγμα, του απαγορευόταν να εισέρχεται και/ή με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιεί την κατοικία της παραπονούμενης η οποία βρίσκεται στην Πενταλιά. Κατά πόσο υπήρξε ή όχι παραβίαση του διατάγματος από τον κατηγορούμενο, στην έκταση που αυτό διαλαμβάνει την παραπάνω απαγόρευση είναι ένα θέμα και αφορά στην αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Νοείται ότι, για να θεωρηθεί ότι συνέβη κάτι τέτοιο, με βάση το ίδιο το διάταγμα αποτελεί αναγκαίο όρο, απόδειξη ότι του έχει επιδοθεί το διάταγμα και ότι αυτός, παράλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους του ή για να το πω αλλιώς, το έχει παραβιάσει σε χρόνο, μετά την πάροδο 24 ωρών από την επίδοσή του. Μέχρι τότε, το διάταγμα δεν ισχύει οπότε, ακόμη και να εξακολουθούσε ο κατηγορούμενος να εισέρχεται στην κατοικία της παραπονούμενης, η οποία - κατοικία -, όπως αναφέρεται στο ίδιο το διάταγμα αποτελούσε την οικογενειακή κατοικία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το έκανε κατά παράβαση του διατάγματος. Στο ερώτημα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί πως έχει επιδοθεί το επίδικο διάταγμα στον κατηγορούμενο απαντώ αρνητικά. Ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να αποδεικνύει ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου και οι τρεις κατηγορίες απείθειας κατά νομίμων διαταγών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι έκθετες σε απόρριψη. Εν πάση περιπτώσει, αυτές είναι έκθετες σε απόρριψη και για τον επιπλέον λόγο, πως ούτε και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Αφ' ης στιγμής δεν έχει αποδειχθεί ότι το επίδικο διάταγμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή έστω, ότι αυτός, με κάποιο τρόπο έλαβε γνώση του περιεχομένου του, δεν μπορεί βάσιμα να του καταλογίζεται είτε ηθελημένη ανυπακοή σ' αυτό, είτε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησής του (βλ. τη Μαύρος (ανωτέρω). Υπάρχει όμως και συνέχεια. Οι ίδιες κατηγορίες, θα πρέπει να απορριφθούν και για τον επιπλέον λόγο, ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής συναφώς με αυτές είναι τόσο αντινομική και στερούμενη πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί σ' αυτή και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη (Μ.Κ.4), η οποία, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο των τριών γραπτών καταθέσεών της στην Αστυνομία (τεκμήρια τεκμήρια 10, 11 και 12), εκτός του ότι, αντεξεταζόμενη δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει πλείστα όσα αναφέρει στις εν λόγω γραπτές καταθέσεις της, για τα οποία, ακόμη και όταν της διαβάζονταν ολόκληρα αποσπάσματα από αυτές, περιοριζόταν σε δήλωση πως δε θυμόταν τα γεγονότα, για το μόνο ουσιαστικό γεγονός που ήταν βέβαιη και επέμενε ήταν ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου - που δεν ισχύει αφού εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου - στις 17.9.2012 - που επίσης δεν ισχύει αφού το διάταγμα εκδόθηκε στις 13.9.2012 - . Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους και οι τρεις κατηγορίες απείθειας κατά νόμιμων διαταγών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, θα απορριφθούν. Το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία προνοείται στο άρθρο 122 του Ποινικού Κώδικα. Έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος των δυο κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ως επίσης και ότι αυτές εδράζονται στο εδάφιο (β) του άρθρου 122, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: Πρώτο, πράξη η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο επηρεάσει, δεύτερο, αστυνομική έρευνα, τρίτο, που διεξάγεται με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, για σκοπούς στοιχειοθέτησης των δυο κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτός, στις 11 και 14 Φεβρουαρίου, 2013 απείλησε την παραπονούμενη - εν διαστάσει σύζυγό του - να αποσύρει το παράπονό της, κατά τρόπο που ήταν ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξαγόταν με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, σε υπόθεση ανυπακοής δικαστικού διατάγματος με αριθμό Μ.Ε 25/2012 του σταθμού Παναγιάς. Υπόθεση στην οποία η παραπονούμενη ήταν μάρτυρας κατηγορίας. Και αυτές οι κατηγορίες θα απορριφθούν επειδή, καταρχήν, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να αποδεικνύει ότι στον ουσιώδη χρόνο, διεξαγόταν οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα εναντίον του κατηγορημένου, με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας σε υπόθεση ανυπακοής του διατάγματος που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των επίδικων κατηγοριών. Με λίγα λόγια δεν έχουν αποδειχθεί τα δυο τελευταία από τα παραπάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ωστόσο, οι εν λόγω κατηγορίες, θα απορριφθούν και για τον επιπλέον λόγο, ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής συναφώς με αυτές - όπως και για όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος - είναι τόσο αντινομική και στερούμενη πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί σ' αυτή και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα: Όπως αναφέρει ο αστυφύλακας 2926 Κλεοβούλου (Μ.Κ.2) στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, στις 15.2.2013 έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη, σχετικά με υπόθεση παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κ.λ.π. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Ερωτηθείς σε ποια υπόθεση τού ανάφερε η παραπονούμενη ότι υπήρξε παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, ισχυρίστηκε ότι η κατάθεσή της βρίσκεται στην υπόθεση Serious 4/13 του Αστυνομικού Σταθμού Παναγιάς. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν το Serious 4/13 είναι για την παρούσα υπόθεση, «είναι μια από τις τρεις.» απάντησε. Κληθείς στη συνέχεια να πει σε ποια διαδικασία έγινε η παρέμβαση ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν. Ούτε και του ανάφερε η παραπονούμενη σε ποια υπόθεση έγινε η παρέμβαση, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση. «Απλά ήταν αόριστο το παράπονο.» του λέχθηκε, περισσότερο υπό μορφή σχολίου αντί ερώτησης, στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Εννοούσε πιθανόν η παραπονούμενη για υπόθεση που έχουν για την απομάκρυνσή του μέσω του Δικαστηρίου από την οικία του.» «Όταν έδινες κατάθεση, ποια υπόθεση είχες υπόψη σου ότι ο κατηγορούμενος έκανε παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία;» ήταν η τελευταία ερώτηση που του είχε υποβληθεί από τον κ. Αδάμου. Απαντώντας, ισχυρίστηκε πως δεν του ανάφερε η παραπονούμενη ακριβώς σε ποια υπόθεση. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε η παραπονούμενη (Μ.Κ.4) συναφώς με τις ίδιες κατηγορίες. Στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 11), η οποία της λήφθηκε από το Μ.Κ.1 στις 15.2.2013, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα εξής: Επειδή τσακωνόταν συνεχώς με τον κατηγορούμενο και του είπε να φύγει από το σπίτι και δεν έφευγε, του έβγαλε διάταγμα απομάκρυνσής του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, ημερομηνίας 17.9.
- Έκτοτε, αυτός διέμενε Λεμεσό - Επισκοπή, αλλά, τακτικά, όταν ερχόταν Πάφο, την ενοχλούσε κατά παράβαση του διατάγματος και τον κατάγγειλε σχετικά στην Αστυνομία όπου έδωσε γραπτή κατάθεση και θα πάει Δικαστήριο για το αδίκημα της επέμβασης σε δικαστική διαδικασία. Δηλαδή, επηρεασμός μάρτυρα. Στις 11.2.2013, ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της και προσπαθούσε να την πείσει να ξανασμίξουν και να μην πάει στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει για την παρακοή του δικαστικού διατάγματος, γιατί θα πάει φυλακή. Αυτή αρνήθηκε και του ζήτησε να φύγει και τότε, αυτός άρχισε να φωνάζει και συγκεκριμένα την εξύβρισε με τη φράση, «βρήκες άλλο και πηδιέσαι και γι αυτό δε με θέλεις, είσαι πουτάνα.» Τα ίδια περίπου, του αποδίδει και στη δεύτερη κατάθεσή της στην Αστυνομία (τεκμήριο 12), η οποία της λήφθηκε από το Μ.Κ.2 την ίδια μέρα, δύο ώρες μετά που προέβη στην προηγούμενη κατάθεση (τεκμήριο 11, ανωτέρω). Αντεξεταζόμενη, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Με αναφορά στην κατάθεσή της (τεκμήριο 11), ερωτηθείσα πότε κατάγγειλε τον κατηγορούμενο ισχυρίστηκε πως δεν τον κατάγγειλε. Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν κατά πόσο τον είχε καταγγείλει γραπτώς πριν από τις 15.2.
- Όταν κλήθηκε να πει για ποια υπόθεση ο κατηγορούμενος, της είχε ζητήσει να μην πάει να καταθέσει ισχυρίστηκε πως δεν μπορούσε να θυμηθεί μετά από τρία χρόνια. Το ίδιο απάντησε και στην ερώτηση, εάν ο κατηγορούμενος στις 11.2.2013 μπήκε μέσα στο σπίτι της. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε για ποιο λόγο πήγε στην Αστυνομία στις 15.2.2013 (ημερομηνία που έδωσε τις δύο καταθέσεις - τεκμήρια 11 και 12 -) ισχυρίστηκε και πάλιν πως δεν μπορούσε να θυμηθεί μετά από τρία χρόνια. «Ούτε τα γεγονότα θέλεις να πεις ότι θυμάσαι;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Δεν τα θυμάμαι.» απάντησε. Διερωτώμαι ειλικρινά ποιο είναι το υπόβαθρο γεγονότων έτσι ώστε να καλέσω τον κατηγορούμενο σε απολογία στις υπό κρίση κατηγορίες, τη στιγμή που, ενώ με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, του καταλογίζεται ότι προέβη σε πράξη, η οποία ήταν ενδεχόμενο να επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξαγόταν, με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, στην υπόθεση ανυπακοής δικαστικού διατάγματος με αριθμό Μ.Ε. 25/2012 του σταθμού Παναγιάς, από το σχετικό μέρος της μαρτυρίας που παραθέτω (πιο πάνω) δεν έχει αποδειχθεί ότι στον ουσιώδη χρόνο διεξαγόταν οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα, με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, σε οποιαδήποτε υπόθεση ανυπακοής του δικαστικού διατάγματος με αριθμό Μ.Ε.25/2012 (ανωτέρω), είτε ακόμη ότι υπήρχε τέτοια υπόθεση, δηλαδή ανυπακοής του εν λόγω διατάγματος, χωρίς, βέβαια, να παραγνωρίζω και τον ισχυρισμό της παραπονούμενης (στη γραπτή κατάθεσή της - τεκμήριο 11 -) ότι το διάταγμα απομάκρυνσής του κατηγορούμενου, το οποίο αυτός παράκουσε και για το οποίο της είχε ζητήσει να μην πάει στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει για την παρακοή του, γιατί θα πάει φυλακή είναι ημερομηνίας 17.9.2012 και εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Εκτός του ότι δεν έχει αποδειχθεί η έκδοση και ύπαρξη ενός τέτοιου διατάγματος, ακόμη και να αποδεικνυόταν, προφανώς, αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί πως είναι το διάταγμα με αριθμό Μ.Ε. 25/2012 (ανωτέρω) που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των υπό κρίση κατηγοριών. Τέλος, διερωτώμαι πώς μπορώ να δεχθώ οτιδήποτε καταλογίζει η παραπονούμενη στον κατηγορούμενο στις δυο καταθέσεις της στην Αστυνομία (τεκμήρια 11 και 12) και γενικά, πώς μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της και να καλέσω τον κατηγορούμενο σε απολογία, είτε στις υπό κρίση κατηγορίες, είτε σ' οποιαδήποτε άλλη κατηγορία, τη στιγμή που, αυτή, αντεξεταζόμενη - συν τοις άλλοις - είχε φθάσει στο σημείο να ισχυρίζεται πως δε θυμόταν τα γεγονότα που είχε καταγγείλει στην Αστυνομία, επειδή, όπως ήταν η μόνιμη επωδός της, έκτοτε έχουν περάσει τρία χρόνια. Μάλιστα, την ίδια απάντηση έδινε, ακόμη και όταν ο κ. Αδάμου τής διάβαζε ολόκληρα αποσπάσματα από τις εν λόγω καταθέσεις της. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι, τόσο οι υπό κρίση κατηγορίες όσο και όλες οι άλλες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να απορριφθούν. Οι υπό κρίση κατηγορίες και για τους δυο λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου από αυτό το στάδιο. Οι υπόλοιπες κατηγορίες (3, 6, 7 και 8), επειδή, με μόνο λόγο ότι τα γεγονότα που τείνουν να στοιχειοθετήσουν τα αδικήματα που περικλείουν αυτές αναφέρονται από την παραπονούμενη στις δυο γραπτές καταθέσεις της (τεκμήρια 11 και 12) και αυτή, αντεξεταζόμενη, δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει οτιδήποτε αναφέρει στις εν λόγω καταθέσεις, επειδή, όπως ήταν η θέση της, λόγω του ότι, έκτοτε έχουν περάσει τρία χρόνια, δε θυμόταν τα γεγονότα που είχε καταγγείλει με τις εν λόγω καταθέσεις, ουσιαστικά, δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία ενώπιόν μου για σκοπούς στοιχειοθέτησης των συγκεκριμένων κατηγοριών. Προφανώς, ο κατηγορούμενος δε θα πρέπει να κληθεί σε απολογία, για να συμπληρώσει τα σοβαρά κενά που παρουσιάζει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, συμβάλλοντάς έτσι ο ίδιος στην ενοχοποίησή του. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Κατά συνέπεια, αυτός, αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: απείθεια κατά νομίμων διαταγών, κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, απειλή βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα και τέλος, βία στην οικογένεια (με αναφορά στο αδίκημα της κοινής επίθεσης), κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 4
(1)
(2)(ιβ) και 23 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα - εκ πρώτης όψεως υπόθεση -. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο