Δημοκρατία ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Υποθ.: 7856/15, 9/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2016:5 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ, Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 7856/15 Δημοκρατία Εναντίον
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
- ΚΑΡΛΟΣ ΝΤΕΚΕΡΜΕΝΤΖΙΑΝ κατηγορουμένων -------------------- Ημερομηνία: 09.05.2016 Για τη Δημοκρατία: κ. A. Χατζηκύρου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Γ. Α. Γεωργίου και κ. Ν. Τσαρδελής (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Ν. Τσαρδελής) Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Νωρίς το βράδυ της 10.02.2014, περί ώρα 18:47:42, ο Παναγιώτης Σαββίδης επιβαίνοντας σε όχημα της αστυνομίας, οδηγήθηκε από άντρες της ΥΚΑΝ στο χώρο όπου στεγάζεται ο Αστυνομικός Σταθμός Πόλης Χρυσοχούς. Φέροντας χειροπέδες και συνοδευόμενος από 4 άντρες της ΥΚΑΝ, εισήλθε στο εσωτερικό του κτιρίου του ως άνω Αστυνομικού Σταθμού στις 18:50:55 της ίδιας ημερομηνίας. Είχε προηγηθεί, κατά ή περί την 18:00 της ίδιας ημέρας η σύλληψη του και στη συνέχεια η έρευνα, τόσο του οχήματος στο οποίο επέβαινε και οδηγούσε όσο και του ιδίου από τους ως άνω άντρες της ΥΚΑΝ. Καθ' ον χρόνο ο Παναγιώτης Σαββίδης βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, αποδίδεται στους κατηγορούμενους αστυνομικούς, η διάπραξη σε βάρος του, τριών αδικημάτων. Ειδικότερα: (Α) Πράξεις που στοχεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 228(α), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (Κατηγορία 1), (Β) Της υποβολής άλλου προσώπου σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1),2(β),
(3)του Νόμου 235/1990, ως έχει τροποποιηθεί, που κυρώνει την Σύμβαση κατά των βασανιστηρίων και άλλων μορφών σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, του άρθρου 16 της Σύμβασης κατά των βασανιστηρίων και άλλων μορφών σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (Κατηγορία 2), και (Γ) Της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (Κατηγορία 3). Αποτελεί, συνοπτικώς, εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι κατηγορούμενοι ενώ ήταν δημόσιοι λειτουργοί, δηλαδή μέλη της αστυνομίας, στις 10.02.2014, στα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς, με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον Παναγιώτη Σαββίδη τον κτύπησαν με ρόπαλο, προκαλώντας του παράνομα βαριά σωματική βλάβη ενώ αμφότεροι τον υπέβαλαν σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες που τους αποδίδονται. Αποτέλεσε πυρήνα της υπεράσπισης τους ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενήργησαν στα πλαίσια του Νόμου και ότι υπό τις περιστάσεις άσκησαν την ανάλογη βία σε βάρος του Σαββίδη με σκοπό να τον καθηλώσουν, να τον αφοπλίσουν από μαχαίρι που πίστευαν ότι είχε στην κατοχή του αλλά και οτιδήποτε άλλο, στα πλαίσια σωματικής έρευνας που θα διενεργούσαν. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι δύο πλευρές έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου, εκ συμφώνου, ψηφιακό δίσκο (τεκμήριο 1) που περιλαμβάνει λήψεις από κάμερες που ήταν εγκατεστημένες σε διάφορα σημεία του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς κατά την 10.02.2014, συμφωνώντας ταυτόχρονα για τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα των λήψεων, την ορθότητα και ακρίβεια των ωρών που σε αυτό καταγράφεται ότι έγιναν οι λήψεις και γενικότερα το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1. Καθ' ον χρόνο γινόταν η προβολή του τεκμηρίου 1, δηλώθηκαν επίσης από τις δύο πλευρές και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο, παραδεκτά γεγονότα. Ανάμεσα σε άλλα, ότι στις 18:52:57 ο Παναγιώτης Σαββίδης ευρισκόμενος εντός του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς, συνοδευόμενος από άντρες της ΥΚΑΝ, εισέρχεται εντός του χώρου της κουζίνας του ως άνω Αστυνομικού Σταθμού, ενώ στις 21:36:20, ο Παναγιώτης Σαββίδης εισέρχεται στο χώρο του γραφείου εγγραφής κρατουμένων, συνοδευόμενος από τον αστυφύλακα Σάββα Παφίτη, χώρο στον οποίο αμέσως προηγουμένως, ήτοι στις 21:35:38, κατευθύνθηκε ο αστυφύλακας Πολυδώρου. Ο τελευταίος, εντός του συγκεκριμένου χώρου αφαίρεσε τις χειροπέδες από τον Παναγιώτη Σαββίδη. Ο Σαββίδης, στις 21:42:10 παίρνει από τη τσέπη του παντελονιού του το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο και περιεργάζεται. Στις 21:50:06, ο αστυφύλακας Παφίτης απωθεί τον Σαββίδη από σημείο στο οποίο αυτός βρισκόταν τη δεδομένη στιγμή - πλησίον της πόρτας εξόδου του χώρου εγγραφής κρατουμένων - ακολουθώντας τους δύο αστυνομικούς. Ο Παναγιώτης Σαββίδης, στα πλαίσια επεισοδίου μεταξύ του ιδίου και των αστυνομικών Παφίτη και Πολυδώρου, κρατά στο χέρι του μαχαίρι με το οποίο καταφέρνει κτυπήματα στον αστυφύλακα Παφίτη, έχοντας προηγουμένως επιτεθεί στον άλλο αστυφύλακα, ενώ στις 21:53:05, κλείνοντας το σουγιά τον τοποθετεί στη δεξιά του τσέπη. Στις 22:37:59 εμφανίζεται στην κύρια πύλη του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς το περιπολικό της αστυνομίας με διακριτικό αριθμό 174, στο οποίο επέβαιναν οι δύο κατηγορούμενοι. Στις 23:10:51 εισέρχεται στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς ο ανώτερος υπαστυνόμος της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου, κ. Ερωτοκρίτου, ενώ στις 23:45:15 μέχρι 23:47:55 είναι το χρονικό σημείο όπου ο Σαββίδης επιβιβάζεται σε αυτοκίνητο και μεταφέρεται στο Νοσοκομείο από τους κατηγορούμενους, ενώ τους ακολουθεί, επίσης με αυτοκίνητο, ο υπαστυνόμος Ψαθίτης, ο οποίος εκτελούσε χρέη επόπτη. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά, πέραν του παραπονούμενου Παναγιώτη Σαββίδη, τρεις ακόμη μάρτυρες κατηγορίας. Προσέφερε στην πλευρά της Υπεράσπισης τη δυνατότητα να αντεξετάσει, αν το επιθυμούσε, το σύνολο των υπολοίπων μαρτύρων, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Η πλευρά της Υπεράσπισης επέλεξε να μην το πράξει. Οι κατηγορούμενοι, μετά που κλήθηκαν σε απολογία, επέλεξαν όπως προβούν σε ένορκη μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα, χωρίς να καλέσουν μάρτυρες προς υπεράσπιση τους. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας και των κατηγορουμένων, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων αξιοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω και αν δεν διατυπώνονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της. (Βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C. Estates v. Ζαβρού και άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Το Δικαστήριο, καθηκόντως, προσδιορίζοντας τα επίδικα θέματα και ζητήματα τα συνάρθρωσε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας για να καταλήξει στο τέλος σε σαφή και σχετικά ευρήματα (Λάρκου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399). Ταυτόχρονα εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, (ασχέτως αν δεν τα αναφέρουμε ρητώς στην απόφαση), θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Παραθέτουμε σε πρώτο στάδιο, τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, συνειδητά σε κάποια έκταση, έτσι ώστε να καταστεί κατανοητό το ευρύτερο πλέγμα και πνεύμα της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Με τον ίδιο τρόπο και σκοπό, θα ακολουθήσει η παράθεση του περιεχομένου της ένορκης μαρτυρίας των κατηγορουμένων 1 και
- Ο Παναγιώτης Σαββίδης, δασονόμος στο Δασικό Σταθμό της Γυαλιάς, στην Πάφο, καταθέτοντας στο Δικαστήριο υιοθέτησε κατάθεση του ημερ. 26.03.2014 (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με αυτήν, στις 10.02.2014 και περί ώρα 18:00, έχοντας σταματήσει το όχημα του που οδηγούσε στο δρόμο Δρούσιας - Προδρόμι και κατεβαίνοντας από αυτό με σκοπό να επισκεφθεί φίλο του, αντιλήφθηκε ιδιωτικό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν δύο άντρες με πολιτικά ρούχα, να σταματά πίσω από το όχημα του. Τα δύο πρόσωπα που επέβαιναν σε αυτό, αφού τον πλησίασαν αναφέροντας του «ξέρεις ποιοι είμαστε», τον άρπαξαν από τα χέρια προσπαθώντας να τον ακινητοποιήσουν και να του περάσουν χειροπέδες, χωρίς να του εξηγήσουν τους λόγους ούτε να του επιδείξουν οποιοδήποτε ένταλμα. Παρά την αντίσταση του, έγινε κατορθωτή τελικά η σύλληψη του ενώ οι χειροπέδες τοποθετήθηκαν σε αυτόν «πολύ σφικτά», με αποτέλεσμα να πονά τα χέρια του. Τον περιόρισαν στη συνέχεια στο όχημα τους. Στο μέρος κατέφθασαν και άλλοι άντρες με πολιτική περιβολή. Ακολούθως τον οδήγησαν έξω από το αυτοκίνητο, όπου τον υπέβαλαν σε σωματική έρευνα χωρίς να του κατάσχουν οτιδήποτε. Στη συνέχεια, οι άντρες που σε κάποιο στάδιο αντιλήφθηκε ότι πιθανόν να ήταν μέλη της ΥΚΑΝ, ερεύνησαν το αυτοκίνητο του χωρίς να βρουν οτιδήποτε το παράνομο. Ακολούθως τον επιβίβασαν στο διπλοκάμπινο όχημα τους, όπου και τον μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Στο χώρο ερευνήθηκε εκ νέου το όχημα του, το οποίο οδηγήθηκε επίσης στον εν λόγω Αστυνομικό Σταθμό, χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το παράνομο και οι αστυνομικοί του έδωσαν τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Ο ίδιος εξακολουθούσε να φέρει χειροπέδες. Εισερχόμενοι στο κτίριο του ως άνω Σταθμού ερευνήθηκε και πάλι σωματικά χωρίς να κατασχεθεί οτιδήποτε από τα προσωπικά του αντικείμενα. Ανάμεσα σε διάφορα έγγραφα που υπέγραψε ήταν και έντυπο στο οποίο ο ίδιος ζητούσε να εξεταστεί από ιατρό, ενόψει πληγής που είχε στο αριστερό του χέρι η οποία προκλήθηκε από τις χειροπέδες που εξακολουθούσαν να είναι σφικτές στο χέρι του. Στην παράκληση του προς τον αστυφύλακα του Αστυνομικού Σταθμού Σάββα Παφίτη να μεταφερθεί στο γιατρό για σκοπούς εξέτασης, ο τελευταίος του ανέφερε ότι θα του έπαιρνε πρώτα μια κατάθεση και στη συνέχεια θα τον οδηγούσε στον ιατρό. Με το πέρας της κατάθεσης του, ζήτησε και πάλι να μεταφερθεί σε ιατρό. Τοποθετήθηκε στο περιπολικό για να μεταφερθεί σε ιατρό, πλην όμως, όταν ο ίδιος ζήτησε να του αφαιρέσουν τις χειροπέδες ενόψει του δυνατού πόνου που αισθανόταν στο αριστερό χέρι, οι αστυνομικοί αρνήθηκαν και τον συνόδευσαν πίσω στο σταθμό, υποδεικνύοντας του ότι θα ερχόταν στο σταθμό ιατρός από το νοσοκομείο για να τον εξετάσει. Στη συνέχεια, οδηγήθηκε από τον αστυφύλακα Σάββα Παφίτη και άλλο αστυνομικό στο χώρο των κρατητηρίων για να τοποθετηθεί σε κελί. Στον προθάλαμο του αφαίρεσαν τις χειροπέδες, ζητώντας του να αφαιρέσει οποιαδήποτε περιουσία είχε και να τους τη παραδώσει. Ο ίδιος αρνήθηκε, διερωτώμενος γιατί δεν του είχαν εξηγήσει τους λόγους της σύλληψης του και της παραμονής του στα κρατητήρια. Οι αστυνομικοί επιμένοντας, προσπάθησαν να τον ερευνήσουν και να του τοποθετήσουν εκ νέου χειροπέδες. Ο ίδιος αντέδρασε, αρνούμενος να δεχτεί να του βάλουν εκ νέου χειροπέδες. Ακολούθησε πάλη μεταξύ τους, στα πλαίσια της οποίας και ενώ στο μεταξύ έπεσαν στο πάτωμα, δέχθηκε κτυπήματα στο κεφάλι με χειροπέδες που κρατούσε ο ένας εκ των αστυνομικών. Σε εκείνο το στάδιο κάποια από τα αντικείμενα που είχε στις τσέπες του παντελονιού του έπεσαν στο πάτωμα. Καταφέρνοντας να τους αποφύγει, σε κάποια στιγμή που σηκώθηκε από το έδαφος πήρε από το πάτωμα το σουγιά που είχε προηγουμένως στη τσέπη του και νιώθοντας ανασφάλεια, λόγω του κτυπήματος που δέχθηκε ενωρίτερα στο κεφάλι και ενόψει της επιμονής τους να τον βάλουν σε κελί, αντέδρασε κτυπώντας με το σουγιά τον ένα από τους αστυνομικούς, τον Παφίτη, ενώ ο άλλος βγήκε εκτός του προθαλάμου. Στη συνέχεια βγήκε από τον προθάλαμο και ο Παφίτης παραμένοντας ο ίδιος μόνος στο χώρο. Μετά από κάποια λεπτά, τρίτος αστυνομικός προσήλθε στο χώρο, καθ' υπόδειξην του οποίου άφησε το σουγιά κάτω στο πάτωμα. Ο ίδιος αστυνομικός του υπέδειξε και μετακινήθηκε σε δωμάτιο στο βάθος του προθαλάμου όπου κλείνοντας ο αστυνομικός την ενδιάμεση καγκελόπορτα τον απομόνωσε στο συγκεκριμένο δωμάτιο. Μετά από λίγη ώρα και ενώ βρισκόταν απομονωμένος στο συγκεκριμένο δωμάτιο, εισήλθαν στον προθάλαμο δύο άλλοι αστυνομικοί, οι οποίοι, αφού πλησίασαν την ενδιάμεση σιδερένια καγκελόπορτα, ως το έθεσε: «ο ένας από αυτούς εχρησιμοποίησε σπρέι και το επίτησεν προς το πρόσωπο μου μέσω της καγκελόπορτας και αμέσως μετά άνοιξεν η καγκελόπορτα και εμπήκαν και οι δύο αστυνομικοί στο δωμάτιο μου και αμέσως μετά ο ίδιος αστυνομικός που μου επίτησεν το σπρέι, κρατώντας ένα ρόπαλο άρχισε και με κτυπούσε σε διάφορα μέρη του σώματος μου εκτός από την κεφαλή για διάστημα ενός λεπτού περίπου. Τα περισσότερα από τα κτυπήματα που δέκτηκα με το ρόπαλο ήταν πάνω στα πόδια την ώρα που βρέθηκα πεσμένος στο πάτωμα και προσπαθούσα να αμυνθώ με τα πόδια μου, ενώ επίσης δέκτηκα και μερικά κτυπήματα, στο υπόλοιπο σώμα μου και στα χέρια μου με αποτέλεσμα να σπάσει ο δεξιός μου αντίχειρας.» Μετά από λίγη ώρα και ενώ βρισκόταν στον ίδιο χώρο, τον επισκέφθηκαν άντρες με πολιτικά ρούχα, συνομίλησαν μαζί του, όμως λόγω της άσχημης ψυχολογικής και σωματικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν δεν θυμάται τι διημείφθη μεταξύ τους. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στις πρώτες βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου όπου τον περιποιήθηκαν με συρραφή της κεφαλής του ενώ έβγαλαν επίσης και ακτινογραφίες. Την επόμενη μέρα όταν οδηγήθηκε στο Δικαστήριο για σκοπούς προσωποκράτησης μετά από απαίτηση του συνηγόρου του το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως μεταφερθεί ξανά στο Νοσοκομείο Πάφου όπου ενόψει κατάγματος στο δεξιό του αντίχειρα τοποθετήθηκε το χέρι του στον γύψο. Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης του η διαδικασία στο Δικαστήριο συνεχίστηκε όπου διατάχθηκε η κράτηση του για τρεις ημέρες στο Νοσοκομείο της Πάφου. Την επόμενη μέρα 12.02.2014 μεταφέρθηκε στη ψυχιατρική πτέρυγα του Νοσοκομείου Αθαλάσσας όπου παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι τις 12.03.2014 όπου έλαβε εξιτήριο, ακολουθώντας φαρμακευτική αγωγή. Ο μάρτυρας αναγνώρισε στα πρόσωπα των κατηγορουμένων τους δύο αστυνομικούς οι οποίοι ενεπλάκησαν κατά τον τρόπο που εξήγησε στην κατάθεση του στο επεισόδιο τραυματίζοντας τον, προβαίνοντας σε σχολιασμό, όχι μόνο αποσπασμάτων του τεκμηρίου 1 αλλά και δέσμης φωτογραφιών, (τεκμήριο 3) οι οποίες λήφθηκαν κατά το στάδιο που ο μάρτυρας εξετάστηκε από τους ιατροδικαστές Πανίκο Σταυριανό και Σοφοκλή Σοφοκλέους. Έθεσε ταυτόχρονα υπόψη του Δικαστηρίου τις ακτινογραφίες που του λήφθηκαν στο νοσοκομείο (τεκμήριο 2). Παρακολουθώντας την προβολή του τεκμηρίου 1 και καλούμενος τόσο από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης να σχολιάσει διάφορες σκηνές, αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι το κάταγμα στο δεξιό του αντίχειρα, για το οποίο το χέρι του τοποθετήθηκε σε γύψο, προκλήθηκε από το κτύπημα που δέχτηκε με ρόπαλο από τον πρώτο κατηγορούμενο, κατά τον χρόνο που στην προσπάθεια του να αποφύγει το κτύπημα πρόταξε το χέρι του. Εξήγησε ότι ο αστυνομικός στον οποίο παρέδωσε το σουγιά ήταν το πρόσωπο που στη συνέχεια του έδωσε και καρέκλα. Όταν δε του ζήτησε να κάτσει στην καρέκλα εντός του χώρου που έκλεινε με καγκελόπορτα, ενώ ο ίδιος αρχικά αρνιόταν, στη συνέχεια ακολούθησε τις οδηγίες και αφού κάθισε στην καρέκλα, η καγκελόπορτα του συγκεκριμένου χώρου έκλεισε. Πέρασε κάποιος χρόνος μιλώντας με το συγκεκριμένο αστυνομικό, ο οποίος του πρόσφερε και μπουκάλι με νερό. Όταν ο αστυνομικός αποχώρησε, ο ίδιος έμεινε μόνος του να κάθεται στο χώρο πίσω από την καγκελόπορτα. Κατά το στάδιο που εισήλθαν οι δύο κατηγορούμενοι αστυνομικοί στο χώρο ο ίδιος δεν κρατούσε οποιοδήποτε αντικείμενο στα χέρια του, τα οποία είχαν αίματα, αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αυτοτραυματίστηκε στο δεξί του χέρι κατά το στάδιο που χρησιμοποίησε το μαχαίρι, αφού η λαβή του συγκεκριμένου σουγιά ήταν μικρότερη από τη παλάμη του με αποτέλεσμα να πιάσει τούτο και από την λεπίδα. Ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν το άτομο που χρησιμοποίησε το σπρέι εναντίον του με αποτέλεσμα ο ίδιος να οδηγηθεί στο βάθος του χώρου όπου βρισκόταν ρωτώντας «γιατί μου πίτησες το σπρέι». Χωρίς ο ίδιος να κάνει οτιδήποτε άλλο, αφού, ως το έθεσε, προσπαθούσε: «να βρω την όραση μου ξανά», αμέσως ο αστυνομικός χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε, εισήλθε στο χώρο και άρχισε να τον κτυπά με το ρόπαλο. Ήταν σε αυτό το σημείο που όντας ακόμα όρθιος έβαλε το χέρι του για να αποφύγει κάποια κτυπήματα, με αποτέλεσμα να δεχτεί κτύπημα στο δεξί αντίχειρα. Στη συνέχεια ο ίδιος ήταν περιορισμένος στη γωνιά ενώ οι δύο αστυνομικοί ήταν από πάνω του, προσπαθώντας να του μιλήσουν. Ενώ ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα δέχτηκε και κάποιες κλωτσιές ενώ καθ' όν χρόνο παρουσιαζόταν το τεκμήριο 1, αναγνώρισε το τηλέφωνο του το οποίο μετακίνησε ο κατηγορούμενος 2 αστυνομικός με το πόδι του. Τούτο, υπέδειξε, πρέπει να έφυγε από τη τσέπη του. Τα αντικείμενα του τα οποία ήταν στο πάτωμα και στη τσέπη του, παραλήφθησαν μετά την έλευση άλλων αστυνομικών που ήρθαν να δουν τη σκηνή, ενώ ο ίδιος πέρασε από σωματικό έλεγχο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επέμενε ότι κατά το χρόνο που τον πλησίασαν οι αστυνομικοί της ΥΚΑΝ, όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, δεν του υπέδειξαν οποιοδήποτε ένταλμα ούτε του αποκάλυψαν την ταυτότητα τους, ενώ το γεγονός ότι ήταν υπό σύλληψη δυνατόν να του το ανέφεραν μετά που του πέρασαν τις χειροπέδες και αφού ο ίδιος είχε αντισταθεί. Όταν τον ρώτησαν αν θέλει δικηγόρο ο ίδιος είπε ότι δεν χρειάζεται, ζήτησε όμως να μεταφερθεί στο γιατρό αφού το χέρι του ήταν σχισμένο από τις χειροπέδες ζητώντας παράλληλα αν ήταν δυνατό να του το καθαρίσουν με κάποιο φάρμακο. Κατά το στάδιο που οδηγήθηκε στον προθάλαμο των κρατητηρίων οι αστυνομικοί ζήτησαν να τους παραδώσει την προσωπική του περιουσία και ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε ποιος ο λόγος να του πάρουν την περιουσία του και να τον κλείσουν σε κελί. Όταν του απάντησαν ότι «θα μείνει μέσα» προσπάθησε να τηλεφωνήσει σε κάποιο δικηγόρο πλην όμως δεν μπορούσε, αφού το τηλέφωνο του δεν είχε μονάδες κλήσης. Καθ' όλη τη διάρκεια της συζήτησης με τους δύο αστυνομικούς ο ίδιος ήταν ήρεμος. Ήθελε απλώς να πάει στο γιατρό. Ο μάρτυρας αρνήθηκε να δώσει την προσωπική του περιουσία με αποτέλεσμα ο ένας αστυνομικός, ο Σάββας Παφίτης, να πει στον άλλο, τον Πολυδώρου, «κελέψιαστον». Στην προσπάθεια των δύο αστυνομικών να του βάλουν χειροπέδες ο ίδιος αντιστάθηκε με αποτέλεσμα να προκληθεί επεισόδιο - πάλη μεταξύ τους. Όταν προσπάθησαν να τον κλείσουν στο κελί, μετά που τον κτύπησαν έχασε την ψυχραιμία του. Δήλωσε ότι δεν μπορεί να καταλάβει το λόγο που ήθελαν να του βάλουν ξανά χειροπέδες, εάν δηλαδή ήθελαν απλά να τον ερευνήσουν ή ήθελαν να τους παραδώσει την προσωπική του περιουσία. Ήταν ήδη με χειροπέδες, υπέδειξε, τρεις ώρες ενώ τον ερεύνησαν πάνω από δύο φορές. Στρέφοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης την προσοχή του σε σχετικά πλάνα του τεκμηρίου 1, παραδέχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της πάλης του με τους αστυνομικούς Παφίτη και Πολυδώρου, ένας από αυτούς τον πάτησε στον καρπό του χεριού του. Ο μάρτυρας ήταν απόλυτος πως το μόνο που του ανέφεραν οι δύο κατηγορούμενοι όταν πλησίασαν το χώρο που ο ίδιος καθόταν, περιορισμένος πίσω από την καγκελόπορτα, ήταν «είσαι εσύ που μαχαίρωσες αστυνομικό;». Κατά τον ίδιο τρόπο απέρριψε κατηγορηματικά τις υποβληθείσες προς αυτόν θέσεις ότι οι δύο αστυνομικοί του ανέφεραν οτιδήποτε άλλο και ειδικότερα «ήρθαμε να σε ερευνήσουμε για να πάρουμε την προσωπική σου περιουσία γιατί είσαι κρατούμενος» και ότι ο ίδιος τους απάντησε «εάν μπείτε μέσα θα σας σφάξω όπως τους άλλους». Καθ' όν χρόνο δε ο ίδιος ήταν κάτω στο πάτωμα, οι δύο κατηγορούμενοι δεν του ζήτησαν να τους παραδώσει οτιδήποτε. Την προσωπική του περιουσία ζήτησαν από τον ίδιο οι προηγούμενοι αστυνομικοί. Απέρριψε επίσης τη θέση ότι το σπρέι που χρησιμοποιήθηκε σε βάρος του δεν λειτούργησε ενώ σχολιάζοντας τη θέση ότι οι δύο κατηγορούμενοι αστυνομικοί μπήκαν με σκοπό να χρησιμοποιήσουν όση βία ήταν αναγκαία για να τον ακινητοποιήσουν μέχρι να του αφαιρέσουν τα προσωπικά του αντικείμενα, υπέδειξε ότι ήταν ήδη ακινητοποιημένος στο κελί. Ο αστυφύλακας με αριθμό μητρώου 1692, Παναγιώτης Νικολάου, αποτέλεσε το δεύτερο μάρτυρα κατηγορίας. Η κυρίως εξέταση του μάρτυρα περιορίστηκε στην παρουσίαση γραπτής του κατάθεσης, (Έγγραφο Β) την οποία ο μάρτυρας υιοθέτησε και ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτήν τις 10.02.2014, περί ώρα 21:50, όντας εκτός καθήκοντος, ειδοποιήθηκε από τον αστυφύλακα με αριθμό μητρώου 3402, Π. Πολυδώρου, όπως μεταβεί άμεσα στον ως άνω Αστυνομικό Σταθμό όπου υπηρετεί, αφού ως του ανέφερε κρατούμενος μαχαίρωσε τον αστυφύλακα με αριθμό μητρώου 1814, Σ. Παφίτη. Περί ώρα 21:54 αφίχθη στο Σταθμό. Την ίδια ώρα περίπου έφτασε στο Σταθμό και ο ειδικός αστυφύλακας με αριθμό μητρώου 5715, Χ. Ιωάννου, ο οποίος επίσης ήταν εκτός καθήκοντος. Ο αστυφύλακας Πολυδώρου τον ενημέρωσε πως καθ' όν χρόνο προσπαθούσε μαζί με τον αστυφύλακα με αριθμό μητρώου 1814, Σ. Παφίτη να μεταφέρουν και να τοποθετήσουν κρατούμενο στα κρατητήρια του σταθμού και ενώ ευρίσκοντο στο προθάλαμο των κρατητηρίων, ο κρατούμενος ανέσυρε σουγιά και κατάφερε να τραυματίσει τον Παφίτη. Ο τελευταίος είχε μεταφερθεί ήδη από άλλο συνάδελφο του στο νοσοκομείο ενώ όπως του ανέφερε ο Πολυδώρου και ο ίδιος είχε κτυπηθεί, έχοντας δυνατούς πόνους στη κοιλιά και τα γεννητικά όργανα. Μαζί με τον αστυφύλακα Ιωάννου κατευθύνθηκαν στο χώρο των κρατητηρίων, όπου πίσω από την κλειστή και ασφαλισμένη πόρτα εντόπισαν, στον προθάλαμο των κρατητηρίων, να περιφέρεται ένας άντρας 20 με 25 ετών, ο Παναγιώτης Σαββίδης, όπως έμαθε αργότερα. Ήταν ανήσυχος ενώ στο δεξί του χέρι κρατούσε μαχαίρι-σουγιά. Στα χέρια του υπήρχαν ίχνη από αίμα ενώ στο πάτωμα υπήρχαν επίσης κηλίδες αίματος. Ελέγχοντας, επιβεβαίωσε ότι ο κρατούμενος όπως βρισκόταν στο συγκεκριμένο χώρο του προθαλάμου των κρατητηρίων ήταν ασφαλισμένος ενώ δεν υπήρχε περίπτωση διαφυγής του. Ζήτησε από τον αστυφύλακα Ιωάννου να προσπαθήσει να τον καθησυχάσει για να τους παραδώσει το μαχαίρι, ενώ ο ίδιος μετέβη πίσω στο γραφείο υποδοχής του σταθμού, όπου ενημέρωσε σχετικά τον αξιωματικό υπηρεσίας Πάφου. Ομοίως, ενημέρωσε και τον υπεύθυνο του σταθμού, ενώ επικοινώνησε με το Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς όπου και ενημερώθηκε για την κατάσταση του αστυφύλακα Παφίτη. Όταν επέστρεψε από το νοσοκομείο ο αστυφύλακας ο οποίος μετέφερε τον Παφίτη στο νοσοκομείο, ζήτησε από τον τελευταίο να μεταφέρει για εξέταση στο νοσοκομείο και τον αστυφύλακα Πολυδώρου. Σε κάποιο στάδιο, ο Σαββίδης πείστηκε και τοποθέτησε το μαχαίρι κάτω στο πάτωμα στην είσοδο του προθαλάμου των κρατητηρίων, ακριβώς στη μέσα πλευρά της πόρτας ασφαλείας. Ο αστυφύλακας Ιωάννου άνοιξε την πόρτα και παρέλαβε το μαχαίρι κλείνοντας την και πάλι. Γύρω στις 22:45 της ίδιας μέρας κατέφθασαν στο σταθμό οι δύο κατηγορούμενοι αστυφύλακες της ΑΔΕ Πάφου για ενίσχυση, με τη βοήθεια των οποίων έγινε κατορθωτό να τεθεί ο Σαββίδης υπό έλεγχο. Ο ίδιος περί τις 23:15 της ίδιας ημέρας περισυνέλεξε, στην παρουσία του Σαββίδη, από το πάτωμα διάφορα αντικείμενα ενώ ακολούθως διενήργησε σωματική έρευνα στο Σαββίδη. Προέβη επίσης στη λήψη αριθμού φωτογραφιών στης σκηνής του συμβάντος και του μαχαιριού, ενώ έλαβε διάφορα άλλα τεκμήρια τα οποία παρέδωσε σε αστυνομικό του ΤΑΕ Πάφου για συνέχιση των εξετάσεων. Αντεξεταζόμενος, δήλωσε ότι ο ίδιος δεν ενημέρωσε τους κατηγορούμενους ότι στο μεσοδιάστημα είχαν πάρει το μαχαίρι από τον κατηγορούμενο, υποδεικνύοντας ότι με την άφιξη των κατηγορούμενων αστυνομικών στο σταθμό, ο ίδιος δεν μίλησε καθόλου μαζί τους, αφού ασχολείτο με την ενημέρωση της διεύθυνσης. Ερωτώμενος σχετικά από το συνήγορο Υπεράσπισης, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι από το σημείο που ήταν η είσοδος του σταθμού, στους διαδρόμους, μέχρι και το σημείο που έγινε το επεισόδιο «υπήρχε πολλή αίμα, πολλές κηλίδες». Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε ο ειδικός αστυφύλακας με αριθμού μητρώου 5715, Χριστάκης Ιωάννου. Υιοθέτησε επίσης γραπτή του κατάθεση, (Έγγραφο Γ). Ως ειδικότερα καταγράφεται στην εν λόγω κατάθεση του, στις 10.02.2014 ενώ ήταν εκτός καθήκοντος επικοινώνησε μαζί του, τηλεφωνικά, ο αστυφύλακας Πολυδώρου ο οποίος τον κάλεσε να μεταβεί αμέσως στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, όπου ο μάρτυρας είναι αποσπασμένος. Φτάνοντας αμέσως στο σταθμό, ο Πολυδώρου τον ενημέρωσε ότι υπήρχε κρατούμενος στον προθάλαμο των κρατητηρίων που κρατά μαχαίρι. Αμέσως ο ίδιος μετέβη στο χώρο, όπου αντιλήφθηκε άγνωστο του πρόσωπο, που στο δεξί του χέρι κρατούσε σουγιά, ανοικτό, με απειλητικές διαθέσεις. Ανέφερε στο εν λόγω πρόσωπο ότι ο ίδιος είναι αστυνομικός καλώντας τον να αφήσει το σουγιά και να αποσυρθεί πίσω στον ελεγχόμενο χώρο, πράγμα που έπραξε, όχι αμέσως αλλά μετά από συζήτηση 10-15 λεπτών, όπως διαφοροποίησε την κατάθεση του επί του συγκεκριμένου σημείου καταθέτοντας ενόρκως στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια, ο ίδιος έκλεισε την καγκελόπορτα του ελεγχόμενου χώρου, άνοιξε την είσοδο του προθαλάμου και εισήλθε σε αυτόν, παραλαμβάνοντας το σουγιά, επί του οποίου υπήρχαν εμφανή ίχνη από αίμα. Συσκεύασε κατάλληλα το μαχαίρι, το σφράγισε, και αργότερα την ίδια ημέρα το παρέδωσε σε αστυφύλακα του ΤΑΕ Πάφου για περαιτέρω εξετάσεις. Στα πλαίσια της εξέτασης του, υπέδειξε πως όταν ο κρατούμενος αποσύρθηκε στον ελεγχόμενο χώρο [χώρος μεταξύ των κελιών και του χώρου εγγραφής κρατουμένων (προθαλάμου)] και ο ίδιος έκλεισε τη σχετική καγκελόπορτα, προσέγγισε το συγκεκριμένο χώρο, συνομιλώντας μαζί του για 5-10 λεπτά. Πρόσφερε σε αυτόν νερό και καρέκλα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, συμφώνησε με το συνήγορο υπεράσπισης ότι μόλις πήγε στο σταθμό αντιλήφθηκε να υπάρχει παντού αίμα. Όπως το έθεσε: «κηλίδες αίμα, όλα, τα πάντα ήταν γεμάτα αίμα». Όταν οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί προσήλθαν στο σταθμό, ο ίδιος τους ανέφερε ότι ο Σαββίδης είναι πίσω και ότι δεν ερευνήθηκε ενώ οι ίδιοι τον κάλεσαν να τους δείξει πού βρίσκεται, πράγμα που έπραξε. Συμφώνησε επίσης με το συνήγορο υπεράσπισης ότι τους ανέφερε ότι ήταν πολύ επικίνδυνος και ότι ο ίδιος φοβόταν να μπει μέσα όταν οι δύο κατηγορούμενοι του ζήτησαν μπει μαζί τους στο χώρο. Τους οδήγησε μέχρι την καγκελόπορτα πλην όμως ο ίδιος για να την ανοίξει έπρεπε να αποσυρθεί, αφού σε κάθε περίπτωση η πόρτα ασφαλείας του γραφείου εγγραφής κρατουμένων, πριν ανοίξει η καγκελόπορτα, έπρεπε να κλείσει. Τούτο, εισηγήθηκε, στην περίπτωση που γινόταν οτιδήποτε όταν πλέον η καγκελόπορτα θα ήταν ανοικτή, ο χώρος να είναι και πάλι ελεγχόμενος. Επιβεβαίωσε επίσης τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι άκουσε τους κατηγορούμενους και το Παναγιώτη Σαββίδη να ανταλλάσσουν 2-3 κουβέντες, με τους πρώτους να τον ρωτούν «γιατί το έκαμες αυτό» ενώ αυτός τους είπε «μην μπείτε μέσα, μην κάνετε κάτι». Συμφώνησε ότι ο Σαββίδης τους είπε «εάν μπείτε μέσα θα σας σφάξω και εσάς όπως τον άλλο». Ο ίδιος πάντως, δεν ενημέρωσε τους δύο κατηγορούμενους ότι ο Σαββίδης δεν κρατούσε πλέον μαχαίρι. Τούτο, εισηγήθηκε, ενόψει του γεγονότος ότι ο ίδιος γνώριζε πως οι δύο συνάδελφοί του που προηγουμένως προσπάθησαν να τον ερευνήσουν, δεν τα κατάφεραν. Ούτε ο ίδιος ήρθε σε επαφή μαζί του για να τον ερευνήσει. Δεν υπήρχε λόγος να τους το πει, υποστήριξε, γιατί μπορούσε να κρατά και οτιδήποτε άλλο πάνω του. Έπρεπε να ερευνηθεί. Τέταρτος μάρτυρας για την πλευρά της κατηγορούσας αρχής κλήθηκε ο Σοφοκλής Σοφοκλέους, ιατροδικαστής. Στις 12.02.2014, υπέδειξε, μετά από γραπτή συγκατάθεση του Παναγιώτη Σαββίδη, προέβη σε εξέταση του εν λόγω προσώπου στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ετοίμασε σχετική ιατροδικαστική έκθεση σε σχέση με τα ευρήματα του, (Έγγραφο Δ) την οποία και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της το οποίο εξήγησε σε συνάρτηση πάντα και με τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 3, οι οποίες λήφθηκαν καθ' υπόδειξη του κατά το χρόνο που ο ίδιος προέβαινε στην εξέταση του Παναγιώτη Σαββίδη. Ο μάρτυρας, παρακολουθώντας πλάνα του τεκμηρίου 1 καλούμενος να τα σχολιάσει, υπέδειξε ότι ο Παναγιώτης Σαββίδης πριν από το περιστατικό που επισυνέβη στο χώρο του Αστυνομικού Σταθμού Πολης Χρυσοχούς με τους δύο κατηγορούμενους φαίνεται να βαδίζει κανονικά, σε αντίθεση με το χρόνο που εμφανίζεται σε αυτά μετά το περιστατικό μεταξύ των κατηγορουμένων και του Σαββίδη, όπου όπως ανέφερε: «δεν περπατά φυσιολογικά, κουτσέφκει». Αντίθετα, δεν συμφώνησε με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η ώρα 22:50, χρόνο που ο Σαββίδης εντοπίζεται στα πλάνα που λήφθηκαν από την κάμερα 23 του τεκμηρίου 1, στο μεσοδιάστημα δηλαδή μετά το επεισόδιο - πάλη με τους αστυφύλακες Παφίτη και Πολυδώρου και της έλευσης των κατηγορούμενων αστυνομικών στο χώρο που ο Σαββίδης παρέμεινε και κινείτο, ο τελευταίος παρουσιάζε οποιοδήποτε πρόβλημα στο δεξί του πόδι κατά την κίνηση, υποδεικνύοντας: «αφού δείχνει πολύ φυσιολογικά». Απέδωσε το γεγονός ότι ο Σαββίδης μετά το επεισόδιο που εξελίχθηκε μεταξύ του ιδίου και των δύο κατηγορούμενων αστυνομικών δεν περπατούσε φυσιολογικά, στα κτυπήματα που αυτός δέχθηκε κατά την εξέλιξη του επεισοδίου, διασυνδέοντας άμεσα τα ευρήματα του, κάταγμα δεξιού αντίχειρα, θλαστική εκχύμωση 15 χ 1 εκ. μετά εξοιδήσεως (πρήξιμο) στην έξω επιφάνεια άνω τριτημορίου αριστερού μηρού και εξοίδηση δεξιάς κνήμης, με τραυματισμούς οι οποίοι θα μπορούσαν να προέλθουν, ως εξήγησε, από κτυπήματα με ρόπαλο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, όταν τέθηκε υπόψη του σημείο στα πλάνα του τεκμηρίου 1 όπου αστυνομικός, (άλλος από τους κατηγορούμενους) κατά την διάρκεια της πάλης του Σαββίδη με τους Παφίτη και Πολυδώρου που προηγήθηκε, παρουσιάζεται να πατά τη δεξιά παλάμη του Σαββίδη, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το κάταγμα του δεξιού αντίχειρα όπως και άλλα τραύματα που εντόπισε στο σώμα του Σαββίδη, από τη μέση και πάνω, να προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια της πάλης που προηγήθηκε με τους δύο αστυνομικούς πριν την έλευση των κατηγορουμένων και την εξέλιξη του επεισοδίου μεταξύ αυτών και του Σαββίδη. Κάτω μάλιστα από περιστάσεις που προσπάθησε να εξηγήσει, αποτέλεσε θέση του ότι στα πλαίσια της πάλης που προηγήθηκε μεταξύ του Σαββίδη και των δύο αστυνομικών Παφίτη και Πολυδώρου στο χώρο εγγραφής κρατουμένων αλλά και μεταγενέστερων αντιδράσεων και συμπεριφορών του Σαββίδη, θα μπορούσαν να προκληθούν το σύνολο των τραυματισμών που εντόπισε και κατέγραψε στην έκθεση του, (Έγγραφο Δ) εμμένοντας όμως ότι κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, η θλαστική εκχύμωση 15 χ 1 εκ. μετά εξοιδήσεως (πρήξιμο) στην έξω επιφάνεια άνω τριτημορίου αριστερού μηρού, δεν θα μπορούσε παρά να διασυνδεθεί με τα κτυπήματα από ρόπαλο που φαίνεται να δέχεται από τους αστυνομικούς στα πλάνα του τεκμηρίου
- Ως έχει ήδη αναφερθεί, οι κατηγορούμενοι, ως είχαν κάθε δικαίωμα να πράξουν, μετά που κλήθηκαν σε απολογία έδωσαν ένορκη μαρτυρία, χωρίς να καλέσουν μάρτυρες. Ο κατηγορούμενος 1, στα πλαίσια της εξέτασης του περιορίστηκε να υιοθετήσει τη γραπτή του κατάθεση ημερ. 22.05.2014 (τεκμήριο 4). Σύμφωνα με αυτή, στις 10.02.2014, ενώ βρισκόταν καθήκον περιπολιακής κάλυψης της πόλης της Πάφου μαζί με το συνάδελφο του Κάρλο Ντεκερμεντζιάν, (κατηγορούμενο 2) περί τις 22:30 έλαβαν μήνυμα από τον αξιωματικό υπηρεσίας όπως μεταβούν χωρίς καθυστέρηση στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς καθότι κρατούμενος είχε μαχαιρώσει δύο αστυνομικούς. Αμέσως έσπευσαν με το όχημα τους στον εν λόγω αστυνομικό σταθμό από την Πάφο. Καθ' όν χρόνο μετέβαιναν ενημερώθηκαν ότι η κατάσταση των συναδέλφων τους ήταν κρίσιμη, ο ένας δε εξ αυτών υπέστη σοβαρό τραυματισμό, ενώ παράλληλα ο δράστης είχε κτυπήσει και αντισταθεί και σε συναδέλφους τους της ΥΚΑΝ. Περαιτέρω, τους ενημέρωσαν ότι επρόκειτο για επικίνδυνο και αψυχολόγητο άτομο και ότι οι ίδιοι έπρεπε να είναι προσεκτικοί. Φτάνοντας στο σταθμό, αντιλήφθηκαν μαζί με το συνάδελφο του, από τα σκαλιά της εισόδου, στο πάτωμα να υπάρχουν «πληθώρα από αίματα». Τόσο πολύ ήταν το αίμα στους διαδρόμους καθοδόν προς τα κρατητήρια, υπέδειξε, που θύμιζε σκηνή που κάποιος έσφαξε ζώο. Στην είσοδο των κρατητηρίων και εντός του χώρου αυτών, πρόσεξε επίσης ότι υπήρχαν παντού αίματα, στο δάπεδο, στους τοίχους. Δύο συνάδελφοι του, τους οποίους συνάντησαν στο σταθμό, τους ενημέρωσαν για το περιστατικό καθώς επίσης ότι ο κρατούμενος βρισκόταν εντός του χώρου των κρατητηρίων χωρίς να έχει γίνει σε αυτόν σωματική έρευνα καθότι δεν την αποδεχόταν και αντιδρούσε. Με δεδομένο ότι ουδείς τους ανέφερε ότι το μαχαίρι που χρησιμοποίησε ο κρατούμενος το παρέδωσε στην αστυνομία, θεώρησαν ότι αυτός το είχε ακόμα στην κατοχή του. Ο συνάδελφος ο οποίος τους οδηγούσε στα κρατητήρια, τους έλεγε συνεχώς να προσέχουν αφού πρόκειται περί επικίνδυνου ατόμου. Αφού διήλθαν τον προθάλαμο έφτασαν σε σιδερένια πόρτα που ήταν κλειστή. Πίσω από αυτήν καθόταν ένα νεαρό άτομο σε καρέκλα που αγριοκοίταζε. Αμέσως, ο ίδιος ανάφερε στον κρατούμενο «Παναγιώτη σήκω από την καρέκλα έλα δαμαί και ψήλωσε τα χέρια πάνω». Αυτός όμως αντέδρασε και αφού σηκώθηκε από την καρέκλα ωρύετο και φώναζε «φύεται γαμώ τη μάνα σας αφήστε με ήσυχο, εν να σας κάμω τζιαι εσάς όπως έκαμα του άλλου». Πέραν του πατώματος, είχε αίματα και στα δύο χέρια όπως αίματα υπήρχαν και στα ρούχα και τα παπούτσια του. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα μικρό αντικείμενο το οποίο ο ίδιος εξέλαβε ότι ήταν μαχαίρι. Εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι ήταν μικρό φαναράκι αφού το φως στο χώρο ήταν μειωμένης έντασης. Ο ίδιος επανέλαβε «Παναγιώτη ηρέμησε άφηστο μαχαίρι που το χέρι σου και έλα κοντά μας με τα χέρια ψηλά για να σου κάμουμε έρευνα». Αυτός ωρύετο περισσότερο λέγοντας «μεν γελαστείτε να μπείτε μέσα διότι θα σας κάμω ότι έκαμα του άλλου». Τότε, ο μάρτυς είπε στον αστυνομικό να ανοίξει την καγκελόπορτα και ο κρατούμενος μόλις αντιλήφθηκε την πόρτα να ανοίγει και καταλαβαίνοντας ότι θα εισέρχονταν μέσα άρχισε να έρχεται προς το μέρος τους, κάνοντας διάφορες χειρονομίες και φωνασκώντας. Ο ίδιος, με απώτερο σκοπό και στόχο να τον καθηλώσει, όντας πλέον σίγουρος ότι η αντίδραση του θα ήταν όπως η προηγούμενη, «πήτηξα λίγο σπρέι» προς την κατεύθυνση του κατηγορούμενου. Ενόψει όμως ότι το σπρέι ήταν ληγμένο από τον 7/2003, αυτό δεν ενόχλησε τον τελευταίο, ούτε τον επηρέασε. Ο ίδιος, εισερχόμενος στο χώρο και βλέποντας τις αντιδράσεις του, την αγριότητα και την επιθετικότητα του, χωρίς να έχει άλλη επιλογή χρησιμοποίησε την ανάλογη βία υπό τις περιστάσεις για να καθηλώσει τον κρατούμενο. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος έδωσε στον κρατούμενο χρόνο και την ευκαιρία να ενεργήσει διαφορετικά με σκοπό το όλο ζήτημα να λήξει ήρεμα, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν θέλησε να τον αξιοποιήσει. Τον κτύπησε με το ρόπαλο του στα άκρα για να σταματήσει να αντιστέκεται και να είναι επικίνδυνος, με αποτέλεσμα ο κρατούμενος να πέσει στο έδαφος. Ενώ ήταν στο έδαφος συνέχιζε να κλωτσά και να απειλεί με αποτέλεσμα ο ίδιος μετά από 5-6 κτυπήματα - όπως διόρθωσε τη γραπτή του κατάθεση καθ' ον χρόνο έδιδε μαρτυρία από το εδώλιο - που του κατάφερε, στη συνέχεια κουνούσε πάνω-κάτω το ρόπαλο, χωρίς να τον κτυπά, παρά μόνο για εκφοβισμό. Ο κρατούμενος εξάλλου, από τη στιγμή που έπεσε στο έδαφος ουσιαστικά ήταν ακίνδυνος χωρίς ο ίδιος να έχει οποιοδήποτε λόγο να συνεχίσει να τον κτυπά. Οι ενέργειες του υπέδειξε ο μάρτυρας έγιναν στα πλαίσια του καθήκοντος του με σκοπό και στόχο να χρησιμοποιήσει την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία για να μπορέσει να καθηλώσει και να ακινητοποιήσει το πρόσωπο που έκδηλα ήταν επικίνδυνο, εκφραζόταν επικίνδυνα και απειλητικά και λίγη ώρα πριν είχε προβεί σε επικίνδυνες και αλόγιστες πράξεις και ενέργειες. Δεν είχε καμία άλλη επιλογή ή τρόπο δράσης, εκτός από αυτόν που χρησιμοποίησε. Όταν τελικά έγινε κατορθωτή η έρευνα στον κρατούμενο δεν εντοπίστηκε στα προσωπικά του είδη το μαχαίρι, το οποίο, όπως πληροφορήθηκε, είχε σε προγενέστερο στάδιο παραληφθεί από την αστυνομία πριν ο ίδιος και ο συγκατηγορούμενος του μεταβούν στο σταθμό, πράγμα το οποίο αρχικά δεν γνώριζε. Μετά το περιστατικό ο ίδιος και ο συγκατηγορούμενος του μετέφεραν τον κρατούμενο στο Νοσοκομείο Πάφου και αργότερα στα αστυνομικά κρατητήρια, χρόνο κατά τον οποίο όταν ρωτήθηκε από το μάρτυρα γιατί έκαμε ότι έκαμε αυτός τους απάντησε «πραγματικά δεν ξέρω γιατί το έκαμα δεν ήθελα να το κάμω έκαμα λάθος αλλά με καθοδηγούσε μια ανώτερη δύναμη». Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 1 κλήθηκε να σχολιάσει διάφορα πλάνα του τεκμηρίου
- Επέμενε στις θέσεις του όπως τις προέβαλε στην κατάθεση του, (τεκμήριο 4) σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων κατά την άφιξη του στο χώρο όπου εκρατείτο ο Παναγιώτης Σαββίδης και στα όσα διημείφθησαν μεταξύ τους, απορρίπτοντας περί του αντιθέτου υποβολές. Απέρριψε παράλληλα ότι αυτό που είπε ο ίδιος στον παραπονούμενο ήταν: «είσαι εσύ που μαχαίρωσες αστυνομικό;». Απορρίπτοντας την υποβληθείσα θέση ότι ο Σαββίδης δεν κρατούσε οτιδήποτε στα χέρια του και ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι αυτά ήταν κενά, υποστηρίζοντας ότι ο φωτισμός στο συγκεκριμένο σημείο ήταν μειωμένης έντασης, επέμενε πως όταν το αντικείμενο που κρατούσε στα χέρια του ο Σαββίδης έπεσε στο πάτωμα, ο ίδιος κατάφερε σε αυτόν ακόμη 5 ή 6 κτυπήματα ενώ αντιλαμβανόμενος ότι δεν ήταν το μαχαίρι, αλλά μεταλλικό φαναράκι, συνέχισε πλέον να τον εκφοβίζει καλώντας τον να παραδώσει το μαχαίρι. Το μαχαίρι από τον κρατούμενο ζητούσε και ο συνάδελφος του, δεν ήταν σε θέση όμως να θυμάται τι τους απάντησε επί τούτου ο κρατούμενος τη δεδομένη στιγμή. Ο λόγος που δεν προχώρησαν σε έρευνα του κρατούμενου, όταν ο τελευταίος βρέθηκε ακινητοποιημένος στο έδαφος, όπως συμφώνησε, ήταν οι σαφείς οδηγίες που έχουν όταν κάποιος είναι αιματωμένος να μην τον ακουμπούν με γυμνά χέρια. Κληθείς να σχολιάσει κλωτσιές που διακρίνεται να καταφέρνει στο Σαββίδη, εξήγησε ότι τούτο πρέπει να έγινε επειδή ο κρατούμενος ήταν ακόμα αντιδραστικός. Σχολιάζοντας το γεγονός, πως καταδεικνύεται από πλάνα του τεκμηρίου 1 ότι σε κάποιο στάδιο τοποθέτησε το αριστερό του πόδι πάνω στο σώμα του κρατούμενου καθ' όν χρόνο ο τελευταίος βρισκόταν στο έδαφος, υποστήριξε ότι τούτο έγινε γιατί προφανώς ο Σαββίδης προσπαθούσε να σηκωθεί πάνω. Επέμενε ότι σε καμία περίπτωση ο ίδιος στάθηκε πάνω στον κρατούμενο. Καταθέτοντας ο κατηγορούμενος αρ. 2 από το εδώλιο του μάρτυρα, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, περιορίστηκε επίσης να υιοθετήσει τη γραπτή του κατάθεση, ημερ. 29.05.2014 (τεκμήριο 5). Σύμφωνα με αυτήν, γύρω στις 22:30 τις 12.02.2014, μαζί με τον συνάδελφο του Παναγιώτη Ηρακλέους (κατηγορούμενο 1) ειδοποιήθηκαν από τον αξιωματικό της Πάφου όπως μεταβούν, χωρίς καθυστέρηση, από την Πάφο όπου περιπολούσαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, καθότι εκεί κάποιος κρατούμενος μαχαίρωσε δύο αστυνομικούς οι οποίοι είναι σοβαρά. Οι οδηγίες ήταν όπως μεταβούν στο χώρο για να βοηθήσουν τους συναδέλφους τους αλλά και για την επιβολή του νόμου και της τάξης. Ο ίδιος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής, λάμβαναν μηνύματα ότι η κατάσταση ήταν σοβαρή και εκτός ελέγχου. Ενημερώθηκαν επίσης από τηλεφωνήματα συναδέλφων τους που μεσολάβησαν, ότι έπρεπε να προσέχουν, αφού επρόκειτο να αντιμετωπίσουν ένα επικίνδυνο και αψυχολόγητο άτομο. Συμφώνησαν με το συνάδελφο και συγκατηγορούμενο του να αντιμετωπίσουν τα πράγματα με κάθε σοβαρότητα και ευθύνη. Φτάνοντας στο Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς αντίκρισε μια εικόνα που ως το έθεσε: «πραγματικά αυτά που είδα θα μου μείνουν αξέχαστα και πιστεύω θα μείνουν μελανά στο μυαλό μου. Αντίκρισα αίματα παντού στο σταθμό, στα σκαλιά, στα πατώματα και αλλού και πραγματικά ενόμισα ότι έγινε σφαγή». Συνάντησαν αστυνομικούς του εν λόγω σταθμού οι οποίοι τους εξήγησαν και τους πληροφόρησαν τι έγινε, λέγοντας τους ότι ο κρατούμενος ο οποίος βρισκόταν εντός των κρατητηρίων είναι αδίστακτος και έτοιμος να προβεί στις ίδιες ενέργειες, ως επίσης ότι προσπάθησαν να του κάμουν έρευνα αλλά αντέδρασε, δεν αποδεχόταν και συνεχώς απειλούσε. Ο αστυνομικός που τους οδηγούσε στα κρατητήρια, τους έλεγε συνεχώς να προσέχουν για να μην υπάρχουν και άλλα θύματα. Κανένας δεν τους ανέφερε ότι το μαχαίρι το οποίο ο δράστης χρησιμοποίησε είχε παραληφθεί από κάποιο συνάδελφο τους και έτσι οι ίδιοι ήταν σίγουροι ότι ο κρατούμενος εξακολουθούσε να το έχει στην κατοχή του. Οδηγήθηκαν από τον ένα εκ των δύο αστυνομικών στα κρατητήρια, με πρόθεση να τον ακινητοποιήσουν, να τον υποβάλουν σε έρευνα και να παραλάβουν ό,τι επικίνδυνο είχε στην κατοχή του. Αντιλήφθηκαν τον κρατούμενο να κάθεται πίσω από μία κλειστή σιδερένια πόρτα, να αγριοκοιτάζει και να συμπεριφέρεται αντιδραστικά. Είχε παντού (στα ρούχα, στα παπούτσια και στα χέρια) αίματα. Ο συνάδελφος του, κατηγορούμενος 1, τον κάλεσε να ψηλώσει τα χέρια και να πάει κοντά τους, ο τελευταίος όμως άρχισε να τους βρίζει. Πρόσεξε ότι στο δεξί του χέρι κρατούσε κάτι σφικτά, σήκωνε τα χέρια του ψηλά και γύριζε γύρω-γύρω. Τόσο ο ίδιος όσο και ο συνάδελφος του εξέλαβαν ότι το αντικείμενο στο χέρι του ήταν το μαχαίρι, αφού ο φωτισμός εκεί δεν ήταν επαρκής. Παρά το γεγονός ότι ο συνάδελφος του, του φώναξε «Παναγιώτη ηρέμησε, ξαπώλα το τσιακούι που το σιέρι σου και έλα κοντά με τα χέρια πάνω για να σου κάμωμε έρευνα» αυτός φώναζε λέγοντας «μη γελαστείτε να μπείτε μέσα για να με συλλάβετε γιατί θα σας κάμω ότι έκαμα του άλλου. Δεν φοούμαι κανένα.» Μόλις άνοιξε η πόρτα για να εισέλθουν μέσα στο χώρο, ο κρατούμενος, αντιλαμβανόμενος τούτο, άρχισε να έρχεται προς το μέρος τους κάνοντας διάφορες χειρονομίες και να φωνάζει απειλώντας. Όταν ήρθε κοντά στην πόρτα, ο συνάδελφος του, ως το έθεσε: «του πήτηξε σπρέι στο πρόσωπο με σκοπό τάχα να τον καθηλώσει και να σταματήσει να είναι επικίνδυνος». Το σπρέι όμως δεν τον επηρέασε και ο κρατούμενος συμπεριφέρθηκε με τον ίδιο τρόπο. Εισερχόμενος ο ίδιος στο χώρο, φώναζε στον κρατούμενο να πετάξει από το χέρι το μαχαίρι πλην όμως αυτός δεν άκουε. Ο συνάδελφος του, μη έχοντας άλλη επιλογή και ασκώντας υπό τις περιστάσεις ανάλογη βία, χρησιμοποίησε το ρόπαλο του για να καθηλώσει τον κρατούμενο. Τα πρώτα 3-4 κτυπήματα με το ρόπαλο τα δέχθηκε στα χέρια με σκοπό να αφήσει το αντικείμενο που κρατούσε, το οποίο οι δύο αστυφύλακες θεώρησαν ότι ήταν το μαχαίρι. Στη συνέχεια έπεσε στο έδαφος, αντιδρώντας, υβρίζοντας και κλωτσώντας με τα πόδια του. Ο συνάδελφος του συνέχισε να σηκώνει το ρόπαλο με σκοπό να τον εκφοβίσει χωρίς όμως να τον κτυπά. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι για τον ίδιο ήταν μονόδρομος να ενεργήσουν με τον τρόπο που ενήργησαν. Δεν υπήρχε άλλη μέθοδος. Χρησιμοποίησαν την ανάλογη βία για να μπορέσουν να καθηλώσουν τον κρατούμενο. Ο κρατούμενος, εφόσον του δόθηκε χρόνος, αντί να παραδοθεί και να υπακούσει, ως όφειλε, δεν το έπραξε και απειλούσε. Η ενέργεια τους, υποστήριξε, δεν έγινε για σκοπούς επίδειξης δύναμης αλλά για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Ούτε μετέβησαν στο χώρο προσανατολισμένοι εναντίον του κρατούμενου, παρά μόνο για να επιτελέσουν το καθήκον τους. Συμπλέοντας και σε αυτό το σημείο με το συνάδελφο του, εξήγησε πως καθ' όν χρόνο μετέφεραν με τον συγκατηγορούμενο του τον κρατούμενο στο Νοσοκομείο Πάφου και αργότερα στα κρατητήρια, ο Σαββίδης τους ανέφερε ότι ήταν λάθος αυτό που έκαμε, ζητούσε συγνώμη και ότι τον καθοδηγούσε μια ανωτέρα δύναμη. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 2 απέρριψε τις περί αντιθέτου υποβολές που του τέθηκαν σε σχέση με τα όσα ο ίδιος αναφέρει ότι εξελίχθηκαν στα πλαίσια της κατάθεσης του, (τεκμήριο 5) επιμένοντας ότι μαζί με το συνάδελφο του εξέλαβαν αντικείμενο που κρατούσε ο κρατούμενος στο δεξί του χέρι, ως το μαχαίρι που χρησιμοποίησε προηγουμένως. Επέμενε ότι και οι δύο έλεγαν συνέχεια στον κρατούμενο να τους δώσει το μαχαίρι και οτιδήποτε άλλο είχε στην προσωπική του περιουσία, ο τελευταίος όμως ήταν αντιδραστικός, τους εξύβριζε ενώ τους απωθούσε στο να τον υποβάλουν σε έρευνα. Ο κρατούμενος, επέμενε, ήταν προκλητικός από την αρχή μέχρι το τέλος. Απορρίπτοντας τη θέση ότι σε βάρος του κρατούμενου χρησιμοποίησαν υπέρμετρη βία, επανέλαβε ότι οι ενέργειες τους ήταν στα πλαίσια του νόμου και δεν αποσκοπούσαν σε τίποτε άλλο από το να τον καθηλώσουν, να τον αφοπλίσουν, για να του γίνει σωματική έρευνα. Αν πρόθεση τους ήταν να το εκδικηθούν, υπέδειξε, δεν θα τον κτυπούσαν στον προθάλαμο παρά μόνο θα τον έπαιρναν στα κρατητήρια όπου δεν υπήρχαν κάμερες. Ουδέποτε τους ανέφερε ότι παρέδωσε το μαχαίρι αλλά αντίθετα συνέχιζε να εξυβρίζει και τους δύο. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος κλώτσησε τον κρατούμενο καθ' ον χρόνο ο τελευταίος βρισκόταν στο έδαφος. Το μόνο πράγμα που κλώτσησε, για σκοπούς προστασίας αποτυπωμάτων και DNA, αφού σε αυτά υπήρχαν αίματα, ήταν τα αντικείμενα τα οποία έβγαλε από τις τσέπες του ο Σαββίδης, για να τα απομακρύνει από κοντά του. Σε κάποιο στάδιο ο ίδιος φώναξε στους συναδέλφους τους να τους δώσουν γάντια, πλην όμως οι τελευταίοι, ενόψει του γεγονότος ότι φοβούναν, δεν έμπαιναν μέσα ούτε τους άνοιγαν, λέγοντας του ότι «είναι πολλά επικίνδυνος πήγαινε πίσω». Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, στην τελική του εισήγηση προς το Δικαστήριο, υποστήριξε πως οι επίδικες κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων απεδείχθησαν στον απαιτούμενο βαθμό. Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εφοδιάζοντας το Δικαστήριο με γραπτό κείμενο της αγόρευσης του, γεγονός που συνέτεινε στην καλύτερη κατανόηση των τοποθετήσεων του, επιταχύνοντας ακόμη περισσότερο τη δικαστική διαδικασία, επιχειρηματολόγησε πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις επίδικες κατηγορίες. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες (υπό τις περιστάσεις) επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 686). Είναι, πιστεύουμε, αυτονόητο πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας είτε αυτή προερχόταν από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 254, 260 και Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 301). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες (και τους κατηγορούμενους ασφαλώς), που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου, ΠΕ 250/08, ημ. 20.10.11), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτελεί άλλωστε καλά αναγνωρισμένη αρχή ότι στις περιπτώσεις όπου μάρτυρες είχαν στενή φιλική ή επαγγελματική σχέση μεταξύ τους ή με τους κατηγορούμενους, το Δικαστήριο πρέπει να είναι εξίσου προσεκτικό στην πραγμάτευση και αποτίμηση της μαρτυρίας τους, έχοντας ασφαλώς πάντα κατά νου, ότι από μόνη της μια τέτοια σχέση δεν μπορεί - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των εν λόγων μαρτύρων, (Βλ. κατ΄ αναλογία, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 385, 395-398, Σάββα ν. Κυριακίδη
(2008)1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94, Κότσαπας ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 167, 175-176, Μουζάκης ν. Αστυνομίας
(1995)1 ΑΑΔ 220, 224, καίτοι μπορεί να αποβεί κρίσιμη, αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Δημητρίου κ.α. ν. Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, Χαμπή ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 70, 77-78, Γεωργίου ν. Δημητριάδου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 273, 278). Σε σχέση με το μάρτυρα Σοφοκλή Σοφοκλέους, ιατροδικαστή, τον οποίο δεχόμαστε ως πραγματογνώμονα για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσε - άλλωστε ρητώς τα προσόντα του και η εμπειρογνωμοσύνη του στα ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει δεν αμφισβητήθηκαν - η μαρτυρία του αξιολογήθηκε και αντιμετωπίστηκε στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών για το ζήτημα. (Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ 446, Republic v Chacholiades
(1992)1 ΑΑΔ 446). Παρά το γεγονός ότι η συμπεριφορά στο εδώλιο ενός εμπειρογνώμονα παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του, (Star Fiber-Glass v Elneda Trading Ltd) δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση του την παράμετρο αυτή τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο, βάση σαφών υποδείξεων της νομολογίας, (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65 και Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) AAΔ.875) χωρίς ασφαλώς να σημαίνει πως αξιολογήσαμε τη μαρτυρία του στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τον αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες. Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία μάρτυρες-πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντα τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν Μιτσιγιώργη και Άλλος ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Ο Μ.Κ.1, Παναγιώτης Σαββίδης, μας δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση. Με λόγο άμεσο, αφοπλιστικά γνήσιο, απλοϊκό και ανεπιτήδευτο, απαντούσε απερίφραστα και πειστικά σε ότι του ετίθετο. Θετικός και σταθερός δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης, έστω και κατ' ελάχιστο, της εκδοχής που προώθησε στο Δικαστήριο για την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι αποτέλεσε έναν ειλικρινή μάρτυρα, ο οποίος, χωρίς να παλινδρομεί, να αντιφάσκει και να αυτοαναιρείται έπειθε ότι αποτελούσε μάρτυρα της αλήθειας, χωρίς καμία διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Δεν είχε άλλωστε καμία δυσκολία να αναγνωρίσει εκτροπή της δικής του συμπεριφοράς στην όλη εξέλιξη του επεισοδίου με τους αστυφύλακες Παφίτη και Πολυδώρου, πέραν και ανεξάρτητα από την προσπάθεια του - κατανοητά αναμενόμενη στην ανθρώπινη διάσταση της - να εξηγήσει και να δικαιολογήσει, με το δικό του τρόπο, αντιδράσεις του που από τη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, εμφανώς αναγνώριζε ότι δεν ήταν οι επιτρεπόμενες. Στο βαθμό και την έκταση άλλωστε που μπορούσε τούτο να ελεχθεί, οι όποιες αναφορές του για την εξέλιξη των γεγονότων, φαίνεται να συνάδουν ή και να επιβεβαιώνονται από τα οπτικά πλάνα του τεκμηρίου 1, τα οποία λήφθηκαν κατά την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Προσεγγίσαμε τη μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και 3 αστυνομικών με την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις προσοχή και επιφυλακτικότητα, έχοντας κατά νου την παρουσία τους, με την επίσημη πάντα αστυνομική τους ιδιότητα στον αστυνομικό σταθμό όπου υπηρετούν, εντός του οποίου ασκήθηκε κάποιας μορφής σωματική βία [βλ. Χαμπή (ανωτέρω)]. Το ενδεχόμενο και μόνο δε να παραμείνει αλώβητο, υπό τις ανάλογες περιστάσεις, το τεκμήριο του άρθρου 6 του Ν235/1990 ως έχει τροποποιηθεί, και οι συνέπειες που θα μπορούσε να έχει τυχόν εφαρμογή του εδαφίου 2 του ως άνω άρθρου, αισθανόμαστε ότι καθιστά ακόμη πιο έντονη την ανάγκη για αυξημένη προσοχή κατά την προσέγγιση της μαρτυρίας τους για σκοπούς αξιολόγησης. Στρέφοντας την προσοχή μας κατά προτεραιότητα στη μαρτυρία του Μ.Κ.2 Π. Νικολάου, δεν μπορεί παρά να εντοπίσουμε το γεγονός ότι στη γραπτή του κατάθεση, την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, (Έγγραφο Β) αναφέρει πως ο Σαββίδης έγινε κατορθωτό να τεθεί υπό έλεγχο με την βοήθεια των κατηγορούμενων συναδέλφων του. Από μόνη της η ως άνω θέση του μάρτυρα προκαλεί ερωτηματικά. Με δεδομένο ότι ο Σαββίδης, πέραν του γεγονότος ότι πριν την έλευση των δύο κατηγορούμενων συναδέλφων του παρέδωσε το σουγιά που χρησιμοποίησε για να κτυπήσει και να τραυματίσει τον αστυφύλακα Παφίτη, γεγονός που ο μάρτυς ήδη γνώριζε αφού τούτο έγινε στην παρουσία του, ο Σαββίδης, ήταν ήδη αποκλεισμένος και υπό έλεγχο στο χώρο εγγραφής κρατουμένων, γεγονός που επίσης, ως δήλωσε, είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει αμέσως μετά την έλευση του στο σταθμό και πριν προβεί σε οποιαδήποτε ενημέρωση προς τους ανωτέρους του, δίνοντας παράλληλα οδηγίες σε δύο άλλους παριστάμενους συναδέλφους του. Φανερή ήταν η πρόθεση του να αποστασιοποιηθεί από την εξέλιξη γεγονότων που θα μπορούσαν να έχουν τη δική τους σημασία στην κατάληξη του Δικαστηρίου σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Ως έχει ήδη σημειωθεί, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, δήλωσε πως ο ίδιος δεν ενημέρωσε τους κατηγορούμενους ότι στο μεσοδιάστημα είχαν πάρει το μαχαίρι από τον κρατούμενο, υποστηρίζοντας παράλληλα σε σχέση με την ενημέρωση η οποία έγινε στους δύο κατηγορούμενους αστυνομικούς για το επεισόδιο που είχε προηγηθεί, όταν οι τελευταίοι προσήλθαν στο σταθμό, ότι: «εγώ δεν μίλησα καθόλου μαζί τους γιατί ασχολούμαι με την ενημέρωση της διεύθυνσης». Είναι γεγονός ότι στο τεκμήριο 1, δεν εντοπίζονται πλάνα από την κάμερα 12 που κάλυπτε το χώρο υποδοχής του σταθμού κατά τον χρόνο έλευσης των δύο κατηγορούμενων αστυνομικών εντός του κτιρίου του συγκεκριμένου αστυνομικού σταθμού. Πλάνα του χώρου αυτού από τη συγκεκριμένη κάμερα, καλύπτουν τόσο προγενέστερο όσο και μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι στα πλάνα άλλης κάμερας, της 13, η οποία έχει λήψεις κατά τον χρόνο άφιξης των κατηγορούμενων στο σταθμό, διακρίνεται πως με την έλευση των κατηγορούμενων στο κτήριο του σταθμού, οι τελευταίοι κοντοστέκονται και συναντούν κάποιο άτομο στο χώρο της υποδοχής του σταθμού, χωρίς ωστόσο να διακρίνεται από τις λήψεις της συγκεκριμένης κάμερας ποιό είναι αυτό το άτομο. Δεν παραβλέπουμε την θέση των δύο κατηγορούμενων ότι με την άφιξη τους στο σταθμό συνάντησαν δύο συναδέλφους τους οι οποίοι τους ενημέρωσαν. Με δεδομένο όμως ότι στο σταθμό υπήρχε και τρίτος αστυνομικός, ο ειδικός αστυφύλακας 7079, ο οποίος μετέφερε αρχικά στο νοσοκομείο τον Παφίτη ενώ όταν επέστρεψε, ως οι οδηγίες που του έδωσε ο Νικολάου, συνόδευσε στο νοσοκομείο και τον Πολυδώρου, δεν θα μπορούσε με την βεβαιότητα που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, να καταλήξει κάποιος με ασφάλεια ότι ο ένας από τους δύο αστυνομικούς τους οποίους συνάντησαν οι κατηγορούμενοι και οι οποίοι τους ενημέρωσαν για το περιστατικό, ήταν οπωσδήποτε ο Νικολάου. Παρά την αδυναμία ελέγχου της ως άνω τοποθέτησης του μάρτυρα Νικολάου από τα πλάνα των καμερών 12 και 13, εντούτοις, η θέση του πως ο ίδιος δεν μίλησε καθόλου μαζί με τους κατηγορούμενους κατά την άφιξη τους στο σταθμό, (αφού ο ίδιος ασχολείτο με την ενημέρωση της διεύθυνσης) καταρρίπτεται και ο ίδιος διαψεύδεται από τις λήψεις της κάμερας 18, η οποία καλύπτει τον διάδρομο που οδηγεί στα κρατητήρια του αστυνομικού σταθμού. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός που επιβεβαιώνεται και στα πλάνα του τεκμηρίου 1, ότι οι δύο αστυνομικοί εισέρχονται με το αστυνομικό τους όχημα από την εξωτερική πύλη του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς στις 22:37:59 (κάμερα 1). Κινούνται στα σκαλιά της εισόδου του σταθμού, με κατεύθυνση το εσωτερικό του κτηρίου στις 22: 39:25, (κάμερα 2) ενώ η κάμερα 13, στις 22:39:35 καταδεικνύει την είσοδο των δύο κατηγορούμενων αστυνομικών στο χώρο υποδοχής του σταθμού. Δευτερόλεπτα μετά την είσοδο τους στο κτήριο, στις 22:40:03, διακρίνεται ο Νικολάου να είναι το πρόσωπο που συνοδεύει τους άρτι αφιχθέντες κατηγορούμενους αστυνομικούς στο χώρο των κρατητηρίων, οδηγώντας τους μπροστά από την πόρτα ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων όπου βρισκόταν ήδη έγκλειστος, αποκλεισμένος και υπό έλεγχο, ως η κατάθεση του, ο Σαββίδης. Είναι φανερό ότι το Δικαστήριο για ουσιαστικά τουλάχιστον ζητήματα που αφορούν την παρούσα διαδικασία, όπως ποιός ενημέρωσε τους αφιχθέντες κατηγορούμενους αστυνομικούς για το περιστατικό που προηγήθηκε και αν τελικά αυτοί ενημερώθηκαν και από ποιόν για το γεγονός ότι ο Σαββίδης είχε παραδώσει το μαχαίρι που χρησιμοποίησε εναντίον του συναδέλφου τους, δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα και αντλώντας βοήθεια από αυτή να εξαγάγει τελικά συμπεράσματα και ευρήματα. Η αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.3, αστυνομικού Χ. Ιωάννου είναι πολύ φτωχή. Η επιλογή και η απόδοση του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού στη μαρτυρία του, αισθανόμαστε ότι είναι από τους πλέον ευνοϊκούς που θα μπορούσε να αποδοθεί σε αυτήν. Η διάθεση του συγκεκριμένου μάρτυρα να εξυπηρετήσει με τη μαρτυρία του την εκδοχή των κατηγορουμένων σε σχέση όχι μόνο με την κατάσταση που επικρατούσε κατά τον χρόνο της έλευσης των δύο κατηγορουμένων στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, αλλά και της στάσης και συμπεριφοράς του Σαββίδη κατά τον συγκεκριμένο χρόνο και το τι οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι διημείφθη μεταξύ τους και του Σαββίδη καθ' ον χρόνο τον προσέγγισαν στο ασφαλή χώρο όπου βρισκόταν, πίσω από την καγκελόπορτα, ήταν εύκολα διακριτή και αβίαστα αναδυόταν από τη στάση και συμπεριφορά του καθ' ον χρόνο αναφερόταν για το ζήτημα στο στάδιο της αντεξέτασης του. Έδινε την εντύπωση μίας απροκάλυπτης πρόθεσης να υιοθετεί και να υπερθεματίζει θέσεις που του ετίθεντο από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης σε σχέση με τα πιο πάνω, μέσω καθοδηγητικών σε κάποιες περιπτώσεις ερωτήσεων, τοποθετούμενος πολλές φορές μονολεκτικά, επιβεβαιώνοντας την εκδοχή των κατηγορουμένων συναδέλφων του για τα διαδραματισθέντα. Ήταν φανερό ότι τον μάρτυρα δεν τον απασχολούσε η υποχρέωση να βοηθήσει, ως μάρτυρας της αλήθειας, το Δικαστήριο. Αντίθετα, η αντίληψη μας, στο τέλος της ημέρας, ήταν πως αυτό που τον απασχολούσε ήταν να παραστήσει γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν την εκδοχή και την υπόθεση των κατηγορουμένων συναδέλφων του. Είναι γεγονός ότι πολλές φορές έχει σημειωθεί πως η αντίληψη που αποκομίζει κάποιος που παρακολουθεί ένα μάρτυρα που καταθέτει ενώπιον του στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, δεν μπορεί να αποτυπωθεί στα «στεγνά» και «άψυχα» πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια μιας δικαστικής διαδικασίας. Η περίπτωση του μάρτυρα Ιωάννου, αποτελεί ίσως μια από τις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις που ο τρίτος παρατηρητής, που εκ των υστέρων και με την ανάλογη αποστασιοποίηση από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διεξέρχεται των πρακτικών μίας ακροαματικής διαδικασίας, μπορεί με άνεση να αντιληφθεί την διάθεση του αντεξεταζόμενου μάρτυρα, υποβοήθησης και ενίσχυσης της εκδοχής των κατηγορουμένων σε σχέση με την εξέλιξη ουσιαστικών κατά την αντίληψη του πάντα γεγονότων. Τούτο, στην περίπτωση του, ανεξάρτητα από τα ψεύδη στα οποία κατέφυγε αναφερόμενος στην εξέλιξη των γεγονότων. Παραθέτουμε προς τούτο αυτούσιο, μέρος της σύντομης, ούτως ή άλλως, αντεξέτασης του μάρτυρα Ιωάννου. «E. Είναι αλήθεια ότι τους είπες ότι είναι πολύ επικίνδυνος; A. Μάλιστα, αφού ήταν. Εγώ φοβόμουν να μπω μέσα. E. Όταν πήγαν στον χώρο των κρατητηρίων αντιλαμβάνομαι εσύ δεν τους ακολούθησες; A. Τους πήρα μέχρι την πόρτα που ήταν η καγκελόπορτα, αλλά για να την ανοίξω έπρεπε να αποσυρθώ στο κομπιούτερ. E. Πήγες να μπεις ύστερα μαζί τους όταν μπήκαν μέσα; A. Όχι. E. Ο λόγος που δεν μπήκες, ποιος ήταν; A. Καταρχήν θεωρούσα ότι δεν χρειάζετουν και έπρεπε να ήμουν έξω, διότι η πόρτα ασφαλείας η μεταξύ έπρεπε να κλείσει. Εάν σε περίπτωση οτιδήποτε να είναι ελεγχόμενος πάλι ο χώρος αφού θα άνοιγε η καγκελόπορτα και από τη στιγμή που άνοιξε η καγκελόπορτα όταν την άνοιξα από το κομπιούτερ, η άλλη η είσοδος που ήταν μεταξύ μου εμένα και του κρατούμενου στην πρώτη στιγμή που μπήκα έπρεπε να κλείσει αυτή. Άρα ήταν επικίνδυνο να ξανανοίξω αυτήν την πόρτα, αφού άνοιξε και η καγκελόπορτα. E. Δεν είναι αλήθεια ότι σου ζήτησαν οι κατηγορούμενοι να μπεις μαζί τους και τους είπες δεν μπαίνω φοούμαι, είναι επικίνδυνος; A. Συνέβηκε και αυτό. E. Άκουγες τις συνομιλίες των κατηγορουμένων με τον κρατούμενο όταν ήταν έξω από την πόρτα πριν να την ανοίξεις; A. Εντάξει, ανταλλάξασιν 2, 3 κουβέντες, τον ρώτησαν γιατί το έκανες αυτό, αυτός τους είπε μην μπείτε μέσα, μην κάμετε κάτι. E. Δεν είναι αλήθεια ότι τους είπε εάν μπείτε μέσα θα σας σφάξω και εσάς όπως τον άλλο; A. Το είπε και αυτό. E. Εσύ είσαι εκείνος που είχες πάρει το μαχαίρι; A. Μάλιστα. E. Τους ενημέρωσες ότι του πήρες το μαχαίρι και δεν κρατούσε πλέον μαχαίρι; A. Όχι. E. Ο λόγος που το έκανες ποιος ήταν; A. Διότι μέχρι τη στιγμή αυτήν ήξερα ότι οι δύο συνάδελφοι μου προσπάθησαν να τον ερευνήσουν και δεν τα κατάφεραν. Εγώ ο τρόπος που τον έβαλα στην καγκελόπορτα δεν ήρθα σε επαφή μαζί του για να τον ερευνήσω. Μπορούσε, δεν υπήρχε λόγος να τους το πω γιατί μπορούσε να κρατά και οτιδήποτε άλλο πάνω του, έπρεπε να ερευνηθεί. Δεν ήταν ερευνημένος. E. Να αντιληφθώ δηλαδή όταν ήρθαν οι κατηγορούμενοι, εσύ τους είπες ότι είναι επικίνδυνος, έτσι; A. Ήταν. E. Τον άκουσες να τους λέει εάν μπείτε μέσα εν να σας σφάξω όπως τον άλλο, έτσι είναι; A. Μάλιστα. E. Δεν τους ενημέρωσες ότι είχες ήδη πάρει το μαχαίρι, έτσι είναι; A. Όχι. E. Και τους άφησες να μπουν μέσα να τον ερευνήσουν έχοντας την εντύπωση ότι ακόμα κρατά το μαχαίρι, το οποίο μαχαίρωσε τον αστυνομικό; A. Στο τέλος όπως μου τα λέτε ναι, οι αστυνομικοί μπήκαν με αυτήν την εντύπωση αλλά δεν ήταν σκοπός μου αυτός. Ο σκοπός μου ήταν να τους αφήσω να του κάμουν την έρευνα. E. Πιστεύοντας ότι κρατά μαχαίρι που πρέπει να του το πάρουν; A. Ναι στο τέλος. E. Τίποτε άλλο.» Η αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας του Ιωάννου, δεν διαμορφώθηκε στηριζόμενοι μόνο στην γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας του και τα εμφανή αλλότρια κίνητρα του, που μόλυναν, ούτως ή άλλως την αξιοπιστία του, καθιστώντας τον ίδιον παντελώς αναξιόπιστο μάρτυρα, στο λόγο του οποίου επ' ουδενί δεν θα μπορούσαμε να βασιστούμε για την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων. Υπάρχουν και πολλά άλλα που δικαιολογούν τούτο, οδηγώντας το Δικαστήριο με ασφάλεια στην ως άνω κατάληξη. Εξηγούμε. Αποτέλεσε θέση του αστυφύλακα Ιωάννου ότι για να πάρει το μαχαίρι από τον Σαββίδη κλείδωσε τον τελευταίο στον ασφαλισμένο χώρο μεταξύ των κελιών και του χώρου εγγραφής κρατουμένων, περιορίζοντας τον πίσω από καγκελόπορτα. Αντίθετα, η θέση του Σαββίδη επί τούτου, είναι ότι κατά το χρόνο που ο τελευταίος παρέδωσε το μαχαίρι, βρισκόταν επίσης εντός του χώρου εγγραφής των κρατουμένων. Δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να αποδεχτούμε τη θέση του Σαββίδη και επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Ο Σαββίδης, επιβεβαιώνεται από τα πλάνα της κάμερας 23 (που καλύπτει τον ασφαλισμένο χώρο μεταξύ κελιών και χώρου εγγραφής κρατουμένων), αφού σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης του μαχαιριού, διακρίνεται να κινείται ακόμη ελεύθερα στο χώρο εγγραφής των κρατουμένων, χωρίς να είναι περιορισμένος στον ασφαλή χώρο πίσω από την καγκελόπορτα. Στη βάση δε των αναφορών του Σαββίδη αλλά και του ίδιου του Ιωάννου, ήταν σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης του μαχαιριού και ενώ ο Σαββίδης εξακολουθούσε να κινείται ελεύθερος στο χώρο εγγραφής κρατουμένων, που προσφέρθηκε από τον Ιωάννου στον Σαββίδη καρέκλα, την οποία ο τελευταίος στη συνέχεια τοποθέτησε στον ασφαλή χώρο μεταξύ των κελιών και του γραφείου εγγραφής κρατουμένων, χώρο στον οποίο αργότερα, στις 22:23:26, ο ίδιος αποδέχτηκε να αποσυρθεί και να περιοριστεί πίσω από την καγκελόπορτα. Δεν διαλανθάνει επίσης της προσοχής, ότι ο αστυφύλακας Νικολάου - η παρουσία του οποίου στο χώρο κατά το χρόνο που ο αστυφύλακας Ιωάννου εισέρχεται στο προθάλαμο για τον πιο πάνω σκοπό, φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τα πλάνα του τεκμηρίου 1, (κάμερα18) - περιγράφοντας το περιστατικό στην κατάθεση του, (Έγγραφο Β) αναφέρει ότι: «..ο Σαββίδης πείστηκε και τοποθέτησε το μαχαίρι κάτω στο πάτωμα στην είσοδο του προθαλάμου των κρατητηρίων, ακριβώς στη μέσα πλευρά της πόρτας ασφαλείας. Εκείνη τη στιγμή, ο Ε/Αστ. 5716 άνοιξε την πόρτα και παρέλαβε το μαχαίρι και την έκλεισε και πάλι», χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά για περιορισμό του Σαββίδη στον ασφαλισμένο χώρο πίσω από την καγκελόπορτα. Άλλωστε, με δεδομένο και αδιαμφισβήτητο ότι στο χώρο εγγραφής κρατουμένων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο βρισκόταν μόνος του ο Σαββίδης, είναι προφανές ότι το πρόσωπο που διακρίνεται, μέσω της κάμερας 18 να κινείται στο βάθος του συγκεκριμένου χώρου, (χωρίς προφανώς να βρίσκεται στον ασφαλισμένο χώρο πίσω από την καγκελόπορτα) κατά τον χρόνο που ανοίγει η πόρτα ασφαλείας και εισέρχεται στο χώρο εγγραφής κρατουμένων ο αστυφύλακας Ιωάννου, δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Σαββίδη. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει τη θέση ότι ο Σαββίδης δεν είχε περιοριστεί πίσω από την καγκελόπορτα όταν ο Ιωάννου εισήλθε στο συγκεκριμένο χώρο για να παραλάβει το μαχαίρι. Το γεγονός άλλωστε ότι ο Σαββίδης κινείτο ελεύθερος στο χώρο εγγραφής κρατουμένων για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την παράδοση του μαχαιριού αλλά και την μεταγενέστερη προσφορά σε αυτόν καρέκλας από τον Ιωάννου, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι από την κάμερα 18, για κάποιο χρονικό διάστημα εντοπίζεται ο ίδιος ο Ιωάννου να τον παρακολουθεί ευρισκόμενος πίσω από τη θύρα ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων και όπως ο ίδιος ανέφερε, να συνομιλεί μαζί του. Διερωτάται κανείς ποια η ανάγκη ο Ιωάννου να βρίσκεται πίσω από τη θύρα ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων, παρακολουθώντας και συνομιλώντας όπως ισχυρίζεται μαζί με το Σαββίδη, ενώ ο τελευταίος, ως διατείνεται ο Ιωάννου ήταν ήδη υπό περιορισμό πίσω από την καγκελόπορτα στον ασφαλή χώρο. Προφανής ήταν η προσπάθεια του να πείσει ότι ο Σαββίδης αποτελούσε άτομο ιδιαίτερα επικίνδυνο και ότι γι' αυτό το λόγο ο ίδιος φοβόταν ακόμα και να τον πλησιάσει. Στην προσπάθεια του αυτή, εντάσσεται, όχι μόνο η αναφορά του πως ενημέρωσε τους δύο κατηγορούμενους συναδέλφους του ότι ο Σαββίδης ήταν επικίνδυνος αλλά και η επιβεβαίωση της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης πως όταν οι δύο πιο πάνω των κάλεσαν να μπει μαζί τους στο χώρο που βρισκόταν ο Σαββίδης τους απάντησε, «δεν μπαίνω φοούμαι, είναι επικίνδυνος». Οι πιο πάνω θέσεις του και η εικόνα που επιχείρησε να δώσει για τον τελευταίο, κατά το στάδιο τουλάχιστον που ο ίδιος τον συνάντησε και συνομίλησε μαζί του, δεν φαίνεται να συνάδουν με την προηγούμενη συμπεριφορά και αντιδράσεις του μάρτυρα. Ο Ιωάννου ήταν το πρόσωπο που συνομίλησε με τον Σαββίδη πείθοντας τον να παραδώσει το μαχαίρι. Ενώ ο Σαββίδης κινείτο ελεύθερος στο χώρο εγγραφής κρατουμένων, ο ίδιος, αφού άνοιξε την πόρτα ασφαλείας του συγκεκριμένου χώρου, εισήλθε και αυτός στο χώρο και αφού παρέλαβε το μαχαίρι αποχώρησε. Στη συνέχεια, ως ανέφερε ο Σαββίδης χωρίς να αμφισβητηθεί, ο Ιωάννου του πρόσφερε και καρέκλα. Σε μεταγενέστερο δε χρόνο και ενώ ο Σαββίδης παρουσιάζεται να αυτοπεριορίζεται καθήμενος σε καρέκλα πίσω από την καγκελόπορτα, ο Ιωάννου, όχι μόνο εισέρχεται στον χώρο ασφαλούς κράτησης προσφέροντας στον Σαββίδη νερό αλλά παρουσιάζεται να συνομιλεί μαζί του, ακουμπώντας και τοποθετώντας το χέρια του μέσα από τα κάγκελα ενώ ακριβώς δίπλα του εξακολουθεί να κάθεται ο «επικίνδυνος» Σαββίδης. Πέραν όμως του φόβου που δήλωσε ότι αισθανόταν για τον Σαββίδη -και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σε προγενέστερο στάδιο και ενώ ο Σαββίδης εξακολουθούσε να έχει πρόσβαση στο μαχαίρι εισήλθε στον ίδιο χώρο με αυτόν - απόρροια του οποίου ήταν το γεγονός πως ενώ οδήγησε τους δύο αστυνομικούς μέχρι την καγκελόπορτα, όταν οι τελευταίοι του ζήτησαν να μπει μέσα μαζί τους ο ίδιος τους είπε «δεν μπαίνω, φοούμαι, είναι επικίνδυνος», όπως εξήγησε, ο ίδιος ήταν αναγκαίο να αποσυρθεί για να ανοίξει την καγκελόπορτα, υποδεικνύοντας ότι η πόρτα ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων, από τη στιγμή που θα ανοιγόταν η καγκελόπορτα θα έπρεπε να είναι κλειστή, κατά τρόπο που ο χώρος να είναι και πάλι ελεγχόμενος σε περίπτωση που συμβεί οτιδήποτε. Είναι γεγονός πως το Δικαστήριο, για το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν μπορεί να αντλήσει βοήθεια από τη κάμερα 19 που καλύπτει το χώρο εγγραφής κρατουμένων. Παρά το γεγονός ότι το σχετικό αρχείο της εν λόγω κάμερας αναφέρει ότι καλύπτει χρόνο μέχρι 22:50:45, εντούτοις, τα πλάνα που παρουσιάζονται τελικά από το συγκεκριμένο χώρο των κρατητηρίων, περιορίζονται μέχρι η ώρα 21:59:41. Σημειώνουμε το γεγονός ότι και σε άλλες περιπτώσεις φαίνεται να ελλείπουν πλάνα συγκεκριμένων χρονικών περιόδων ενώ ακολουθούν πλάνα μεταγενέστερου χρόνου. Το ζήτημα δεν απασχόλησε καμία από τις πλευρές στη διαδικασία, ούτε, συνακόλουθα, τέθηκε κάποια εξήγηση ή πληροφόρηση επί τούτου. Σε κάθε περίπτωση, οι όποιες ελλείψεις στα πλάνα του τεκμηρίου 1, στο σύνολο τους, δεν εμποδίζουν το Δικαστήριο να αξιοποιήσει το περιεχόμενο του εν λόγω εκ συμφώνου κατατεθέντος ενώπιον του τεκμηρίου και παραδεκτού όσον αφορά το περιεχόμενο του και σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενου με το σύνολο του υπάρχοντος και τιθέμενου ενώπιον του μαρτυρικού υλικού, αφού κατάλληλα τα αξιολογήσει, να καταλήξει σε τελικά, στέρεα και ασφαλή συμπεράσματα για τα ουσιώδη με την υπό εξέταση περίπτωση ζητήματα και γεγονότα. Η ως άνω αφήγηση των γεγονότων από την πλευρά του Ιωάννου και πάλι δεν επιβεβαιώνεται από τα πλάνα του τεκμηρίου 1. Πλάνα τα οποία λήφθηκαν από την κάμερα 18, η οποία καλύπτει το διάδρομο που οδηγεί στην πόρτα ασφαλείας πίσω από την οποία είναι το γραφείο εγγραφής κρατουμένων, παρουσιάζουν τον αστυφύλακα Ιωάννου, η ώρα 22:40:30 να εισέρχεται στο χώρο εγγραφής κρατουμένων στον οποίο αμέσως προηγουμένως εισήλθαν οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί, ενώ ο αστυφύλακας Νικολάου, που βρίσκεται επίσης στο χώρο έχοντας συνοδεύσει τους δύο κατηγορούμενους αστυνομικούς στο χώρο των κρατητηρίων, αποχωρεί. Ο αστυφύλακας Ιωάννου, παρουσιάζεται από τα πλάνα της κάμερας 18 να αποχωρεί από το χώρο εγγραφής κρατουμένων μόλις στις 22:42:01. Στο μεταξύ, σύμφωνα με τα πλάνα της κάμερας 23, οι λήψεις της οποίας αφορούν τον ασφαλισμένο χώρο όπου βρίσκεται καθήμενος ο Σαββίδης έγκλειστος πίσω από την καγκελόπορτα, οι δύο κατηγορούμενοι αστυνομικοί εισέρχονται στον εν λόγω ασφαλισμένο χώρο, ήδη στις 22:41:03. Σε χρόνο δηλαδή που ο αστυφύλακας Ιωάννου εξακολουθεί να είναι εντός του χώρου εγγραφής κρατουμένων με την πόρτα ασφαλείας του συγκεκριμένου χώρου να είναι κλειστή και έχοντας ασφαλώς ανοίξει η καγκελόπορτα του χώρου που βρισκόταν ο Σαββίδης για να εισέλθουν οι δύο κατηγορούμενοι σε αυτόν. Ενώ δηλαδή το επεισόδιο μεταξύ των δύο κατηγορούμενων αστυνομικών και του Σαββίδη βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, ο Ιωάννου βρίσκεται εντός του χώρου εγγραφής κρατουμένων, χωρίς όμως να καταγράφεται η παρουσία του στα πλάνα της κάμερας 23, λόγω της θέσης στην οποία αυτός βρίσκεται εντός του χώρου εγγραφής κρατουμένων. Ο Ιωάννου, ως «καταμαρτυρούν» οι λήψεις της κάμερας 18 αλλά και η κάμερα 23, αποχωρεί από το χώρο εγγραφής κρατουμένων σε χρόνο μεταγενέστερο και ενώ το επεισόδιο βρίσκεται στο μεταξύ σε πλήρη εξέλιξη, με τον Σαββίδη να έχει ήδη δεχθεί αριθμό κτυπημάτων και να βρίσκεται στο έδαφος. Είναι φανερό ότι και οι συγκεκριμένες αναφορές και τοποθετήσεις του μάρτυρα για την εξέλιξη των γεγονότων, στη βάση των αναντίλεκτων γεγονότων που αποτυπώνονται στο τεκμήριο 1, δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να υιοθετηθούν. Δεν παραβλέπουμε επίσης ότι η αφήγηση του στο συγκεκριμένο σημείο, τοποθετώντας τον εαυτό του εκτός του χώρου εγγραφής κρατουμένων και πίσω από την πόρτα ασφαλείας, εξυπηρετεί και δικούς του σκοπούς, αφού έτσι αποστασιοποιείται εντελώς από το συμβάν της εισόδου των κατηγορούμενων στο χώρο που βρισκόταν απομονωμένος ο Σαββίδης. Αντίθετα, οι ως άνω θέσεις του σε συνδυασμό θεωρούμενες και με τις υπόλοιπες τοποθετήσεις του για την εξέλιξη ουσιαστικών ζητημάτων που αφορούν την παρούσα, καταδεικνύουν την προσπάθεια του συγκεκριμένου μάρτυρα να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, κλονίζοντας στο τέλος της ημέρας, συνθέμελα, την ποιότητα της μαρτυρίας του. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να την υιοθετήσει και στηριζόμενο σε αυτή να προχωρήσει στην εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων για τα διαδραματισθέντα. Από μόνος του εξάλλου, ο λόγος που προσπάθησε να αρθρώσει για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι ο ίδιος, ενώ παραδέχεται πως ήταν το άτομο που παρέλαβε το μαχαίρι σε προγενέστερο στάδιο από τον Σαββίδη, δεν ανέφερε τούτο στους δύο συναδέλφους του, υποστηρίζοντας πως έπραξε έτσι έχοντας υπόψη του ότι δεν έγινε κατορθωτό να ερευνηθεί ο Σαββίδης, ως εκ τούτου δεν υπήρχε λόγος να τους πει οτιδήποτε για την παραλαβή του μαχαιριού, αφού μπορούσε να κρατά οτιδήποτε άλλο, όχι μόνο υπό τις περιστάσεις δεν πείθει, στερούμενος κάθε σοβαρότητας, αλλά αντίθετα σφραγίζει την αντίληψη του Δικαστηρίου ότι πρόθεση του συγκεκριμένου μάρτυρα ήταν να εξυπηρετήσει την εκδοχή των κατηγορουμένων για την εξέλιξη των γεγονότων σε ουσιαστικές τους πτυχές. Εντάσσεται και αυτό στην απροκάλυπτη πρόθεση του, ως κρίνουμε, να παραστήσει γεγονότα που θα υποστήριζαν την εκδοχή των κατηγορούμενων συναδέλφων του για την εξέλιξη των γεγονότων. Θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους Μ.Κ.4. Τα προσόντα του συγκεκριμένου μάρτυρα στον τομέα για τον οποίο κλήθηκε να προσφέρει τη μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκαν. Ο μάρτυρας εξήγησε με παραπομπή σε ανάλογες φωτογραφίες (τεκμήριο 3), τα αποτελέσματα της εξέτασης στην οποία προέβη του παραπονούμενου, ενώ σχολιάζοντας πλάνα του τεκμηρίου 1 εξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα μπορούσαν να προκληθούν οι τραυματισμοί που εντόπισε κατά την εξέταση του. Σύμφωνα με τη γενικότερη θεώρηση της νομολογίας για τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, το Δικαστήριο αφού πρώτα πειστεί ότι ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει, στη συνέχεια θα πρέπει να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και εφόδια ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του, ανεξάρτητη κρίση, με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Η επιστημονική μαρτυρία η οποία τίθεται στη διάθεση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να υποκαταστήσει το έργο του, αλλά να το υποβοηθήσει να καταλήξει, στη περίπτωση πάντα που χρειάζεται ιδιαίτερη επιστημονική πληροφόρηση που δεν εμπίπτει στη σφαίρα εμπειριών και γνώσεων του Δικαστηρίου, σε κάθε θέμα που τελεί υπό εξέταση. Ο ειδικός, εμπειρογνώμονας μάρτυρας, βοηθά κατ' ουσία με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων και εξειδικευμένων γνώσεων του το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence, (ανωτέρω), Χρίστος Σ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1(Α) ΑΑΔ 351). Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Μπορεί δε να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας πάντα κατά νου ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν οποιοδήποτε προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και ότι η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων (βλ. Vasilikos Cements Works ν. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Ν. Νικολάου ν. Κλεάνθης Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Απασχολεί ειδικότερα το ζήτημα των τραυματισμών που εντοπίστηκαν από τον μάρτυρα Σοφοκλέους κατά τον χρόνο που εξέτασε τον Σαββίδη και αν οι συγκεκριμένοι τραυματισμοί μπορούν, στο σύνολο τους ή μέρος αυτών, να αποδοθούν σε ενέργειες των κατηγορουμένων, κατά την εξέλιξη δηλαδή του επεισοδίου μεταξύ του Σαββίδη και των δύο κατηγορούμενων αστυνομικών ή αν ήταν το αποτέλεσμα της πάλης που προηγήθηκε μεταξύ του Σαββίδη και των αστυνομικών Παφίτη και Πολυδώρου ή ακόμη αν προϋπήρχαν και αυτού του επεισοδίου. Ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους, παρά την αρχική τοποθέτηση του ότι το κάταγμα του δεξιού αντίχειρα του Σαββίδη, όπως και άλλοι τραυματισμοί στους οποίους αναφέρθηκε, ήταν αποτέλεσμα κτυπημάτων που ο τελευταίος δέχθηκε από το ρόπαλο του κατηγορούμενου 1, κατά την είσοδο των δύο αστυνομικών στο χώρο που βρισκόταν ο Σαββίδης, δεν απέκλεισε στο τέλος της ημέρας το ενδεχόμενο, εξηγώντας τους λόγους και τούς πιθανούς τρόπους, όχι μόνο ο τραυματισμός του κατάγματος του δεξιού αντίχειρα του Σαββίδη αλλά και άλλοι τραυματισμοί που εντόπισε στον τελευταίο να προκλήθηκαν είτε κατά την διάρκεια του επεισοδίου με τους κατηγορούμενους αστυνομικούς, (μέσω της χρήσης του ροπάλου) είτε κατά τη διάρκεια της προηγηθείσας πάλης του με τους αστυνομικούς Παφίτη και Πολυδώρου και μεταγενέστερων αντιδράσεων και συμπεριφορών του Σαββίδη, επιμένοντας όμως στη διασύνδεση του τραύματος της θλαστικής εκχύμωσης 15 Χ 1 εκ. μετά εξοιδήσεως, στην έξω επιφάνεια άνω τριτημορίου αριστερού μηρού, με τη χρήση του ροπάλου κατά το επεισόδιο με τους κατηγορούμενους αστυνομικούς. Δεν παραβλέπουμε άλλωστε την παραδοχή του Σαββίδη ότι στην εξέλιξη της πάλης του με τους αστυφύλακες Παφίτη και Πολυδώρου, ένας εξ' αυτών του πάτησε «τον καρπό» του χεριού του. Έχοντας πάντα ως εφόδιο την ικανότητα της παρατήρησης, δεν μπορεί παρά να σημειώσουμε ότι ο Σαββίδης εντοπίζεται από τα πλάνα του τεκμηρίου 1, όταν εισήλθε για πρώτη φορά συνοδευόμενος από άντρες της ΥΚΑΝ στον Αστυνομικό Σταθμό, να μην αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα στη βάδιση και στην εν γένει κινητικότητα του, ορατό τουλάχιστον από τις κάμερες του τεκμηρίου
- Ούτε προωθήθηκε άλλωστε τέτοια θέση. Το παράπονο του ιδίου εξάλλου, από αυτό το στάδιο, περιοριζόταν στο γεγονός ότι πονούσε το αριστερό του χέρι ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι χειροπέδες που του τέθηκαν ήταν σφικτές. Σημειώνεται παράλληλα ότι τόσο κατά τις 21:22:17, χρόνο που οδηγείται από τους αστυφύλακες εκτός σταθμού για να μεταφερθεί ως η απαίτηση του σε ιατρό όσο και κατά την 21:35:20, χρόνο κατά τον οποίο οδηγείται πίσω στο εσωτερικό του σταθμού, αφού τελικά η επίσκεψη στο νοσοκομείο ματαιώθηκε, βαδίζει και κινείται καθόλα φυσιολογικά. Ομοίως, πριν από το επεισόδιο με τους αστυφύλακες Παφίτη και Πολυδώρου εντοπίζεται από τη κάμερα του χώρου εγγραφής κρατουμένων να κινείται κανονικά, να χρησιμοποιεί το τηλέφωνο του με το δεξί του χέρι, χρησιμοποιώντας, ως διευκρίνισε στο Δικαστήριο, τον αντίχειρα του όταν πληκτρολογεί. Ομοίως, κατά το στάδιο που ολοκληρώνεται η πάλη του με τους αστυνομικούς Παφίτη και Πολυδώρου, εντοπίζεται στα διαθέσιμα πλάνα των καμερών 23 και 19 να κινείται στο χώρο εγγραφής κρατουμένων όπου βρίσκεται αποκλεισμένος, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Περπατά και κινείται με άνεση, χρησιμοποιώντας μάλιστα τα πόδια του και τον αγκώνα του για να κτυπά την πόρτα ασφαλείας, διαμαρτυρόμενος όπως εξήγησε για το γεγονός ότι παρέμεινε περιορισμένος και απομονωμένος. Πηγαινοέρχεται στη συνέχεια στο χώρο που βρίσκεται περιορισμένος, περπατώντας κανονικά, χωρίς να κουτσαίνει όπως εντόπισε και ο ιατροδικαστής, ενώ σε διάφορες περιπτώσεις χρησιμοποιεί εκ νέου το δεξί του χέρι για να περισυλλέξει πράγματα από το έδαφος, να τραβήξει το μανίκι της φανέλας του, να περιεργαστεί το τηλέφωνο του κλπ, ενώ με άνεση εντοπίζεται να τοποθετεί το δεξί του χέρι στη τσέπη του παντελονιού του, χωρίς να αντιμετωπίζει, οπτικά τουλάχιστον, οποιοδήποτε πρόβλημα στη χρήση του χεριού του. Παράλληλα, κατά τον χρόνο που σπρώχνει την καρέκλα που του πρόσφερε ο Ιωάννου στο χώρο ασφαλείας μεταξύ των κελιών και του χώρου εγγραφής κρατουμένων, χρησιμοποιεί και τα δύο του χέρια. Τούτο μάλιστα, παρά το γεγονός ότι στο μεταξύ από την παλάμη του δεξιού του χεριού τρέχει αίμα, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι έπιασε με αυτό και τη λεπίδα του μαχαιριού κατά τον χρόνο που κατάφερνε κτυπήματα στον Παφίτη. Δεν διαλανθάνει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι κατά την είσοδο των κατηγορούμενων αστυνομικών στο χώρο που ο ίδιος βρισκόταν, πέραν του γεγονότος ότι μετακινείται στο χώρο χωρίς πρόβλημα στη βάδιση, παρουσιάζεται να κινεί και τα δύο του χέρια χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα ενώ δεν διστάζει να προτάξει και το δεξί του χέρι για να προστατευθεί από τα κτυπήματα. Αντίθετα, μετά το πέρας του επεισοδίου με τους κατηγορούμενους αστυνομικούς, όταν πλέον σηκώνεται από το πάτωμα, διακρίνεται σε μια κατάσταση όπου πραγματικά δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια του, στηρίζεται στο τοίχο, ενώ όταν ο αξιωματικός Ερωτοκρίτου εμφανώς τον καθοδηγεί να καθίσει σε καρέκλα, κουτσαίνει, όπως συνεχίζει να κουτσαίνει μέχρι και την αποχώρηση του από το σταθμό. Παράλληλα, αποφεύγει να χρησιμοποιεί το δεξί του χέρι, όταν για παράδειγμα πίνει νερό χρησιμοποιώντας μπουκάλι, εφαρμόζει το παπούτσι του ή όταν αφαιρεί την ζώνη του παντελονιού του, ενέργεια για την οποία τον βοηθά παριστάμενος αστυνομικός. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενα με το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη μας στα πλαίσια της παρούσας, συνεκτιμώντας ταυτόχρονα την κατηγορηματική τοποθέτηση του Σαββίδη για το ζήτημα, αποτελεί κατάληξη μας ότι, τουλάχιστον οι τραυματισμοί του κατάγματος δεξιού αντίχειρα, της θλαστικής εκχύμωσης 15 Χ 1 εκ. μετά εξοιδήσεως στην έξω επιφάνεια άνω τριτημορίου αριστερού μηρού και εξοίδησης δεξιάς κνήμης, που εντοπίστηκαν στον Σαββίδη κατά το στάδιο της ιατροδικαστικής εξέτασης που υποβλήθηκε από τον ιατροδικαστή Σοφοκλέους, ήταν αποτέλεσμα των κτυπημάτων που ο κατηγορούμενος 1 κατάφερε στον Σαββίδη κατά το χρόνο που οι δύο κατηγορούμενοι εισήλθαν στον ασφαλισμένο χώρο που βρισκόταν αποκλεισμένος ο Σαββίδης. Ειδικότερα, το κάταγμα του δεξιού αντίχειρα προκλήθηκε στα αρχικά στάδια της εισόδου τους, κατά τον χρόνο που ο Σαββίδης στεκόταν ακόμα στα πόδια του προτάσσοντας τα χέρια του για να προστατευθεί από τα κτυπήματα που δεχόταν. Το γεγονός ότι οι δύο από τους τρεις πιο πάνω τραυματισμούς, ως υπέδειξε ο ιατροδικαστής, κάτω πάντα από συνθήκες και προϋποθέσεις που εξήγησε, θα μπορούσαν να προκληθούν και με διαφορετικό τρόπο, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Γεγονός παραμένει ότι ο ειδικός μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να προκληθούν αυτά με τον τρόπο που το Δικαστήριο, για τους λόγους που εξήγησε, υιοθέτησε. Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι η μαρτυρία των δύο κατηγορούμενων αστυνομικών, τόσο μέσω των γραπτών τους καταθέσεων, η υιοθέτηση των οποίων αποτέλεσε την κυρίως εξέταση τους, αλλά και της υπόλοιπης μαρτυρίας τους που προσφέρθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης τους, έδινε την εντύπωση μιας σύμπνοιας που έφτανε μέχρι την πλήρη ταύτιση, πολλές φορές ακόμη και λεκτικής, που εύλογα δημιουργούσε, στον τρίτο ανεξάρτητο παρατηρητή, την υποψία προσυνεννόησης των δύο για τον τρόπο που θα αφηγούντο τα γεγονότα και θα αναφερόταν σε ζητήματα που προφανώς και οι δύο έκριναν ουσιώδη με τα επίδικα. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής ότι κατά το στάδιο που προέβαιναν στις καταθέσεις τους, (τεκμήρια 4 και 5) μήνες μετά το επίδικο επεισόδιο, οι αναφορές και των δύο παρά το γεγονός ότι κατά βάση γίνονταν κατά τρόπο αφηγηματικό, παρουσιάζουν μια αξιοπρόσεκτη ομοιότητα, όχι μόνο σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων όπως τα εξιστορούν σε αυτές αλλά και στον τρόπο και την σειρά που αυτές καταγράφονται. Η προσέγγιση της μαρτυρίας τους, η συζήτηση και η ενασχόληση με αυτή, στο βαθμό και την έκταση που παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά και προκρίνει κοινές θέσεις κρίνεται ωφέλιμο αλλά και πρακτικό να γίνεται από κοινού. Ξεχωριστή ανάλυση και συζήτηση θα γίνεται όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο και επιβεβλημένο. Αποτέλεσε κοινή θέση των κατηγορουμένων ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο σκοπός των ενεργειών τους στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, ήταν να ακινητοποιήσουν τον επικίνδυνο κρατούμενο και στη συνέχεια να τον υποβάλουν σε έρευνα, παραλαμβάνοντας οτιδήποτε επικίνδυνο είχε στην κατοχή του. Αποτέλεσε θέση μάλιστα του κατηγορούμενου 1 ότι ως οι οδηγίες που τους έχουν δοθεί, δεν θα πρέπει να προβαίνουν σε έρευνα χωρίς τη χρήση γαντιών για σκοπούς προστασίας και διαφύλαξης πιθανού αποδεικτικού υλικού. Ομοίως, ο κατηγορούμενος 2 δικαιολογώντας την ενέργεια του σε κάποιο στάδιο να κλωτσήσει το τηλέφωνο του Σαββίδη, εξήγησε ότι έπραξε έτσι, επειδή δεν είχε γάντια και ότι στο συγκεκριμένο αντικείμενο, επί του οποίου υπήρχαν αίματα, δεν ήθελε να αγγίξει ή να καταστρέψει οτιδήποτε. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως καθ' ην έκταση, ως διατείνονται, μετέβησαν στο χώρο για να υποβάλουν τον κρατούμενο σε έρευνα, δεν πήραν μαζί τους ευθύς εξ' αρχής γάντια, ως οι οδηγίες τις οποίες επικαλέστηκαν. Διαπιστώνοντας εξάλλου ότι τα χέρια και τα ρούχα του Σαββίδη ήταν γεμάτα από αίματα, θα ανέμενε κανείς, πέραν από την εφαρμογή των οδηγιών για τον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας, τούτο να αποτελούσε ένα επιπρόσθετο λόγο για τους κατηγορούμενους αστυνομικούς να εφοδιαστούν με γάντια. Ούτε αυτό τους απασχόλησε. Η αναγκαιότητα να ακολουθηθούν οι οδηγίες που επικαλέστηκαν σε σχέση με τη χρήση γαντιών, δεν φαίνεται επίσης να τους απασχόλησε, ακόμα και όταν εισερχόμενοι στο χώρο που βρισκόταν ο Σαββίδης, τον περιόρισαν ακινητοποιώντας τον στο έδαφος. Οι επαφές και οι συναντήσεις άλλωστε που εντοπίζονται από διάφορες κάμερες να έχουν αμέσως μετά το επεισόδιο με συναδέλφους τους, κινούμενοι οι κατηγορούμενοι είτε στο χώρο των κρατητηρίων είτε σε άλλα σημεία του σταθμού, διαψεύδουν με τον πιο απόλυτο τρόπο τις αναφορές τους ότι δεν συναντήθηκαν με συναδέλφους τους για να έχουν την ευκαιρία να τους ζητήσουν γάντια για να δυνηθούν να προβούν σε έρευνα. Η αναφορά δε του κατηγορούμενου 2 πως σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο ο ίδιος ζήτησε από συναδέλφους του γάντια, πλην όμως αυτοί δεν τους άνοιγαν την πόρτα ασφαλείας γιατί φοβούνταν, είναι τόσο αδύνατη από μόνη της, που αισθανόμαστε ότι δεν απαιτείται σοβαρή ενασχόληση με αυτή. Είναι φανερό από τις λήψεις των καμερών του τεκμηρίου 1 ότι μετά τις 22:45:16, χρονικό σημείο που ο αστυνομικός Ιωάννου επανερχόμενος στο χώρο των κρατητηρίων ανοίγει την πόρτα ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων, οι δύο κατηγορούμενοι κατ' επανάληψη συναντήθηκαν με άλλους συναδέλφους τους, τόσο στο χώρο των κρατητηρίων όσο και αλλού ενώ σε διάφορες περιπτώσεις συνάδελφοι τους εισήλθαν στο χώρο εγγραφής κρατουμένων του οποίου η πόρτα παρέμεινε, σε κάποιο στάδιο και τελείως ανοιχτή. Το ζήτημα δεν τους απασχόλησε, αφού, ως είναι και εύρημά μας, ουδέποτε στις προθέσεις τους ήταν να υποβάλουν σε έρευνα τον κρατούμενο. Τούτο, την δεδομένη στιγμή δεν είχε για αυτούς οποιαδήποτε σημασία ή προτεραιότητα. Το ζήτημα της έρευνας, που προτάσσουν, αποτελεί προσχηματικό και εκ των υστέρων εφεύρημα τους, εντασσόμενο στην προσπάθεια τους να δικαιολογήσουν την στάση και συμπεριφορά τους απέναντι στον Σαββίδη κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τέτοια πρόθεση άλλωστε, δεν εκδήλωσαν, όχι μόνο όταν κατάφεραν με τον τρόπο που καταδεικνύεται στο τεκμήριο 1 να ακινητοποιήσουν στο έδαφος τον Σαββίδη, αλλά ούτε σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Ουδέποτε αυτός ερευνήθηκε από τους κατηγορούμενους αστυνομικούς ή από άλλους συνάδελφους τους που βρίσκονταν στο σταθμό και πηγαινοέρχονταν στο χώρο των κρατητηρίων. Σωματική έρευνα στον Σαββίδη, πέραν από τις δύο που προηγήθηκαν την συγκεκριμένη μέρα από άλλους αστυνομικούς, έγινε σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο, μόλις στις 23:18:10, μετά την έλευση στο σταθμό του αξιωματικού Ερωτοκρίτου. Κρίνουμε σημαντικό, να παραθέσουμε αυτούσια τη μαρτυρία των δύο κατηγορουμένων όπως αυτή αποτυπώνεται στις καταθέσεις τους, τεκμήρια 4 και 5, που υιοθετήθηκαν από τους ίδιους ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία αναφέρεται στη στιγμή που οι ίδιοι πλησίασαν την καγκελόπορτα, πίσω από την οποία βρισκόταν ο Σαββίδης, μέχρι την είσοδο τους στο συγκεκριμένο χώρο. Είπε λοιπόν ο κατηγορούμενος 1: «Όταν φτάσαμε στην πόρτα μέσω αυτής πρόσεξα ένα νεαρό άτομο να κάθεται πάνω στην καρέκλα και να αγριοκοιτάζει. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη και μόλις πήγαμε εκεί εγώ είπα στον κρατούμενο τα εξής: «Παναγιώτη σήκω από την καρέκλα έλα δαμαί και ψήλωσε τα χέρια πάνω». Αυτός όμως αντέδρασε και αφού σηκώθηκε από την καρέκλα ωρύετο και φώναζε: «Φύεται γαμώ τη μάνα σας αφήστε με ήσυχο, εν να σας κάμω τζιαι εσάς όπως έκαμα τους άλλους». Πρόσεξα ότι ειδικά στα δύο του χέρια ήταν αιματοβαμμένος παντού στα ρούχα του, παπούτσια του και ολόκληρο το πάτωμα. Είδα επίσης ότι στο ένα του το χέρι νομίζω το δεξί κρατούσε ένα αντικείμενο μικρό το οποίο εγώ εξέλαβα ότι είναι το μαχαίρι. Εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ότι ήταν μικρό φαναράκι, καθότι το φως εκεί ήταν μειωμένης έντασης. Εγώ πάλι του επανέλαβα τα εξής: «Παναγιώτη ηρέμησε άφης το μαχαίρι που το χέρι σου τζιαι έλα κοντά μας με τα χέρια ψηλά για να σου κάμουμε έρευνα». Αυτός όμως περισσότερο ωρύετο και συνεχώς έλεγε «με γελαστείτε να μπείτε μέσα διότι θα σας κάμω ότι έκαμα τους άλλους». Τότε είπα στον αστυνομικό και άνοιξε και αυτή τη πόρτα και ο κρατούμενος μόλις είδε και αντιλήφθηκε την πόρτα που άνοιξε και κατάλαβε ότι θα μπαίναμε μέσα άρχισες να έρχεται προς το μέρος μας κάνοντας διάφορες χειρονομίες και φωνασκώντας. Εγώ με απώτερο σκοπό και στόχο να τον καθηλώσω γιατί πίστεψα και ήμουν πλέον σίγουρος ότι η αντίδραση του θα ήταν ακριβώς όπως και προηγούμενα πήτηξα λίγο σπρέι που είχα στην κατοχή μου προς την κατεύθυνση του κρατούμενου. Λόγω όμως ότι το σπρέι που είχα μαζί μου ήταν ληγμένο από το μήνα 7/2003 γιατί ποτέ μου πριν δεν χρησιμοποίησα σπρέι για οτιδήποτε δεν τον ενόχλησε δηλαδή δεν τον επηρέασε. Το σπρέι το έχω μαζί μου και σου το παραδίδω. Τότε εγώ αφού εισήλθα στο χώρο που ήταν και βλέποντας την αντίδραση του δεν είχα άλλη εκλογή από του να χρησιμοποιήσω την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία για να τον καθηλώσω για να αποφευχθούν δυσάρεστα γεγονότα όπως και προηγουμένως και άλλους συναδέλφους. Ξέχασα να αναφέρω ότι μόλις πήγαμε στην αρχή στην πόρτα ο κρατούμενος καθότανε σε μια καρέκλα και όταν μας είδε σηκώθηκε από την καρέκλα και ωρύετο....» Ο δεύτερος κατηγορούμενος αστυνομικός, υπέδειξε για το ζήτημα ότι: «Προχωρήσαμε από τον προθάλαμο όπου φτάσαμε σε μια σιδερένια πόρτα που ήταν κλειστή. Από την πόρτα αυτή κοιτάξαμε μέσα και αντικρίσαμε ένα νεαρό άτομο να κάθεται σε μια καρέκλα. Μόλις μας είδε άρχισε να αγριοκοιτάζει και να συμπεριφέρεται αντιδραστικά. Ο Ε/Α. 5102 του είπε τα εξής: «Παναγιώτη σήκου από την καρέκλα, ψήλως τα χέρια σου πάνω τζιαι έλα δαμαί κοντά μας». Αυτός όμως την ίδια ώρα άρχισε να φωνάζει, να ωρύεται και να αντιδρά λέγοντας: «φύετε που δαμαί, γαμώ τη μάνα σας εν να σας κάμω σιηρότερα που τον άλλο». Ο ίδιος ήταν παντού με αίματα στα ρούχα του, στα παπούτσια του και στα χέρια του. Πρόσεξα ότι στο δεξί του χέρι κάτι κρατούσε σφικτά και ωρύετο και σήκωνε τα χέρια του έξαλλα και γύριζε γύρω-γύρω. Τόσο εγώ όσο και ο Ε/Α 5102 εκλάβαμε το αντικείμενο στο χέρι του ότι ήταν το μαχαίρι με το οποίο έσφαξε τον αστυνομικό καθότι εκεί και ο φωτισμός δεν ήταν και επαρκής. Όταν τον είδαμε να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο ο Ε/Α 5102 και πάλι του είπε τα εξής: «Παναγιώτη ηρέμησε, ξαπώλα το τσιακούι που το χέρι σου και έλα κοντά με τα χέρια πάνω για να σου κάμουμε έρευνα». Αυτός όμως περισσότερο φώναζε και συνεχώς έλεγε «μη γελαστείτε να μπείτε μέσα για να με συλλάβετε γιατί θα σας κάμω ότι έκαμα τους άλλους. Δεν φοούμαι κανένα». Τότε αφού είδαμε ότι ο κρατούμενος γίνετο περισσότερο άγριος ο Ε/Α 5102 είπε στον αστυνομικό και άνοιξε την πόρτα για να μπούμε μέσα. Ο κρατούμενος μόλις αντιλήφθηκε αυτό άρχισε να έρχεται προς το μέρος μας κάνοντας διάφορες χειρονομίες και συνεχίζοντας να φωνάζει με απειλές τις οποίες δεν μπορώ να θυμούμαι ακριβώς. Μόλις ο κρατούμενος ήρθε κοντά στη πόρτα ο Ε/Α 5102 του πήτηξε σπρέι στο πρόσωπο με σκοπό τάχα να τον καθηλώσει και να σταματήσει να είναι επικίνδυνος. Το σπρέι όμως δεν μπόρεσε να τον επηρεάσει γιατί συνέχισε να συμπεριφέρεται το ίδιο. Όπως πληροφορήθηκα μετά από το συνάδελφο αυτό ήταν ληγμένο. Μπαίνοντας εντός του χώρου εγώ φώναζα του κρατούμενου να πετάξει από το χέρι το μαχαίρι αλλά αυτός δεν άκουγε, δεν άκουε σε τίποτε. Τότε ο Ε/Α 5102 χωρίς να έχει άλλη εκλογή, χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις την ανάλογη βία και χρησιμοποίησε το ρόπαλο του για να καθηλώσει τον κρατούμενο...» Οι ως άνω αφηγήσεις των ειδικότερων γεγονότων στα οποία αναφέρονται οι κατηγορούμενοι, αντιπαραβαλλόμενες με τα πλάνα του τεκμηρίου 1 και σε συνδυασμό θεωρούμενες με αυτά, είναι φανερό ότι δεν αντέχουν στη βάσανο της αξιολογικής διύλισης, αφού σε κάποιες περιπτώσεις, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνονται στη βάση μιας λογικής συνέχειας και συνέπειας των πραγμάτων αλλά παρουσιάζονται να έρχονται σε αντίθεση με αυτά. Τα πιο πάνω, πέραν και ανεξάρτητα από τις τοποθετήσεις του Σαββίδη για το ζήτημα, οι οποίες είναι εντελώς διαφορετικές, με τον τελευταίο να έχει απορρίψει κατηγορηματικά τις ως άνω θέσεις που μεταφέρθηκαν μέσω υποβολών από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων στον ίδιο. Στη βάση των πλάνων του τεκμηρίου 1, είναι φανερό ότι η χρήση του σπρέι από τον κατηγορούμενο 1, έγινε, όχι κατά τον χρόνο που άνοιξε η θύρα του ασφαλισμένου χώρου και ο κρατούμενος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος των αστυνομικών, ως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος 1 αλλά πριν να ανοίξει η πόρτα και ενώ ο κρατούμενος παρέμενε ιστάμενος στο σημείο που βρισκόταν όταν σηκώθηκε από την καρέκλα. Η εξέλιξη των γεγονότων ως παρουσιάζεται από τα πλάνα του τεκμηρίου είναι η ακόλουθη. Στις 22:40:42 εμφανίζονται οι δύο κατηγορούμενοι στην καγκελόπορτα του ασφαλισμένου χώρου. Στις 22:40:52 εντοπίζεται ο Σαββίδης να σηκώνεται από την καρέκλα στην οποία μέχρι τότε καθόταν, η οποία βρισκόταν πλησίον της καγκελόπορτας. Παραμένει ιστάμενος πλησίον της καγκελόπορτας με προτεταμένα τα χέρια του και ανοικτές τις παλάμες. Στις 22:40:58, έξι δηλαδή δευτερόλεπτα μεταγενέστερα, διακρίνεται ο πρώτος κατηγορούμενος να ανοίγει τη θήκη για το αστυνομικό του σπρέι. Στις 22:41:02, 4 δηλαδή δευτερόλεπτα μετά, ενώ η πόρτα είναι κλειστή, μέσα από τα κάγκελα ο πρώτος κατηγορούμενος χρησιμοποιεί το σπρέι του σε βάρος του Σαββίδη. Στις 22:41:03 ανοίγει η καγκελόπορτα ενώ ο Σαββίδης οπισθοχωρεί στο χώρο. Στις 22:41:05, ο Σαββίδης έχοντας ήδη οπισθοχωρήσει, ευρισκόμενος στο βάθος του χώρου, ακίνητος και μακριά από τους δύο αστυνομικούς ανεβοκατεβάζει απλώς τα χέρια του με ανοικτές τις παλάμες. Όταν οι κατηγορούμενοι στις 22:41:13 εισέρχονται στο χώρο, ο Σαββίδης μαζεύει τα χέρια του προς το πρόσωπο και το στήθος του αμέσως πριν αρχίσει να δέχεται τα κτυπήματα με το ρόπαλο από τον πρώτο κατηγορούμενο. Στις 22:41:17 δέχεται το πρώτο κτύπημα από τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος χρησιμοποιεί προς τούτο το ρόπαλό του. Η συνέχεια, αποτυπώνεται απελπιστικά σκληρή στο τεκμήριο
- Στα 20 περίπου δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν από το χρόνο της εμφάνισης των κατηγορουμένων στην καγκελόπορτα μέχρι το χρόνο που ανοίγει η πόρτα και εισέρχονται οι δύο στο χώρο, παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει την βοήθεια του ήχου, έχοντας όμως κατά νου την απεικόνιση του τρόπου συμπεριφοράς τόσο του Σαββίδη όσο και των αστυνομικών κατά το σύντομο αυτό χρονικό διάστημα, όπως αποτυπώνεται στις λήψεις της κάμερας 23 του τεκμηρίου 1, δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να μεσολαβήσουν οι στιχομυθίες που οι δύο κατηγορούμενοι διατείνονται ότι αντηλλάγησαν σε αυτό το χρονικό διάστημα με τον Σαββίδη, ενώ ταυτόχρονα, ως υποστηρίζουν, έδωσαν σε αυτόν το χρόνο να υπακούσει στα κελεύσματα και οδηγίες τους, πλην όμως αυτός επέλεξε να μην υπακούσει, με αποτέλεσμα, αφού αξιολόγησαν την συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του, να αποφασίσουν ότι δεν τους άφηνε άλλη επιλογή από το να ενεργήσουν όπως αποτυπώνεται στις λήψεις της κάμερας 23 του τεκμηρίου 1 ασκώντας, κατά τους ίδιους, την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις βία. Κατηγορηματικά απορρίπτουμε τους ισχυρισμούς και των δύο κατηγορουμένων ότι πριν την είσοδο τους στο χώρο όπου βρισκόταν περιορισμένος ο Σαββίδης, αντηλλάγησαν μεταξύ των ιδίων και του τελευταίου όσα ο κάθε ένας από τους δύο κατηγορούμενους ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο. Αντίθετα, στη βάση του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, αποτελεί εύρημα μας ότι οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί, φτάνοντας στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, σε ελάχιστο χρόνο από την είσοδο τους στο κτήριο του σταθμού, (ώρα 22:39:35) ως αποτυπώνεται στις κάμερες 1, 2, 13,18 και 23, αφού συναντήθηκαν και ενημερώθηκαν από συναδέλφους τους, οδηγήθηκαν στο χώρο στον οποίο βρισκόταν ο Σαββίδης και το μόνο πράγμα που του ανέφεραν πριν την είσοδο τους στο συγκεκριμένο χώρο, (ώρα 22:41:03) ήταν: «είσαι εσύ που μαχαίρωσες αστυνομικό;» Εντύπωση επίσης προκαλεί, αφαιρώντας και αυτό από τη γενικότερη ποιότητα της μαρτυρίας τους, η επιμονή τους πως ενώ κατά την άφιξη τους στο συγκεκριμένο Αστυνομικό Σταθμό συνάντησαν δύο συναδέλφους τους οι οποίοι και τους ενημέρωσαν για το επεισόδιο και τις εξελίξεις, εντούτοις, ουδείς από αυτούς τους ανέφερε ότι το μαχαίρι το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να τραυματιστεί και να διακομιστεί στο νοσοκομείο ένας εκ των συναδέλφων τους είχε ήδη παραδοθεί στους αστυνομικούς. Ούτε οι ίδιοι άλλωστε ανέφεραν ότι ενδιαφέρθηκαν να ρωτήσουν για την όποια τύχη τελικά του συγκεκριμένου μαχαιριού για να λάβουν κάποια ενημέρωση για το ζήτημα. Αποτελεί, κρίνουμε, θέση που προφανώς δοκιμάζει τα όρια που μπορεί κάποιος να φτάσει, στην προσπάθεια του να παρουσιάσει γεγονότα που ενώ δεν παρουσιάζουν λογική συνέπεια και συνέχεια σε συνάρτηση πάντα με την ροή και εξέλιξη των ευρύτερων γεγονότων που περιβάλλουν μια κατάσταση πραγμάτων, εντούτοις, δεν έχει οποιοδήποτε δισταγμό να τα προβάλλει, συναισθανόμενος ότι τυχόν αποδοχή τους θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την εκδοχή και την υπόθεσή του. Οι τοποθετήσεις εξάλλου και των δύο κατηγορούμενων, ότι δηλαδή με την έλευση τους στο χώρο όπου ο Σαββίδης εκρατείτο, απομονωμένος και σε ασφαλισμένο χώρο, αμέσως αντιλήφθηκαν τον τελευταίο να τους αγριοκοιτάζει και να συμπεριφέρεται αντιδραστικά, πέραν του ότι δεν φαίνεται, οπτικά τουλάχιστον να επιβεβαιώνεται από την κάμερα 23, αφού ο Σαββίδης εντοπίζεται απλώς να συνεχίζει να κάθεται στην καρέκλα που του πρόσφερε σε προγενέστερο στάδιο ο αστυφύλακας Ιωάννου, η συμπεριφορά που του αποδίδουν, εκ των πραγμάτων δεν φαίνεται να συνάδει με την φυσική εξέλιξη της αμέσως προηγούμενης συμπεριφοράς του, όταν καθήμενος πλέον πίσω από την καγκελόπορτα και εντός του ασφαλισμένου χώρου μεταξύ των κελιών και του χώρου εγγραφής κρατουμένων στον οποίο ουσιαστικά αυτοπεριορίστηκε - έχοντας ήδη παραδώσει το μαχαίρι - φαίνεται να συνομιλεί για αρκετό χρόνο με τον αστυφύλακα Ιωάννου, ο οποίος, προσφέροντας του νερό, δεν διστάζει, ευρισκόμενος μάλιστα πολύ κοντά στον καθήμενο Σαββίδη να περάσει τα χέρια του εντός της σιδερένιας καγκελόπορτας, καθ' ον χρόνο χωρίς οποιαδήποτε εμφανή από τις λήψεις της σχετικής κάμερας ένταση ή στοιχεία που να φανερώνουν εκνευρισμό, εμφανίζεται να μιλά μαζί του. Προφανώς, εντάσσεται και ο συγκεκριμένος κοινός ισχυρισμός τους στην προσπάθεια να παρουσιάσουν τον Σαββίδη, κατά τον χρόνο της δικής τους έλευσης και προσέγγισης του χώρου όπου αυτός βρισκόταν, ως εξακολουθούντα να είναι αντιδραστικός, επικίνδυνος και απειλητικός, κατά τρόπο που θα τους επέτρεπε να ενισχύσουν την προταχθείσα από την πλευρά τους θέση ότι στην προκειμένη περίπτωση άσκησαν την ανάλογη και αναγκαία βία με σκοπό να τον καθηλώσουν και να τον υποβάλουν σε έρευνα. Η θέση τους εξάλλου ότι κατά την έλευση τους στο χώρο και της εισόδου τους στον ασφαλισμένο χώρο που βρισκόταν ο Σαββίδης εξέλαβαν, λόγω και του μη ικανοποιητικού φωτισμού στο χώρο, ότι κρατούσε κάτι στο χέρι του, υποθέτοντας ότι μπορούσε τούτο να ήταν το μαχαίρι, έχοντας κατά νου το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα τα σχετικά πλάνα του τεκμηρίου 1, όπου ακόμα και από τη γωνία λήψης της κάμερας 23 είναι ολοφάνερο ότι ο Σαββίδης είχε τις παλάμες των χεριών του άδειες και ανοικτές, προτεταμένες μάλιστα μπροστά στα μάτια των κατηγορούμενων αστυνομικών, ασφαλώς δεν πείθει και ως εκ των υστέρων σκέψη και επινοούμενος ισχυρισμός, απορρίπτεται. Ομοίως, ο ισχυρισμός που προέταξαν περί δήθεν έλλειψης ικανοποιητικού φωτισμού στο χώρο, θέση που δεν τέθηκε καν προς το Σαββίδη για να την σχολιάσει, έχοντας κατά νου την ποιότητα, την ευκρίνεια και την καθαρότητα των λήψεων από την κάμερα 23 που κατέγραφε τα συμβάντα στο χώρο, δεν πείθει και απορρίπτεται. Κατά τον ίδιο τρόπο, απορρίπτονται ως μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα οι θέσεις των δύο αστυνομικών ότι ουσιαστικά τα κτυπήματα που αποτυπώνονται στην κάμερα, πλην όμως δεν φαίνεται η κατάληξη τους στο σώμα του Σαββίδη, έγιναν από τον κατηγορούμενο 1 απλώς και μόνο για εκφοβισμό και ότι ο τελευταίος ανασήκωνε και κατέβαζε κάτω το ρόπαλο του, χωρίς να κτυπά τον Σαββίδη. Πρόκειται για επινοήματα και δικαιολογίες που κλονίζουν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία και των δύο κατηγορουμένων αστυνομικών, οι οποίοι τα προέβαλαν. Ως τέτοια αντιμετωπίζεται και κατά τον ίδιο τρόπο απορρίπτεται, η θέση τους ότι στις περιπτώσεις που δεν διακρίνεται πού καταλήγουν οι κλωτσιές τους, πέραν δηλαδή από αυτές που είναι φανερό από τα πλάνα του τεκμηρίου 1 ότι αποτελούν λακτίσματα τους προς τον εβρισκόμενο στο έδαφος Σαββίδη, αυτές αποτελούσαν και πάλι κινήσεις προς εκφοβισμό χωρίς να καταλήγουν στον εβρισκόμενο στο πάτωμα Σαββίδη. Αντίθετα, έχοντας υπόψη τα σχετικά πλάνα του τεκμηρίου 1, τους τραυματισμούς που υπέστη ο Σαββίδης ως εξηγήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τη μαρτυρία του ίδιου του Σαββίδη για το ζήτημα αλλά και την γενικότερη εικόνα που αυτός παρουσιάζει όταν σηκώνεται από το πάτωμα, η ως άνω εισήγηση και των δύο αστυνομικών δεν πείθει και απορρίπτεται. Ούτε η θέση τους ότι καλούσαν επανειλημμένα τον Σαββίδη κατά την εξέλιξη του επεισοδίου να τους παραδώσει το μαχαίρι, χωρίς ανταπόκριση από τον τελευταίο πείθει. Με δεδομένο ότι ο τελευταίος είχε ήδη παραδώσει το μαχαίρι θα ανέμενε κανείς πως όταν τουλάχιστον άρχισε να δέχεται τα κτυπήματα, να τους ενημέρωνε ότι είχε ήδη παραδώσει τούτο σε συνάδελφο τους. Η πρόταξη εξ' άλλου της θέσης πως ενώ ο Σαββίδης παρέμενε στο έδαφος, εντούτοις εξακολουθούσε να είναι αντιδραστικός, έχοντας κατά νου την εξέλιξη των γεγονότων, ως αποτυπώνονται στις λήψεις της κάμερας 23, δεν μπορεί παρά να αποδοθεί στην προσπάθειά τους, ανεπιτυχή πάντως, να δικαιολογήσουν την καταγραμμένη στις κάμερες του τεκμηρίου 1 συμπεριφορά τους απέναντι στο Σαββίδη. Αποτέλεσε θέση και των δύο κατηγορούμενων αστυνομικών πως με δεδομένο ότι σε κανένα στάδιο δεν ενημερώθηκαν από συναδέλφους τους που συνάντησαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, ότι ο Σαββίδης είχε στο μεσοδιάστημα παραδώσει το μαχαίρι, οι ίδιοι, επιβαλλόταν να είναι πιο προσεκτικοί απέναντι στον τελευταίο, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι τούτο, από μόνο του, δικαιολογούσε την μεταχείριση της οποίας έτυχε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Σαββίδης, από τους ίδιους, το είδος και την ένταση ουσιαστικά της αντίδρασης και συμπεριφοράς τους απέναντί του. Εξετάζοντας και αυτό το ζήτημα, στρέψαμε την προσοχή μας, πέραν από τις τοποθετήσεις των κατηγορούμενων αλλά και των Μ.Κ.2 αρχιαστυφύλακα Π. Νικολάου και Μ.Κ.3 αστυφύλακα Χ. Ιωάννου επί τούτου, στο σύνολο της τεθείσας ενώπιον μας μαρτυρίας. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ειδικότερα όπως αποτυπώνεται στις λήψεις της κάμερας 18, η ώρα 21:53:00, μετά την αποχώρηση του τραυματισθέντα αστυφύλακα Παφίτη από το χώρο εγγραφής κρατουμένων, ο Σαββίδης παραμένει κινούμενος αλλά πάντως απομονωμένος πίσω από την πόρτα ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων. Παρακολουθείται μέσω της συγκεκριμένης πόρτας από αστυνομικούς του σταθμού που φαίνεται να πηγαινοέρχονται, με τον αστυφύλακα Ιωάννου περί τις 22:03:40 να προσέρχεται και να παραμένει στο χώρο, συζητώντας, όπως ο ίδιος διευκρίνισε κατά το χρόνο που έδιδε μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα, γύρω στα 10 με 15 λεπτά, χρονικό διάστημα εντός του οποίου παρέλαβε το μαχαίρι. Είναι φανερό, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τα πλάνα που παρουσιάζονται στο τεκμήριο 1, ότι η παραλαβή του μαχαιριού έγινε κατά το στάδιο που ο αστυφύλακας Ιωάννου, στην παρουσία του Νικολάου άνοιξε την πόρτα ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων περί τις 22:11:35 και αμέσως μετά εισήλθε στο χώρο όπου και παρέλαβε το μαχαίρι, το οποίο, κατά απαίτηση του ο Σαββίδης τοποθέτησε πίσω από την πόρτα ασφαλείας, ενώ ο τελευταίος οπισθοχώρησε στο χώρο. Η πόρτα ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων ξανακλείνει στις 22:12:28 με τον Ιωάννου να βγαίνει έξω από το συγκεκριμένο χώρο. Πέραν της γενικότερης τοποθέτησης του αστυφύλακα Ιωάννου ότι: «το σουγιά αυτό τον συσκεύασα καταλλήλως σε χάρτινο κιβώτιο το οποίο σφράγισα και τοποθέτησα τα αρχικά μου και έδωσα διακριτικό αριθμό XI
- Το πιο πάνω τεκμήριο η ώρα 23:45 της 10.02.2014 το παρέδωσα στον Α/Α 2798 Σ. Καραολής του ΤΑΕ Πάφου για περαιτέρω εξετάσεις», δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το χειρισμό του συγκεκριμένου μαχαιριού αμέσως μετά την παραλαβή του από τον Ιωάννου. Το ζήτημα δεν απασχόλησε οποιοδήποτε από τα μέρη. Είναι γεγονός ότι οι λήψεις της κάμερας 18, καταδεικνύουν ότι στις 22:44:33, σε χρόνο δηλαδή που οι δύο κατηγορούμενοι βρίσκονται ήδη μέσα στον ασφαλή χώρο με τον Σαββίδη, ο αστυφύλακας Ιωάννου, ενώ έχει στις 22:42:01 αποχωρήσει από τον χώρο εγγραφής κρατουμένων, επανέρχεται στην κλειστή πόρτα ασφαλείας του συγκεκριμένου χώρου και αμέσως μετά, στις 22:44:36, κάνοντας μεταβολή απομακρύνεται, κλωτσώντας ένα αντικείμενο που βρίσκεται μπροστά στην πόρτα ασφαλείας προς το διάδρομο, με κατεύθυνση το σημείο που είναι τοποθετημένη η κάμερα
- Στη βάση της αναντίλεκτης εξέλιξης των γεγονότων, το μικρό αντικείμενο που εντοπίζεται να κλωτσά και να απομακρύνει ο αστυφύλακας Ιωάννου δεν θα μπορούσε τη δεδομένη χρονική στιγμή να είναι το τηλέφωνο του Σαββίδη. Τούτο, όχι μόνο γιατί η πόρτα ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων δεν είχε ακόμα ανοίξει για να εξέλθει οποιοσδήποτε από τους δύο κατηγορούμενους αστυνομικούς - τούτο έγινε στις 22:45:24 όταν εξέρχεται για πρώτη φορά από την ανοικτή πόρτα ο κατηγορούμενος 1 - ή να εισέλθει οποιοσδήποτε άλλος στο χώρο, αλλά και ενόψει του γεγονότος, όπως αποτυπώνεται μέσω της κάμερας 23, ο εντοπισμός του τηλεφώνου του Σαββίδη και το κλώτσημα του εκτός του ασφαλισμένου χώρου που βρισκόταν ξαπλωμένος ο τελευταίος στο πάτωμα και προς την κατεύθυνση της πόρτας ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων, έγινε από τον κατηγορούμενο 2 στις 22:45:16, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο από το χρόνο που ο αστυφύλακας Ιωάννου κλωτσά το μικρό αντικείμενο απομακρύνοντας το από την κλειστή πόρτα ασφαλείας. Χωρίς την ύπαρξη μαρτυρίας η οποία θα μπορούσε να αξιολογηθεί και ανάλογα να αξιοποιηθεί και μόνο με τη βοήθεια της παρατήρησης από όσα παρουσιάζουν τη δεδομένη στιγμή τα πλάνα των καμερών του τεκμηρίου 1, θα ήταν αισθανόμαστε νομικά ανεπίτρεπτο να υποθέσει κάποιος ότι το αντικείμενο που ο αστυφύλακας Ιωάννου κλωτσά, απομακρύνοντας το από το χώρο της πόρτας ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων, ήταν το μαχαίρι που σε προγενέστερο χρόνο ο ίδιος εισερχόμενος στο χώρο εγγραφής κρατουμένων παρέλαβε από το έδαφος κατά τον τρόπο που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μας η επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, πως στην υπό συζήτηση περίπτωση και αν ακόμη - στα πλαίσια της διεργασίας αξιολόγησης της μαρτυρίας - απορριφθεί η θέση της υπεράσπισης για το ζήτημα της πληροφόρησης των κατηγορούμενων για το μαχαίρι, το Δικαστήριο, εκ των πραγμάτων δεν έχει ενώπιον του άλλη, θετική μαρτυρία, η οποία θα του επέτρεπε να καταλήξει με την ασφάλεια που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση σε συμπέρασμα ότι πράγματι οι κατηγορούμενοι είχαν πληροφορηθεί για την προηγηθείσα παράδοση του μαχαιριού. Αποτελεί, πράγματι, αξιωματική προσέγγιση του ισχύοντος δικαίου της απόδειξης ότι η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα ως προς τον τρόπο που εξελίχθηκαν κάποια γεγονότα, στη βάση υποθέσεων, όσο εύλογα και αν φαντάζουν αυτά τα συμπεράσματα, αποτελεί προσέγγιση νομικά ανεπίτρεπτη και λανθασμένη. (Βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχοντας ήδη απορρίψει τη σχετική με το ζήτημα μαρτυρία των κατηγορούμενων αλλά και την αντίληψη μας για την ποιότητα της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, είναι φανερό ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να υιοθετήσει τη θέση των κατηγορούμενων για την πληροφόρηση ή όχι που αυτοί είχαν για την παράδοση του μαχαιριού. Αντίθετα, έχοντας διεξέλθει το σύνολο της τεθείσας ενώπιον μας μαρτυρίας, ως γίνεται αποδεκτή, είναι φανερό κατά την αντίληψη μας καθιστάμενο τούτο και εύρημα μας στα πλαίσια της παρούσας, ότι το ζήτημα πληροφόρησης ή μη του γεγονότος ότι ο Σαββίδης είχε σε προγενέστερο στάδιο παραδώσει το μαχαίρι, ήταν αδιάφορο για τους κατηγορούμενους. Τούτο, κρίνουμε, ως αβίαστα προκύπτει από την εξέλιξη των γεγονότων δεν τους απασχόλησε ποτέ. Αντίθετα, ως οι ισχυρισμοί τους περί προθέσεως τους να τον υποβάλουν σε έρευνα και η προβολή της συγκεκριμένης θέσης, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη και επινόηση, στην προσπάθειά των κατηγορουμένων να δικαιολογήσουν τις ενέργειες και τη συμπεριφορά τους απέναντι στο Σαββίδη, όπως αυτές αποτυπώνονται στις λήψεις της κάμερας 23 του τεκμηρίου 1. Αποτελεί κατάληξη μας ότι σκοπός των δύο κατηγορούμενων αστυνομικών την ώρα που προσήλθαν στον Αστυνομικό Σταθμό και προσέγγισαν το χώρο όπου αυτός βρισκόταν, δεν ήταν, ούτε να ερευνήσουν τον κρατούμενο, ούτε να τον ακινητοποιήσουν για να του αποσπάσουν το μαχαίρι ή άλλη προσωπική του περιουσία. Έχοντας υπόψη τον απαράδεκτο τρόπο που είχε συμπεριφερθεί και ενεργήσει απέναντι σε συναδέλφους τους αστυνομικούς, τραυματίζοντας τον ένα από αυτούς, χωρίς να τους απασχολήσει το γεγονός ότι είχε ήδη μεσολαβήσει αρκετός χρόνος από το προηγηθέν επεισόδιο με τους συναδέλφους τους, το γεγονός ότι είχε ήδη περιοριστεί στον ασφαλή χώρο μεταξύ των κελιών και του γραφείου εγγραφής κρατουμένων, όντας, ούτως ή άλλως απομονωμένος, πίσω, όχι μόνο από την πόρτα ασφαλείας του χώρου εγγραφής κρατουμένων αλλά και δεύτερης καγκελόπορτας, συνακόλουθα καθόλου επικίνδυνος και απειλητικός απέναντι σε οποιονδήποτε, αποφάσισαν προσερχόμενοι στο σταθμό να τον τιμωρήσουν για την προηγηθείσα απαράδεκτη συμπεριφορά του και τον τραυματισμό του συναδέλφου τους. Ούτε το γεγονός ότι καθόταν πλέον ήρεμα στο χώρο όπου είχε αποκλειστεί, κατάσταση στην οποία διαπίστωσαν ότι επικρατούσε όταν οδηγήθηκαν στο χώρο των κρατητηρίων, συνοδευόμενοι μάλιστα από το πρόσωπο που σε προγενέστερο στάδιο συζήτησε μαζί του, παρέλαβε το μαχαίρι, του πρόσφερε καρέκλα, τον έπεισε να μπει και να περιοριστεί στον ασφαλισμένο χώρο μεταξύ των κελιών και του προθαλάμου πίσω από την καγκελόπορτα και να καθίσει σε καρέκλα που του πρόσφερε, ενώ στη συνέχεια συνομιλούσε μαζί του για κάποιο χρονικό διάστημα προσφέροντας του και νερό. Ζήτημα που απασχόλησε επίσης στα πλαίσια της παρούσας, αποτέλεσε το θέμα της λειτουργικότητας ή μη του αστυνομικού σπρέι, όταν αυτό εφαρμόστηκε από τον κατηγορούμενο 1 στο Σαββίδη. Η μη επίδραση του, εισηγήθηκαν και οι δύο κατηγορούμενοι, θέση που προωθήθηκε γενικότερα από την Υπεράσπιση, είχε τη δική της σημασία στην αντίδραση των κατηγορούμενων και στην εξέλιξη των γεγονότων όπως αυτά αποτυπώνονται στις λήψεις της κάμερας 23 κατά το χρόνο της εισόδου του στο χώρο όπου βρισκόταν ο Σαββίδης. Είναι γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής ότι το αστυνομικό σπρέι που χρησιμοποίησε ο πρώτος κατηγορούμενος σε βάρος του Σαββίδη «ήταν ληγμένο». Το γεγονός τούτο όμως, από μόνο του, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δικαιολογεί την κατάληξη στην υιοθέτηση της θέσης των κατηγορούμενων αστυνομικών, ότι τούτο στερείτο οποιασδήποτε λειτουργικότητας και αποτελεσματικότητας. Ουδεμία μαρτυρία ή στοιχείο τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την κατάληξη στο συμπέρασμα πως αφού τούτο «ήταν ληγμένο», αυτόματα ήταν και μη αποτελεσματικό. Αντίθετα, καταθέτοντας ο Σαββίδης στο Δικαστήριο (σελ. 13 των πρακτικών ημερ. 14.12.15) και σχολιάζοντας το γεγονός, υπέδειξε ότι μετά την εφαρμογή του σπρέι σε βάρος του από τον πρώτο κατηγορούμενο: «A. Εδώ πηγαίνω μέσα στο κελί, αφού μου πίτησε το spray στα μάτια και στην αναπνοή και πηγαίνω μέσα και λέω «γιατί μου πίτησες το spray» και τούτο. E. Εκεί με τα χέρια σας, τι κάνετε εδώ που φαίνεται; A. Δεν κάνω κάτι, προσπαθώ να βρω την όρασή μου ξανά.» Το ζήτημα απασχόλησε και στο στάδιο της αντεξέτασης του Σαββίδη από την πλευρά της Υπεράσπισης (σελ. 33 των πρακτικών ημερ. 14.12.2015). Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «E. Σου λέω ότι σκοπός τους ήταν να σε ακινητοποιήσουν, γι' αυτό χρησιμοποίησαν το spray το οποίο δυστυχώς δεν δούλεψε και όχι για οποιονδήποτε άλλο σκοπό. Ήθελαν απλά να σε ακινητοποιήσουν, για να σου αφαιρέσουν τα προσωπικά σου αντικείμενα. A. Τι εννοείτε δυστυχώς δεν δούλεψε; E. Τους έδωσαν spray που ήταν ληγμένο, αν δεν ήταν ληγμένο το spay δεν θα γινόταν τίποτε άλλο. A. Δεν ξανά ήπιατε πορτοκαλάδα ληγμένη;» Ο άνθρωπος δηλαδή σε βάρος του οποίου εφαρμόστηκε το σπρέι, ο οποίος έχει ήδη κριθεί αξιόπιστος μάρτυρας στα πλαίσια της παρούσας, είναι ξεκάθαρος ότι κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις η εφαρμογή του συγκεκριμένου σπρέι σε βάρος του είχε αποτελέσματα, τόσο σε σχέση με την όραση όσο και την αναπνοή του. Δεν μπορεί παράλληλα, σε σχέση με το ειδικότερο αυτό ζήτημα, να μην σημειωθεί και τούτο. Παρά το γεγονός ως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος 1 ότι η εφαρμογή του σπρέι στον κατηγορούμενο δεν είχε οποιαδήποτε επίδραση, αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αυτό ήταν ληγμένο, γεγονός που ο ίδιος επιβεβαίωσε και σε δεύτερο στάδιο, κατά την εξέλιξη του επεισοδίου όταν ο Σαββίδης βρισκόταν πλέον στο έδαφος, εντούτοις, ο ίδιος εντοπίζεται στις λήψεις της κάμερας 23, φεύγοντας την τελευταία φορά από το χώρο που βρισκόταν ο Σαββίδης με τον κατηγορούμενο 2, πριν επιστρέψουν ξανά στο χώρο συνοδεύοντας τον αξιωματικό που κατέφθασε αργότερα στο σταθμό, ευρισκόμενος πίσω από την καγκελόπορτα που έχει ήδη κλείσει, να προτάσσει εκ νέου τούτο προς το μέρος του Σαββίδη, ενώ ο τελευταίος εξακολουθεί να βρίσκεται στο πάτωμα. Διερωτάται κανείς για την σκοπιμότητα της ενέργειας του αυτής, με δεδομένο, ως υποστηρίζει, ότι αντιλήφθηκε ήδη από την χρήση του σε βάρος του Σαββίδη, αλλά και σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι δεν είχε οποιαδήποτε αποτελεσματικότητα. Στη βάση όλων των πιο πάνω, με δεδομένη την αντίληψη του Δικαστηρίου σε σχέση με την ποιότητα της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας, αποτέλεσμα της προηγηθείσας αξιολόγησης, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τα παραδεκτά γεγονότα και το σύνολο των στοιχείων τα οποία το Δικαστήριο κατά τρόπο παραδεκτό είναι δυνατό να λάβει υπόψη του στα πλαίσια διαδικασίας ως η υπό συζήτηση, διατυπώνουμε στη συνέχεια τα επιπρόσθετα ευρήματα και συμπεράσματα μας για τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλουν και αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση, πέραν από αυτά τα οποία έχουμε ήδη καταγράψει. Στις 10.02.2014 και περί ώρα 18:00, ο Παναγιώτης Σαββίδης σταμάτησε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΤΤ419, που οδηγούσε στο δρόμο Δρούσιας - Προδρομίου με κατεύθυνση το Λατσί και εξήλθε από αυτό. Προσεγγίστηκε από δύο άντρες, μέλη της ΥΚΑΝ με πολιτική περιβολή, οι οποίοι προσπάθησαν να τον ακινητοποιήσουν. Ο ίδιος, μη αντιλαμβανόμενος την ιδιότητα τους, αντέδρασε. Παρά την αντίσταση του, τοποθετήθηκαν στον ίδιο χειροπέδες και περιορίστηκε στο πίσω κάθισμα του διπλοκάμπινου οχήματος με το οποίο προσήλθαν στο μέρος οι δύο αστυνομικοί. Στο μέρος κατέφθασαν και άλλοι άντρες με πολιτική περιβολή. Στη συνέχεια, έβγαλαν από το διπλοκάμπινο όχημα το Σαββίδη υποβάλλοντας τον σε σωματική έρευνα, χωρίς να κατάσχουν οτιδήποτε από τα προσωπικά του αντικείμενα. Προχώρησαν επίσης σε έρευνα του οχήματος του χωρίς να βρουν οτιδήποτε το παράνομο. Ο Σαββίδης, φέροντας πάντα χειροπέδες, επιβιβάστηκε ξανά στα πίσω καθίσματα του διπλοκάμπινου οχήματος και μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Στον εν λόγω σταθμό, οι ίδιοι αστυνομικοί ερεύνησαν εκ νέου το αυτοκίνητο του που μεταφέρθηκε επίσης εκεί οδηγούμενο από κάποιο από παριστάμενο αστυνομικό. Με δεδομένο ότι ο ίδιος εξακολουθούσε να φέρει χειροπέδες, αφού το κλείδωσαν τοποθέτησαν τα κλειδιά του στο παντελόνι του. Στις 18:50:55 οδηγήθηκε εντός του κτιρίου του Αστυνομικού Σταθμού, όπου και πάλι, στο χώρο της κουζίνας του εν λόγω Αστυνομικού Σταθμού ερευνήθηκε σωματικά χωρίς να του κατασχεθεί οτιδήποτε από τα προσωπικά του αντικείμενα. Ερωτώμενος από αστυνομικό εάν θέλει να επικοινωνήσει με δικηγόρο, υπογράφοντας σχετικό έντυπο υπέδειξε ότι δεν επιθυμούσε τούτο. Αντίθετα, ζήτησε όπως εξεταστεί από ιατρό, ενόψει του γεγονότος ότι η χειροπέδα που είχε τοποθετηθεί στο αριστερό του χέρι ήταν πολύ σφικτή, με αποτέλεσμα να προκληθεί σε αυτόν πληγή. Του υπεδείχθη από τον αστυφύλακα με αριθμό μητρώου 1814, Σάββα Παφίτη, του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς ότι πρώτα θα του λάμβανε κατάθεση και στη συνέχεια θα τον έπαιρνε στο γιατρό. Μετά τη λήψη της κατάθεσης, ζήτησε εκ νέου να τον μεταφέρουν στο Νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς, πλην όμως, παρά το γεγονός ότι οδηγήθηκε σε περιπολικό για να μεταφερθεί σε γιατρό, όταν ο ίδιος ζήτησε να του αφαιρέσουν τις χειροπέδες, ενόψει του γεγονότος ότι είχε δυνατό πόνο στο αριστερό του χέρι αποτέλεσμα της πληγής που δημιουργήθηκε, οι αστυνομικοί αρνήθηκαν, με αποτέλεσμα να τον