Δημοκρατία ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Υποθ.: 7856/15, 25/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2016:6 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ, Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 7856/15 Δημοκρατία Εναντίον
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
- ΚΑΡΛΟΣ ΝΤΕΚΕΡΜΕΝΤΖΙΑΝ κατηγορουμένων -------------------- Ημερομηνία: 25.05.2016 Για τη Δημοκρατία: κ. A. Χατζηκύρου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Γ. Α. Γεωργίου και κ. Ν. Τσαρδελής Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι, μετά από ακροαματική διαδικασία, κρίθηκαν ένοχοι σε δύο κατηγορίες. Καταδικάστηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος της υποβολής άλλου προσώπου, του Παναγιώτη Σαββίδη από την Πάφο, σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1),2(β),
(3)του Νόμου 235/1990, ως έχει τροποποιηθεί, που κυρώνει τη Σύμβαση κατά των βασανιστηρίων και άλλων μορφών σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, του άρθρου 16 της Σύμβασης κατά των βασανιστηρίων και άλλων μορφών σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (Κατηγορία 2), και της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (Κατηγορία 3). Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που περιβάλλει την υπό συζήτηση περίπτωση, τα ευρήματα και το σκεπτικό της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου, εκτίθενται στην απόφαση μας, ημερ. 09.05.2016, στη βάση της οποίας κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Δεν παρίσταται ανάγκη επανάληψης τους. Ωστόσο, για σκοπούς συνέχειας της παρούσας, κρίνεται αναγκαίο να αναφερθούν, με συντομία έστω, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Είναι αυτονόητο ότι το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας, λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των ευρημάτων του σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα και κάθε σχετική λεπτομέρεια που περιβάλλει την υπό συζήτηση υπόθεση, ως έγιναν αποδεκτά κατά τον τρόπο που αυτά καταγράφονται στην ως άνω απόφαση του. Νωρίς το βράδυ της 10.02.2014, περί ώρα 18:47, ο Παναγιώτης Σαββίδης οδηγήθηκε από άντρες της ΥΚΑΝ στο χώρο όπου στεγάζεται ο Αστυνομικός Σταθμός Πόλης Χρυσοχούς. Είχε προηγηθεί, κατά ή περί την 18:00 της ίδιας ημέρας η σύλληψη του και στη συνέχεια η έρευνα τόσο του οχήματος στο οποίο επέβαινε και οδηγούσε όσο και του ιδίου από τους άνω άντρες της ΥΚΑΝ. Εντός του κτηρίου του αστυνομικού σταθμού ερευνήθηκε και πάλι σωματικά χωρίς να του κατασχεθεί οτιδήποτε από τα προσωπικά του αντικείμενα. Υποδεικνύοντας ότι δεν επιθυμούσε να επικοινωνήσει με δικηγόρο, ζήτησε όπως εξεταστεί από ιατρό, ενόψει του γεγονότος ότι η χειροπέδα που είχε τοποθετηθεί στο αριστερό του χέρι, ήδη από τις 18:00 περίπου, ήταν πολύ σφικτή με αποτέλεσμα να προκληθεί σε αυτό πληγή. Παρά το γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο οδηγήθηκε σε περιπολικό για να μεταφερθεί σε ιατρό, όταν ο ίδιος ζήτησε να του αφαιρέσουν τις χειροπέδες ενόψει του γεγονότος ότι είχε δυνατό πόνο στο αριστερό του χέρι, οι αστυνομικοί αρνήθηκαν, με αποτέλεσμα να τον συνοδεύσουν πίσω στο κτήριο του αστυνομικού σταθμού. Οδηγήθηκε στο χώρο των κρατητηρίων του σταθμού, όπου στις 21:36:38 του αφαιρέθηκαν οι χειροπέδες. Ζητήθηκε από το Σαββίδη να παραδώσει στους δύο αστυνομικούς που τον συνόδευαν την περιουσία του, με πρόθεση να εγκλειστεί στο κελί. Ο ίδιος αντέδρασε αρνητικά σε αυτή την προοπτική. Όταν οι δύο αστυνομικοί αποπειράθηκαν να του τοποθετήσουν εκ νέου χειροπέδες με σκοπό να του αφαιρέσουν την προσωπική του περιουσία για να τον οδηγήσουν στο κελί ακολούθησε πάλη μεταξύ τους, στα πλαίσια της οποίας και οι τρεις έπεσαν στο έδαφος. Ανάμεσα στα κτυπήματα και τραβήγματα που δέχτηκε και ανταπέδωσε, ο Σαββίδης δέχτηκε κτυπήματα στο κεφάλι με τις χειροπέδες που ο ένας εκ των δύο αστυνομικών κρατούσε και προσπαθούσε να του εφαρμόσει, ενώ προσωπικά αντικείμενα του Σαββίδη έπεσαν στο πάτωμα. Καταφέρνοντας να ξεφύγει από τους δύο αστυνομικούς και να σταθεί στα πόδια του, εντοπίζοντας στο πάτωμα μικρό μαχαίρι - σουγιά, που προηγουμένως είχε στη τσέπη του, το πήρε από το πάτωμα και επιτέθηκε με αυτό στους δύο αστυνομικούς. Κατάφερε με αυτό διάφορα κτυπήματα στον ένα από τους δύο αστυνομικούς, τραυματίζοντας τον «στο πλευρό και στη βούκα». O αστυνομικός ο οποίος δέχθηκε τα κτυπήματα με το μαχαίρι κατάφερε να ξεφύγει από το Σαββίδη και να αποχωρήσει από το χώρο, όπως προηγουμένως είχε πράξει και ο συνάδελφος του. Μετά την αποχώρηση των δύο αστυνομικών ο Σαββίδης παρέμεινε απομονωμένος πίσω από την πόρτα ασφαλείας του γραφείου εγγραφής κρατουμένων. Δύο αστυνομικοί του αστυνομικού σταθμού οι οποίοι τη δεδομένη στιγμή ήταν εκτός υπηρεσίας, ειδοποιούμενοι σχετικά, προσήλθαν επειγόντως στο σταθμό για σκοπούς βοήθειας. Οι δύο αφιχθέντες αστυνομικοί εντόπισαν τον απομονωμένο στο χώρο εγράφης κρατουμένων Σαββίδη να κρατά στο δεξί του χέρι ένα μαχαίρι, ενώ κηλίδες αίματος υπήρχαν σε διάφορα σημεία του πατώματος του αστυνομικού σταθμού. Στις 22:11:35 ένας εξ' αυτών, και ενώ ο Σαββίδης βρισκόταν στο συγκεκριμένο χώρο, άνοιξε την πόρτα ασφαλείας που οδηγεί στο χώρο εγγραφής κρατουμένων, εισήλθε σε αυτόν και παρέλαβε το μαχαίρι, το οποίο ως οι οδηγίες του, ο Σαββίδης, άφησε ακριβώς πίσω από την πόρτα ασφαλείας πριν μετακινηθεί στο βάθος του συγκεκριμένου χώρου. Στη συνέχεια, ο αστυνομικός που παρέλαβε το μαχαίρι από το γραφείο εγγραφής κρατουμένων, βγήκε έξω από αυτόν, ξανακλείνοντας τη πόρτα, με το Σαββίδη να παραμένει και πάλι απομονωμένος, εντός του συγκεκριμένου χώρου. Στις 22:23:26 ο Σαββίδης πείστηκε να περιοριστεί πίσω από καγκελόπορτα, σε ασφαλισμένο χώρο μεταξύ των κελιών και του χώρου εγγραφής κρατουμένων, καθήμενος σε καρέκλα που προηγουμένως του πρόσφερε αστυνομικός. Οι κατηγορούμενοι αστυφύλακες, οι οποίοι κατά τις 10.02.2014 περιπολούσαν με περιπολικό στην πόλη της Πάφου, έλαβαν μετά τις 22:00 της ίδιας ημερομηνίας μήνυμα από τον αξιωματικό υπηρεσίας, με οδηγίες όπως μεταβούν επειγόντως και χωρίς καθυστέρηση στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς για βοήθεια και για την επιβολή του νόμου και της τάξης, αφού όπως τους αναφέρθηκε, κάποιος κρατούμενος είχε μαχαιρώσει αστυνομικούς. Έσπευσαν προς τούτο αμέσως. Καθοδόν, πέραν από μηνύματα τα οποία λάμβαναν για τη σοβαρότητα των όσων είχαν διαδραματιστεί, έγιναν δέκτες δύο τηλεφωνημάτων από συνάδελφο τους του ΚΕΜ, μέσω των οποίων ενημερώθηκαν ότι δύο αστυνομικοί συνάδελφοι τους υπέστησαν επίθεση από κρατούμενο στο χώρο των αστυνομικών κρατητηρίων, με αποτέλεσμα ένας από αυτούς να τραυματιστεί σοβαρά με μαχαίρι και ότι ο ίδιος κρατούμενος εκτός από τους δύο αστυνομικούς είχε κτυπήσει και αντισταθεί και σε συναδέλφους τους της ΥΚΑΝ. Στις 22:39:35 οι δύο κατηγορούμενοι αστυφύλακες εισήλθαν στο χώρο υποδοχής του ως άνω αστυνομικού σταθμού συναντώντας παριστάμενους συναδέλφους τους. Στις 22:40:02 συνοδευόμενοι από αστυφύλακα του εν λόγω σταθμού, κινήθηκαν στο διάδρομο που οδηγεί στα κρατητήρια και ειδικότερα στο χώρο εγγραφής των κρατουμένων όπου πίσω από την πόρτα ασφαλείας του συγκεκριμένου χώρου, βρισκόταν περιορισμένος σε χώρο μεταξύ των κελιών και του χώρου εγγραφής κρατουμένων ο Σαββίδης, καθήμενος σε καρέκλα πίσω από καγκελόπορτα. Αφού εισήλθαν στο χώρο εγγραφής κρατουμένων στις 22:40:42 εμφανίστηκαν μπροστά από την καγκελόπορτα του ασφαλισμένου χώρου στον οποίο βρισκόταν ήδη καθήμενος και περιορισμένος ο Σαββίδης, ερωτώντας τον τελευταίο «είσαι εσύ που μαχαίρωσες αστυνομικό;» χωρίς να του αναφέρουν οτιδήποτε άλλο. Ο Σαββίδης, ο οποίος εξακολουθεί να κάθεται, στις 22:40:52 σηκώνεται από την καρέκλα η οποία βρίσκεται κοντά στην καγκελόπορτα, στέκεται στον ίδιο χώρο, έχοντας τα χέρια και τις παλάμες του ανοικτές χωρίς να κρατά οτιδήποτε στα χέρια του. Το δεξί του χέρι φέρει αίματα αποτέλεσμα του τραυματισμού του από το πιάσιμο και της λεπίδας του σουγιά καθ' όν χρόνο, προγενέστερο, κατάφερνε κτυπήματα σε αστυνομικό. Στις 22:41:02 ο κατηγορούμενος αρ. 1 έχοντας αφαιρέσει από τη θήκη του το ειδικό αστυνομικό σπρέι, χρησιμοποιεί τούτο σε βάρος του Σαββίδη καθ΄ όν χρόνο η καγκελόπορτα είναι κλειστή. Μετά από αυτήν την ενέργεια, ο Σαββίδης, δεχόμενος την επίδραση του σπρέι στην αναπνοή και στην όραση, οπισθοχωρεί στο χώρο. Στις 22:41:03 ανοίγει η καγκελόπορτα και οι δύο κατηγορούμενοι αστυνομικοί εισέρχονται στο χώρο, με τον κατηγορούμενο 1 να κρατά στο χέρι του το αστυνομικό του ρόπαλο ενώ ο Σαββίδης στέκεται ήδη στο βάθος του χώρου όπου έχει οπισθοχωρήσει, ακίνητος, ανεβάζοντας και κατεβάζοντας τα χέρια του με ανοικτές τις παλάμες χωρίς να κρατά οτιδήποτε. Δευτερόλεπτα πριν να δεχθεί το πρώτο κτύπημα μαζεύει τα χέρια του μπροστά από το πρόσωπο και το στήθος του. Στις 22:41:17 ο Σαββίδης δέχεται το πρώτο κτύπημα με το ρόπαλο από τον κατηγορούμενο 1, ενώ στη συνέχεια ακολουθούν και άλλα κτυπήματα. Δεχόμενος ο Σαββίδης τα πρώτα κτυπήματα προτάσσει τα χέρια του για σκοπούς προστασίας, στάδιο κατά το οποίο δέχεται από τον κατηγορούμενο 1 κτύπημα με το ρόπαλο στο δεξί του χέρι με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα στο δεξιό αντίχειρα. Παρά το γεγονός ότι ο Σαββίδης δεχόμενος τα κτυπήματα από τον κατηγορούμενο 1, στο αρχικό τουλάχιστον στάδιο προσπαθεί να αμυνθεί, στο τέλος πέφτει στο έδαφος με τον κατηγορούμενο 1 να συνεχίζει να τον κτυπά με το ρόπαλο του ενώ ο κατηγορούμενο 2 συνεπικουρεί τις ενέργειες του κατηγορούμενου 1, κινούμενος και αυτός προς το μέρος του δεχόμενου τα κτυπήματα Σαββίδη και προτάσσοντας ευκαιριακά τα πόδια του προς την πλευρά του τελευταίου. Το πρώτο και «κύριο» κύμα συνεχών κτυπημάτων που δέχθηκε ο Σαββίδης με τη χρήση του ροπάλου του κατηγορούμενου 1 (πέρα των 40 κτυπημάτων-ραβδισμών με το ρόπαλο) διαρκεί μέχρι τις 22:42:00 ενώ στη συνέχεια και ενώ ο Σαββίδης βρίσκεται πλέον στο πάτωμα, ακολουθούν άλλα κτυπήματα και λακτίσματα με τα πόδια από τους κατηγορούμενους σε βάρος του, κατ' επανάληψη, ως ειδικότερα αποτυπώνεται στις λήψεις της κάμερας 23 του τεκμηρίου 1 και καταγράφηκαν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στην απόφαση μας, ημερ. 20.05.2016. Στις 22:56:48, ο δεύτερος κατηγορούμενος απομακρύνει, κλωτσώντας το, το τηλέφωνο του Σαββίδη από το σημείο όπου αυτό βρισκόταν πλησίον του τελευταίου στο πάτωμα. Όταν οι δύο κατηγορούμενοι στις 23:07:10, λίγο πριν την άφιξη στο σταθμό αξιωματικού της αστυνομίας, αποχωρούν από τον ασφαλή χώρο όπου εξακολουθεί να βρίσκεται στο πάτωμα ο Σαββίδης, ο πρώτος κατηγορούμενος πίσω από την καγκελόπορτα που κλείνει, προτάσσει εκ νέου το σπρέι του προς το μέρος του Σαββίδη. Στις 23:11:22 αξιωματικός της αστυνομίας εισέρχεται στο χώρο υποδοχής του σταθμού ενώ στις 23:11:43 συνοδευόμενος από αστυφύλακα του σταθμού και τους δύο κατηγορούμενους, καθ΄ οδόν προς τα κρατητήρια συνομιλούν στο διάδρομο. Στις 23:13:45 ο ως άνω αξιωματικός, συνοδευόμενος από άλλα πρόσωπα, περιλαμβανομένων των κατηγορούμενων, εισέρχεται στον ασφαλή χώρο μεταξύ των κελιών και του χώρου εγγραφής κρατουμένων, χώρο στον οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται στο πάτωμα ο Σαββίδης. Στις 23:15:17 ο Σαββίδης σηκώνεται από το έδαφος, στέκεται με δυσκολία στα πόδια του, ακουμπώντας στον τοίχο και κουτσαίνοντας όταν επιχειρεί να βαδίσει. Στις 23:16:30 ο Σαββίδης συζητώντας με τον ως άνω αξιωματικό, παραπατά και στηρίζεται σε τοίχο, ενώ στη συνέχεια για να καθίσει σε καρέκλα που του υποδεικνύει ο αξιωματικός περπατά κουτσαίνοντας. Εμφανώς καταπονημένος παραμένει καθήμενος στην καρέκλα ενώ σε κάποιο στάδιο που επιχειρεί να σηκωστεί και αποπειράται να περπατήσει, κουτσαίνει. Στις 23:18:10 διενεργείται σωματική έρευνα στο Σαββίδη. Στις 23:43:11 ο Σαββίδης αποχωρεί από το χώρο των κρατητηρίων φέροντας χειροπέδες και κουτσαίνοντας, συνοδευόμενος από τον πρώτο κατηγορούμενο. Κατά τον ίδιο τρόπο, κουτσαίνοντας, εξέρχεται από τον αστυνομικό σταθμό κινούμενος προς την είσοδο και τα σκαλιά της εισόδου, συνοδευόμενος από τους κατηγορούμενους για να μεταφερθεί με το περιπολικό τους όχημα στο νοσοκομείο. Αποτέλεσμα και απόρροια της ως άνω συμπεριφοράς των κατηγορούμενων σε βάρος του Σαββίδη, ήταν ο τελευταίος, από τα κτυπήματα που δέχθηκε, πέραν από το κάταγμα του δεξιού αντίχειρα, να υποστεί θλαστική εκχύμωση 15 Χ 1 εκ. μετά εξοιδήσεως στην έξω επιφάνεια άνω τριτημορίου αριστερού μηρού και εξοίδηση δεξιάς κνήμης. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο σχετικών εκθέσεων του αρμόδιου Τμήματος Ευημερίας σε σχέση με το πρόσωπο τους, οι οποίες ετοιμάστηκαν μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου σε μια προσπάθεια πληρέστερης πληροφόρησης, για σκοπούς της παρούσας, ως προς τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες συνθήκες τους, υπέδειξε ότι πρόκειται για καλούς και σωστούς ανθρώπους, ανεξάρτητα από τα προβλήματα που έχουν αντιμετωπίσει στις οικογένειες τους. Πρόκειται, σημείωσε, για αστυνομικούς, η καταδίκη των οποίων, από μόνη της, είναι δυνατό να οδηγήσει σε καταστροφή της σταδιοδρομίας τους και σε συνέπειες συνταρακτικές για τη ζωή τους, με κίνδυνο να επηρεαστούν ευρύτερα οι οικογένειες τους αφού δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν σε σοβαρές οικονομικές υποχρεώσεις τις οποίες έχουν δημιουργήσει για τις ανάγκες των οικογενειών τους. Το λευκό ποινικό τους μητρώο, η ευδόκιμη υπηρεσία τους στην αστυνομική δύναμη ως επίσης τα ιατρικά προβλήματα που ο κάθε ένας αντιμετωπίζει, όπως αυτά καταγράφονται στις κοινωνικοοικονομικές εκθέσεις, αποτελούν παράγοντες που επίσης, ως εισηγήθηκε, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Έθεσε περαιτέρω υπόψη του Δικαστηρίου, ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά την αδελφή του κατηγορούμενου 1, (τεκμήριο 5) υπογεγραμμένο από ψυχίατρο, με το οποίο επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι εξαιτίας της διαρροής στο διαδίκτυο βίντεο που έδειχνε τον αδελφό της, να κτυπά κρατούμενο, η κατάσταση της υγείας της (πάσχει από κατάθλιψη) επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα η ίδια να μην μπορεί να εργαστεί. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 εξάλλου, υποφέρει ψυχολογικά, αφού η εξέλιξη της υπόθεσης του οδήγησε την αδελφή του στην ανεργία και στην επιδείνωση της ψυχολογικής της ασθένειας. Έθεσε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου βεβαίωση του σχολείου στο οποίο φοιτά η ανήλικη θυγατέρα του κατηγορούμενου αρ. 2, (τεκμήριο 6) στην οποία καταδεικνύεται ότι το παιδί εξαιτίας της απουσίας του πατέρα, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που καθημερινά την έπαιρνε από και προς το σχολείο, έχει επηρεαστεί με αποτέλεσμα να είναι: «depressed, anxious and struggling to concentrate since her father has been 'away'». Παράλληλα, τέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπόψη του Δικαστηρίου, γραπτές δηλώσεις αξιωματικού της αστυνομίας για τους κατηγορουμένους 1 και 2, (τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα) μέσω των οποίων υποδεικνύεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι πρόκειται για εξαίρετα μέλη της αστυνομίας, πειθαρχημένα, τίμια με ήθος και αγαπητά από όλους τους συναδέλφους τους. Υποδεικνύεται παράλληλα ότι στόχος τους ήταν πάντα η προσφορά προς το κοινό και η βοήθεια προς συναδέλφους, με τον εν λόγω αξιωματικό να σημειώνει ότι ο ίδιος, πολλές φορές έγινε δέκτης μηνυμάτων για να μεταφέρει τις ευχαριστίες προς τους δύο κατηγορούμενους τόσο από πολίτες όσο και από συναδέλφους τους, ως επίσης, πολλές φορές δεχόταν και συγχαρητήρια ως ανώτερός τους. Πέραν του γεγονότος ότι και οι δύο ενώ ήταν εκτός καθήκοντος προσφερόταν να εργαστούν και να βοηθήσουν χωρίς κανένα αντάλλαγμα, επιδείκνυαν σε πάρα πολλά επεισόδια υπέρμετρο ζήλο ακόμα και με κίνδυνο της ζωής τους. Ειδικότερα, σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, αναφέρθηκε σε περιστατικό όπου ο τελευταίος τον Οκτώβριο του 2013 συνέδραμε αποφασιστικά στη διάσωση ανθρώπων που βρίσκονταν στη θάλασσα, επεισόδιο για το οποίο έγινε συστατική επιστολή από την Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου για προαγωγή του επ' ανδραγαθία, μαζί με άλλους, για τη διάσωση συναδέλφων τους και πολίτη (τεκμήριο 3). Σημείωσε παράλληλα ότι στις 10.06.2014 στον κατηγορούμενο 2 απονεμήθηκε το μετάλλιο ευδόκιμης υπηρεσίας (τεκμήριο 4). Έστρεψε επίσης την προσοχή του Δικαστηρίου στο χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, επισημαίνοντας ότι τούτο αποτελεί παράγοντα που συντείνει στο να αποφεύγεται η επιβολή αποτρεπτικής ποινής Διασυνδέοντας την υπό συζήτηση περίπτωση με την ποινική υπόθεση 7331/14 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου, στα πλαίσια της οποίας ο Σαββίδης ήταν κατηγορούμενος και καταδικάστηκε μετά από ακρόαση για μαχαίρωμα σε αστυνομικό και επίθεση σε άλλο αστυνομικό, εισηγήθηκε ότι στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης των παραβατών, έστω και αν έγιναν δύο ξεχωριστές δίκες, το Δικαστήριο θα πρέπει να «μπαλανσάρει τις ποινές» ώστε να μην δίδεται το δικαίωμα σε οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους ή από όσους έχουν παρακολουθήσει τις δύο δίκες, να αισθάνεται ότι δεν υπήρξε ίση μεταχείριση. Σε κάθε περίπτωση, υπέδειξε, τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι δεν είναι περισσότερο σοβαρά, τουλάχιστον ως προς το αποτέλεσμα, από τα αδικήματα που διέπραξε ο παραπονούμενος, ο οποίος ενόψει της αναστολής της επιβληθείσας σε αυτόν 18μηνης ποινής φυλάκισης, δεν στερήθηκε την ελευθερία του ούτε για ένα λεπτό. Σε συνάρτηση πάντα με το ρόλο ενός εκάστου των κατηγορουμένων στη διάπραξη των αδικημάτων, υποστήριξε ότι η υπό συζήτηση περίπτωση είναι τέτοια που θα πρέπει να γίνει διαφοροποίηση της ποινής μεταξύ του πρώτου και δεύτερου κατηγορούμενου. Για σκοπούς ίσης μεταχείρισης, κατέληξε, και αν ακόμη το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η στερητική της ελευθερίας, η μέχρι σήμερα διαδρομή και ο χαρακτήρας των κατηγορουμένων, οι προσωπικές τους περιστάσεις και τα γεγονότα που έχουν προηγηθεί, είναι τέτοια που δίδουν την ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστείλει την ποινή. Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση των πραγμάτων από ποινολογικής απόψεως, θα αναφερθούμε στο περιεχόμενο των ως άνω εκθέσεων του Τμήματος Ευημερίας για τους κατηγορούμενους, τις οποίες ο ευπαίδευτος συνήγορος του υιοθέτησε και επεξέτεινε στα πλαίσια της αγόρευσης του. Σύμφωνα με αυτές, ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ηλικίας 41 ετών, προέρχεται από διασπασμένη πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του χώρισαν πριν από 14 περίπου χρόνια, με τον πατέρα του να μην δείχνει ουσιαστικό ενδιαφέρον για την οικογένεια του και η μητέρα του, αναλαμβάνοντας τη φροντίδα του ίδιου και των τριών άλλων αδελφών του, λόγω σοβαρών οικονομικών δυσκολιών να απασχολείται σε δύο εργασίες για να καλύψει τις ανάγκες των μελών της οικογένειας της. Σύμφωνα με τον ίδιο δεν έτυχε της κατάλληλης συναισθηματικής στήριξης, αγάπης και φροντίδας και από τους δύο γονείς του. Ο κατηγορούμενος είναι ο μεγαλύτερος σε σειρά από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Μετά το περιστατικό για το οποίο κατηγορήθηκε επηρεάστηκε η επαγγελματική καριέρα της αδελφής του στην Ελλάδα όπου διέμενε, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να επιστρέψει στην Κύπρο ενώ ταυτόχρονα επηρεάστηκε και η ψυχική της υγεία, παρουσιάζει κατάθλιψη, για την οποία παρακολουθείται από ειδικό ιατρό και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ο μικρότερος αδελφός του, άγαμος και άνεργος, διαμένει με τη μητέρα του στη Λεμεσό ενώ η άλλη του αδελφή είναι έγγαμη και διαμένει με την οικογένεια της επίσης στη Λεμεσό. Οι σχέσεις με όλα τα μέλη της οικογένειας του περιγράφηκαν από τον ίδιο καλές. Απόφοιτος Λυκείου, μετά τη συμπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας εργάστηκε στις οικοδομές για να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του. Το 1997 μετέβη στην Αγγλία για σκοπούς εργασίας ενώ παράλληλα φοιτούσε σε κολλέγιο στον κλάδο τουριστικών επιχειρήσεων από το οποίο αποφοίτησε με επιτυχία. Στην Αγγλία τέλεσε γάμο με γυναίκα που φοιτούσε στο ίδιο κολλέγιο, όμως το 2002, λόγω προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στη σχέση τους πήραν διαζύγιο, με τον ίδιο να επιστρέφει στην Κύπρο ενώ η πρώην σύζυγος του να παραμένει στην Αγγλία. Το 2002 εργάστηκε ως διευθυντής εστιατορίου για την κάλυψη των αναγκών του ιδίου και της οικογένειας του. Μέχρι σήμερα στηρίζει οικονομικά τη μητέρα του και τα αδέλφια του. Το 2010 εργοδοτήθηκε ως ειδικός αστυφύλακας στην αστυνομία. Το 2006 τέλεσε δεύτερο γάμο με γυναίκα Ρωσικής καταγωγής. Το ζεύγος διαμένει σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του ιδίου. Οι σχέσεις του με τη σύζυγο του περιγράφηκαν από τον ίδιο ως πολύ καλές. Στις προθέσεις τους, ενόψει του γεγονότος ότι αντιμετωπίζουν προβλήματα τεκνοποίησης είναι να προχωρήσουν σε σχετική θεραπεία. Ο κατηγορούμενος από την ηλικία των 18 ετών παρουσιάζει προβλήματα υγείας, έρπη, για τον οποίο παρακολουθείται ιατρικώς και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι ηλικίας 37 ετών. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του κατάγεται από το Λίβανο ενώ η μητέρα του από τη Λεμεσό. Και οι δύο γονείς του παρουσιάζουν προβλήματα υγείας, υπέρταση και διαβήτη. Είναι ο μεγαλύτερος σε σειρά από τα δύο παιδιά της οικογένειας, με την αδελφή του έγγαμη να διαμένει με την οικογένεια της στη Λεμεσό. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας του περιγράφηκαν από τον ίδιο ως άριστες. Ο κατηγορούμενος 2 απόφοιτος Λυκείου, λόγω καταγωγής του πατέρα του πήρε απαλλαγή από την εκτέλεση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Για σκοπούς οικονομικής στήριξης της οικογένειας του εργάστηκε από νεαρή ηλικία σε εργοστάσια κατασκευής αλουμινίων και επεξεργασίας ξύλων. Το 2002 εργοδοτήθηκε στην Αστυνομία Κύπρου, υπηρετώντας μετά τη συμπλήρωση της εκπαίδευσης του στην Αστυνομική Ακαδημία σε διάφορα τμήματα της αστυνομίας. Το 2010 τέλεσε γάμο με γυναίκα η οποία κατάγεται από τη Ρωσία. Το ζεύγος από το γάμο του απέκτησε μια θυγατέρα, ηλικίας 6 ετών σήμερα. Το 2013, λόγω προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στις σχέσεις του ζεύγους, πήρε διαζύγιο ενώ τη φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου παιδιού τους ανέλαβε η μητέρα του. Μετά το διαζύγιο ο κατηγορούμενος 2 μετακινήθηκε από την ιδιόκτητη οικία που σήμερα είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της τέως συζύγου του, διαμένοντας μόνος του σε ενοικιαζόμενη οικία στη Λεμεσό. Διατηρεί επικοινωνία με το παιδί του και καταβάλλει μηνιαία διατροφή βάση δικαστικού διατάγματος. Με τη τέως σύζυγο του διατηρούν συστηματική επικοινωνία για θέματα που αφορούν το παιδί τους και ο ίδιος τη στηρίζει στο μέτρο των δυνατοτήτων του. Για την αντιμετώπιση προβλήματος υπέρτασης που αντιμετωπίζει, όπως ανέφερε, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, στην έκταση που τούτο μπορεί να αξιολογηθεί για τον πιο πάνω σκοπό και στο βαθμό βεβαίως που νομολογιακά έχει αναγνωριστεί ότι μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα. Λάβαμε επίσης υπόψη, όχι μόνο το περιεχόμενο των εκθέσεων κοινωνικής έρευνας αλλά και όσα ο κ. Γεωργίου υπέδειξε συζητώντας τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις και συνθήκες των κατηγορουμένων, ως επίσης, τις περιστάσεις που περιβάλλουν γενικότερα τη διάπραξη των αδικημάτων, ασχέτως εάν κάποια από αυτά δεν αναφέρονται ρητώς στο παρόν σκεπτικό μας. Κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (βλέπε Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, σελ. 3 του Γ. Μ. Πική και Republic v. Georgiou 22 C.L.R. 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του νόμου με την επιβολή ανάλογων σε κάθε περίπτωση ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά και της κοινωνίας στο σύνολο της. Τα αδικήματα τα οποία έχουν διαπράξει οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Η εκ του νόμου ανώτατη ποινή για το αδίκημα της υποβολής άλλου προσώπου σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1)
(2)(β)
(3), του Νόμου 235/1990 όπως έχει τροποποιηθεί, ως ο ίδιος ο νομοθέτης την έχει διαβαθμίσει, κατά το αυστηρότερο, στις περιπτώσεις που η διάπραξη του αδικήματος διενεργείται από άτομα που ενεργούν ή φαινόταν ότι ενεργούν υπό επίσημη ιδιότητα ενώ παράλληλα από την πραγμάτωση του αδικήματος έχει προκληθεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι η φυλάκιση μέχρι 7 χρόνια. Η ίδια ποινή προβλέπεται για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Όπως διακηρύσσεται στη νομολογία των Δικαστηρίων μας, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για ένα αδίκημα, αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος και αποτελεί στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γ. Ε. ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Ευρισκόμενοι άλλωστε στο στάδιο του καθορισμού του είδους και του ύψους της τιμωρίας, δεν λησμονούμε πως το νομοθετικώς ανώτατο όριο ποινής στο οποίο υπόκειται ένας κατηγορούμενος, αποτελεί παράγοντα υψίστης σπουδαιότητας, αφού η ανώτατη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το δύσκολο και πολλές φορές βασανιστικό έργο της επιμέτρησης της ποινής (βλ. κατά αναλογία Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 442 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632 και Γεν. Εισαγγελέας v Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166). Τούτο, βεβαίως, χωρίς ποτέ να παραγνωρίζεται η καλά εμπεδωμένη αρχή πως η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. Κουτσούδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 547). Τα Δικαστήρια, δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, η οποία ασφαλώς και εκτιμάται, αλλά λαμβάνουν υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, όσο και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη ενός αδικήματος. Σχετικός είναι ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, ειδικότερα στη σελ. 402, όπου υποδεικνύεται πως: «.....ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά με το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προνοεί για τη διάπραξη του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και της εν γένει συνέπειες που η διάπραξη μπορεί να επιφέρει στη κοινωνία και οι οποίες δυνατό είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Αποτελεί άλλωστε αξίωμα ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, ακόμη και στις περιπτώσεις που είναι αναγκαία η αυστηρή και αποτρεπτική αντιμετώπιση, δεν μειώνεται η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή, στη βάση των ειδικότερων γεγονότων που την περιβάλουν να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. (Βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478). Ταυτόχρονα όμως, η διεργασία της εξατομίκευσης της ποινής, δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που δυνατόν να επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Εγκλήματα τα οποία χαρακτηρίζονται από τη χρήση ή ακόμη και απειλή χρήσης βίας εναντίον άλλου προσώπου, θεωρούνται ιδιαίτερα σοβαρά. Η παράνομη προσφυγή στη βία αποτελεί συμπεριφορά απαράδεκτη σε μια πολιτισμένη κοινωνία. Οι ποινές που επιβάλλουν τα Δικαστήρια θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την απαρέσκεια της κοινωνίας για τέτοιου είδους εγκλήματα, που τείνουν να υπονομεύσουν το αίσθημα προσωπικής ασφάλειας το οποίο είναι ουσιώδες για την ευημερία των πολιτών. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B73, Ποιν. Εφ. 212/2013, ημερ. 05.02.2015, η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση ενός ζητήματος, είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων αλλά και του καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, και L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α. Ποιν. Εφ. 116/2011 ημερ. 17.03.2015, στην οποία επιβεβαιώθηκε πως «ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατό να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης..»). Με τις πιο πάνω σκέψεις κατά νου, έχουμε διεξέλθει πληθώρα αποφάσεων - δικαστικών προηγούμενων, σε σχέση με την ποινολογική μεταχείριση κατηγορουμένων που έχουν διαπράξει αδικήματα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα. Ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να σημειώσουμε το γεγονός ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, είναι πρωτοφανή και χωρίς προηγούμενο στον εγκληματικό χάρτη της χώρας. Αποτελούν, από μόνα τους, ακόμα ένα παράγοντα που αναδεικνύει τη σοβαρότητα των αδικημάτων πέραν από την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή. Η αστυνομία ως σύνολο αλλά και κάθε μέλος της ξεχωριστά, κατά την εκτέλεση της αποστολής τους, αποτελούν ουσιαστικά τον εκτελεστικό βραχίονα της σύγχρονης, καλά οργανωμένης πολιτείας, στην προσπάθεια για εμπέδωση του κράτους δικαίου. Είναι για αυτό το λόγο που η πολιτεία παραχώρησε στην αστυνομία και στα μέλη της εξουσίες μοναδικές, μέσα, εκπαίδευση και δυνατότητες για να συνδράμει, στα πλαίσια της θεσμοθετημένης αποστολής της και εντός του οριοθετημένου από την πολιτεία θεσμικού πλαισίου, στην εμπέδωση και την εφαρμογή του νόμου. Του «Δεσπότη Νόμου», κατά τον Αριστοτέλη. Είναι για αυτό το λόγο, που το σύγχρονο κράτος δικαίου, όπως ορθά επαίρεται ότι είναι και επιδιώκει να παραμείνει η Κυπριακή Δημοκρατία, επιθυμεί μια στιβαρή, σθεναρή και αποτελεσματική αστυνομία, της οποίας τα μέλη να επιτελούν με αυταπάρνηση, σθένος και ζήλο τη δύσκολη ούτως ή άλλως αποστολή τους, προσδοκώντας ταυτόχρονα ότι θα είναι σταθερός αρωγός, αναντικατάστατος και αξιόπιστος παραστάτης στην προσπάθεια κατίσχυσης του κράτους δικαίου. Είναι για αυτούς τους λόγους που η ευθύνη της αστυνομίας και κάθε μέλους της, ξεχωριστά, είναι ιδιαίτερα μεγάλη να μεταχειριστούν όλες αυτές τις εξουσίες και δυνατότητες που τους παρέχει η πολιτεία, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται και να συνάδει στην αποστολή τους. Η παρέκκλιση από αυτό το καθήκον, η καταχρηστική άσκηση εξουσιών που η πολιτεία παραχώρησε και η εφαρμογή μεθόδων ξένων από το σύστημα εφαρμογής του νόμου και της απονομής της δικαιοσύνης, από αυτούς που η πολιτεία τους έχει εμπιστευθεί τον μοναδικό ρόλο του αστυνομικού, προκαλεί θλίψη, απογοήτευση αλλά και απαξία πολλαπλάσια. Οι κατηγορούμενοι στην υπό συζήτηση περίπτωση, έφτασαν στον αστυνομικό σταθμό όταν το προηγούμενο επεισόδιο, στα πλαίσια του οποίου ο κρατούμενος πολίτης είχε τραυματίσει συνάδελφο τους με το μαχαίρι, είχε ήδη λήξει. Πλέον, ο άνθρωπος που κατ' εφαρμογή του νόμου θα έπρεπε να αχθεί ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεων του και της όποιας έκνομης συμπεριφοράς του, καθόταν απομονωμένος, ήρεμος και περιορισμένος σε ασφαλή χώρο εντός του αστυνομικού σταθμού. Οι κατηγορούμενοι, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία, αποφάσισαν να λειτουργήσουν ως αυτόκλητοι τιμωροί του για τις απαράδεκτες κατά την αντίληψη τους ενέργειες και συμπεριφορά του σε βάρος συναδέλφων τους, σε προγενέστερο στάδιο. Η αποδοχή της λογικής ότι ο εκπρόσωπος του νόμου και της τήρησης της τάξης, επιτρέπεται, υπό περιστάσεις ως η υπό συζήτηση, να μετατρέπεται σε τιμωρό κατ' επιλογήν και κατά το δοκούν, θα ήταν τραγική για ολόκληρο το σύστημα αστυνόμευσης και απονομής της δικαιοσύνης στη Δημοκρατία. Η όποια ψυχολογική φόρτιση και ένταση των κατηγορουμένων για τον προηγηθέντα τραυματισμό του συναδέλφου τους, σε συνδυασμό θεωρούμενη με την κατάσταση πραγμάτων που αντιμετώπισαν κατά την άφιξη τους στο σταθμό, όπως οι κηλίδες αίματος που υπήρχαν στο πάτωμα του σταθμού, αλλά και της πληροφόρησης που έτυχαν για την εξέλιξη των γεγονότων που προηγήθηκαν της άφιξης τους, στην ανθρώπινη πάντα διάσταση της, είναι μεν κατανοητή και ανάλογα λαμβάνεται υπόψη - παρά το γεγονός ότι θα ανέμενε κανείς πως σαν έμπειροι και εκπαιδευμένοι αστυνομικοί, ανάλογα θα την διαχειρίζονταν επιδεικνύοντας την αναμενόμενη και επιβαλλόμενη αυτοσυγκράτηση - δεν μπορεί όμως, σε καμιά περίπτωση να αποτελέσει δικαιολογία για τη μεταγενέστερη συμπεριφορά και στάση τους απέναντι στον κρατούμενο πολίτη, εντός του Αστυνομικού Σταθμού, όπως αυτή διαπιστώθηκε στην απόφαση μας, ημερ. 09.05.2016. Αντίθετα, με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά τους, απογοήτευσαν ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο που αναμένει, δικαιούται και απαιτεί στο τέλος της ημέρας από τα μέλη της αστυνομίας, να εκτελούν τα καθήκοντα τους κατά τρόπο που να συνάδει και να ανταποκρίνεται στην αποστολή τους και όχι να καταχρώνται εξουσιών, δυνατοτήτων και μέσων που τους παρέχονται. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι δύο κατηγορούμενοι ενήργησαν σε βάρος του Σαββίδη ορμώμενοι από τα ίδια κίνητρα και σε συντονισμό. Ο καθένας από αυτούς με το δικό του τρόπο, συνδρομή και συμπεριφορά διέπραξε τα ως άνω αδικήματα. Ο κατηγορούμενος 1, χρησιμοποίησε προς τούτο και το ρόπαλο του ενώ ο κατηγορούμενος 2, όχι μόνο συνεπικουρούσε αυτόν με τον τρόπο και τη συμπεριφορά του κατά την εξέλιξη του επεισοδίου, αλλά παράλληλα, ως και ο κατηγορούμενος 1, κλώτσησε τον Σαββίδη καθ΄ όν χρόνο ο τελευταίος βρισκόταν στο έδαφος. Έχοντας κατά νου τη συνολική στάση και συμπεριφορά τους, την εμπλοκή και συμμετοχή τους στη διάπραξη των αδικημάτων όπως αποτυπώνεται στις κάμερες του τεκμηρίου 1 και έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, είναι φανερό κατά την αντίληψη μας ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση τους στο πλαίσιο της επιμέτρησης της ποινής. Αποτέλεσε θέση του ευπαίδευτου συνήγορου ότι στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης των παραβατών, έστω και αν έγιναν δύο ξεχωριστές δίκες, η ποινή που θα επιβληθεί στους κατηγορούμενους θα πρέπει να αντιστοιχεί με την ποινή που επιβλήθη ήδη στον Σαββίδη, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 7331/14, του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου. Τούτο, ως εισηγήθηκε, στα πλαίσια της εξυπηρέτησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε την ως άνω εισήγηση. Ο κατηγορούμενος Σαββίδης, στα πλαίσια της υπόθεσης που αντιμετώπιζε, καταδικάστηκε για αδικήματα άλλα από αυτά που καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι. Αντιμετώπισε τις συνέπειες των πράξεων του όπως αυτές εκδηλώθηκαν στα πλαίσια επεισοδίου που προηγήθηκε και είχε ολοκληρωθεί πριν από την άφιξη των κατηγορουμένων στο χώρο, σε βάρος άλλων προσώπων - αστυνομικών. Η εγκληματική συμπεριφορά των κατηγορουμένων στο χρόνο και κατά τον τρόπο που εκδηλώθηκε, δεν βλέπουμε πώς, στη συγκεκριμένη πάντα περίπτωση, θα επέτρεπε στο Δικαστήριο κατά τρόπο νομικά αποδεκτό, να «παλαντζάρει» τις ποινές που θα επιβληθούν στις δύο υποθέσεις. Πέραν του ότι τα γεγονότα, από μόνα τους δεν δικαιολογούν τέτοια εξέλιξη, κρίνουμε πως, όχι μόνο στον ανεξάρτητο παρατηρητή αλλά και στους εμπλεκόμενους στις δύο υποθέσεις, η μη υιοθέτηση της ως άνω εισήγησης, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει αισθήματα άνισης μεταχείρισης. Η αναστολή μιας ποινής φυλάκισης είναι το αποτέλεσμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, διευρυμένης πράγματι, η οποία όμως ασκείται, όχι κατά τρόπο αυθαίρετο αλλά δικαστικό, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση και τα προσωπικά περιστατικά ενός κατηγορούμενου. Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, είναι ακόμη και η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303). Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της απόφασης του ημερ. 18.08.2015 στην υπόθεση 7331/14, την οποία έθεσε στη διάθεση μας ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, για τους ειδικότερους λόγους που εξήγησε, προχώρησε στην αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ουσιαστικά, όπως καταδεικνύεται στην εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου, (σελ. 9) οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης αναστάληκαν, ενόψει των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου Σαββίδη, ο οποίος, αμέσως μετά τα γεγονότα της 10.02.2014 παραπέμφθηκε σε ψυχιατρική νοσηλεία με αίτημα της αστυνομίας, νοσηλεία της οποίας έτυχε εκ δευτέρου, πριν την έναρξη της ως άνω ακροαματικής διαδικασίας. Καταλήγει δε το Δικαστήριο, συμπληρώνοντας τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι δικαιολογείτο η αναστολή της επιβληθείσας ποινής, ότι: «Δεν αγνοούμε και δεν παραβλέπουμε, αλλά έχουμε πάντοτε κατά νου το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 41, η οποία αποκαλύπτει τη συμπεριφορά και τις ενέργειες μελών της Αστυνομικής Δύναμης, όπως ανωτέρω έχουμε αναφέρει. Οι οποίοι είχαν θέσει όπως φαίνεται από τον ίδιο ψηφιακό δίσκο σε μια γωνιά του κελιού τον κατηγορούμενο συμπεριφερόμενοι με τον τρόπο που καταγράφεται στο Τεκμήριο 41. Αυτή η αχαρακτήριστη συμπεριφορά θα μπορούσε, όπως και ο συνήγορός του ανέφερε, να αποτελέσει την τιμωρία του κατηγορούμενου.» Σοβαρά λαμβάνουμε υπόψη, ως μετριαστικούς παράγοντες, το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, τον χρόνο ο οποίος έχει διαρρεύσει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζουν, τις συνέπειες που αναπόφευκτα θα έχει για τους ίδιους και τις οικογένειες τους η καταδίκη τους και η ποινή, την προγενέστερη ευδόκιμη υπηρεσία τους στις τάξεις της αστυνομίας και την προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο μέσω αυτής. Σημειώνουμε ταυτόχρονα τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η καταδίκη τους, από μόνη της, «πολύ πιθανόν να οδηγήσει εις την καταστροφή της σταδιοδρομίας τους». Λάβαμε και τούτο υπόψη, χωρίς ταυτόχρονα να μας διαφεύγει η υπόδειξη του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της χώρας στα πλαίσια της υπόθεσης Σ. Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424 ότι: «η προσφορά προς το κράτος και την πολιτεία εν γένει, είναι πράγματι σοβαρός, ελαφρυντικός παράγοντας, αλλά τονίζουμε πως η μεγαλύτερη προσφορά προς την πατρίδα είναι η υπακοή στους νόμους της». Παράλληλα, δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε ότι η νομολογία των Δικαστηρίων μας, (βλ. Zak and others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6 και Andrew John Yates και Ian Francis Constantin ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320) έχει πράγματι αναγνωρίσει ότι οι δυσανάλογες συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η επιλογή της ποινής της φυλάκισης στην επαγγελματική σταδιοδρομία κάποιου κατηγορουμένου, αποτελούν παράγοντα για να αποφευχθεί τούτη, εφόσον, βεβαίως, δικαιολογείται μια τέτοια εξέλιξη από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση. Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός πως τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν συνδέονται άμεσα με την εργασία και τη θέση τους στο αστυνομικό σώμα. Το ζήτημα φαίνεται επίσης να απασχόλησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Σ. Σουτζιής ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) όπου μεταξύ άλλων σημειώθηκε: «.Επιπρόσθετα, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε πως, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Sentencing and Criminal Justice, Α. Ashworth, έκδοση 2000, στη σελ. 152, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του αδικοπραγούντα, όπου τα αδικήματα είναι άσχετα με την εργασία του, είναι παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός. Αλλά όπου το έγκλημα προκύπτει από την εργοδότηση του κατηγορούμενου και μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. (Δέστε και Barrick
(1985)7 Cr. App. R. (s.) 142). Στην παρούσα περίπτωση τα αδικήματα δεν είναι άσχετα με την εργασία του εφεσείοντα, αλλά, αντίθετα συνδέονται άμεσα με τη θέση του.» Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενες με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η κατάλληλη υπό τις περιστάσεις ποινή, είναι η ποινή της φυλάκισης. Τούτο, έχοντας επίγνωση ότι ποινή στερητική της ελευθερίας επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται αναπόφευκτη, αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση, ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλέπε Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πατατάρης
(1994)2 Α.ΑΔ. 128). Ως άλλωστε κατά επανάληψη έχει υποδειχθεί η ποινή της φυλάκισης αποτελεί καθόλα θεμιτό μέτρο και στην περίπτωση παραβατών με λευκό ποινικό μητρώο, αν ένα τέτοιο μέτρο κρίνεται επιβεβλημένο και αναπόφευκτο μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη (βλέπε Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Εξαντλώντας κάθε περιθώριο επιείκειας προς όφελος των κατηγορουμένων, καταλήγουμε ότι το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, σωρευτικά θεωρούμενων, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτά διαπράχθηκαν, το λευκό ποινικό τους μητρώο, τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις και όλα τα ελαφρυντικά που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, είναι σε θέση να επηρεάσουν την έκταση της ποινής, σε καμιά όμως περίπτωση δε θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της. Κρίνουμε, ότι υπό τις περιστάσεις, η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο 1: Στην κατηγορία 2, ποινή φυλάκισης ενός έτους. Στην κατηγορία 3, ποινή φυλάκισης εννέα μηνών. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο 2: Στην κατηγορία 2, ποινή φυλάκισης ενός έτους. Στην κατηγορία 3, ποινή φυλάκισης εννέα μηνών. Οι ποινές και για τους δύο κατηγορούμενους να συντρέχουν. Έχοντας ήδη καταλήξει ότι η αρμόζουσα ποινή στην παρούσα περίπτωση είναι αυτή της φυλάκισης και για τους δύο κατηγορούμενους, το Δικαστήριο, οφείλει σε αυτό το στάδιο να εξετάσει την εισήγηση της Υπεράσπισης περί αναστολής της επιβληθείσας ποινής. Είναι γεγονός ότι μετά την τροποποίηση του σχετικού Νόμου, τα κριτήρια για την αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν καταστεί πιο ελαστικά, αφού έχουν αρθεί περιορισμοί που είχαν εισαχθεί με τροποποιητικό νόμο ο οποίος έχει καταργηθεί. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επί του θέματος έχει και πάλι διευρυνθεί (βλ. Παπευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Κ. Νικολάου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 41/16 ημερ. 14.04.2016). Το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αναστείλει ποινή φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν μια υπόθεση και τα προσωπικά περιστατικά ενός κατηγορούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ως έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, δεν φαίνονται να δικαιολογούν τέτοια εξέλιξη. Ούτε οι προσωπικές περιστάσεις δικαιολογούν την αναστολή των επιβληθεισών σε αυτούς ποινών. Με δεδομένη άλλωστε τη σοβαρότητα των περιστατικών της υπόθεσης, τη φύση των αδικημάτων και την εν γένει στάση και συμπεριφορά των κατηγορουμένων, στην οποία δεν εντοπίζεται η παρουσία οποιωνδήποτε στοιχείων μεταμέλειας, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα γι΄ αυτού του είδους τις συμπεριφορές. (Βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930). Ο χρόνος που οι κατηγορούμενοι τέλεσαν σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάση του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα έξοδα, ύψους €85, να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο