Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μάριου Τούμπα, Αρ. Υπόθεσης: 426/13, 13/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 426/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μάριου Τούμπα Κατηγορούμενου ----------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.4.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα Για κατηγορούμενο: κα Παπαδημήτρη (για ν' ακούσει απόφαση, κ. Παπαδημήτρη) Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου από πρόσωπο που δεν κατέχει άδεια κατοχής αυτόματου πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1), 51 και 55 ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία), κατοχή μη πυροβόλου όπλου, χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 21 και 22
(1)(α)(ι)(γ) του Ν.113
(1)/2004 (ανωτέρω) (3η κατηγορία) και τέλος, κατοχή - μεταφορά εκρηκτικών υλών από πρόσωπο που δεν κατέχει άδεια κατοχής αυτόματου πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(4)(δ), 51 και 55 ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του ίδιου, πάντοτε, νόμου (Ν.113
(1)/2004) (4η κατηγορία). Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 4 - 5/12/2011, στην οδό Κλεόπα Χριστοδούλου και Αγίας Αικατερίνης 8 στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου έκλεψε από την κατοικία του Σάββα Παπασάββα, ένα στρατιωτικό τυφέκιο G3A3, με αριθμό κατασκευής 7052795, πέντε άδειες γεμιστήρες και διακόσια φυσίγγια διαμετρήματος 7,62, όλα, συνολικής αξίας €1.132,00, περιουσία της Εθνικής Φρουράς. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία είχε στην κατοχή του και μετέφερε ένα στρατιωτικό αυτόματο τυφέκιο G3A3, με αριθμό κατασκευής 7052795, χωρίς να έχει άδεια κατοχής αυτόματου πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία κατείχε μη πυροβόλο όπλο, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας κατοχής, δηλαδή, 5 κενές φυσιγγιοθήκες για τυφέκιο τύπου G
- Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία είχε στην κατοχή του 200 πλήρη φυσίγγια στρατιωτικού τυφεκίου, διαμετρήματος 7,62, χωρίς να έχει άδεια κατοχής αυτόματου πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α2 που ανήκουν τα φυσίγγια. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3281 Χαράλαμπο Ιωάννου, τον Ιωάννη Παναγιώτου και τέλος, τον παραπονούμενο, Σάββα Παπασάββα (Μ.Κ.1, 2 και 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβη σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσής του (τεκμήριο 18), με την προσθήκη ότι αυτή είναι η αλήθεια. Καταληκτικά δήλωσε αθώος. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρες, την Κατερίνα Ιακώβου (Μ.Υ.1) καθώς και τη Βαλεντίνα Κλεάνθους (Μ.Υ.2). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, σε σημαντικό βαθμό απορρέει από το περιεχόμενο των δύο γραπτών καταθέσεων του παραπονούμενου στην Αστυνομία (τεκμήρια 21 και 22), το περιεχόμενο των οποίων υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ειδικότερα: Στον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος διέμενε σε διώροφη κατοικία η οποία βρίσκεται στην οδό Κλεόπα Χριστοδούλου και Αγίας Αικατερίνης 8 στη Χλώρακα. Στις 4/12/2011 και μεταξύ των ωρών 16:00 και 17:00, αυτός άνοιξε το ερμάρι του υπνοδωματίου του στον 1ο όροφο και μετά από έλεγχο διαπίστωσε ότι το επίδικο στρατιωτικό του όπλο και το υπόλοιπο στρατιωτικό υλικό - αντικείμενο των επίδικων κατηγοριών - που του είχαν χορηγηθεί από τη μονάδα του στην οποία υπηρετούσε ως έφεδρος ήσαν εντάξει. Όταν γύρω στις 17:30 με 18:00 έφυγε από το σπίτι, όλα τα παράθυρα και οι πόρτες ήταν κλειστά και ασφαλισμένα. Επέστρεψε στο σπίτι από τη δουλειά του γύρω στις 01:30, την επομένη, 5/12/
- Στη συνέχεια ήρθε στο σπίτι του ο Κώστας Πέτσας, τον οποίο γνωρίζει αρκετά καλά. Οι δυο τους κάθισαν στο σαλόνι και έβλεπαν τηλεόραση και κουβέντιαζαν. Γύρω στις 02:00 με 02:10 ήρθαν στο σπίτι του ο κατηγορούμενος και μια κοπέλα, της οποίας δε θυμάται το όνομα. Καθώς μιλούσαν, γύρω στις 03:00 έφυγε η κοπέλα με το αυτοκίνητό της. Τότε, ο κατηγορούμενος, τους είπε πως είχε οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα και ότι ασχολείται με κλεψιές. Τους είπε ακόμη, ότι πριν από μερικές μέρες ήταν στη φυλακή για κλεψιές. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος καθώς και ο Κώστας, του ζήτησαν να τους αφήσει να κοιμηθούν εκεί, επειδή, όπως του είπαν, ο πρώτος δεν είχε τόπο να κοιμηθεί ενώ ο δεύτερος είχε κάποιες δουλειές το πρωί. Δέχθηκε και τους άφησε να κοιμηθούν στο σαλόνι του ισογείου, ενώ ο ίδιος, γύρω στις 05:00 ανέβηκε για να κοιμηθεί στο υπνοδωμάτιό του, στον 1ο όροφο. Ενώ κοιμόταν, γύρω στις 09:30 με 10:00, του φώναξε ο κατηγορούμενος να ξυπνήσει για να τον πάρει στην Κισσόνεργα. Του είπε πως δεν μπορούσε επειδή νύσταζε και αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε γύρω στις 13:00 και κατέβηκε στο ισόγειο και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος και ο Κώστας είχαν ήδη φύγει. Αφού ντύθηκε έφυγε κι αυτός και πήγε στο σπίτι των γονιών του στην Κισσόνεργα. Επέστρεψε στο σπίτι του γύρω στις 17:10 και αφού μπήκε μέσα άρχισε να το καθαρίζει. Ενώ σφουγγάριζε στο σαλόνι, γύρω στις 17:30 είδε ότι το συρόμενο παράθυρο του σαλονιού ήταν λίγο ανοιχτό στη μια μεριά. Μετά ανέβηκε στο υπνοδωμάτιό του και αφού άνοιξε το ερμάρι διαπίστωσε ότι το στρατιωτικό του όπλο καθώς και το πράσινο συσκευασμένο κουτί με τις γεμιστήρες και τις σφαίρες που του είχε χρεώσει η μονάδα του είχαν κλαπεί. Στο σπίτι δε βρήκε καθόλου ακαταστασία και υποψιάζεται ότι το όπλο, του το είχε κλέψει ο κατηγορούμενος. Δε νομίζει να έχει καμιά σχέση ο Κώστας, επειδή αυτός δεν κάνει τέτοια πράγματα και το γνωρίζει πολύ καλά. Η επίδικη μέρα ήταν η 2η - 3η φορά που ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι του και ούτε αυτός μα ούτε και ο Κώστας ανέβηκαν μαζί του στον όροφο. Ενώ κουβέντιαζαν, τους είχε πει ότι είχε στρατιωτικό όπλο στον 1ο όροφο, χωρίς όμως να τους πει που ακριβώς. Όσα προηγήθηκαν είναι από την πρώτη κατάθεση του παραπονούμενου (τεκμήριο 21). Όσα ακολουθούν είναι από τη δεύτερη (τεκμήριο 22). Ειδικότερα: Μία περίπου βδομάδα μετά την κλοπή του όπλου του, μίλησε τηλεφωνικώς με τον Αντρίκο Κωνσταντίνου, ο οποίος του είπε ότι το όπλο του, του το είχε κλέψει από το σπίτι του ο κατηγορούμενος. Ωστόσο, δεν του είπε πως το έμαθε ή τι έγινε το όπλο. Την πρώτη βδομάδα του Φλεβάρη, 2012, μετά τις 15:00, ενώ βρισκόταν με τον πατέρα του στο χωράφι του αδελφού του πέρασε από εκεί ο Αντρίκος. Αφού του φώναξε και σταμάτησε και κατέβηκε κάτω, στην παρουσία του πατέρα του, τους είπε και πάλιν ότι το όπλο του, το είχε κλέψει ο κατηγορούμενος και ότι δεν ξέρει τι το έχει κάνει. Το ρώτησε από πού το γνωρίζει και δεν του έλεγε, ωστόσο, μετά, τους είπε ότι ο κατηγορούμενος, του φουμίστηκε ότι αυτός είχε κλέψει το όπλο και το πούλησε, αλλά δεν ξέρει σε ποιον. Πριν από μια βδομάδα περίπου (από τις 21/2/2012 που προέβηκε στην κατάθεση), τον πήρε τηλέφωνο ο Γιάννος ο Καμπάνας από το Μούτταλλο και του είπε πως ήθελε να του μιλήσει. Όταν πήγε στο σπίτι του, του είπε και αυτός, ότι το όπλο του, το είχε κλέψει ο κατηγορούμενος. Όταν το ρώτησε που το ξέρει, του είπε πως είχε βρεθεί με τον κατηγορούμενο και του το είπε εμπιστευτικά, ως επίσης και ότι είχε πουλήσει το όπλο για €1.000,00, χωρίς να του πει σε ποιον. Την ίδια μέρα, ο Καμπάνας επανέλαβε τα ίδια και στον πατέρα του. O κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφού κλήθηκε σε απολογία - σ' όλες τις κατηγορίες - και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Με αυτή υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 18), προσθέτοντας ότι αυτή είναι η αλήθεια. Καταληκτικά δήλωσε αθώος. Οι κύριες θέσεις που προβάλλει στην ανακριτική του κατάθεση - η οποία του έχει ληφθεί με τη μορφή ερωταπαντήσεων - που συνθέτουν και την εκδοχή του, για ό,τι του καταλογίζεται με τις επίδικες κατηγορίες είναι οι εξής: Γνωρίζει τον παραπονούμενο, αφού είναι συγχωριανοί καθώς και που μένει. Πήγε στο διαμέρισμά του λίγες φορές. Στον ουσιώδη χρόνο, τον είχε πάρει τηλέφωνο ο παραπονούμενος και τον επισκέφθηκε με τη φιλενάδα του. Εκεί ήταν και ο χωριανός του ο Κώστας Πέτσας. Κάθισαν εκεί και ύστερα ο παραπονούμενος βγήκε στο υπνοδωμάτιό του και ξάπλωσε για να κοιμηθεί. Η κοπέλα έφυγε και μετά ο Πέτσας κοιμήθηκε στον καναπέ. Κοιμήθηκε και ο ίδιος σε άλλο καναπέ και ξύπνησε κατά τις 08:
- Όταν ξύπνησε, ο Πέτσας έλειπε. Υποθέτει ότι θα πρέπει να έφυγε την ώρα που κοιμόταν ο ίδιος. Αφού νίφτηκε στην τουαλέτα πήγε και χτυπούσε την πόρτα του παραπονούμενου και τον ξύπνησε. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη και του είπε να τον πάρει στο σπίτι του γιατί δεν είχε αυτοκίνητο. Ο παραπονούμενος ήταν του ύπνου και του είπε ότι βαριόταν να σηκωθεί να τον πάρει. Το ρώτησε εάν λόγος που κλειδώνει την πόρτα είναι γιατί θα τον κλέψουν και μετά βγήκε έξω και ήρθε και τον πήρε από εκεί η Κατερίνα (Μ.Υ.1) με τη φίλη της τη Βαλεντίνα (Μ.Υ.2) με το αυτοκίνητο της δεύτερης. Ουδεμία ανάμειξη έχει με την κλοπή του επίδικου τυφεκίου και ούτε γνώριζε ότι ο παραπονούμενος είχε τέτοιο όπλο στο σπίτι του. Μπορούν να ρωτηθούν οι κοπέλες που τον πήραν εάν είχε μαζί του έτσι πράγμα. Την ώρα που ήταν στο σπίτι του παραπονούμενου δεν ανάφερε οτιδήποτε για κλεψιές και ότι κάνει κλεψιές. Ούτε και οπουδήποτε αλλού είπε κάτι τέτοιο. Την ώρα που ξύπνησε καθάρισε τα τασάκια και επειδή μύριζε καπνίλα, άνοιξε τις πόρτες για να καθαρίσει η ατμόσφαιρα. Εκεί έξω ήταν ένας γείτονας «καλαμαράς» που τον είχε δει και έπιασαν την κουβέντα. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. - μεταξύ άλλων - Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Επισημαίνεται και η πάγια νομική αρχή σύμφωνα με την οποία, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα, υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας.» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και την Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 καθώς και την Iddin (ανωτέρω). Προστίθενται και τα εξής: ο εντοπισμός - ύπαρξη - του γενετικού υλικού στον τόπο του εγκλήματος, αναμφίβολα αποτελεί σημαντικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428). Ωστόσο, όπως αναφέρεται στη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225: «Στην περίπτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων η ύπαρξη τους δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε εύρημα ότι το άτομο που άφησε τα αποτυπώματά του στον τόπο του εγκλήματος είναι ο δράστης. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418 - 419). Κατ' αναλογία και η ύπαρξη γενετικού υλικού παρόλο που είναι αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε καταδίκη, αυτό δεν είναι απαραίτητο διότι η ύπαρξη του μπορεί να έχει λογική εξήγηση. Τότε μόνο οδηγεί σε ενοχή, εφόσο η ύπαρξή του συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά του εγκλήματος δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση. (Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331).» Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η απουσία αποτυπωμάτων οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο (βλ. Πιτσιλλίδη κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 662). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ο αστυφύλακας 3281 Χαράλαμπος Ιωάννου (Μ.Κ.1) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του αναφέρεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Μολονότι αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις δεν επιχειρήθηκε αμφισβήτησή του επί της ουσίας όσων ανάφερε. Θα έλεγα πως, με μία, μόνο, εξαίρεση, η μαρτυρία του, βασικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Επιπλέον είναι και το γεγονός, ότι, πλείστα όσα έχει αναφέρει αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, είτε ακόμη συνάδουν με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Θεωρώ πως, ο μάρτυρας, που ασφαλώς ήταν ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας, εντούτοις ελέγχεται για μια σοβαρή παράλειψη η οποία αφορά στο έργο διερεύνησης της υπόθεσης που του είχε ανατεθεί. Για λόγους που θα αναφερθούν σε κατοπινό στάδιο, θα διαφανεί και η σημασία της εν λόγω παράλειψης, την οποία θα αναφέρω αμέσως. Αφ' ης στιγμής αποτελεί θέση του παραπονούμενου, ότι, στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, όταν επέστεψε στο σπίτι του από το σπίτι των γονιών του αντιλήφθηκε ότι το συρόμενο παράθυρο του σαλονιού ήταν λίγο ανοικτό, ο μάρτυρας, όχι απλώς δε δικαιολογείται να μη γνωρίζει κατά πόσο λήφθηκαν δειγματοληψίες από το συγκεκριμένο σημείο, για τη διενέργεια εξετάσεων, προβάλλοντας ως δικαιολογία, ότι τις εξετάσεις της σκηνής αναλαμβάνει το ειδικό κλιμάκιο του Τ.Α.Ε. Πάφου που είναι καταρτισμένο στην εξέταση σκηνών εγκλημάτων, αλλά, ως εξεταστής της υπόθεσης, για σκοπούς ορθής, αποτελεσματικής και πλήρους διερεύνησης της υπόθεσης όφειλε να μεριμνήσει δίδοντας τις κατάλληλες οδηγίες, έτσι ώστε να ληφθούν δειγματοληψίες από το συγκεκριμένο σημείο, για σκοπούς διενέργειας επιστημονικών εξετάσεων, σε επίπεδο, τόσο DNA όσο και δακτυλικών αποτυπωμάτων. Με την αναγκαία αυτή επισήμανση, η μαρτυρία του, στο βαθμό που αφορά τις ενέργειές του καθώς και τις διαπιστώσεις του γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του Ιωάννη Παναγιώτου (Μ.Κ.2) περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 19), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ο μάρτυρας, ουσιαστικά, δεν αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου. Επομένως, η μαρτυρία του, με εξαίρεση, εκείνο, μόνο, το μέρος, που αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, το οποίο δεν αποδέχομαι - καθότι, δεν έχει αποδειχθεί ότι της κλοπής του επίδικου στρατιωτικού υλικού είχε προηγηθεί διάρρηξη - κατά τα λοιπά γίνεται αποδεκτή. Ο παραπονούμενος, Σάββας Παπασάββας (Μ.Κ.3), μολονότι πλείστα όσα αναφέρει στις δυο γραπτές καταθέσεις του στην Αστυνομία (τεκμήρια 21 και 22) αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, είτε ακόμη συντίθενται από ισχυρισμούς γεγονότων οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, εντούτοις, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός, ότι, μερικοί από τους ισχυρισμούς του στερούνται λογικής και πειστικότητας, ως επίσης και ότι υπέπεσε σε μερικές, ουσιαστικές, αντιφάσεις, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Στην πρώτη του κατάθεση (τεκμήριο 21) ισχυρίζεται ότι στο ουσιώδη χρόνο, ενώ ο ίδιος, ο κατηγορούμενος και ο Κώστας Πέτσας μιλούσαν, ο κατηγορούμενος, τους είπε πως είχε οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα και ασχολείται με κλεψιές. Περαιτέρω, ότι πριν από μερικές μέρες ήταν στη φυλακή για κλεψιές. Παρόλα αυτά, όχι απλώς τον άφησε να κοιμηθεί στο σπίτι του, αλλά, το συγκεκριμένο βράδυ, ο ίδιος, όπως είπε αντεξεταζόμενος κοιμήθηκε στο άλλο δωμάτιο και όχι στο υπνοδωμάτιο που είχε τοποθετημένο το επίδικο όπλο και το υπόλοιπο στρατιωτικό υλικό. Και τούτο, τη στιγμή που, όπως αναφέρει και πάλιν στη ίδια κατάθεση, τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Κώστας, γνώριζαν ότι είχε στρατιωτικό όπλο στον πρώτο όροφο. Ομολογώ μου ακούεται πολύ παράλογο για να το πιστέψω, ο παραπονούμενος, ενώ γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος, καθ' ομολογία του ασχολείτο με κλεψιές, για τις οποίες είχε μόλις πρόσφατα αποφυλακιστεί εντούτοις, όχι απλώς τον άφησε να κοιμηθεί στο σπίτι του, αλλά, το συγκεκριμένο βράδυ, ο ίδιος, αντί να κοιμηθεί στο υπνοδωμάτιο που είχε τοποθετημένο το όπλο του και το υπόλοιπο στρατιωτικό υλικό, κοιμήθηκε στο άλλο δωμάτιο. Και τούτο, όταν για λόγους ασφάλειας, όπως είπε, είχε κλειδώσει και την πόρτα. Θεωρώ πως, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου - στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 18) - πως δεν ανάφερε οτιδήποτε για κλεψιές το επίδικο βράδυ είναι πολύ πιο λογικός, οπότε και τον αποδέχομαι. Το πόσο παράλογος είναι ο περί αντιθέτου ισχυρισμός του παραπονούμενου αποδεικνύεται και από τα εξής: θεωρώ πως, εάν πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που έκλεψε το επίδικο στρατιωτικό υλικό και αποτελούσε γεγονός, ότι, αυτός, εκείνη την περίοδο ασχολείτο με κλεψιές και είχε πάει φυλακή γι αυτές, στον τελευταίο που θα έλεγε είτε το ένα είτε το άλλο και μάλιστα, κατά το χρόνο και στον τόπο που φέρεται να τα έχει πει είναι στον παραπονούμενο. Άξια αναφοράς είναι και η απάντησή του, όταν, αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε γιατί το επίδικο βράδυ δεν κοιμήθηκε στο δωμάτιο που είχε ξεκλείδωτο το όπλο, είτε ακόμη γιατί δεν είχε κλειδώσει το όπλο. Ακολουθεί αυτούσια: «Δεν ήταν προετοιμασμένο το στρώμα, τα σεντόνια και πήγα στο άλλο δωμάτιο και κοιμήθηκα. Δεν ήρθαν για να τους φιλοξενήσω, ήρθαν απλώς για να πιούμε ένα τσάι, να δούμε τηλεόραση, απλώς κοιμήθηκα πάνω στον καναπέ. Μετά ξύπνησα, είπα τους να φύουν και είπαν μου εν έχουν μέσο να φύουν. Ο Κώστας ήθελε να μείνει τζιαμαί για να πάει να πληρωθεί που το ξενοδοχείο.» Του υπενθυμίζω απλώς, ότι, στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 21), το περιεχόμενο της οποίας - για να επαναλάβω - υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, αυτό που ισχυρίζεται είναι ότι, ενώ μιλούσαν με τον κατηγορούμενο και τον Κώστα, αυτοί, του ζήτησαν να τους αφήσει να κοιμηθούν εκεί. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Η παραπάνω αντίφαση στην οποία υπέπεσε δεν είναι και η μόνη. Προφανώς, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είπε στον κατηγορούμενο και στον Κώστα να φύγουν και δεν έφευγαν, είτε ακόμη πως είχαν μείνει εκεί με το ζόρι και δεν έφευγαν, τη στιγμή που, στη γραπτή κατάθεσή του, αυτό που λέει είναι ότι, όταν του ζήτησαν να τους αφήσει να κοιμηθούν εκεί και του ανάφεραν και το λόγο, τους άφησε. Η φράση, «Έτσι εγώ τους άφησα να κοιμηθούν στο σαλόνι του ισογείου και εγώ ανέβηκα για να κοιμηθώ στο υπνοδωμάτιό μου στον πρώτο όροφο..» δε συνάδει με τον ισχυρισμό του ότι αυτοί είχαν μείνει στο σπίτι του με το ζόρι. Ακόμη ένας παράλογος ισχυρισμός του, που ενισχύει τη θέση μου ότι ο κατηγορούμενος αποκλείεται να του είχε πει πως, είτε ασχολείτο με κλεψιές την επίδικη περίοδο, είτε ακόμη, ότι πριν από μερικές μέρες ήταν στη φυλακή για κλεψιές είναι και η απάντησή του στην ερώτηση γιατί είχε κλειδώσει το δωμάτιό του στον ουσιώδη χρόνο. «Κλείδωσα για δική μου ασφάλεια, πάντα κλειδώνω, αρέσκει μου να κλειδώνω.» απάντησε. Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής θεωρώ πως, εάν ο κατηγορούμενος του έλεγε οτιδήποτε από τα πιο πάνω, ο ίδιος, είτε δε θα έπρεπε να του επιτρέψει να κοιμηθεί στο σπίτι του για κανένα λόγο, είτε ακόμη όφειλε να κοιμηθεί στο δωμάτιο που είχε και το όπλο του, είτε τέλος, θα έπρεπε να κλειδώσει και αυτό το δωμάτιο και όχι μόνο το δωμάτιο στο οποίο είχε κοιμηθεί. Η επίμονη προσπάθειά του να με πείσει ότι είναι ο κατηγορούμενος που του είχε κλέψει το όπλο και το υπόλοιπο στρατιωτικό υλικό, τον οδήγησε σε ακόμη μία αντίφαση, κεφαλαιώδους σημασίας. Αντεξεταζόμενος και πάλιν ισχυρίστηκε ότι το βράδυ προτού πάει για ύπνο, το όπλο του και το υπόλοιπο στρατιωτικό υλικό ήταν στη θέση τους. Ειδικά για το όπλο, ερωτηθείς εάν είχε ανοίξει και είδε πως ήταν εκεί που το είχε τοποθετημένο απάντησε καταφατικά. Φυσικά, όταν του υποδείχθηκε - και ορθά - ότι στη γραπτή κατάθεσή του δε λέει ότι προτού κοιμηθεί ανέβηκε πάνω αργά τη νύχτα, κοίταξε το όπλο του και ήταν εκεί, ισχυρίστηκε πως το ανάφερε στην Αστυνομία όταν του είχαν πάρει την κατάθεση, ωστόσο, δεν ξέρει γιατί δε γράφτηκε. Το τι είπε στην Αστυνομία, το οποίο γράφτηκε στην κατάθεσή του και μάλιστα, εντελώς στην αρχή, που αποδεικνύει και το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ότι, στις 4/12/2011, γύρω στις 16:00 με 17:00 άνοιξε το ερμάρι του υπνοδωματίου στο ανατολικό μέρος της οικίας του στον πρώτο όροφο και έλεγξε το όπλο που του χορηγήθηκε από τη μονάδα του καθώς και τα υπόλοιπα πράγματα του στρατού και όλα ήταν εντάξει. Τότε ήταν λοιπόν που έλεγξε κατά πόσο το επίδικο όπλο και το υπόλοιπο στρατιωτικό υλικό ήταν στη θέση τους και όχι την επομένη, 5/12/ γύρω στις 05:00, που σύμφωνα και πάλιν με την κατάθεσή του, αυτή ήταν η ώρα που ανέβηκε στον όροφο για να κοιμηθεί. Προστίθενται και τα εξής: και ο εξεταστής της υπόθεσης, αστυφύλακας Ιωάννου (Μ.Κ.1), στη δική του γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 1) αναφέρει πως, όταν στις 5/12/2011 και ώρα 17:30, μετά από τηλεφωνική κλήση του παραπονούμενου μετέβη στην οικία του, όπου του κατήγγειλε την κλοπή του επίδικου στρατιωτικού υλικού, ο παραπονούμενος, του ανάφερε ότι στις 4/12/2011 και περί ώρα 16:00 άνοιξε το ερμάρι του υπνοδωματίου του όπου φυλάσσει το εν λόγω υλικό που του χορηγήθηκε από τη μονάδα του και αφού έλεγξε διαπίστωσε ότι όλα ήταν εντάξει. Τέλος, ακόμη ένας ισχυρισμός του, ο οποίος στερείται λογικής και πειστικότητας και την ίδια ώρα αναδεικνύει ακόμη μια αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι ο εξής: όταν του υποβλήθηκε από την κα Παπαδημήτρη, πως δεν του είπε ο κατηγορούμενος ότι είχε προβλήματα και ότι ασχολείται με κλεψιές, ισχυρίστηκε ότι του είπε. Ακολούθησε νέα υποβολή και συγκεκριμένα ότι εάν του έλεγε κάτι τέτοιο, ούτε στο σπίτι του θα τον άφηνε να μείνει και δε θα άφηνε το όπλο του αφύλακτο. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τον πατέρα του από τότε που ο κατηγορούμενος ήταν μωρό και έτσι, από σέβας δεν πίστευε ότι θα τον έκλεβε ή ότι θα του έκανε κακό κάποιος δικός του άνθρωπος, του οποίου γνωρίζει την οικογένεια. Είναι φανερό, συν τοις άλλοις, ότι ξέχασε τον προηγούμενο ισχυρισμό του και συγκεκριμένα, ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο είχε μείνει με το ζόρι στο σπίτι του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του, στο βαθμό που αυτή δε γίνεται αποδεκτή από τον κατηγορούμενο ή δεν επιβεβαιώνεται από άλλη, αξιόπιστη, μαρτυρία. Η μαρτυρία της Κατερίνας Ιακώβου (Μ.Υ.1) γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη, βασικά παρέμεινε και αναντίλεκτη. Η μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιχεόμενο της γραπτής κατάθεσής της στην Αστυνομία (τεκμήριο 11), από την οποία προκύπτει ότι, στις 5/12/2011, γύρω στις 10:30, ενώ ήταν με τη φίλη της Βαλεντίνα Κλεάνθους (Μ.Υ.2), μέσα σε κάποιο αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε η ίδια, της τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και της είπε πως ήταν στο δρόμο του δημοτικού σχολείου Χλώρακας και της ζήτησε να πάει να τον πάρει, επειδή ο ίδιος δεν είχε αυτοκίνητο. Επειδή το λυπήθηκε τού είπε εντάξει. Μισή ώρα αργότερα και συγκεκριμένα, γύρω στις 11:00, μαζί με τη Μ.Υ.2, το συνάντησαν στο δρόμο που της είχε πει. Αφού σταμάτησαν και μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο, γύρω στις 11:45 τον πήραν στο γκαράζ του μηχανικού του στη Γεροσκήπου για να πάρει το αυτοκίνητό του. Αυτός, όταν μπήκε στο αυτοκίνητο δεν κρατούσε οτιδήποτε στα χέρια του, ούτε βαλίτσα, ούτε τσάντα. Σίγουρα, δεν κρατούσε στρατιωτικό όπλο, γιατί θα το έβλεπαν. Τα ίδια περίπου αναφέρει και η Βαλεντίνα Κλεάνθους (Μ.Υ.2) στη δική της γραπτή κατάθεση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Θεωρώ και αυτή αξιόπιστη ως μάρτυρα, επομένως, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων μου θεωρώ ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Ο παραπονούμενος, Σάββας Παπασάββας διέμενε σε κατοικία που βρίσκεται στη Χλώρακα. Η κατοικία αποτελείται από το ισόγειο και τον όροφο, στον οποίο - σε κάθε περίπτωση - υπήρχαν δυο δωμάτια. Στο ένα από αυτά, το οποίο αποτελούσε το υπνοδωμάτιο του παραπονούμενου και συγκεκριμένα μέσα στο ερμάρι, αυτός είχε τοποθετημένα σε νάιλον σακούλι σκυβάλων (τεκμήριο 5) το επίδικο στρατιωτικό τυφέκιο, τις 5 άδειες γεμιστήρες καθώς και τα 200 φυσίγγια διαμετρήματος 7,62, συσκευασμένα και σφραγισμένα σε ειδική, πράσινη, νάιλον συσκευασία. Όλα αυτά, του είχαν χρεωθεί από τη μονάδα του στην οποία υπηρετούσε ως έφεδρος, στις 5/5/2010. Στις 4/12/2011, μεταξύ των ωρών 16:00 και 17:00 άνοιξε το ερμάρι του υπνοδωματίου και μετά από έλεγχο διαπίστωσε ότι το επίδικο στρατιωτικό υλικό ήταν εκεί. Μισή περίπου ώρα αργότερα έφυγε από την οικία του, αφού προηγουμένως έλεγξε και διαπίστωσε ότι όλα τα παράθυρα και οι πόρτες ήταν κλειστά. Επέστρεψε στην οικία του από την εργασία του γύρω στις 01:30 της επομένης, 5/12/2011 και στη συνέχεια ήρθε και ο Κώστας Πέτσας, με τον οποίο κάθισαν στο σαλόνι βλέποντας τηλεόραση και κουβεντιάζοντας. Γύρω στις 02:00 με 02:10 ήρθε και ο κατηγορούμενος μαζί με μια κοπέλα. Καθώς κουβέντιαζαν γύρω στις 03:00 η κοπέλα έφυγε. Ακολούθως και ενώ ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος και ο Κώστας συνέχισαν να κουβεντιάζουν, οι τελευταίοι ζήτησαν από τον πρώτο να τους αφήσει να κοιμηθούν εκεί. Ο παραπονούμενος τους άφησε να κοιμηθούν στο σαλόνι, ενώ ο ίδιος, γύρω στις 05:00 ανέβηκε στον όροφο για να κοιμηθεί κι αυτός. Για κάποιο λόγο, που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω επειδή δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία συναφώς με αυτό, δεν κοιμήθηκε στο υπνοδωμάτιο στο οποίο είχε τοποθετημένο το επίδικο στρατιωτικό υλικό, αλλά στο άλλο δωμάτιο. Ενώ κοιμόταν, γύρω στις 09:30 με 10:00 τον ξύπνησε ο κατηγορούμενους, ο οποίος του ζήτησε να τον πάρει στην Κισσόνεργα. Επειδή νύσταζε του είπε πως δεν μπορούσε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έφυγε από την οικία του και γύρω στις 10:30 τηλεφώνησε στην Μ.Υ.1, στην οποία εξήγησε που είναι ζητώντας της να πάει να τον πάρει με το αυτοκίνητό της. Μισή περίπου αργότερα, η μάρτυρας μετέβη στο μέρος που της είχε πει μαζί με τη Μ.Υ.2, από το οποίο και τον παρέλαβαν. Κατόπιν επιθυμίας του, γύρω στις 11:45, το μετέφεραν στο γκαράζ του μηχανικού του στη Γεροσκήπου για να πάρει το αυτοκίνητό του. Όταν μπήκε στο αυτοκίνητο της Μ.Υ.1 δεν κρατούσε οτιδήποτε στα χέρια του. Ότι ο κατηγορούμενος καθώς και ο Κώστας είχαν φύγει από την οικία του, ο παραπονούμενος, το διαπίστωσε όταν ξύπνησε γύρω στις 13:00 και κατέβηκε στο ισόγειο. Ελλείψει μαρτυρίας δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι ώρα έφυγε ο Κώστας. Αφού ντύθηκε ο παραπονούμενος έφυγε από την οικία του και μετέβη σ' αυτή των γονιών του στην Κισσόνεργα. Επέστρεψε γύρω στις 17:10 και άρχισε να καθαρίζει την οικία του. Ενώ σφουγγάριζε το σαλόνι, γύρω στις 17:30 είδε ότι το συρόμενο παράθυρο του σαλονιού ήταν λίγο ανοιχτό στη μια μεριά. Μετά ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο και αφού άνοιξε το ερμάρι διαπίστωσε ότι το επίδικο στρατιωτικό υλικό είχε κλαπεί. Ειδοποίησε αμέσως την Αστυνομία οπότε και μετέβησαν στο μέρος ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1) μαζί με τον αστυφύλακα 2140. Κατά την διενέργεια των επιτόπιων εξετάσεων που ακολούθησαν δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ίχνη παραβίασης. Προστίθενται και τα εξής: Μια περίπου βδομάδα αργότερα, ο παραπονούμενος, στο πλαίσιο τηλεφωνικής συνομιλίας που είχε με κάποιο Αντρίκο Κωνσταντίνου, αυτός, του είπε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που του είχε κλέψει το επίδικο όπλο από το σπίτι του, χωρίς ωστόσο να του πει πώς το έμαθε και τι έγινε το όπλο. Το ίδιο πρόσωπο, αρχές Φεβρουαρίου του 2012 επανέλαβε στον παραπονούμενο στην παρουσία του πατέρα του ότι ο κατηγορούμενος του είχε κλέψει το όπλο και ότι ο ίδιος δεν ήξερε τι το είχε κάνει. Όταν το ρώτησε πώς γνωρίζει ότι είναι ο κατηγορούμενος που του είχε κλέψει το όπλο, αυτός, αρχικά δεν του έλεγε, ωστόσο, μετά, του είπε ότι ο κατηγορούμενος φουμίστηκε στον ίδιο πως είχε κλέψει το όπλο και ότι το πούλησε, αλλά δεν ξέρει σε ποιον. Περί τα μέσα του ίδιου μήνα, ακόμη ένα πρόσωπο, ο Γιάννος ο Καμπάνας, του είπε ότι βρέθηκε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος του ανάφερε εμπιστευτικά πως είχε κλέψει το όπλο και ότι το πούλησε για το ποσό των €1.000,00, χωρίς να του πει σε ποιον το πούλησε. Την ίδια μέρα, τον πήρε και στο σπίτι του πατέρα του και κατόπιν παράκλησής του, επανέλαβε στον τελευταίο τα ίδια, στην παρουσία του. Και τα δυο αυτά πρόσωπα κλήθηκαν τηλεφωνικώς από τον εξεταστή της υπόθεσης να προβούν σε γραπτή κατάθεση, πλην όμως αρνήθηκαν. Το τι διαμείφθηκε μεταξύ των τριών καταχωρήθηκε από τον εξεταστή στο ημερολόγιο ενεργείας (τεκμήριο 10). Η ουσία έγκειται στα εξής: ο εξεταστής επικοινώνησε δυο φορές με τον Κωνσταντίνου (στις 22/2/2012 και στις 6/5/2012). Την πρώτη φορά, αφού του ανάφερε τι το φέρει ο παραπονούμενος να του έχει πει, αυτός, χωρίς να επιβεβαιώνει ή αρνείται είπε στον εξεταστή πως δεν ήθελε να προβεί σε γραπτή ή άλλη κατάθεση. Καταλήγοντας, του είπε ακόμη, πως δεν ήθελε να έχει καμιά ανάμειξη και ούτε να καταθέσει οτιδήποτε σε κατάθεση στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο. Τη δεύτερη φορά που είχε επικοινωνήσει μαζί του ο εξεταστής, αυτός επέμενε πως δεν επιθυμούσε να προβεί σε κατάθεση στην Αστυνομία ή να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη και ζήτησε να μην τον ενοχλήσει ξανά η Αστυνομία για αυτό το θέμα. Με τη σειρά του, ο Καμπάνας, ανάφερε στον εξεταστή, πως αυτά που είχε να πει τα είπε στον ίδιο τον παραπονούμενο καθώς και στον υπαστυνόμο Κλεάνθους και πως δεν επιθυμούσε να προβεί σε γραπτή κατάθεση, αλλά ούτε και να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο, γιατί η Αστυνομία τον τραβά κάθε λίγο στο Δικαστήριο για «ψιλή» και αφού δεν ενδιαφέρεται κανένας γι αυτό, ούτε και αυτός ενδιαφέρεται να ανακατευτεί και απλώς ανάφερε αυτά που το φέρει ο παραπονούμενος να του έχει πει επειδή το γνωρίζει καιρό και ήθελε να το βοηθήσει. Ασφαλώς, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία οι παραπάνω δηλώσεις των υπό αναφορά προσώπων προς τον παραπονούμενο, για τις οποίες παρατηρώ τα εξής: μολονότι δέχομαι ότι έχουν γίνει, εξάλλου, αυτό, έστω έμμεσα, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του ημερολόγιου ενεργείας του εξεταστή, εντούτοις, σε εφαρμογή της επιφύλαξης του άρθρου 24
(1)καθώς και του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 δεν μπορώ να τις δεχθώ προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, υπό την έννοια ότι δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε οποτεδήποτε στα δυο αυτά πρόσωπα, τα οποία αναφέρει ο παραπονούμενος, ότι αυτός είχε κλέψει το επίδικο τυφέκιο. Δεδομένης της σοβαρότητας της φερόμενης αυτής δήλωσης του κατηγορούμενου, η όποια, βασικά υπέχει θέση ομολογίας εκ μέρους του για τη διάπραξη όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι και τα δυο αυτά πρόσωπα, θα έπρεπε να προβούν σε σχετική γραπτή κατάθεση, αλλά και να κληθούν στο Δικαστήριο, καταρχήν για να επαναλάβουν τη δήλωση/δηλώσεις που ο καθένας από αυτούς προέβηκε προς τον παραπονούμενο καθώς και στον πατέρα του και κυρίως, να υποβληθούν στη βάσανο της αντεξέτασης, προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος προέβη όντως σε μια τέτοια δήλωση στους ίδιους και εν πάση περιπτώσει, για να του δοθεί η ευκαιρία να τους θέσει και αυτός την εκδοχή του αναφορικά με όσα και οι δυο του αποδίδουν ότι τους έχει πει. Η ανεξήγητη άρνηση του ενός (του Κωνσταντίνου) είτε να προβεί σε γραπτή κατάθεση, είτε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ομολογώ με προβληματίζει καχύποπτα, σε βαθμό που έχω έντονες αμφιβολίες, κατά πόσο ο κατηγορούμενος, του ανάφερε όσα του αποδίδει. Αυτό, πολύ περισσότερο ισχύει για τον άλλο (τον Καμπάνα), ο οποίος, δεδομένου ότι συνδέει την άρνησή του, είτε να προβεί σε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία, είτε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, με το γεγονός, ότι, η Αστυνομία, τον οδηγεί στο Δικαστήριο τακτικά για χρήση ναρκωτικών (προφανώς δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά, η φράση που του αποδίδεται από τον εξεταστή της υπόθεσης στο ημερολόγιο ενεργείας - τεκμήριο 10 - «.δεν επιθυμεί να προβεί σε γραπτή κατάθεση αλλά ούτε και να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο γιατί η Αστυνομία τον "τραβά" κάθε λίγο στο Δικαστήριο για "καμιά ψιλή".») ενδεχομένως και να είχε κίνητρο να προβεί σε μια τέτοια δήλωση προς τον παραπονούμενο, υπό την εξής έννοια: δεδομένου ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών, γεγονός για το οποίο η Αστυνομία τον οδηγούσε τακτικά στο Δικαστήριο, ουδείς μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να εφεύρε τη φερόμενη ομολογία του κατηγορημένου ότι είχε κλέψει το επίδικο όπλο, με σκοπό, σε περίπτωση που προέβαινε σε σχετική γραπτή κατάθεση και ακολούθως κατάθετε και στο Δικαστήριο συναφώς με αυτή, να ζητούσε και εξασφάλιζε από την Αστυνομία ως αντάλλαγμα, τη μη δίωξή του για τη χρήση ναρκωτικών που έκανε. Των παραπάνω λεχθέντων θεωρώ πως, η απόφασή μου να μη δεχθώ την επί του προκειμένου εξ ακοής μαρτυρία, σε εφαρμογή της επιφύλαξης του άρθρου 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου εξυπηρετεί τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Για να καταλήξω με τα γεγονότα της υπόθεσης προστίθενται και τα εξής: αποτελεί παραδεκτό γεγονός (βλέπε την εμπιστευτική έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου - τεκμήριο 16 - την οποία υπογράφει ο Δρ. Μάριος Καριόλου, το περιεχόμενο της οποία αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός), ότι από τα χερούλια ανοίγματος του ερμαριού του υπνοδωματίου - στο οποίο ο παραπονούμενος είχε τοποθετημένο το επίδικο στρατιωτικό υλικό - απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα μεικτού γενετικού υλικού. Ο κατηγορούμενος είναι δότης μέρους του υλικού αυτού. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα. Όπως είναι δομημένο το κατηγορητήριο της υπόθεσης και ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας είναι σαφές, ότι, σε περίπτωση στοιχειοθέτησης της 1ης κατηγορίας, ουσιαστικά στοιχειοθετούνται και όλες οι άλλες κατηγορίες καθώς και το αντίθετο. Δηλαδή, σε περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι είναι ο κατηγορούμενος το πρόσωπο που είχε κλέψει το επίδικο στρατιωτικό υλικό, στην απουσία μαρτυρίας ότι το κατείχε και μετέφερε οποτεδήποτε, οι σχετικές κατηγορίες, κατοχής και μεταφοράς του επίδικου στρατιωτικού τυφεκίου (2η κατηγορία), κατοχής των 5 κενών φυσιγγιοθηκών (3η κατηγορία) και τέλος, κατοχής - μεταφοράς των 200 φυσιγγίων στρατιωτικού τυφεκίου, διαμετρήματος 7,62 (4η κατηγορία) είναι έκθετες σε απόρριψη. Στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 γίνεται εκτενής αναφορά στο αδίκημα της κλοπής, κατά το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Για ό,τι μας αφορά, το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής.» Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή δεν έχει εντοπιστεί η κλαπείσα περιουσία προστίθενται και τα εξής, από την απόφαση στην υπόθεση Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646: το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί η κλαπείσα περιουσία, δεν έχει επίδραση στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κλοπής, ενώ η πρόθεση αποστέρησής της, επειδή δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία και αποτελούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Άτομο, προστίθεται, έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Δεδομένου ότι στην έκθεση αδικήματος της 1ης κατηγορίας περιλαμβάνεται και το άρθρο 266(β) του Ποινικού Κώδικα αποτελεί επιπλέον συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η επίδικη περιουσία να έχει κλαπεί από κατοικία. Παρατηρώ τα εξής: Ότι το επίδικο στρατιωτικό υλικό έχει κλαπεί, υπό την έννοια ότι, πρώτο έχει παραληφθεί από την κατοικία του παραπονούμενου, δεύτερο, χωρίς τη συγκατάθεσή του, τρίτο, χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησής του από αυτόν που το έχει παραλάβει και τέταρτο, με πρόθεση αποστέρησής του τελεσιδίκως έχει αποδειχθεί. Ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο, με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων άμεσης, περιστατικής, πραγματικής και επιστημονικής μαρτυρίας, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων έχει αποδειχθεί ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο ο δράστης του συγκεκριμένου αδικήματος. Ειδικότερα: Το επίδικο στρατιωτικό υλικό, στις 4/12/2011 μεταξύ των ωρών 16:00 με 17:00, βρισκόταν στη θέση του και συγκεκριμένα, μέσα στο ερμάρι του υπνοδωματίου του παραπονούμενου. Όταν αυτός, γύρω στις 17:30 με 18:00 έφυγε από την οικία του για τη δουλειά του, όλα τα παράθυρα και οι πόρτες της οικίας του ήταν κλειστά και ασφαλισμένα. Επέστρεψε στην οικία του, στις 01:30 περίπου της επομένης, 5/12/2011 και στη συνέχεια τον επισκέφθηκαν ο Κώστας Πέτσας και ο κατηγορούμενος μαζί με μια κοπέλα. Η τελευταία έφυγε γύρω στις 03:00, ενώ οι άλλοι δυο, κατόπιν άδειάς του παρέμειναν στην οικία του για να κοιμηθούν. Συγκεκριμένα, τους επέτρεψε να κοιμηθούν στο σαλόνι στο ισόγειο, ενώ ο ίδιος, γύρω στις 05:00 ανέβηκε στον όροφο για ύπνο. Για κάποιο - άγνωστο - λόγο κοιμήθηκε στο άλλο δωμάτιο και όχι στο υπνοδωμάτιό του, στο οποίο είχε τοποθετημένο μέσα στο ερμάρι το επίδικο στρατιωτικό υλικό. Καθώς κοιμόταν, μεταξύ των ορών 09:30 και 10:00, τον ξύπνησε ο κατηγορούμενος για να τον πάρει στην Κισσόνεργα, ωστόσο, επειδή νύσταζε αρνήθηκε και συνέχισε τον ύπνο του. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος έφυγε από την οικία του και όταν τον παρέλαβε η Μ.Υ.1 με το αυτοκίνητό της δεν είχε μαζί του οποιοδήποτε μέρος της κλαπείσας περιουσίας. Όταν ο παραπονούμενος, γύρω στις 13:00, της ίδιας, πάντοτε, μέρας ξύπνησε, ούτε ο κατηγορούμενος μα ούτε και ο Κώστας Πέτσας ήταν στην οικία του. Ενώ ο κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί είχε φύγει γύρω στις 10:00 είναι άγνωστο τι ώρα είχε φύγει ο Πέτσας. Ο παραπονούμενος, στη συνέχεια έφυγε από την οικία του στην οποία επέστρεψε γύρω στις 17:10. Λίγη ώρα αργότερα διαπίστωσε ότι το συρόμενο παράθυρο του σαλονιού στο ισόγειο ήταν ανοικτό στη μια μεριά και ακολούθως διαπίστωσε την κλοπή του επίδικου στρατιωτικού υλικού. Στο πλαίσιο των αστυνομικών εξετάσεων που ακολούθησαν στο μέρος, δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ίχνη παραβίασης. Τέλος, από τα χερούλια ανοίγματος του ερμαριού του υπνοδωματίου - στο οποίο ο παραπονούμενος είχε τοποθετημένο το επίδικο στρατιωτικό υλικό - απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα μεικτού γενετικού υλικού, δότης μέρους του οποίου είναι ο κατηγορούμενος. Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι αρνητική. Αν υποτεθεί ότι το επίδικο στρατιωτικό υλικό κλάπηκε από την οικία του παραπονούμενου μετά τις 05:00 της 5/12/2011 που αυτός πήγε για ύπνο στον όροφο, αφήνοντας τον κατηγορούμενο καθώς και τον Κώστα Πέτσα να κοιμηθούν στο σαλόνι της οικίας του στο ισόγειο, τα παραπάνω στοιχεία, σε καμιά περίπτωση οδηγούν σε ασφαλές συμπέρασμα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο ο δράστης της κλοπής του εν λόγω υλικού. Καταρχήν, όσο πιθανόν είναι να πρόκειται για τον κατηγορούμενο ο δράστης είναι εξίσου πιθανόν, το αδίκημα να έχει διαπραχθεί από τον Κώστα Πέτσα, ο οποίος, καθ' ον χρόνο ο παραπονούμενος πήγε για ύπνο, βρισκόταν και αυτός στην οικία του μαζί με τον κατηγορούμενο. Μάλιστα, σε αντίθεση με τον τελευταίο, ο οποίος, γύρω στις 09:30 είχε ξυπνήσει τον παραπονούμενο ζητώντας του να τον πάρει στην Κισσόνεργα, γεγονός το οποίο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής αποκλείει το ενδεχόμενο τη στιγμή αυτή να είχε μαζί του το επίδικο στρατιωτικό υλικό, ο Πέτσας είχε φύγει απροειδοποίητα από την οικία του παραπονούμενου και άγνωστο τι ώρα. Ακολούθως, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος έφυγε από την οικία του γύρω στις 13:00 και επέστρεψε σ' αυτή γύρω στις 17:10 και λίγη ώρα αργότερα διαπίστωσε ότι το παράθυρο του ισογείου ήταν ανοικτό και ακολούθως την κλοπή του επίδικου στρατιωτικού υλικού, τίθεται το εξής ερώτημα: ποιος, πότε και με ποιο τρόπο είχε ανοίξει το παράθυρο; Ακολούθως, ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο, μετά που έφυγε από την οικία του ο παραπονούμενος γύρω στις 13.00, να εισήλθε σ' αυτή από το ανοικτό παράθυρο οποιοσδήποτε άλλος - εκτός από τον κατηγορούμενο, είτε ακόμη και τον Πέτσα - και να διέπραξε το αδίκημα; Ενώ στο πρώτο ερώτημα δεν υπάρχει απάντηση, στο δεύτερο, η απάντηση είναι κανείς. Παρότι στο πλαίσιο των αστυνομικών εξετάσεων δε διαπιστώθηκαν οποιαδήποτε ίχνη παραβίασης στη σκηνή, εντούτοις θεωρώ πως, ο εξεταστής της υπόθεσης όφειλε να μεριμνήσει έτσι ώστε να διενεργηθούν και επιστημονικές εξετάσεις στο παράθυρο που βρήκε ανοικτό ο παραπονούμενος, σε επίπεδο, τόσο DNA όσο και δακτυλικών αποτυπωμάτων, κάτι που ενώ είναι άγνωστο κατά πόσο έχει γίνει και για το οποίο θεωρώ ότι ο εξεταστής της υπόθεσης άσκησε πλημμελώς το έργο διερεύνησης της υπόθεσης, εάν γινόταν, ανάλογα με το αποτέλεσμα των εν λόγω εξετάσεων, η κατάληξή μου για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, ενδεχομένως να ήταν διαφορετική απ' ό,τι διαφαίνεται να είναι. Συνεπεία αυτής της παράλειψης, ούτε καν για το πρόσωπο που είχε ανοίξει το παράθυρο μπορεί να λεχθεί οτιδήποτε και τούτο, έχοντας υπόψη, ότι, ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε απλώς ότι το βρήκε ανοιχτό μετά που επέστρεψε στην οικία του, γύρω 17:30 και όχι πως ήταν κλειστό, όταν γύρω στις 13:00 έφυγε από αυτή. Προσεκτική μελέτη τόσο της απόφασης της πλειοψηφίας όσο και της απόφασης της μειοψηφίας στην υπόθεση Iddin (ανωτέρω) στην οποία με παράπεμψε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής και όσων αποφάσεων μνημονεύονται στην εν λόγω απόφαση, οι οποίες πραγματεύονται το θέμα της διαζευκτικής εκδοχής που προβάλλει ένας κατηγορούμενος, προκειμένου να δημιουργήσει λογική αμφιβολία, ως προς την ενοχή του, δε βοηθά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής για το λόγο που την επικαλείται. Και τούτο, επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη διαζευκτική εκδοχή/εκδοχές ή πιθανότητα/πιθανότητητες να πρόκειται για κάποιο άλλο και όχι για τον κατηγορούμενο, το πρόσωπο που έκλεψε το επίδικο στρατιωτικό υλικό εδράζονται σε αξιόπιστη μαρτυρία που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, η οποία, κατά βάση προέρχεται από την κατηγορούσα αρχή και όχι σε γενικές και αόριστες θεωρίες του κατηγορούμενου, οι οποίες προβλήθηκαν στο πλαίσιο της αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου του, χωρίς να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας (βλ. τη Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706), όπως εσφαλμένα εισηγείται η κα Σάββα, εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής. Ο κατηγορούμενος (για να επαναλάβω) με την ανώμοτη δήλωσή του υιοθέτησε απλώς το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης και δήλωσε πως είναι αθώος. Και στην ανακριτική του κατάθεση, πλείστα όσα αναφέρει επιβεβαιώνονται από τον παραπονούμενο στη δική του γραπτή κατάθεση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, καθιστώντας την έτσι ως μαρτυρία. Τέλος, το γεγονός, ότι στα χερούλια ανοίγματος του ερμαριού του υπνοδωματίου - στο οποίο ο παραπονούμενος είχε τοποθετημένο το επίδικο στρατιωτικό υλικό - απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα μεικτού γενετικού υλικού, με τον κατηγορούμενο να είναι δότης μέρους αυτού, σε κανένα ενοχοποιητικό συμπέρασμα εναντίον του κατηγορούμενου οδηγεί για να τίθεται θέμα υποχρέωσής του για παροχή εξήγησης, για την ύπαρξη του μεικτού γενετικού υλικού του στο σημείο που αυτό έχει εντοπιστεί. Ο κατηγορούμενος θα υπείχε τέτοιας υποχρέωσης - και μ' αυτό απαντώ και στην ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, η οποία, με αναφορά σε νομολογία ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να δόση εξήγηση, για το γεγονός, ότι είναι δότης μέρους του μεικτού γενετικού υλικού που είχε εντοπιστεί εκεί όπου είχε εντοπιστεί - μόνο σε περίπτωση που διαπιστωνόταν ότι πράγματι είχε εντοπιστεί το γενετικό υλικό του στο συγκεκριμένο σημείο, κάτι που για λόγους που θα αναφέρω αμέσως δεν έχει αποδειχθεί. Για να επαναλάβω αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στα χερούλια ανοίγματος του ερμαριού του υπνοδωματίου - στο οποίο ο παραπονούμενος είχε τοποθετημένο το επίδικο στρατιωτικό υλικό - απομονώθηκε πολύ μικρή ποσότητα μεικτού γενετικού υλικού και ο κατηγορούμενος είναι δότης μέρους του εν λόγω υλικού. Ότι αυτό, δε σημαίνει κατ' ανάγκη ότι ανήκει στον κατηγορούμενο αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός και προκύπτει απ' όσα ακολουθούν τα οποία αναφέρονται στην έκθεση του κ. Καριόλου, σε συνέχεια της διαπίστωσής του ότι ο κατηγορούμενος είναι δότης μέρους του μεικτού γενετικού υλικού στο σημείο εντοπισμού του (ανωτέρω): «Εάν ζητηθεί, το ΕΔΙΓ μπορεί να παρουσιάζει τη στατιστική δύναμη του Λόγου των Πιθανοτήτων στο Δικαστήριο.» (Η έμφαση είναι δική μου). Περί πιθανοτήτων λοιπόν ο λόγος και όχι περί βεβαιότητας, με ό,τι αυτό σημαίνει ιδιαίτερα, αν ληφθούν υπόψη και τα εξής, τα οποία αναφέρονται από τον κ. Καριόλου στη σελίδα 5 στην ίδια έκθεση, το περιεχόμενο της οποίας, στο σύνολό του αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός: οι εξετάσεις γενετικού υλικού από μόνες τους, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις (π.χ. βιασμού/ενδοσωματικός προσδιορισμός σπερματικών κυττάρων), δεν μπορούν να καθορίσουν το χρόνο εναπόθεσης γενετικού υλικού πάνω σε ένα αντικείμενο, αλλά, ούτε και να διαφωτίσουν ως προς το πώς φτάνει ή εναποτίθεται γενετικό υλικό κάποιου ατόμου σε ένα αντικείμενο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ παρά μόνο να πως τούτο∙ πολύ περισσότερο, που στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι βέβαιο ότι το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εντοπίστηκε στο σημείο όπου σύμφωνα με τον κ. Καριόλου είχε εντοπιστεί η μικρή ποσότητα του μεικτού γενετικού υλικού, με τον κατηγορούμενο να είναι απλώς δότης μέρους αυτού. Στην απουσία απόδειξης ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που πήρε μέσα από το ερμάρι του υπνοδωματίου του παραπονούμενου το επίδικο στρατιωτικό υλικό, η σχετική κατηγορία κλοπής του και κατά συνέπεια και όλες οι άλλες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι έκθετες σε απόρριψη. Η υπόθεση είναι ποινική και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363): «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται αποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, ο κατηγορούμενος αθωώνονται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal /Final Αναφορά: Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου από πρόσωπο που δεν κατέχει άδεια κατοχής αυτόματου όπλου κατηγορίας Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1), 51 και 55 ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/2004, όπως τροποποιήθηκε, κατοχή μη πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 21 και 22
(1)(α)(ι)(γ) του ίδιου νόμου (Ν.113
(1)/2004, ανωτέρω) και τέλος, κατοχή - μεταφορά εκρηκτικών υλών από πρόσωπο που δεν κατέχει άδεια κατοχής αυτόματου πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(4)(δ), 51 και 55 ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του ίδιου, πάντοτε, νόμου (Ν.113
(1)/2004). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο