← Κύπρος

Έπαρχο Πάφου ν. Τ & Μ Οικονόμου & Υιός ΛΤΔ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 15032/13, 4/4/2016

Έπαρχο Πάφου ν. Τ & Μ Οικονόμου & Υιός ΛΤΔ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 15032/13, 4/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 15032/13 Μεταξύ: Έπαρχο Πάφου Κατηγορούσα Αρχή -ν-

  1. Τ & Μ Οικονόμου & Υιός ΛΤΔ,
  2. Γιώργου Οικονόμου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 4 Απριλίου, 2016 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Πουλλά Για Κατηγορούμενη: κος Ν. Ιωάννου Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της ανυπακοής διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 20 (3 Α),

(4)και
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος πρώτης κατηγορίας, η κατηγορούμενη 1 από τις 15.1.2011 και μέχρι σήμερα δεν υπάκουσε και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε στις 15.11.2010 στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 2073/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με το οποίο διατάχθηκε να κατεδαφίσει εντός 2 μηνών από την έκδοση του διατάγματος, τη λυόμενη οικοδομή που βρίσκεται στο τεμάχιο 129 του Φ/Σχ. L1/39 β του χωριού Αναρίτα της επαρχίας Πάφου (στο εξής η «oικοδομή»), εκτός εάν εξασφάλιζε άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή, δηλαδή τον Έπαρχο Πάφου. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την κατηγορία για συνδρομή και/ή ανοχή και/ή παράλειψη συμμόρφωσης προς το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.11.2010 κατά παράβαση του άρθρου 20 (3 Α),
(4)και
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, όπως έχει τροποποιηθεί και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 από τις 15.01.2011 και μέχρι σήμερα ενώ ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 δεν υπάκουσε και ή παρείχε συνδρομή και ή επέτρεψε και ή ανέχθηκε και ή παρέλειψε να διενεργήσει τα απαραίτητα διαβήματα για τη συμμόρφωση της κατηγορούμενης 1 με το προαναφερθέν διάταγμα του Δικαστηρίου. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 1 το διάταγμα ημερομηνίας 15.11.2010 (στο εξής το «διάταγμα»). Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: Α) Στις 18.03.2011 και ώρα 11.25 ο ιδιώτης επιδότης Σάββας Παστελής, από την Πάφο επέδωσε στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος ήταν κατηγορούμενος 3 στην υπόθεση 2073/09, το διάταγμα ημερομηνίας 15.11.2010, Τεκμήριο
  2. Β) Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν υπέβαλαν στις αρμόδιες αρχές αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας ή άδειας οικοδομής. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε ένα μάρτυρα τον Σέργη Αρέστη, Μ.Κ.
  3. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Μ.Κ.1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου ως βοηθός επόπτης και ότι η κοινότητα Αναρίτας είναι υπό την εποπτεία του τους τελευταίους μήνες. Έχει ενημερωθεί σχετικά με την παρακοή διατάγματος που εκδόθηκε «εναντίον του κατηγορούμενου», τον οποίο δεν γνωρίζει προσωπικά. Σε επιτόπια εξέτασή του στο επίδικο τεμάχιο με τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής την προηγούμενη ημέρα της δικασίμου, διαπίστωσε ότι η οικοδομή που ανεγέρθηκε σε αυτό δεν έχει κατεδαφιστεί. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου εργάζεται από το 2008 και ότι η «έκθεση πταίσματος» ετοιμάστηκε από άλλο συνάδελφό του. Ακόμη ανέφερε ότι στο φάκελο της υπόθεσης υπάρχουν σημειώματα συναδέλφων του που σχετίζονται με πληροφορίες που είχαν ότι το συγκεκριμένο τεμάχιο πωλήθηκε σε Άγγλους υπηκόους, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει στον φάκελο αγοραπωλητήριο έγγραφο ή κάποια άλλα στοιχεία που να δείχνουν ότι πράγματι αυτό το τεμάχιο πωλήθηκε. Γνωρίζει, όπως ανέφερε, ότι στάλθηκε στον κατηγορούμενο επιστολή με την οποία τον καλούσαν να υλοποιήσει το διάταγμα κατεδάφισης, όμως δεν γνωρίζει κατά πόσο αποστάληκε οποιαδήποτε επιστολή στους Άγγλους. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο πριν από την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης 2073/2009 είχε επικοινωνήσει η Κατηγορούσα Αρχή με τους αγοραστές του ακινήτου για να τους ζητήσει να κατεδαφίσουν την οικοδομή. Ακόμη ανέφερε ότι στην προαναφερθείσα ποινική υπόθεση, εκτός από τους κατηγορούμενους στην παρούσα υπόθεση, είχαν κατηγορηθεί και οι κ.κ. Quelch εναντίον των οποίων η υπόθεση δεν προωθήθηκε γιατί δεν κατέστη δυνατό να τους επιδοθεί. Δεν γνωρίζει, όπως ανέφερε, τον λόγο που είχαν κατηγορηθεί τα εν λόγω πρόσωπα. Αναφορικά με την επιτόπου εξέταση που διενήργησε στο τεμάχιο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι η οικοδομή χρησιμοποιείτο. Ένας γείτονας τον πληροφόρησε ότι η θυγατέρα του διαμένει κατά καιρούς στην οικοδομή η οποία ανήκει στους κ.κ. Quelch που διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Από τον φάκελο της υπόθεσης δεν προκύπτει όπως ανέφερε, κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια προς τους κ.κ. Quelch αναφορικά με την οικοδομή. Στις υποβολές ότι η κατηγορούμενη 1 πώλησε το 2003 το τεμάχιο στα πιο πάνω πρόσωπα και ότι από το 2004 μέχρι και σήμερα αυτοί το έχουν στην κατοχή τους, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ούτε επίσης γνωρίζει κατά πόσο ήταν σε γνώση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το συγκεκριμένο τεμάχιο είχε πωληθεί. Ερωτηθείς για ποιο λόγο η Κατηγορούσα Αρχή δεν προχώρησε στην κατεδάφιση της οικοδομής με βάση το δικαίωμα που της παρέχει ο σχετικός Νόμος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η Κατηγορούσα Αρχή ποτέ δεν κατεδάφισε οποιοδήποτε παράνομο υποστατικό. Σε υποβολή επίσης ότι ο λόγος που οι κατηγορούμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το διάταγμα ήταν γιατί την κατοχή και χρήση του ακινήτου την έχουν άλλα πρόσωπα και ως εκ τούτου εξ αντικειμένου αδυνατούν να συμμορφωθούν, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η «άποψη» της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι «ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να προχωρήσει στην κατεδάφιση του συγκεκριμένου παράνομου υποστατικού». Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων έτσι ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία. Συγκεκριμένα η θέση του συνηγόρου είναι ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καλύπτει το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταστρατήγησης του διατάγματος εκ μέρους των κατηγορουμένων. Αναφορικά με τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, έγινε αποδεκτό από τον συνήγορο των κατηγορουμένων ότι η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία για την ύπαρξη του διατάγματος, τεκμήριο 1, την γνώση των κατηγορουμένων για την ύπαρξη του και την ανυπακοή ή παράλειψη συμμόρφωσης σε αυτό εκ μέρους της κατηγορουμένης
  4. Αντίθετη υπήρξε η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία, αφού με την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα (Βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police, που πιο πάνω αναφέρεται). Η νομική βάση που διέπει την κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1, είναι αυτή του άρθρου 20
(5)του Κεφ.96 το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «Οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(3)ή (3Α), το οποίο δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος ανεξάρτητα από το αν η ό αρμόδια αρχή προχώρησε στην εκτέλεση ή εκτέλεσε το διάταγμα αυτό, και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής». Το άρθρο 20
(3)του Κεφ. 96, διαλαμβάνει τα εξής: «
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχθηκε, κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί... (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δεν χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου...». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προκύπτουν από το λεκτικό του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96 είναι τα ακόλουθα: 1. Η ύπαρξη διατάγματος, που εκδόθηκε, δυνάμει των εδαφίων
(3)ή (3Α) του άρθρου 20 του Κεφ. 96 και
  1. Η ανυπακοή ή η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό, του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Για να επιτύχει η Κατηγορούσα Αρχή την στοιχειοθέτηση του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος και ότι με πρόθεση το καταστρατήγησε, δηλ. θα πρέπει να αποδείξει την ένοχη διάνοια του (mens rea). Από τα παραδεχτά γεγονότα, το Τεκμήριο 1 και την μαρτυρία του Μ.Κ.1, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την ποινική υπόθεση με αριθμό 2073/09 εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, κατηγορούμενοι 1 και 3 αντίστοιχα στην εν λόγω υπόθεση, στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο επέβαλε στις 15.11.2010 στην κατηγορούμενη 1 χρηματική ποινή και έκδωσε εναντίον της το διάταγμα. Η πρώτη κατηγορία που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος 2 απορρίφθηκε και αυτός αθωώθηκε. Κατηγορούμενοι επίσης στην πιο πάνω ποινική υπόθεση ήταν οι Μαρούλα Οικονόμου, ο Ernest Quelch και η Κathleen Quelch εναντίον των οποίων δεν προωθήθηκε η υπόθεση γιατί δεν είχε καταστεί δυνατή η επίδοσή της σε αυτούς. Ως προς το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος θα συμφωνήσω με τους συνηγόρους των διαδίκων ότι έχει τεθεί μαρτυρία, υπό τη μορφή παραδεκτού γεγονότος, για την ύπαρξη του διατάγματος εναντίον της κατηγορούμενης
  2. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι από το λεκτικό του διατάγματος δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια. Προσδιορίστηκε με ακρίβεια τι ήταν αυτό που απαιτείτο από την κατηγορούμενη 1 να πράξει και πότε θα έπρεπε να το πράξει (βλ. Φρύνη Γιάλλουρου κ.α. Οδοντοτεχνικό Εργαστηρίου Γ. Α. Βαριάνος Λτδ κ.α.
(2007)2 Α.Α.Δ. 151). Το διάταγμα περιέχει και την απαραίτητη οπισθογράφηση ότι «Αν εσείς η κατηγορούμενη αρ. 1 Τ & Μ Οικονόμου & Υιός ΛΤΔ, από τη Λεμεσό, Κ. Πολεμίδια μέσω του διευθυντή σας αμελήσετε να υπακούσετε στο διάταγμα τούτο αμέσως, εσείς μεν υπόκειστε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση». Θα συμφωνήσω επίσης ότι τέθηκε μαρτυρία για την ανυπακοή του διατάγματος από την κατηγορούμενη 1, αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.1, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης, η οικοδομή εξακολουθεί να υφίσταται. Αναφορικά με τη γνώση του κατηγορούμενου 2 για την ύπαρξη του διατάγματος, ορθά οι συνήγοροι των διαδίκων εισηγούνται ότι τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία, αφού η επίδοση του διατάγματος σε αυτόν δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός. Όπως προανέφερα ο κατηγορούμενος 2, κατηγορείται ότι από τις 15.01.2011 και μέχρι σήμερα ενώ ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 δεν υπάκουσε και ή παρείχε συνδρομή και ή επέτρεψε και ή ανέχθηκε και ή παρέλειψε να διενεργήσει τα απαραίτητα διαβήματα για τη συμμόρφωση της κατηγορούμενης 1 με το διάταγμα. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι όταν το διάταγμα απευθύνεται σε εταιρεία, μπορεί να ζητηθεί η τιμωρία των διευθυντών της ή άλλων αξιωματούχων της στην περίπτωση ανυπακοής. Όμως θα πρέπει οι διευθυντές ή οι αξιωματούχοι πρώτον να γνωρίζουν την ύπαρξη και τους όρους του συγκεκριμένου διατάγματος και δεύτερον, εκ προθέσεως να έχουν αποτύχει να λάβουν επαρκή και συνεχή διαβήματα για να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το διάταγμα. Bλ. Halsbury's Laws of England,B 5η έκδ., τόμος 22, παρα. 65, σελ.55και Templeton Insurance Ltd v. Motorcare Warranties Ltd [2012] EWCH
  1. Στην προκείμενη περίπτωση πέραν από το παραδεκτό γεγονός της επίδοσης του διατάγματος στον κατηγορούμενο 2, δεν τέθηκε ενώπιον μου καμία μαρτυρία σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 η οποία να τον συνδέει με την κατηγορούμενη 1, με την έννοια ότι από τις 15.1.2011 και μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, ήταν διευθυντής της. Το γεγονός της γνώσης του διατάγματος από τον κατηγορούμενο 2 δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο και χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ότι κατά το χρόνο επίδοσης του διατάγματος σε αυτόν ή σε οποιοδήποτε χρόνο ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης
  2. Δεδομένης λοιπόν της μη ύπαρξης μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1, η δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 είναι έκθετη σε απόρριψη. Την ίδια όμως κατάληξη θα είχε η εναντίον του κατηγορία και στην περίπτωση που προσκομιζόταν μαρτυρία ότι ήταν διευθυντής της κατηγορουμένης 1 και αυτό, γιατί δεν τέθηκε ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας, είτε άμεσης είτε περιστατικής, που να άπτεται της υποκειμενικής υπόστασης ή άλλως της ένοχης διάνοιας του. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπό εξέταση περίπτωση όπως διαφαίνεται από την προσαχθείσα μαρτυρία, στα κύρια σημεία της οποίας έχω αναφερθεί, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να υποστηρίζει ότι ο Κατηγορούμενος 2 προέβηκε, κατά την επίδικη περίοδο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος που αντιμετωπίζει, σε οποιαδήποτε πράξη ή παράληψη ή παρείχε οποιαδήποτε βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1 για την διάπραξη του αδικήματος. Οι μόνες αναφορές του Μ.Κ.1 για τον κατηγορούμενο 2, ότι δηλαδή εκδόθηκε «εναντίον του» του το διάταγμα, μαρτυρία που εν πάση περιπτώσει αντιστρατεύεται του Τεκμηρίου 1, και ότι αυτός θα μπορούσε, κατά την «άποψη» της Κατηγορούσας Αρχής, να κατεδαφίσει το υποστατικό, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος. Ερχόμενη τώρα στην εξέταση του θέματος κατά πόσο η κατηγορούμενη 1 έλαβε γνώση για την ύπαρξη του διατάγματος σημειώνω ότι, πέραν της νομότυπης σύνταξης του διατάγματος με την αναγκαία οπισθογράφηση, δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι το διάταγμα επιδόθηκε στην κατηγορούμενη
  3. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η επίδοση του διατάγματος στην κατηγορούμενη 1 ήταν αναγκαία για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος που αντιμετωπίζει. Στην υπόθεση Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations ltd
(1977)1 CLR 287, διασαφηνίστηκε ότι η επίδοση συντεταγμένου διατάγματος δικαστηρίου οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του, αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή. Στην υπόθεση Police v. Kyriakides
(1988)2 C.L.R. 172,το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε σε νομικό ερώτημα ότι η επίδοση διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου που ήταν παρών κατά την έκδοση του δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απείθειας κατά νομίμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το Εφετείο τίποτα τέτοιο δεν υπαγορεύεται στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, είτε στους δυνάμει του πιο πάνω Νόμου Κανονισμούς σε αντίθεση με ανυπακοή διαταγμάτων που εκδίδονται σε αστικές υποθέσεις όπου και σύμφωνα με την Διαταγή 42(Α), θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας τέτοια διατάγματα πρέπει να έχουν την δέουσα οπισθογράφηση και να επιδίδονται στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω υπόθεση, αυτό εξηγεί και το ότι, κατά κανόνα, τα Δικαστήρια απαιτούν την παρουσία των κατηγορουμένων που κατηγορούνται για τη διάπραξη αδικημάτων κατά παράβαση νομοθετημάτων που εξουσιοδοτούν την έκδοση διαταγμάτων επιπρόσθετα όποιας άλλης ποινής. Χωρίς να μου διαφεύγει τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Police v. Kyriakides θεωρώ ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η οποία αφορά νομικό πρόσωπο, διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της προαναφερθείσας υπόθεσης η οποία αφορούσε φυσικό πρόσωπο το οποίο ήταν παρών κατά την έκδοση του διατάγματος. Υπό το φώς των πιο πάνω κρίνω, πως στην υπό εξέταση υπόθεση αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη 1 η επίδοση του διατάγματος σε αυτή ώστε να προειδοποιηθεί για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του. Συνακόλουθα και εάν αν ακόμη δεχόμουν ότι με την υποβληθείσα θέση της υπεράσπισης στον Μ.Κ.1, για αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με το διάταγμα, θα μπορούσε να συναχθεί ότι η κατηγορούμενη 1 έλαβε γνώση για την ύπαρξη του διατάγματος, εντούτοις δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη 1 έλαβε γνώση, μέσω της επίδοσης του διατάγματος σε αυτήν, για τις συνέπειες που ενείχε η παρακοή του διατάγματος. Αν και το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων ουσιαστικά τελειώνει εδώ, θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η κατηγορούμενη 1 ηθελημένα και με πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος δεν συμμορφώθηκε με αυτό, σε περίπτωση που η πιο πάνω θέση μου ανατραπεί κατ' έφεση. Η Κατηγορούσα Αρχή, όπως προανέφερα, έθεσε μαρτυρία για την ανυπακοή του διατάγματος, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής όμως δεν αρκεί, αφού θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Για την αναγκαιότητα της απόδειξης του ηθελημένου της παρακοής σχετική είναι η υπόθεση Δήμος Έγκωμης ν. Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε εναντίον της αθωωτικής απόφασης που εξέδωσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ως εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση, η αδυναμία του εφεσίβλητου να συμμορφωθεί προς το διάταγμα διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός. Πέραν τούτου, το στοιχείο του ηθελημένου της πράξης, με την έννοια της πρόκλησης εκείνου το οποίο απαγορεύει ο νόμος, δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση ποινικού αδικήματος, περιλαμβανομένων εκείνων τα οποία προσδιορίζει το Άρθρο 20
(5)του Κεφ. 96, να εξοβελισθεί. Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι το στοιχείο του ηθελημένου, τόσο της παρακοής όσο και της μη συμμόρφωσης προς εκείνο το οποίο επιβάλλει το διάταγμα, αποτελούσε συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων. Στην απουσία του, ορθά διαπιστώθηκε ότι ο εφεσίβλητος δε διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε.» Στην παρούσα περίπτωση ενώ το ζήτημα της αντικειμενικής αδυναμίας τέθηκε ρητά από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, η Κατηγορούσα Αρχή δεν έθεσε καμία μαρτυρία που να καταδεικνύει, ότι η παράλειψη της κατηγορούμενης 1 να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου για το χρονικό διάστημα, που πιο πάνω αναφέρθηκε, ή η παρακοή του διατάγματος εκ μέρους της ήταν ηθελημένη ή άλλως συνοδευόταν από πρόθεση καταστρατήγησης του. Συγκεκριμένα, οι θέσεις της Υπεράσπισης ότι η αδυναμία συμμόρφωσης με το διάταγμα οφειλόταν στην πώληση του τεμαχίου το 2003 στους κ.κ Quelch και την ανάκτηση της κατοχής του από αυτούς το 2004, δεν αμφισβητήθηκαν από τον Μ.Κ.1, ο οποίος να σημειωθεί ότι δήλωνε άγνοια για τα γεγονότα που περιέβαλλαν την υπόθεση. Περαιτέρω η Κατηγορούσα Αρχή δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου θετική μαρτυρία προς αντίκρουση των ως άνω θέσεων της Υπεράσπισης. Στο σημείο αυτό σημειώνω και τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο οποίος κατά την επιτόπια εξέταση του στο τεμάχιο διαπίστωσε, ότι η οικοδομή χρησιμοποιείται. Αυτό σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που του δόθηκαν από γείτονα της οικοδομής τις οποίες, χωρίς να αμφισβητήσει, μετέφερε στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή η οικοδομή ανήκει στα πιο πάνω πρόσωπα τα οποία μάλιστα παραχώρησαν σε τρίτο πρόσωπο το δικαίωμα να τη χρησιμοποιεί, τείνουν να επιβεβαιώσουν τις προαναφερθείσες θέσεις της Υπεράσπισης. Η «άποψη» της Κατηγορούσας Αρχής, στην οποία αναφέρθηκε ο Μ.Κ.1 μετά από σχετική υποβολή περί αδυναμίας συμμόρφωσης με το διάταγμα, ότι δηλαδή θα μπορούσε «ο κατηγορούμενος» να προχωρήσει στην κατεδάφιση του συγκεκριμένου παράνομου υποστατικού, σίγουρα δεν στοιχειοθετεί το ηθελημένο της παρακοής, αφού ο μάρτυρας δεν έθεσε το υπόβαθρο επί του οποίου βασίζει την «άποψη» της Κατηγορούσας Αρχής. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου θετική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η κατηγορούμενη 1 ηθελημένα και με πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος δεν συμμορφώθηκε με αυτό. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία και την προσκομισθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων έτσι ώστε να δικαιολογείται η κλήση τους σε απολογία. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη, θεωρώ ότι απλώς θα έδιδε το δικαίωμα στην πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής να διορθώσει τις ατέλειες της δικής της μαρτυρίας, πράγμα ανεπίτρεπτο στο ποινικό μας σύστημα. (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α. Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/12, 6/12, 7/12, 8/12 και 9/12, ημερομηνίας 11.12.12) Συνακόλουθα οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.