← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντώνη Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10194/12, 25/4/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντώνη Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10194/12, 25/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10194/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντώνη Χριστοδούλου

  1. Χάρη Νεοφύτου
  2. Έλενας Παναγιώτου
  3. Νεόφυτου Νεοφύτου Κατηγορούμενων ----------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25.4.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου (για ν' ακούσει απόφαση, κα Περγαντή) Για κατηγορούμενο 4: κ. Δημητρίου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 4ος κατηγορούμενος (στο εξής, «κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει μια κατηγορία συνομωσίας προς καταδολίευση, κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (6η κατηγορία) και 16 κατηγορίες απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 366, 367, 20 και 21 του ίδιου νόμου (κατηγορίες 7 μέχρι 22). Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 23/11/2010, στην Πάφο συνωμότησε με την 3η κατηγορούμενη να διαπράξουν κακουργήματα, δηλαδή, τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 7 μέχρι
  4. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 7ης κατηγορίας καταλογίζεται σ' αυτόν καθώς και στην 3η κατηγορούμενη, ότι στις 23/11/2010, στο ανθοπωλείο «ΑΝΝΙVIA» που βρίσκεται στην οδό Αγαπήνορος στην Πάφο, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση αποπειράθηκαν να αποσπάσουν από την Αννίβια Σοφοκλέους και τη Χαρούλα Σοφοκλέους, υπαλλήλους του εν λόγω ανθοπωλείου, το χρηματικό ποσό των €10.000,
  5. Οι ψεύτικες παραστάσεις συνίσταντο στο ότι παρουσίασαν στις πιο πάνω υπαλλήλους την πλαστή πιστωτική κάρτα, με αριθμό 371519900541004 ως γνήσια και αποπειράθηκαν να αποσπάσουν το πιο πάνω ποσό. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των υπόλοιπων κατηγοριών, τους καταλογίζεται ακριβώς το ίδιο, με μόνες διαφορές, τις εξής: Με τις κατηγορίες 8, 9 και 10 ότι χρησιμοποίησαν την πλαστή πιστωτική κάρτα, με αριθμό 4022970690003645, με την οποία επιχείρησαν να αποσπάσουν το ποσό των €2.000,00, €5.000,00 και €10.000,00, κατ' αντιστοιχία κατηγορίας. Με τις κατηγορίες 11 και 12 ότι χρησιμοποίησαν την πλαστή πιστωτική κάρτα, με αριθμό 4117704009263194, με την οποία επιχείρησαν να αποσπάσουν το ποσό των €5.000,00 και €8.000,00, κατ' αντιστοιχία κατηγορίας. Με τη 13η κατηγορία ότι χρησιμοποίησαν την πλαστή πιστωτική κάρτα, με αριθμό 4127149904472771, με την οποία επιχείρησαν να αποσπάσουν το ποσό των €8.000,
  6. Με τις κατηγορίες 14, 15, 16 και 17 ότι χρησιμοποίησαν την πλαστή πιστωτική κάρτα, με αριθμό 4408043610062804, με την οποία επιχείρησαν να αποσπάσουν το ποσό των €2.000,00, €8.000,00, €10.000,00 και €15.000,00, κατ' αντιστοιχία κατηγορίας. Με τις κατηγορίες 18 και 19 ότι χρησιμοποίησαν την πλαστή πιστωτική κάρτα, με αριθμό 5466160031720616, με την οποία επιχείρησαν να αποσπάσουν το ποσό των €5.000,00 και €15.000,00, κατ' αντιστοιχία κατηγορίας. Τέλος, με τις κατηγορίες 20, 21 και 22 ότι χρησιμοποίησαν την πλαστή πιστωτική κάρτα, με αριθμό 5466160155207028, με την οποία επιχείρησαν να αποσπάσουν το ποσό των €2.000,00, €2.500,00 και €15.000,00, κατ' αντιστοιχία κατηγορίας. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 2495 Ανδρόνικο Τσαππή, τον Κωνσταντίνο Αδάμου, τις παραπονούμενες, Αννίβια και Χαρούλα Σοφοκλέους, και τέλος, τον 1ο κατηγορούμενο, Αντώνη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1 μέχρι 5, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα, την Κυριακή Μαύρου Μελανθίου (Μ.Υ.1). Όσα ακολουθούν απορρέουν από τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 2495 Ανδρόνικου Τσαππή (Μ.Κ.1) σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Αδάμου (Μ.Κ.2). Τα θεωρώ από τώρα αποδεδειγμένα, επειδή, η μαρτυρία και των δυο αυτών μαρτύρων, παρέμεινε αναντίλεκτη. Ειδικότερα: Ο Μ.Κ.2 είναι λεπτουργός του Τμήματος Διαχείρισης Κινδύνων της εταιρείας JCC Payments Systems Ltd, της οποίας, κύριος σκοπός είναι η επεξεργασία και η εξουσιοδότηση συναλλαγών με κάρτες τραπεζών στην Κύπρο. Το συγκεκριμένο τμήμα ασχολείται με την παρακολούθηση συναλλαγών που γίνονται μέσω της αποδοχής καρτών στους εμπόρους πελάτες της εταιρείας στην Κύπρο, με σκοπό τον εντοπισμό των οποιωνδήποτε δόλιων ενεργειών, προς διερεύνηση και καταγγελία στην Αστυνομία. Το ίδιο τμήμα σχετίζεται και με όλες τις γενικές έρευνες που αφορούν παράνομες χρήσεις καρτών στην Κύπρο, αφού, η παραπάνω εταιρεία είναι και οι μόνη εκπρόσωπος των οικονομικών συμφερόντων των ξένων εκδοτριών τραπεζών στην Κύπρο, όταν αυτά πλήττονται μέσω δόλιων ενεργειών. Στις 23/11/2010 και ώρα 13:05, κατά τον έλεγχο ρουτίνας που διεξήγαγε το τμήμα του μάρτυρα, μέσω του συστήματος παρακολούθησης συναλλαγών το οποίο σκοπεύει στην εντόπιση και έρευνα συναλλαγών που είναι ύποπτες ως δόλιες, διαπιστώθηκε η δόλια χρήση καρτών σε διάφορους εμπόρους στην επαρχία Πάφου. Κατόπιν λεπτομερών ερευνών διαπιστώθηκε η χρήση τουλάχιστον 7 πλαστών καρτών σε δυο εμπόρους. Στο κατάστημα Dynamic καθώς και στο επίδικο ανθοπωλείο με την ονομασία "Annivia" (στο εξής, «ανθοπωλείο»). Όλες οι πλαστές κάρτες ανήκουν σε τράπεζες των Η.Π.Α. και με τη χρήση τους έγινε απόπειρα απόσπασης προϊόντων αξίας €129.500,
  7. Όλα τα παραπάνω γεγονότα είναι από τη γραπτή κατάθεση του μάρτυρα στην Αστυνομία (τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επεξήγησε πειστικά και χωρίς να έχει αμφισβητηθεί γιατί οι επίδικες κάρτες είναι πλαστές. Όσα ακολουθούν είναι από τη γραπτή κατάθεση του εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 2495 Ανδρόνικου Τσαππή (Μ.Κ.1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ειδικότερα: Στις 23/11/2010, ο προηγούμενος μάρτυρας, του κατάγγειλε ότι την ίδια μέρα άγνωστος/άγνωστοι, με τη χρήση 7 πλαστών πιστωτικών καρτών, με αριθμούς, οι οποίοι αναφέρονται (πρόκειται για τους αριθμούς των 6 από τις 7 συνολικά πιστωτικές κάρτες, με τις οποίες καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών 7 μέχρι 10 και 13 μέχρι 22 και για τον αριθμό ακόμη μίας κάρτας, για την οποία ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε κατηγορία) έκαναν συνολικά 17 συναλλαγές σε δυο καταστήματα στην Πάφο. Η μία, που ήταν επιτυχημένη έγινε στο κατάστημα Dynamic με τη χρήση της κάρτας με αριθμό 5466160155207028, για το ποσό των €7.000,00 (βλ. και τη σχετική απόδειξη - τεκμήριο 2Α -). Οι 16 ανεπιτυχείς προσπάθειες - απόπειρες συναλλαγών - έγιναν στο επίδικο ανθοπωλείο, για το χρηματικό ποσό των €122.500,
  8. Κατά τα λοιπά, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης των παραπονούμενων, Αννίβιας Σοφοκλέους (Μ.Κ.3) και της μητέρας της, Χαρούλας Σοφοκλέους (Μ.Κ.4) (τεκμήρια 10 και 12, αντίστοιχα) το περιεχόμενο των οποίων υιοθετήθηκε από αυτές για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ουσιαστικά, χωρίς να τύχουν καθόλου αντεξέτασης από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Η Μ.Κ.4 καθώς και ο σύζυγός της είναι ιδιοκτήτες του επίδικου ανθοπωλείου και η Μ.Κ.3 κόρη τους. Στις 23/11/2010 (ουσιώδης χρόνος), ο κατηγορούμενος που τυγχάνει γαμπρός της αδελφής της Μ.Κ.4 τηλεφώνησε στη Μ.Κ.3, η οποία εργαζόταν στο ανθοπωλείο και της είπε πως είχε κάποιους πελάτες που ήθελαν να αγοράσουν αυτοκίνητο, ρωτώντας την αν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το μηχάνημα της JCC που υπήρχε στο ανθοπωλείο, επειδή οι πελάτες του ήθελαν να πληρώσουν με κάρτα. Της είπε ακόμη, ότι το ποσό ήταν €50.000,00, χωρίς, ωστόσο, να της διευκρινίσει κατά πόσο θα χρησιμοποιούσε το μηχάνημα για ολόκληρο ή για κάποιο μικρότερο ποσό. Η μάρτυρας, του είπε πως δεν ήξερε αν μπορούσε να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια και του έδωσε στο τηλέφωνο τη μητέρα της. Ο κατηγορούμενος ρώτησε την τελευταία αν είχε μηχανή της JCC και κατά πόσο μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει για την παραπάνω πράξη. Του απάντησε αρνητικά, επειδή θα έπρεπε να πληρωθούν Φ.Π.Α. και προμήθεια της visas που ήταν πάνω από 2%. Αυτός, της είπε εντάξει και ότι θα ξαναμιλούσαν. Τηλεφώνησε στο λογιστή της η ίδια, ο οποίος της είπε να μην κάνει τη συγκεκριμένη πράξη. Δεν τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο μα ούτε και αυτός εκείνης για να διευκρινιστεί τι θα γινόταν. Λίγο πριν το μεσημέρι έφυγε από το ανθοπωλείο, χωρίς να πει οτιδήποτε στα παιδία της. Δηλαδή, στη Μ.Κ.3 καθώς και στη Ραφαέλα που είχαν μείνει εκεί. Κατά το μεσημέρι, ο κατηγορούμενος και τρία άλλα πρόσωπα - δυο άντρες και μια γυναίκα - τα οποία επέβαιναν σε ένα αυτοκίνητο, μετέβησαν στο ανθοπωλείο. Αφού εισήλθαν σ' αυτό, ο κατηγορούμενος, απευθυνόμενος στη Μ.Κ.3, της είπε πως πήγαν εκεί για να κάνουν την πράξη που είχε πει στη μητέρα της. Η μάρτυρας θεωρώντας ότι συγκατάνευσε η μητέρα της στο να γίνει η πράξη, του είπε εντάξει. Αφού του έδειξε τη μηχανή της JCC, οι δυο άντρες που ήταν μαζί του πήγαν κοντά στη μηχανή και άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους σε ξένη γλώσσα, την οποία δεν καταλάβαινε η μάρτυρας. Αυτή, ο κατηγορούμενος και η γυναίκα που μετέβη στο μέρος μαζί του, ήταν κοντά στη μηχανή, όμως, σε κάποια απόσταση από αυτή. Μετά από μερικά λεπτά, η μάρτυρας πήγε κοντά στη μηχανή, οπότε και είδε τον ένα από τους δυο άντρες να κρατεί ένα χάρτινο πακέτο, στο οποίο υπήρχαν αρκετές κάρτες άσπρου χρώματος και τον άλλο, να προσπαθεί να περάσει μια κάρτα από τη μηχανή της JCC. Όταν ρώτησε γιατί δεν περνά η κάρτα, η γυναίκα που ήταν μαζί τους, της απάντησε ότι πρέπει να μην είχε όριο επειδή εκεί ήταν ανθοπωλείο. Με τη σειρά της η μάρτυρας, της απάντησε πως δεν έχει σχέση το όριο και απευθυνόμενη σε όλους, τους είπε να της δώσουν την κάρτα για να μιλήσει με τη JCC. H γυναίκα της είπε όχι και στη συνέχεια πήρε την απόδειξη από τη μηχανή και τη δίπλωσε. Μετά από αυτό, ο κατηγορούμενος, τους είπε ότι σε λίγες μέρες θα έβαζε μηχάνημα της JCC στο κατάστημά του και θα μπορούσαν να πάνε εκεί για να κάνουν την πράξη. Επειδή βιαζόταν να φύγει για να πιάσει το παιδί του από το σχολείο, τους είπε να φύγουν όπως και έγινε. Μετά από λίγα λεπτά τηλεφώνησε κάποιος από τη JCC και μίλησε με τη Ραφαέλα, η οποία, με τη σειρά της, γύρω στις 13:30 τηλεφώνησε στη μητέρα της (Μ.Κ.4) και την ενημέρωσε σχετικά. Αποτελεί θέση της τελευταίας, ότι ουδέποτε έδωσε στον κατηγορούμενο τη συγκατάθεσή της, να χρησιμοποιήσει τη μηχανή της JCC στο ανθοπωλείο της. Και ενώ, η μαρτυρία των Μ.Κ.3 και 4, οι οποίες ισχυρίστηκαν όλα τα παραπάνω, παρέμεινε αναντίλεκτη, υπεισέρχομαι τώρα και όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος στις δυο - από τις τρεις - καταθέσεις που του έχουν ληφθεί από την Αστυνομία (τεκμήρια 8 και 9) - το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης -, τα οποία συνθέτουν τη δική του εκδοχή, για ό,τι του καταμαρτυρείται από την κατηγορούσα αρχή. Αρχίζοντας από την πρώτη του κατάθεση, ημερομηνίας 23.11.2010 (τεκμήριο 8), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Είναι ιδιοκτήτης εταιρείας αγοραπωλησίας αυτοκινήτων. Στον ουσιώδη χρόνο, γύρω στις 12:30 με 12:40 μπήκαν στο μαγαζί του τρία άγνωστά του πρόσωπα - δυο άντρες και μια γυναίκα - και έβλεπαν ένα αυτοκίνητο, μάρκας Range Rover που ήταν μέσα στο show room. Πήγε κοντά τους και τους ρώτησε εάν ενδιαφέρονταν για κάποιο αυτοκίνητο και ο ένας άντρας, του είπε πως ενδιαφερόταν να αγοράσει το Range Rover. Αφού τους είπε αρκετές λεπτομέρειες για το αυτοκίνητο, το ίδιο άτομο, που μιλούσε ελληνικά, του είπε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει το συγκεκριμένο όχημα. Ο ίδιος, του είπε ότι η τιμή του ήταν €43.000,00 και αυτός συμφώνησε να το αγοράσει. Συμφωνήθηκε μεταξύ τους, ότι ο προτιθέμενος αγοραστής, θα του έδινε ένα καλό ποσό προκαταβολή και σε τρεις μέρες θα τον ξοφλούσε οπότε και θα έπαιρνε το αυτοκίνητο. Ακολούθως, το ίδιο άτομο, το ρώτησε αν είχε μηχανή της JCC για να πλήρωνε με κάρτα. Του απάντησε πως δεν είχε. Στη συνέχεια τηλεφώνησε στην τράπεζά του και ρώτησε αν μπορούσε να πάρει ένα πελάτη εκεί για να πληρώσει, χρησιμοποιώντας την κάρτα του, αλλά, η απάντηση ήταν αρνητική. Μετά από αυτό τηλεφώνησε στη θεία του (Μ.Κ.4), η οποία ήξερε πως είχε μηχανή της JCC στο επίδικο ανθοπωλείο και της ζήτησε να χρησιμοποιήσει τη μηχανή, αναφέροντάς της και το λόγο. Αυτή του απάντησε θετικά. Ακολούθως, ο ίδιος και οι τρεις άγνωστοι μετέβησαν με το αυτοκίνητό του στο επίδικο ανθοπωλείο. Το τι έγινε εκεί μέχρι και τη στιγμή που οι δυο άντρες προσπάθησαν ανεπιτυχώς να χρησιμοποιήσουν τις πλαστές πιστωτικές κάρτες στη μηχανή της JCC, σε γενικές γραμμές είναι όπως αναφέρεται από τη Μ.Κ.
  9. Επομένως, δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Συνεχίζοντας ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται πως όταν είδε ότι οι δυο άντρες καθυστερούσαν, τους είπε πως αν υπήρχε πρόβλημα με τις κάρτες, τον πληρώνουν άλλη μέρα, επειδή βιαζόταν πολύ για να πιάσει το μωρό του από το δημοτικό. Το άτομο που μιλούσε ελληνικά, του είπε εντάξει, οπότε και έφυγαν. Στην ανακριτική του κατάθεση, ημερομηνίας 25/11/2010 (τεκμήριο 9), μεταξύ άλλων ισχυρίζεται και τα εξής: Όταν ο πελάτης τού είπε ότι για την αγορά του αυτοκινήτου θα τον πλήρωνε με κάρτα οπότε και πήρε τηλέφωνο στην τράπεζα είναι με τη Κούλα Μελανθίου (Μ.Υ.1) που είχε μιλήσει την οποία ρώτησε αν μπορούσε να πάρει εκεί τον πελάτη για τη σχετική πληρωμή του αυτοκινήτου με πιστωτική κάρτα. Όταν αυτή του απάντησε αρνητικά, του έδωσε το τηλέφωνο κάποιου Μιχάλη της JCC, στον οποίο τηλεφώνησε ρωτώντας τον κατά πόσο ήταν δυνατό να εγκαταστήσει μηχάνημα της JCC στο κατάστημά του. Αυτός του είπε ότι θα χρειαστούν τρεις μέρες για το σκοπό αυτό και ότι θα έπρεπε να υποβάλει σχετική αίτηση. Επειδή δεν ήθελε να χάσει την πράξη πήρε τα τρία πρόσωπα στο επίδικο ανθοπωλείο της θείας του (Μ.Κ.4), η οποία, προηγουμένως, του είχε πει πως δεν είχε πρόβλημα να χρησιμοποιούσε το μηχάνημα που διέθετε εκεί. Δεν είχε δει τι κάρτες κρατούσαν τα τρία άτομα και αν αυτές ήταν πλαστές ή αυθεντικές, αλλά πρόσεξε ότι καθυστερούσαν στο μηχάνημα της JCC και δεν μπορούσαν να περάσουν την πράξη. Ούτε κατάλαβε τι έλεγαν μεταξύ τους, αφού μιλούσαν ιταλικά. Δε γνωρίζει κανένα από αυτούς. Παρόλο που τους είχε πει να περάσουν ξανά από το μαγαζί του για να πληρώσουν την προκαταβολή, δεν το έκαναν. Ο ίδιος δεν έχει καμιά ανάμειξη με την υπόθεση και αυτό είναι ξεκάθαρο από το ότι είχε πρόθεση να πάρει τα τρία αυτά πρόσωπα στην τράπεζα που συνεργαζόταν για να γίνει η πράξη και από το ότι μίλησε με τον άνθρωπο της JCC για να εγκαταστήσει μηχάνημα στο κατάστημά του. Και κάτι ακόμη, το οποίο ο κατηγορούμενος ανάφερε απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του. Συγκεκριμένα, ερωτηθείς τι έγινε όταν, όπως λέει στην κατάθεσή του (τεκμήριο 8) επικοινώνησε με την τράπεζα, απαντώντας ισχυρίστηκε πως μίλησε με την υπεύθυνη της τράπεζας στην οποία είπε τη συναλλαγή που ήθελε να γίνει στην τράπεζα και αυτή του απάντησε ότι πλέον δεν κάνουν αναλήψεις από το μηχάνημα όπως παλιά και απλώς τον παράπεμψε να πάει σε κάποιο φιλικό ή συγγενικό του πρόσωπο, για να μη χάσει του πελάτες και την προκαταβολή. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με το περιεχόμενο των καταθέσεων του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφ εαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και την Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 καθώς και την Iddin ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 47/2014, ημερομηνίας 29.2.2016. Παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, από την οποία προκύπτει ότι η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος: «Στην υπόθεση Mawz Khan and Another v. Reginam* το Ανα-κτοσυμβούλιο (P.C.) επανέλαβε ότι προσφυγή στο ψεύδος λογικά οδηγεί στο συμπέρασμα ενοχής, αρχή η οποία αποτελεί απόρροια της ανθρώπινης πείρας και της λογικής. Η αρχή αυτή έγινε επανειλημμένα δεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλέπε, George Ο.Philotas v. Republic.** Όπως υποδεικνύεταιστηνυπόθεση Fournides v. Republic*** ενοχοποιητικά συμπεράσματα, τα οποία μπορεί να συναχθούν από δηλώσεις του κατηγορουμένου, εξαρτώνται άμεσα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λέγονται, ιδιαίτερα από τα συμπεράσματα που μπορούν να προκύψουν ως προς τα κίνητρα, που οδήγησαν στην καταφυγή στο ψεύδος. Η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί (θετικά) τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αποτελεί μαρτυρία, η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση. Το θέμα εξηγείται με πολλή σαφήνεια στο ΣύγγραμμαWILLS ON CIRCUMSTANTIAL EVIDENCE, 7th ed., p. 112: «All such false, incredible, or contradictory statements, if disproved, or disbelieved, are not simply neutralized, but become of a substantive inculpatory effect. Even in such circumstances, however, guilt cannot be safely inferred, unless such a substratum of evidence, direct or circumstantial, has been laid as creates an independent 'prima facie' case against the prisoner (Per Mr. Justice Littledale in Rex. v. Clark, Warwick Summ. Ass. 1831). Indian Notes.- In criminal cases, as a rule, it is for the prosecution to prove their case and an accused person should not be convicted merely because he has told lies in his defence. In cases of circumstantial evidence, however, where facts are put forward on behalf of the prosecution which unless explained justify an inference of guilt being drawn against the accused it is both lawful and proper for the Court to consider the explanation of these facts which the accused puts forward in his defence (Abdul Aziz v. Emp., 32 I.C. 151; Emp. v. Bisveswar De, 24 Cr. L.J. 145).» Καθ' όλα σχετικό με το θέμα είναι και το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260: «Σύμφωνα με το Δίκαιο της Απόδειξης που εφαρμόζουμε στην Κύπρο στο θέμα "Ψέματα του Κατηγορούμενου" ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:-
(1)Το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του κατηγορούμενου δε συνιστά αφ' εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής.
(2)Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού θετικά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.
(3)Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:- (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. (Βλ., Phipson on Evidence, 14th Edition, 1990, paragraph 14-22, Cross on Evidence, 7th Edition, 1990, pages 249-250, Γ.Π.Κακογιάννη "Η Απόδειξη", 1983, παράγραφοι 12-23, 12-24, 12-25, Blackstone΄s Criminal Practice [1995] F 5.24 και F5.26, Archbold, 1998, paragraphs 4-402 και 402α, Tumahole Bereng v. King [1949] A.C. 253, R. v. Lucas [1981] 73 Cr.App.R. 159, R. v. Goodway [1993] 98 Cr. App. R. 11, R. v. Strudwick and Merry, [1994], 99 Cr.App.R. 326).» Βλ. και τη Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου κ.ά.
(2011)2 Α.Α.Δ.
  1. Ο αρχιαστυφύλακας 2495 Ανδρόνικος Τσαππής (Μ.Κ.1) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του αναφέρεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε καθόλου από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Δεκτή στο σύνολό της, ουσιαστικά κι αυτή ως αναντίλεκτη είναι και η μαρτυρία του Κωνσταντίνου Αδάμου (Μ.Κ.2). Ο μάρτυρας, στο πλαίσιο της, πολύ σύντομης αντεξέτασής του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου δεν έχει αμφισβητηθεί για οτιδήποτε ανάφερε. Επεξήγησε απλώς και με πειστικό τρόπο, μερικούς από τους ισχυρισμούς του, οι οποίοι περιέχονται στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του, εν μέρει επιβεβαιώνεται και από την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία και, σε κάποιο βαθμό και από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Και η μαρτυρία των παραπονούμενων Αννίβιας και Χαρούλας Σοφοκλέους (Μ.Κ.3 και 4) παρέμεινε αναντίλεκτη. Στην πρώτη υποβλήθηκε απλώς μία ερώτηση στο στάδιο αντεξέτασης, στην οποία απάντησε πως δε θυμόταν, ενώ η δεύτερη (μητέρα της) δεν υποβλήθηκε καθόλου σε αντεξέταση. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία και των δυο, στο σύνολό της γίνεται αποδεκτή. Ο Αντώνης Χριστοδούλου (Μ.Κ.5) είναι ο 1ος κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. Κατόπιν παραδοχής του στις κατηγορίες 2 και 23, στις 25/8/2015, του επιβλήθηκε ποινή. Στο πλαίσιο της πολύ σύντομης μαρτυρίας του δεν είπε οτιδήποτε το ουσιαστικό που να χρήζει του παραμικρού σχολιασμού εκ μέρους μου, σε βαθμό που, ομολογώ, διερωτώμαι και για το λόγο που κλήθηκε ως μάρτυρας από την κατηγορούσα αρχή. Δηλώνω ευθέως πως δε θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα τον κατηγορούμενο. Και τούτο, επειδή, στις πλέον ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης προσέφυγε στο ψεύδος, είτε ακόμη υπήρξε αντιφατικός, ενώ, ακόμη και η μοναδική μάρτυράς του, την οποία επιστράτευσε στο Δικαστήριο για να τον επιβεβαιώσει σε σχέση με μερικούς από τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, αυτό δεν έγινε. Απεναντίας, Θα έλεγα πως, η μάρτυρας, με μερικούς από τους ισχυρισμούς της, περισσότερο τον εκθέτει παρά επιβεβαιώνει. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου, με εξαίρεση εκείνο, μόνο, το μέρος, που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή που συντίθεται από ισχυρισμούς οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, κατά τα λοιπά απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν θεωρώ πως αιτιολογούν επαρκώς την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρία και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η εκ των παραπονούμενων, Χαρούλα Σοφοκλέους (Μ.Κ.4) στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 12), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, χωρίς να τύχει καθόλου αντεξέτασης από το δικηγόρο του κατηγορούμενου, ισχυρίστηκε πως, όταν στον ουσιώδη χρόνο, της τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και τη ρώτησε αν έχει μηχανή της JCC και κατά πόσο μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει για μια πράξη €50.000,00, που αφορούσε την αγορά αυτοκινήτου, του απάντησε αρνητικά, αναφέροντάς του και τους λόγους. Η μάρτυρας, στην ίδια κατάθεση καταληκτικά αναφέρει ότι σε καμιά περίπτωση του έδωσε το ok να χρησιμοποιήσει τη μηχανή της JCC. Με τη σειρά της, η κόρη της Ανίββια (Μ.Κ.3), στη δική της κατάθεση (τεκμήριο 10), την οποία κι αυτή υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, επίσης, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου ισχυρίζεται πως, όταν αυτός μετέβηκε στο ανθοπωλείο μαζί με τα τρία άτομα, της είπε ότι πήγαν εκεί για να κάνουν την πράξη που είπε στη μητέρα της. Και ενώ είναι φανερό, ότι ο κατηγορούμενος, με αυτά που της είπε ουσιαστικά την είχε εξαπατήσει, αφού η αλήθεια είναι ότι η μητέρα της, του είχε πει ευθέως πως δε συναινούσε στη χρήση της μηχανής της JCC που είχε στο ανθοπωλείο της, για πολύ συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους του ανάφερε, ο ίδιος, στις δυο καταθέσεις του στην Αστυνομία (τεκμήρια 8 και 9,) το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο, θέση στην οποία επέμενε και αντεξεταζόμενος, αδιαφορώντας για το γεγονός, ότι, ο περί αντιθέτου ισχυρισμός της παραπονούμενης (Μ.Κ.4) παρέμεινε αναντίλεκτος. Η ευκολία με την οποία επέμενε στην προβολή του εν λόγω ψευδούς ισχυρισμού καταφαίνεται και από όσ' ακολουθούν από την αντεξέτασή του: Όταν του υποβλήθηκε ότι η Μ.Κ.4 δε δέχθηκε να την επισκεφθεί και να χρησιμοποιήσει την κάρτα της (τη μηχανή της JCC προφανώς ήθελε να πει η κα Παπαλαζαρου) γιατί αυτό εμπεριείχε πολλούς κινδύνους για την επιχείρησή της, «Δεν ξανάκουσα αυτό το πράγμα, πρώτη φορά το ακούω αυτό το πράγμα.» ήταν η απάντησή του. Ευθύς αμέσως ισχυρίστηκε πως δεν ξανάκουσε ότι είχε αρνηθεί η μάρτυρας να χρησιμοποιήσει τη μηχανή της. Όταν λίγο αργότερα, του υποβλήθηκε εκ νέου ότι η μάρτυρας δεν έδωσε ποτέ τη ρητή συγκατάθεσή της να χρησιμοποιήσει τη μηχανή του καταστήματος, απάντησε ως εξής, που αποκαλύπτει και τη σύγχυση που τον είχε κυριεύσει υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε συναφώς με το θέμα: «Εγώ πήγα μόνος μου στο μαγαζί; Χρησιμοποίησα τη visa πόθεν; Να μου πείτε. Μόνος μου;» Όταν τέλος, του υποβλήθηκε ότι αυτά που ισχυρίστηκε πως είπε στη μάρτυρα, όταν του ανάφερε τους λόγους για τους οποίους δε συναινούσε στη χρήση της μηχανής της, δεν υποβλήθηκαν στην ίδια, για να πει και αυτή τη θέση της, απάντησε ως εξής: «Μπορείτε να την ξανακαλέσετε, να την ξαναρωτήσετε. Εγώ δεν μπήκα στο συγγενικό μαγαζί με το ζόρι, μου είπε το πρόβλημα ότι "θα μου κόψουν κάποια commission" της είπα να μου τα αφαιρέσει εάν είναι ok, γι αυτό πήγα εκεί.» Για να επαναλάβω, η μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατάθεσε διαψεύδοντάς τον, χωρίς να υποβληθεί καθόλου σε αντεξέταση. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων αναφέρει επικαλούμενος τη μάρτυρά του (Μ.Υ.1) για να διαφανεί κατά πόσο αυτή τον επιβεβαιώνει. Ειδικότερα: Όπως αναφέρει στην ανακριτική κατάθεσή του (τεκμήριο 9), όταν τηλεφώνησε στη μάρτυρα στην τράπεζα και τη ρώτησε αν ήταν δυνατό να πάρει εκεί κάποιο πελάτη που ήθελε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο για να περάσει την κάρτα του από το μηχάνημα, πράγμα που είχε κάνει και παλαιότερα, η μάρτυρας του είπε ότι αυτό δε γίνεται και ότι η τράπεζα δεν παρέχει πλέον αυτή την υπηρεσία. Ακολούθως, του έδωσε το τηλέφωνο κάποιου Μιχάλη της JCC, τον οποίο πήρε τηλέφωνο και αφού του είπε πως είχε πελάτη που θέλει να πληρώσει με πιστωτική κάρτα και δεν είχε μηχάνημα, το ρώτησε κατά πόσο ήταν δυνατό να εγκαταστήσει τέτοιο μηχάνημα στο κατάστημά του. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όταν κλήθηκε από το δικηγόρο του να πει τι έγινε όταν επικοινώνησε με την τράπεζα, απαντώντας, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε πως, όταν η Μ.Υ.1, του είπε πως δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν αναλήψεις από το μηχάνημα όπως παλιά, τον παράπεμψε να πάει σε κάποιο φιλικό ή συγγενικό του πρόσωπο για να μη χάσει τον πελάτη και την προκαταβολή. Τον ίδιο ισχυρισμό επανέλαβε και αντεξεταζόμενος. Όταν του υποβλήθηκε ότι η μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή της δεν λέει ότι το συμβούλευσε να πάει σε συγγενή του και ότι επινόησε τον εν λόγω ισχυρισμό του, «Μπορείτε να την καλέσετε, να τη φέρετε να μας πει.» απάντησε. Τελικά την κάλεσε ο ίδιος ως μάρτυρά του, χωρίς αυτή να τον έχει επιβεβαιώσει. Όπως αναφέρει η μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 13), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, μετά που είχε πει στον κατηγορούμενο ότι είχαν αποσυρθεί οι μηχανές εντός της τράπεζας, του είπε να πάνε να κάνουν ανάληψη από τις μηχανές που βρίσκονται έξω από τις τράπεζες και αυτός της είπε εντάξει. Αντεξεταζόμενη δε, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Αυτά που αναφέρει στην κατάθεσή της στην Αστυνομία είναι αυτά που είχε πει στον κατηγορούμενο - πελάτη της. Δεν υπάρχει κάτι που είπε στον αστυνομικό και δεν καταγράφηκε. Όταν την πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος, του είπαν να χρησιμοποιήσουν τις Α.Τ.Μ. που είναι έξω από το κατάστημα της τράπεζας. Δεν τον είχε παραπέμψει σε συγγενικό του πρόσωπο που είχε visa για να χρησιμοποιήσει κάρτες. Το πόσο εκτίθεται ο κατηγορούμενος από την ίδια τη μάρτυρά του είναι ολοφάνερο. Στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 8) ισχυρίζεται πως, όταν το άτομο που μιλούσε ελληνικά, του είπε πως ενδιαφερόταν να αγοράσει το αυτοκίνητο μάρκας Range Rover, ο ίδιος του είπε ότι η τιμή είναι €43.000,00 και αυτός του απάντησε πως είναι εντάξει και ότι θα το αγοράσει. Όταν όμως αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε από την κα Παπαλαζάρου, εάν οι τρεις άγνωστοι που τον είχαν επισκεφτεί στο κατάστημά του ενδιαφέρθηκαν για ένα Range Rover, αξίας €50.000,00 απάντησε καταφατικά. Το ποσό αυτό είχε αναφέρει και στις δυο παραπονούμενες όταν είχε επικοινωνήσει μαζί τους και τις ρώτησε κατά πόσο μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη μηχανή της JCC. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Για να καταλήξω με τους μάρτυρες, η μαρτυρία της Κυριακής Μαύρου Μελανθίου (Μ.Υ.1) γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη, τουλάχιστον από την κατηγορούσα αρχή παρέμεινε και αναντίλεκτη. Αυτός που την έχει αμφισβητήσει είναι ο κατηγορούμενος, στον οποίο, προφανώς δεν παρέχεται τέτοιο δικαίωμα. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων μου θεωρώ ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής (ως ανωτέρω). Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αντιμετωπίζει μια κατηγορία συνομωσίας προς καταδολίευση, κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (6η κατηγορία) και 16 κατηγορίες απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 366, 367, 20 και 21 του ίδιου νόμου (κατηγορίες 7 μέχρι 22). Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 23/11/2010, στην Πάφο συνωμότησε με την 3η κατηγορούμενη να διαπράξουν κακουργήματα, δηλαδή, τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες 7 μέχρι
  2. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, καταλογίζεται και στους δυο, ότι, στις 23/11/2010 και πάλιν, στο επίδικο ανθοπωλείο, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση αποπειράθηκαν να αποσπάσουν από τις παραπονούμενες (Μ.Κ.3 και 4), υπαλλήλους του ανθοπωλείου, το χρηματικό ποσό που αναφέρεται σε κάθε κατηγορία. Οι ψεύτικες παραστάσεις συνίσταντο στο ότι παρουσίασαν στις πιο πάνω υπαλλήλους την πλαστή πιστωτική κάρτα με αριθμό - ο οποίος αναφέρεται κατά περίπτωση, σε κάθε κατηγορία - ως γνήσια και αποπειράθηκαν να αποσπάσουν το ποσό, που επίσης αναφέρεται ξεχωριστά σε κάθε κατηγορία. Παρατηρώ τα εξής: Η 6η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Αυτό, επειδή, όχι απλώς η ύπαρξη συμπληρωμένης συμφωνίας μεταξύ του κατηγορούμενου και της 3η κατηγορούμενης (βλ. τη Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134), με σκοπό τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες 7 μέχρι 22 δεν έχει αποδειχθεί αλλά, ούτε και ότι ο κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε σχέση ή συνάντηση μαζί της, είτε ακόμη ότι τη γνώριζε στον ουσιώδη χρόνο έχει αποδειχθεί. Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 297, 298 και 366 του Ποινικού Κώδικα, για σκοπούς στοιχειοθέτησής τους, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος, πρώτο, με ψευδείς παραστάσεις, οι οποίες συνίσταντο στο γεγονός ότι παρουσίασε στις Μ.Κ.3 και 4 τις πλαστές πιστωτικές κάρτες, εν γνώσει του ότι ήταν πλαστές ή χωρίς να πιστεύει πως ήταν γνήσιες, δεύτερο, με σκοπό την καταδολίευση των εν λόγω μαρτύρων και τρίτο, με τη χρήση της πιστωτικής κάρτας που αναφέρεται σε κάθε κατηγορία, αποπειράθηκε να αποσπάσει από τις δυο μάρτυρες το ποσό που αναφέρεται ξεχωριστά επίσης, σε κάθε κατηγορία. Και, με δεδομένο ότι το χρήμα δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, σε περίπτωση σωρευτικής απόδειξης των παραπάνω στοιχείων, που μαζί με το τελευταίο στοιχειό, αποτελούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, για όποια κατηγορία ήθελε αποδειχθούν αυτά, η ευθύνη του κατηγορημένου για τη διάπραξη του αδικήματος που περικλείει, κατά περίπτωση, η συγκεκριμένη κατηγορία, θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη, πέραν πάσης αμφιβολίας. Παρατηρώ τα εξής: Δεδομένου ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι στον ουσιώδη χρόνο είναι με πρωτοβουλία του κατηγορούμενου που αυτός και τα τρία άλλα πρόσωπα μετέβησαν στο επίδικο ανθοπωλείο της Μ.Κ.4, όπου, στην παρουσία του, δυο από αυτά τα πρόσωπα, με τη χρήση αριθμού πλαστών πιστωτικών καρτών στη μηχανή της JCC, επιχείρησαν την απόσπαση του συνολικού ποσού €122.500,00, το οποίο θα απέληγε προς όφελος του, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, στην έκθεση αδικήματος των επίδικων κατηγοριών περιλαμβάνονται και τα άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα έχει αποδειχθεί μέρος του πρώτου συστατικού στοιχείου του αδικήματος, - η παρουσίαση των πιστωτικών καρτών, ως επίσης και ότι αυτές ήταν πλαστές - και μέρος του τρίτου συστατικού στοιχείου του αδικήματος - η απόπειρα απόσπασης κάποιου ποσού χρημάτων με τη χρήση των πιστωτικών καρτών - . Ό, τι απομένει είναι απόφανση για τα εξής: πρώτο, κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι με τη χρήση της πλαστής πιστωτικής κάρτας που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας επιχειρήθηκε απόσπαση του χρηματικού ποσού που αναφέρεται στην ίδια κατηγορία, δεύτερο, εάν αυτό έγινε με σκοπό την καταδολίευση των Μ.Κ.3 και 4 και τρίτο, το οποίο ασφαλώς συναρτάται απόλυτα με το δεύτερο, κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι επίδικες πιστωτικές κάρτες ήταν πλαστές ή δεν πίστευε πως ήταν γνήσιες. Το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος καθώς ήδη έχει αναφερθεί έχει αποδειχθεί αφού το χρήμα δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Όπως αναφέρει ο Μ.Κ.2 της JCC στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 5) στον ουσιώδη χρόνο διαπίστωσαν τη χρήση 7 τουλάχιστον πλαστών πιστωτικών καρτών, σε δυο εμπόρους. Η μία περίπτωση αφορούσε το κατάστημα Dynamic και η άλλη, το επίδικο ανθοπωλείο. Οι παράνομες συναλλαγές εμφαίνονται σε τρεις αναλυτικές καταστάσεις, τις οποίες ο μάρτυρας παρέδωσε στον αστυφύλακα που του έλαβε την κατάθεση. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα, στην πρώτη αναλυτική κατάσταση φαίνονται οι αριθμοί των τραπεζικών καρτών και σε ποια τράπεζα ανήκουν. Όλες οι τράπεζες είναι από τις Η.Π.Α. Μέσω αυτών των καρτών έγιναν δόλιες αποσπάσεις προϊόντων, αξίας €7.000,00, για τα οποία, σχετική είναι η δεύτερη αναλυτική κατάσταση. Με τη χρήση των 7 συνολικά καρτών είχε γίνει απόπειρα απόσπασης προϊόντων, αξίας €129.500,00, για την οποία σχετική είναι η τρίτη αναλυτική κατάσταση. Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι, καμιά, από τις τρεις αναλυτικές αυτές καταστάσεις έχει τεθεί ενώπιόν μου. Με τη σειρά του, ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1) στη δική του κατάθεση (τεκμήριο 1) αναφέρει τα εξής: στις 23/11/2010, ο προηγούμενος μάρτυρας, του κατάγγειλε ότι την ίδια μέρα άγνωστος/άγνωστοι, με τη χρήση 7 πλαστών πιστωτικών καρτών, τραπεζών Αμερικής - με αριθμούς, οι οποίοι αναφέρονται - έκαναν 17 συνολικά συναλλαγές, σε δύο καταστήματα στην Πάφο. Συγκεκριμένα, στο κατάστημα με την ονομασία Dynamic έγινε μια πετυχημένη συναλλαγή με τη χρήση της κάρτας με αριθμό - ο οποίος αναφέρεται - για το χρηματικό ποσό των €7.000,00, ενώ στο επίδικο ανθοπωλείο, με τη χρήση των ίδιων καρτών έγιναν 16 απόπειρες συναλλαγών, για το χρηματικό ποσό των €122.500,
  1. Παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, ενώ ο Μ.Κ.2 ισχυρίζεται ότι με χρήση των 7 συνολικά καρτών είχε γίνει απόπειρα απόσπασης προϊόντων, αξίας €129.500,00 και μια πετυχημένη, για το ποσό των €7.000,00, στον εξεταστή της υπόθεσης ανάφερε ότι με τη χρήση των εν λόγω πιστωτικών καρτών στο επίδικο ανθοπωλείο έγιναν 16 απόπειρες συναλλαγών, για το χρηματικό ποσό των €122.500,
  2. Παρά την προφανή αντίφαση, εντούτοις, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτή, αφού είναι σαφές, ότι, ο Μ.Κ.2, προφανώς, εκ λάθους, στο συνολικό ποσό που έγινε απόπειρα απόσπασής του, συμπεριέλαβε και το ποσό των €7.000,00 που αφορά την πετυχημένη συναλλαγή απόσπασης που είχε γίνει με την πλαστή κάρτα την οποία αναφέρει ο εξεταστής στην κατάθεσή του. Και το γεγονός ότι από το κατάστημα με την ονομασία Dynamic έγινε η πετυχημένη συναλλαγή, με τη χρήση της κάρτας με αριθμό - ο οποίος αναφέρεται - για το χρηματικό ποσό των €7.000,00 αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο της σχετικής απόδειξης (τεκμήριο 2Α), στην οποία αναφέρονται όλα αυτά τα στοιχεία (όνομα καταστήματος, ημερομηνία συναλλαγής, αριθμός κάρτας και ποσό). Παρά τα προηγούμενα υπάρχουν τέτοια - σοβαρά - κενά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, τα οποία θεωρώ μοιραία για την τύχη των επίδικων κατηγοριών. Συγκεκριμένα, ενώ, για να επαναλάβω, με τις λεπτομέρειες αδικήματος των επίδικων κατηγοριών καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι με τη χρήση πιστωτικής κάρτας με συγκεκριμένο αριθμό αποπειράθηκε να αποσπάσει συγκεκριμένο, επίσης, ποσό, σε κάθε ξεχωριστή κατηγορία - περίπτωση -, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να αποδεικνύει αυτά τα δυο στοιχεία για οποιαδήποτε κατηγορία. Και τούτο, ασφαλώς, επειδή οι σχετικές αναλυτικές καταστάσεις, τις οποίες ο Μ.Κ.2 παράδωσε στον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.1), στις οποίες διαλαμβάνονται τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Έχοντας υπόψη ότι, όπως είπε ο εξεταστής της υπόθεσης, οι 16 απόπειρες απόσπασης στο επίδικο ανθοπωλείο έγιναν με τη χρήση των 7 πλαστών πιστωτικών καρτών, των οποίων αναφέρει και τον αριθμό, για το συνολικό ποσό των €122.500,00, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει πόσες συναλλαγές είχαν γίνει με τη χρήση κάθε κάρτας καθώς και για ποιο ποσό και στις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας αναφέρεται ότι η σχετική, κατά περίπτωση, απόπειρα είχε γίνει με τη χρήση συγκεκριμένης κάρτας και για συγκεκριμένο ποσό, πώς μπορώ να θεωρήσω αποδεδειγμένα αυτά τα δυο στοιχεία, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη και το εξής, το οποίο καθιστά το ρήγμα που παρουσιάζει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, ακόμη πιο βαθύ; Αναφέρομαι στο γεγονός, ότι, ενώ σε σχέση με μια από τις 7 πιστωτικές κάρτες, με τις οποίες, σύμφωνα με τον εξεταστή της υπόθεσης είχαν γίνει οι 16 απόπειρες (πρόκειται για την κάρτα με αριθμό 411770400926319), ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε κατηγορία, η κάρτα με αριθμό 4117704009263194, με την οποία, με τις κατηγορίες 11 και 12, του καταλογίζεται ότι επιχείρησε να αποσπάσει το ποσό των €5.000,00 και €8.000,00, αντίστοιχα, δεν είναι ανάμεσα στις 7 κάρτες, με τις οποίες, κατά τον εξεταστή της υπόθεσης είχαν επιχειρηθεί οι 16 παράνομες συναλλαγές στο επίδικο ανθοπωλείο. Η υπόθεση είναι ποινική και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363): «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται αποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Παρότι η υπόθεση έχει κριθεί εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου θα συνεχίσω, απαντώντας και στα υπόλοιπα δύο, από τα παραπάνω ερωτήματα που έχω θέσει, τα οποία διαμορφώνω σ' ένα. Στο ερώτημα λοιπόν, κατά πόσο ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο γνώριζε ότι οι επίδικες πιστωτικές κάρτες ήταν πλαστές ή δεν πίστευε πως ήταν γνήσιες και παρόλα αυτά, τις χρησιμοποίησε με σκοπό την καταδολίευση των Μ.Κ.3 και 4, η απάντηση είναι καταφατική. Στο συμπέρασμα αυτό προβαίνω με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων - μεταξύ άλλων - στοιχείων άμεσης, πραγματικής, περιστατικής και ενισχυτικής μαρτυρίας: Πρώτο, ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που επικοινώνησε με τη Μ.Κ.3 και τη ρώτησε κατά πόσο μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη μηχανή της JCC στο ανθοπωλείο των γονιών της, επειδή, όπως της είπε, είχε κάποιους πελάτες που θα αγόραζαν ένα αυτοκίνητο από τον ίδιο και ήθελαν να πληρώσουν με πιστωτική κάρτα. Δεύτερο, αυτός μετέφερε τους υποτιθέμενους πελάτες στο ανθοπωλείο με το αυτοκίνητό του και η απόπειρα απόσπασης του συνολικού ποσού των €122.500,00 είχε γίνει στην παρουσία του. Τρίτο, παρότι οι υποτιθέμενοι πελάτες του, θα αγόραζαν το αυτοκίνητο για το ποσό των €43.000,00, το οποίο αναφέρει ο ίδιος στη γραπτή κατάθεσή του, είτε ακόμη για το ποσό των €50.000,00 που ανάφερε στις Μ.Κ.3 και 4 καθώς και αντεξεταζόμενος, εντούτοις, με τη χρήση των 7 πλαστών πιστωτικών καρτών επιχειρήθηκε απόσπαση για το συνολικό ποσό των €122.500,
  1. Τέταρτο, το ποσό αυτό, προφανώς θα κατέληγε σε κάποιο λογαριασμό του κατηγορούμενου. Πέμπτο, όταν αυτός επικοινώνησε με τη Μ.Υ.1 και τη ρώτησε αν τα δυο άτομα που ενδιαφέρονταν να αγοράσουν το αυτοκίνητο μπορούσαν να πάνε στην τράπεζα και να πληρώσουν εκεί με κάρτες και αυτή, του είπε πως έχουν αποσυρθεί οι μηχανές εντός της τράπεζας και τον προέτρεψε να πάνε να κάνουν ανάληψη από της μηχανές Α.Τ.Μ. που βρίσκονταν έξω από τις τράπεζες, μολονότι της είπε εντάξει, στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ψευδώς, ότι η μάρτυρας, απλώς τον παράπεμψε να πάει σε κάποιο φιλικό ή συγγενικό του πρόσωπο, για να μη χάσει τους πελάτες και την προκαταβολή. Τέλος, ενώ η Μ.Κ.4, του είπε ρητά πως δε συναινούσε στη χρησιμοποίηση της μηχανής της JCC στο ανθοπωλείο της, για πολύ συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους του είχε αναφέρει αυτός, μολονότι της είπε εντάξει και ότι θα ξαναμιλούσαν, αντ' αυτού, στη συνέχεια μετέβη στο ανθοπωλείο της και εξαπατώντας τη Μ.Κ.3, λέγοντάς της ψευδώς, πως είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της μητέρας της για να χρησιμοποιήσει την επίδικη μηχανή της JCC, με τη χρήση της εν λόγω μηχανής καθώς και με τη χρήση των πλαστών πιστωτικών καρτών επιχειρήθηκε η απόσπαση του χρηματικού ποσού των €122.500,
  2. Και ενώ η μαρτυρία της Μ.Κ.4, η οποία ανάφερε ότι ουδέποτε του επέτρεψε να χρησιμοποιήσει τη μηχανή της JCC στο ανθοπωλείο της, παρέμεινε αναντίλεκτη, ο ίδιος, στις δυο γραπτές καταθέσεις του στην Αστυνομία, το περιεχόμενο των οποίων - για να επαναλάβω - υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης καθώς και αντεξεταζόμενος επέμενε στην προβολή του περί αντιθέτου, ψευδούς ισχυρισμού ότι του επέτρεψε. Τα παραπάνω ψέματα πει είπε ο κατηγορούμενος, που είναι άμεσα σχετικά μεταξύ τους, αναφέρονται στο πλέον ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης, που αφορά στο λόγο για τον οποίο ο κατηγορούμενος επέλεξε να μεταβεί στο ανθοπωλείο της Μ.Κ.4, αλλά και στον τρόπο που επέλεξε προκειμένου να του επιτραπεί οπωσδήποτε να χρησιμοποιήσει την επίδικη μηχανή της JCC στο συγκεκριμένο μέρος. Και τα δυο αυτά ψέματα, προφανώς και είναι ηθελημένα και ασφαλώς, το κίνητρο του κατηγορούμενου να ψευστεί είναι η επίγνωση της ενοχής του και ο φόβος της αλήθειας, δεδομένων των επιπτώσεων στην υπεράσπισή του αν έλεγε την αλήθεια. Τέλος και τα δυο ψέματα, ουσιαστικά αποδεικνύονται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, υπό την εξής έννοια: ενώ, έστω έμμεσα ισχυρίστηκε ότι, βασικά είναι η Μ.Υ.1 που τον παράπεμψε στη Μ.Κ.4 για να χρησιμοποιήσει τη μηχανή της JCC στο ανθοπωλείο της, το διέψευσε η ίδια η μάρτυρας, που είναι δική του μάρτυρας, η οποία ισχυρίστηκε ότι αυτό που του είπε ήταν απλώς να πάνε να κάνουν ανάληψη από τις μηχανές Α.Τ.Μ. έξω από τις τράπεζες και αυτός της είπε εντάξει. Το άλλο ψέμα που είπε αποδεικνύεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, η οποία, όχι απλώς παρέμεινε αναντίλεκτη, αλλά, η μάρτυρας, ούτε καν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους θα καταδίκαζα τον κατηγορούμενο στις 16 κατηγορίες απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, αν δεν υπήρχαν οι λόγοι για τους οποίους αυτές θα απορριφθούν. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, ο κατηγορούμενος αθωώνονται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal /Final Αναφορά: συνομωσία προς καταδολίευση, κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και απόπειρα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 366, 367, 20 και 21 του ίδιου νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.