Γεώργιου Χριστοφόρου ν. Αλέξανδρου Καρνάβαλλου, Αρ. Υπόθεσης: 6777/13, 13/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6777/13 Μεταξύ: Γεώργιου Χριστοφόρου Παραπονούμενου -ν- Αλέξανδρου Καρνάβαλλου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 13 Μαΐου, 2016 Για Παραπονούμενο: κα Μ. Εύζωνα Για Κατηγορούμενο: κα Γεωργίου με κ. Καρύδη(Για να ακούσει απόφαση η κ. Γεωργίου) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 27.9.2012 στην Πάφο εξέδωσε προς όφελος τoυ παραπονούμενου την επιταγή με αριθμό 11882528 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας ημερομηνίας 27.9.2012 για το ποσό των €7.000,00, , η οποία όταν εμφανίστηκε στην Τράπεζα για πληρωμή κατά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Για να αποδείξει την υπόθεση του ο παραπονούμενος, κατέθεσε ο ίδιος (Μ.Κ.1) και κάλεσε, ως μάρτυρα του, την Ευαγγελία Δρυμιώτου (Μ.Κ.2). Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, τη Γραπτή Δήλωση του, Έγγραφο Α. Σ' αυτήν και στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι διατηρούσε και διατηρεί στην Πάφο κατάστημα αδειούχων ιπποδρομιακών και ποδοσφαιρικών στοιχημάτων. Ο κατηγορούμενος, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά και ήταν πελάτης του, τού ζήτησε, περί τα μέσα Μαρτίου του 2012, δάνειο ύψους €7.000,00, γιατί θα υποβαλλόταν σε εγχείρηση. Το εν λόγω ποσό, όπως ανέφερε, θα του το επέστρεφε ο κατηγορούμενος μετά από 5 - 6 μήνες από το προϊόν πώλησης ενός ακινήτου. Όταν έδωσε στον κατηγορούμενο το πιο πάνω ποσό, ο τελευταίος του έδωσε μια μεταχρονολογημένη επιταγή για το Σεπτέμβριο του 2012 την οποία κατέθεσε, ως Τεκμήριο
- Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου του ανέφερε, ότι το ποσό, η ημερομηνία και η υπογραφή στην επιταγή τέθηκαν από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του. Ανέφερε ακόμη, ότι όταν τον Σεπτέμβριο του 2012 ζήτησε από τον κατηγορούμενο την επιστροφή του πιο πάνω ποσού, ο κατηγορούμενος ενώ αρχικά του υποσχόταν ότι θα του το επέστρεφε ακολούθως τού ζήτησε να καταθέσει την επιταγή για να πληρωθεί. Παρά το γεγονός ότι κατέθεσε την επιταγή δυο με τρεις φορές, αυτή δεν τιμήθηκε, γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Η επιταγή δεν ξοφλήθηκε και για τον λόγο αυτό καταχώρησε την παρούσα υπόθεση με την οποία επιζητεί την τιμωρία του κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε με κάποιο συνέταιρο του, πρακτορείο στοιχημάτων στην οδό Αγαπήνωρος 28 για το οποίο είχε άδεια διεξαγωγής ποδοσφαιρικών και ιπποδρομιακών στοιχημάτων και ότι τώρα διατηρεί κατάστημα πώλησης αντικών και οικιακών ειδών. Αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν στο πρακτορείο του μηχανές παράνομου τζόγου, όπως π.χ. φρουτάκια. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι το ποσό της επιταγής αφορούσε χρέος που δημιουργήθηκε από παράνομο τζόγο που έπαιξε ο κατηγορούμενος και ότι η επιταγή τού δόθηκε από τον κατηγορούμενο το 2008, επιμένοντας στη θέση του ότι η επίδικη επιταγή αφορούσε δάνειο που παραχώρησε στον κατηγορούμενο τον Μάρτιο του
- Σε σχετική ερώτηση δέχθηκε, ότι είναι αυτός που συμπλήρωσε το όνομα του και την ημερομηνία στην επίδικη επιταγή, επισημαίνοντας ότι αυτό αποτελούσε δικαίωμα του. Ανέφερε ακόμη, ότι την επίδικη επιταγή την κατέθεσε τον Σεπτέμβριο, «ως η μεταξύ τους αρχική συμφωνία» όταν παραχώρησε στον κατηγορούμενο το δάνειο τον Μάρτιο. Για την επίδικη επιταγή δεν καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον του κατηγορούμενου, επισημαίνοντας ότι σκοπός της παρούσας υπόθεσης είναι η τιμωρία του και όχι η είσπραξη του ποσού. Εκτός από την επίδικη επιταγή, όπως ανέφερε, ο κατηγορούμενος τού έκδωσε και άλλες επιταγές που αφορούσαν χρέη από στοιχήματα και δάνεια που του παραχωρούσε. Σε ερώτηση κατά πόσο οι εν λόγω επιταγές ήταν της ίδιας ημερομηνίας με την επίδικη, ο παραπονούμενος ανέφερε, ότι είναι ο ίδιος που συμπλήρωσε την ημερομηνία σε αυτές και ότι τις κατέθεσε για πληρωμή, όταν η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε με σκοπό να προχωρήσει σε ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου. Επίσης ανέφερε, ότι ο λόγος που δεν συμπληρώθηκε στην επίδικη επιταγή η ημερομηνία ήταν, γιατί δεν θα μπορούσε να την παρουσιάσει για εξαργύρωση σε περίπτωση που περνούσαν τρεις μήνες και ότι όταν αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν θα τον πλήρωνε τότε την κατέθεσε στην Τράπεζα. Επίσης ανέφερε, ότι ο κατηγορούμενος τού πρότεινε όπως τού μεταβιβάσει συγκεκριμένο ακίνητο προς εξόφληση των επιταγών, πρόταση την οποία απέρριψε. Κατά την επανεξέταση του ανέφερε, ότι ο λόγος που συμπλήρωσε στην επιταγή την ημερομηνία 27.9.2012 ήταν, γιατί ο κατηγορούμενος τού είχε υποσχεθεί ότι θα του ξοφλούσε το δάνειο. Στη συνέχεια ανέφερε, ότι την εν λόγω ημερομηνία την «έβαλαν» την ημέρα που ο κατηγορούμενος τού έκδωσε την επιταγή. Ακόμη ανέφερε, ότι το πρακτορείο το έκλεισε τον Ιούλιο του 2015 διευκρινίζοντας ότι ο λόγος που κατά την κυρίως εξέταση του, Έγγραφο Α, ανέφερε ότι διατηρεί πρακτορείο ήταν, γιατί όταν τον Ιούνιο του 2015 τον ειδοποίησε η συνήγορος του ότι θα ξεκινούσε η υπόθεση, διατηρούσε το πρακτορείο. Η Μ.Κ.2 ανέφερε, ότι αρχικά εργαζόταν στην Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου και ότι μετά από την συγχώνευση των Συνεργατικών εταιρειών, που έγινε στις 26.10.2013, εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Η Σ.Π.Ε. Γεροσκήπους και Ανατολικής Πάφου μετατράπηκε από εταιρεία απεριόριστης σε περιορισμένης ευθύνης και ότι το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ μετονομάσθηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, (Τεκμήρια 2 και 3). Ανέφερε ακόμη, ότι η επίδικη επιταγή, της οποίας πληρώτρια Τράπεζα ήταν η Σ.Π.Ε. Πέγειας, κατατέθηκε, όπως φαίνεται από τις σφραγίδες που τέθηκαν σε αυτή, στις 27.9.2012 στην Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου και επιστράφηκε στις 2.10.
- Ακολούθως κατατέθηκε στις 5.10.2012 και επιστράφηκε στις 9.10.2012 με την ένδειξη ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια και στη συνέχεια κατατέθηκε στις 19.10.2012 και επιστράφηκε στις 23.10.2012 με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη-ακάλυπτη επιταγή». Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο στις 27.9.2012 ο παραπονούμενος κατέθεσε για πληρωμή και άλλες επιταγές εκτός από την επίδικη. Ανέφερε ακόμη, ότι δεν είχε στην κατοχή της κατάσταση του λογαριασμού του κατηγορουμένου που αφορά την επιταγή και ότι είναι από τις σφραγίδες που τέθηκαν επί της επιταγής που γνωρίζει ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό του. Ανέφερε ακόμη, ότι λογαριασμός του κατηγορούμενου εξακολουθεί να υφίσταται χωρίς να παρουσιάζει κίνηση και γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. Ανέφερε ακόμη, ότι όλες οι Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες υπάγονται στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και ότι ο λόγος για τον οποίο επιστρέφεται μια επιταγή, επιλέγεται από τον υπάλληλο της εκδότριας τράπεζας, στην προκειμένη περίπτωση από τη Σ.Π.Ε. Πέγειας. Όταν οι Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες παραλαμβάνουν μια επιταγή, τη σφραγίζουν για να κατατεθεί στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, ακολούθως επιλέγεται ηλεκτρονικά ο λόγος μη πληρωμής της και μέσω του «clearing» άλλος αρμόδιος υπάλληλος θέτει την υπογραφή του. Στην προκείμενη περίπτωση, η σφραγίδα ημερομηνίας 23.10.2012 τέθηκε από την Λευκωσία, που γίνεται το «clearing», κατόπιν εντολής υπαλλήλου της Σ.Π.Ε. Πέγειας. Ανέφερε επίσης, ότι η ίδια δεν έθεσε καμία από τις σφραγίδες στην επιταγή. Εξ' όσων θυμόταν, από έλεγχο που έκανε στον λογαριασμό του κατηγορούμενου 2-3 μέρες πριν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, αυτός ήταν σε υπέρβαση και γι' αυτό το λόγο επιστράφηκε η επίδικη επιταγή. Σε υποβολή ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό του κατηγορούμενου, η μάρτυρας ανέφερε ότι εάν υπήρχαν η επιταγή δεν θα επιστρεφόταν. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ως μάρτυρες υπεράσπισης τον Αλέξανδρο Αλεξίου (Μ.Υ.2) τον Κώστα Γεωργίου (Μ.Υ.3) και τον Κυριάκο Κυριάκου (Μ.Υ.4). Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την Γραπτή Δήλωση του, Έγγραφο Β, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι με τον παραπονούμενο δεν είχε φιλικές σχέσεις και ότι τον γνώρισε το 2008 όταν άρχισε να επισκέπτεται το υποστατικό που διατηρούσε. Από το 2008 μέχρι και τα μέσα του 2010 επισκεπτόταν το υποστατικό του παραπονουμένου για να παίζει σε μηχανές ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών, τύπου «φρουτάκια», που υπήρχαν σε αυτό και ουδέποτε, όπως ανέφερε, ασχολήθηκε με τα ιπποδρομιακά και ποδοσφαιρικά στοιχήματα. Για να παίξει ένας πελάτης στις εν λόγω μηχανές έδινε χρήματα σε υπαλλήλους του πρακτορείου οι οποίοι πίστωναν την μηχανή και ακολούθως άρχιζε η διεξαγωγή του παιχνιδιού. Στην περίπτωση που ο πελάτης κέρδιζε μικρά ποσά αυτά εξαργυρώνονταν από τους υπαλλήλους, ενώ αν το ποσό ήταν μεγάλο τότε ο παραπονούμενος ήταν αυτός που κατέβαλε το ποσό σε μετρητά. Γνώριζε, όπως ανέφερε, ότι οι μηχανές «φρουτάκια» δεν ήταν νόμιμες, γιατί τόσο ο παραπονούμενος όσο και εργαζόμενοι στο υποστατικό το ανέφεραν στους πελάτες και σε αρκετές περιπτώσεις όταν η αστυνομία διενεργούσε ελέγχους, οι πελάτες ειδοποιούνταν έγκαιρα από τους υπαλλήλους του υποστατικού οι οποίοι έκλειναν τις μηχανές. Ανέφερε ακόμη, ότι όταν στα τέλη του 2008 με αρχές του 2009 δεν είχε αρκετά χρήματα σε μετρητά για να παίζει, ο παραπονούμενος του είπε ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να παίζει «φρουτάκια» με πίστωση και ακολούθως όταν άρχισε να αυξάνεται το ποσό της πίστωσης ο παραπονούμενος του ζητούσε επιταγές για να τις έχει ως απόδειξη «οφειλής και εγγύηση». Θέση του ήταν, ότι η επίδικη επιταγή δεν δόθηκε στον παραπονούμενο με σκοπό την εξαργύρωση της, αλλά σαν μια μορφή εξασφάλισης του χρέους που δημιουργήθηκε από την διεξαγωγή παράνομου τζόγου. Επίσης ανέφερε, ότι στις επιταγές που έδινε στον παραπονούμενο δεν συμπλήρωνε την ημερομηνία και το όνομα του δικαιούχου, αλλά μόνο το ποσό και τις υπέγραφε. Από το ίδιο μπλοκ επιταγών της Σ.Π.Ε. Πέγειας εξέδωσε σταδιακά από το 2008 μέχρι το 2009 αρκετές επιταγές για το συνολικό ποσό των €113.000,00 περίπου, μεταξύ των οποίων και την επίδικη επιταγή. Έναντι του πιο πάνω ποσού έδωσε το 2010 στον παραπονούμενο σε μετρητά το ποσό των €25.000,00 και όταν του ζήτησε να του επιστρέψει τις επιταγές με το αντίστοιχο ποσό, αυτός του είπε ότι δεν τις είχε μαζί του και ότι θα το διευθετούσε αργότερα. Πριν δώσει στον παραπονούμενο τις €25.000,00 σε μια από τις επισκέψεις του τελευταίου στην επιχείρηση του, τού πρότεινε να αγοράσει ένα ακίνητο αφαιρώντας από την αξία του το οφειλόμενο ποσό αλλά ο κατηγορούμενος αρνήθηκε. Προς υποστήριξη της θέσης του ότι δεν είναι τον Μάρτιο του 2012 που έδωσε την επίδικη επιταγή στον παραπονούμενο, κατέθεσε ως Τεκμήριο 4, την κατάσταση του λογαριασμού του και ως Τεκμήριο 5, αντίγραφο της επιταγής με αριθμό 11882530, αναφέροντας ότι ενώ η εν λόγω επιταγή ήταν αριθμητικά μεταγενέστερη της επίδικης, εμφανίστηκε για πληρωμή στην Σ.Π.Ε. Πέγειας στις 21.1.
- Στη συνέχεια ανέφερε, ότι στις 27.9.2012 ο παραπονούμενος κατέθεσε για πληρωμή και άλλες επιταγές, Τεκμήρια 6 έως 11, τις οποίες τού εξέδωσε και που προέρχονταν και αυτές από χρέος που δημιουργήθηκε από παράνομο τζόγο. Κατέθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 12 το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 10974/13 την οποία καταχώρησε εναντίον του ο παραπονούμενος και που αφορά κάποιες από τις επιταγές, Τεκμήρια 6 -
- Αναφορικά με το πρόβλημα υγείας του, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι, αυτό προέκυψε τον Ιούνιο του 2013 και ότι τον Μάρτιο του 2014 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και προς τούτο κατέθεσε ως Τεκμήρια 13 και 14 σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις. Ανέφερε ακόμη, ότι ποτέ δεν έδωσε τη συγκατάθεση του στον παραπονούμενο για να συμπληρώσει επί της επίδικης επιταγής το όνομα του ή την ημερομηνία και να την καταθέσει για πληρωμή στην Τράπεζα, επισημαίνοντας ότι, όλες οι επιταγές που εξέδωσε προς όφελος του παραπονουμένου δόθηκαν ως εξασφάλιση του χρέους του από παράνομο τζόγο και όχι για να εξαργυρωθούν. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι ο λογαριασμός του, Τεκμήριο 4 ήταν τρεχούμενος με όριο. Σε σχετική ερώτηση για την επιταγή Τεκμήριο 5, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι κατατέθηκε για πληρωμή στις 29.1.2010 και 5.2.2010 και ότι δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Δεν θυμόταν αν την επίδικη επιταγή την παρέδωσε στον παραπονούμενο, γιατί κάποιες από τις επιταγές τις παρέδιδε στον ίδιο και κάποιες σε υπαλλήλους του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι την επίδικη επιταγή την υπέγραψε τον Μάρτιο του 2012, επιμένοντας στη θέση του ότι όλες οι επιταγές τις οποίες έχει στην κατοχή του ο παραπονούμενος τις έκδωσε μεταξύ της περιόδου 2008 με αρχές του
- Δέχθηκε, ότι η επίδικη επιταγή δεν εξαργυρώθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Σε υποβολή ότι η ημερομηνία επί της επίδικης επιταγής τέθηκε από τον ίδιο μαζί με τον παραπονούμενο, ο μάρτυρας επανέλαβε την θέση του ότι αυτός συμπλήρωσε σε αυτή μόνο το ποσό. Αρνήθηκε ότι έδωσε την έγκριση του στον παραπονούμενο για να θέσει την ημερομηνία, υποστηρίζοντας ότι τον παραπονούμενο έχει να τον δει από το
- Ερωτηθείς σχετικά με τις επισκέψεις του παραπονούμενου στο κρεοπωλείο του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι σκοπός των επισκέψεων του ήταν ο εκφοβισμός και η απαίτηση για πληρωμή των οφειλομένων ποσών καθότι σταμάτησε να ήταν πελάτης του πρακτορείου. Φοβήθηκε, όπως ανέφερε, για την οικογένεια του και αυτός ήταν ο λόγος που κατέβαλε στον παραπονούμενο τις €25.000,00 και τού πρότεινε να αγοράσει ακίνητο του αφαιρώντας το χρέος που είχε σε αυτόν. Ανέφερε ακόμη, ότι δεν οφείλει στον παραπονούμενο το ποσό των €113.000,00 γιατί αυτό προήλθε από παράνομο ηλεκτρονικό τζόγο και ότι ο παραπονούμενος γνώριζε ότι δεν υπήρχαν λεφτά για να εξαργυρωθούν οι επιταγές που του έδινε. Ερωτηθείς σχετικά με το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού του, Τεκμηρίου 4, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, δεν ήταν σε θέση να δώσει απαντήσεις, γιατί δεν μπορούσε να θυμάται για ποιο λόγο εξέδωσε τις επιταγές για τις οποίες ρωτήθηκε και για ποιο λόγο έγιναν κάποιες πιστώσεις στο λογαριασμό του. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Αλέξανδρος Αλεξίου, ο οποίος ανέφερε ότι από τις 26.6.2013 που τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος στο Ο.Π.Ε Πάφου, γνωρίζει ότι ο παραπονούμενος διατηρούσε υποστατικό στην Χλώρακα το οποίο λειτουργούσε ως καζίνο και ότι σε αυτό διενεργήθηκαν έλεγχοι για κυβεία και κατασχέθηκαν όργανα της κυβείας. Σχετικά με το υποστατικό του παραπονούμενου στην οδό Αγαπήνωρος 28 στην Κάτω Πάφο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν διενεργήθηκε σε αυτό κανένας έλεγχος από την ημέρα που ανέλαβε τα καθήκοντα του, αφού αυτό έκλεισε τέλος του 2012 με αρχές του
- Ανέφερε ακόμη, ότι από το τέλος του 2014 με αρχές του 2015 στο εν λόγω υποστατικό πωλούνται αντίκες. Απ' ότι πληροφορήθηκε από συναδέλφους του, στο εν λόγω υποστατικό υπήρχαν μέχρι το 2012 παράνομες μηχανές ηλεκτρονικού τζόγου τύπου «φρουτάκια». Το 2012, όπως ανέφερε, διεξήχθησαν στην Πάφο αρκετές επιχειρήσεις από την Αστυνομία για την πάταξη του ηλεκτρονικού τζόγου και αρκετά υποστατικά έκλεισαν. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι είναι ο ίδιος που διαπίστωσε ότι, από τα τέλη του 2014 πωλούνται αντίκες στο υποστατικό του παραπονούμενου. Ως τρίτος μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο Κώστας Γεωργίου, Μ.Υ.
- Με τον κατηγορούμενο, όπως ανέφερε, ο οποίος είναι θείος του, διατηρεί καλή σχέση. Τον παραπονούμενο τον γνωρίζει, γιατί μεταξύ της περιόδου από το 2007 έως το 2010 έπαιζε καθημερινά στο υποστατικό του «φρουτάκια» σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Συνήθως, όπως ανέφερε, πλήρωνε τοις μετρητοίς και σε κάποιες περιπτώσεις έπαιζε με πίστωση και κάποτε έκδιδε και επιταγές. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15
(1)και
(2), αντίγραφο επιταγής την οποία έδωσε στον παραπονούμενο. Σε αρκετές περιπτώσεις, μεταξύ της περιόδου από το 2008 μέχρι το 2010 περίπου, είδε και τον κατηγορούμενο να παίζει «φρουτάκια» στο πρακτορείο του παραπονούμενου. Ανέφερε ακόμη, ότι γνώριζε πώς ο παραπονούμενος έδινε πίστωση για την διεξαγωγή αυτών των παιχνιδιών και ότι ο ίδιος δεν του οφείλει σήμερα οποιοδήποτε ποσό. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν έπαιζε ιπποδρομιακά στοιχήματα αλλά μόνο »φρουτάκια» και αρνήθηκε τις υποβολές ότι σκοπός του ήταν να βοηθήσει με την μαρτυρία του τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Υ.4, αστυφύλακας Κυριάκος Κυριάκου, ανέφερε ότι είναι ο υπεύθυνος του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου. Ερωτηθείς για τις δραστηριότητες που διεξάγονταν στο υποστατικό του παραπονούμενου στην οδό Αγαπήνωρος 28 για την περίοδο από το 2007 έως το 2013, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, μετά από έρευνες που διενεργήθηκαν από το ΟΠΕ της Πάφου διαπιστώθηκε, ότι διεξάγονταν παράνομα στοιχήματα και συγκεκριμένα υπήρχαν, μεταξύ άλλων, παράνομες μηχανές τυχερών παιγνίου και μη εξουσιοδοτημένοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, διευκρινίζοντας ότι οι τελευταίοι περιείχαν παράνομα προγράμματα ηλεκτρονικού τζόγου που τις καθιστούσαν μηχανές παράνομου παιγνίου. Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο υπάρχουν καταδίκες εναντίον του παραπονούμενου και του υποστατικού, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εκδόθηκαν 5 καταδικαστικές αποφάσεις που αφορούσαν αδικήματα που διεπράχθησαν την περίοδο από 12.9.2007 μέχρι 15.5.
- Ανέφερε ακόμη, ότι κατά την διενέργεια των ελέγχων κατασχέθηκαν σε κάποιες περιπτώσεις υπολογιστές και άλλα τεκμήρια. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε τους αριθμούς των υποθέσεων στις οποίες καταδικάστηκε ο παραπονούμενος, τις ημερομηνίες που διεξήχθηκαν οι έρευνες και τις ονομασίες με τις οποίες λειτουργούσε το πρακτορείο. Κληθείς να αναφέρει σε ποιον αριθμό επί της οδού Αγαπήνωρος βρισκόταν το υποστατικό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε τον ακριβή αριθμό για όλες τις περιπτώσεις και ότι σε κάποιους φακέλους αναγράφονταν οι αριθμοί 30 και 30Α και σε άλλους ο αριθμός
- Μπορεί, όπως είπε, να υπήρξε λάθος στην καταχώρηση του αριθμού της οδού, επισημαίνοντας ότι αυτό που γνώριζε είναι, ότι ο παραπονούμενος διατηρούσε ένα πρακτορείο στην πιο πάνω οδό. Σε υποβολή που τού τέθηκε ότι, ο παραπονούμενος διατηρούσε δύο πρακτορεία επί της οδού Αγαπήνωρος, ένα στον αριθμό 28 και ένα στον αριθμό 30, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο διευκρινίζοντας, ότι κάποιες από τις υποθέσεις που βρίσκονται υπό εκδίκαση αφορούν το υποστατικό στην οδό Αγαπήνωρος
- Σε σχετική ερώτηση ανέφερε, ότι η γνώση του για τις προηγούμενες καταδίκες του παραπονούμενου, προέρχονταν από έρευνα που διενήργησε στο αρχείο του Κεντρικού Σταθμού στον οποίο υπηρετεί από το 2012, επισημαίνοντας ότι ως υπεύθυνος του Κεντρικού σταθμού δεν χρειάζεται άδεια για να έχει πρόσβαση στο αρχείο. Ακολούθως, συμφώνησε με την θέση της συνηγόρου του παραπονούμενου ότι ο τελευταίος είναι λευκού ποινικού μητρώου, σύμφωνα με πιστοποιητικό του Κεντρικού Σταθμού Πάφου, ημερομηνίας 16.3.2016, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 16, με την έννοια ότι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε στο παρελθόν διαγράφηκαν. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε, ότι δεν έχει οποιαδήποτε συγγενική σχέση με τον κατηγορούμενο και ότι δεν επισκέφθηκε οποιοδήποτε από τα υποστατικά του παραπονούμενου. Μετά την ολοκλήρωση τις διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε, κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ, 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ., 820). O παραπονούμενος, Μ.Κ.1 δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα της εκδοχής του ότι, η επίδικη επιταγή αφορούσε δάνειο που παραχώρησε στον κατηγορούμενο. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενόρκως και παρατηρώντας την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Οι αναφορές του προς υποστήριξη της εκδοχής του, ότι η επίδικη επιταγή προερχόταν από δάνειο που παραχώρησε στον κατηγορούμενο τον Μάρτιο του 2012 για να υποβληθεί ο τελευταίος σε εγχείρηση σπονδύλου, στερούνται πειστικότητας. Συγκεκριμένα η εν λόγω θέση του, καταρρίπτεται τόσο από την σχετική επί του σημείου αυτού μαρτυρία του κατηγορούμενου, η οποία δεν αμφισβητήθηκε και την οποία για τους λόγους που αναφέρω πιο κάτω την αποδέχομαι , όσο και από τα Τεκμήρια 13 και 14, τα οποία κατέθεσε ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα οποία το συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας δημιουργήθηκε στον κατηγορούμενο μετά από ατύχημα που είχε τον Μάιο του 2013 συνεπεία του οποίου υποβλήθηκε σε εγχείρηση το Μάρτιο του
- Η θέση του επίσης, ότι παραχώρησε στον κατηγορούμενο δάνειο για το οποίο ο τελευταίος του έκδωσε την επίδικη επιταγή η οποία ήταν μεταχρονολογημένη για τον Σεπτέμβριο, κλονίζεται από την θέση του ότι πριν την κατάθεση της επιταγής επικοινωνούσε με τον κατηγορούμενο ζητώντας του την εξόφληση του δανείου. Επιπρόσθετα, εύλογα προκύπτει και το εξής ερώτημα: Ποια η σκοπιμότητα να επικοινωνεί με τον κατηγορούμενο για την εξόφληση του ισχυριζόμενου δανείου και να μην προβαίνει στην κατάθεση της επιταγής εάν αυτή ήταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατά την κυρίως εξέταση του, μεταχρονολογημένη για τον Σεπτέμβριο. Η θέση του επίσης, ότι στο πρακτορείο του διεξάγονταν μόνο νόμιμα ιπποδρομιακά και ποδοσφαιρικά στοιχήματα και ότι δεν υπήρχαν σε αυτό παράνομες μηχανές παιγνίου, διασαλεύτηκε από την μαρτυρία του κατηγορουμένου και των Μ.Υ.3 και 4, των οποίων την μαρτυρία, για τους λόγους που αναφέρω κατωτέρω, αποδέχομαι στην ολότητα της. Επίσης, η θέση του ότι είναι μετά την μη εξαργύρωση της επίδικης επιταγής που συμπλήρωσε στις υπόλοιπες επιταγές την ημερομηνία και τις κατέθεσε στην Τράπεζα, καταρρίφθηκε από τα Τεκμήρια 4 και 6 έως 11, σύμφωνα με τα οποία, η ημερομηνία επί των εν λόγω επιταγών και η ημερομηνία κατάθεσης τους στην Τράπεζα, είναι η ίδια με την επίδικη. Όπως περαιτέρω προκύπτει από την μαρτυρία του παραπονουμένου, στα κύρια σημεία της οποίας έχω αναφερθεί πιο πάνω, υπάρχουν σε αυτή ουσιώδεις αντιφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω τις εξής: Ενώ κατά την κυρίως εξέταση του και σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου του ανέφερε, ότι η ημερομηνία επί της επίδικης επιταγής συμπληρώθηκε στην παρουσία του από τον κατηγορούμενο, κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι είναι ο ίδιος που την συμπλήρωσε, για να διαφοροποιήσει και πάλι την θέση του κατά την επανεξέταση του αναφέροντας, ότι την ημερομηνία την «έβαλαν» μαζί με τον κατηγορούμενο. Επίσης, η μαρτυρία του μεταβαλλόταν και σε σχέση με το χρονικό σημείο που συμπληρώθηκε επί της επιταγής η ημερομηνία. Ενώ δηλαδή, κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε, ότι όταν του δόθηκε η επιταγή τον Μάρτιο του 2012 αυτή ήταν μεταχρονολογημένη για τον Σεπτέμβριο του 2012, κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι την ημερομηνία την συμπλήρωσε όταν αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν θα του επέστρεφε το δανειζόμενο ποσό, δηλαδή σύμφωνα με την μαρτυρία του τον Σεπτέμβριο του 2012, για να διαφοροποιήσει και πάλι την θέση του κατά την επανεξέταση του υποστηρίζοντας ότι, η ημερομηνία τέθηκε κατά τον χρόνο παράδοσης της σε αυτόν, δηλαδή σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τον Μάρτιο του
- Επίσης, ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι ο κατηγορούμενος που τού ζήτησε να καταθέσει την επιταγή για πληρωμή στην Τράπεζα, κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι αποφάσισε να την καταθέσει στην Τράπεζα όταν αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν θα του επέστρεφε το ποσό που του δάνεισε. Για τους λόγους που εξήγησα δεν δέχομαι την εν γένει εκδοχή του παραπονούμενου, ότι η έκδοση της επιταγής έγινε το 2012 και ότι αυτή προήλθε από δάνειο που παραχώρησε στον κατηγορούμενο, την οποία καταρρίπτω ως αναξιόπιστη και αναληθή. Από την μαρτυρία του αποδέχομαι μόνο τα ακόλουθα: O παραπονούμενος διατηρούσε πρακτορείο στοιχημάτων στην οδό Αγαπήνωρος 28 στη Πάφο και ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος του την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, η οποία όταν κατατέθηκε για πληρωμή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτη. Από την όλη παρουσία της Μ.Κ.2 στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι αυτή προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια, παραθέτοντας τα γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση της μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της. Απάντησε με ευθύτητα όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν. Κατά την αντεξέταση της, παρέμεινε σταθερή, ενώ όταν ερωτήθηκε για θέματα για τα οποία δεν είχε γνώση, με ευθύτητα απάντησε πως δεν γνωρίζει. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε επί του ουσιώδους ζητήματος της παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και της μη τίμησης της λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία της επί του ουσιώδους αυτού ζητήματος υποστηρίζεται και από την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε ο κατηγορούμενος, Τεκμήριο
- Συνακόλουθα κρίνω τη μάρτυρα ειλικρινή και αξιόπιστη γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 2 και 3, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του παραπονούμενου. Από την όλη παρουσία του κατηγορούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, για να καταθέσει την αλήθεια. Απάντησε με ευθύτητα και χωρίς υπεκφυγές τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του και δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας από το Δικαστήριο. Με πειστικότητα επέμενε στην εκδοχή του ότι, ποτέ δεν δανείστηκε από τον παραπονούμενο το ποσό των €7.000,00 για λόγους υγείας και ότι η επίδικη επιταγή, την οποία εξέδωσε προς όφελος του παραπονουμένου και την οποία αρνείται να πληρώσει, προήλθε από χρέος που δημιουργήθηκε από στοιχήματα σε παράνομες μηχανές, τύπου «φρουτάκια» που έπαιζε στο πρακτορείο του παραπονούμενου. Το γεγονός, ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση του κατηγορούμενου ότι το πρόβλημα στην υγεία του παρουσιάστηκε το 2013 και ότι υποβλήθηκε σε εγχείρηση το 2014, ενισχύει τις θέσεις του ότι η επίδικη επιταγή δεν αφορούσε δάνειο για λόγους υγείας και ότι η επιταγή δεν εκδόθηκε περί τα μέσα Μαρτίου του 2012, ως οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι, η μαρτυρία του κατηγορούμενου υποστηρίζεται και από τις ιατρικές βεβαιώσεις, Τεκμήρια 13 και 14, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Η θέση του επίσης, ότι δηλαδή την επίδικη επιταγή δεν την παρέδωσε στον παραπονούμενο τον Μάρτιο του 2012 αλλά εντός της περιόδου από το 2008 με αρχές του 2010, υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 4 και 5, σύμφωνα με τα οποία η επιταγή με αριθμό 11882530, η οποία ήταν αριθμητικά μεταγενέστερη της επίδικης, εμφανίστηκε για πληρωμή στις 21.01.
- Τούτο και σε συνδυασμό με την αναντίλεκτη μαρτυρία του κατηγορουμένου ότι οι επιταγές που εξέδωσε προς όφελος του παραπονουμένου, Τεκμήρια 1 και 6 έως 11, ήταν από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών και όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 5 αφορούσαν τον ίδιο λογαριασμό του κατηγορουμένου, καταδεικνύουν ότι η προαναφερθείσα θέση του κατηγορουμένου είναι λογική και πειστική. Σταθερός επίσης, παρέμεινε στη θέση του ότι ποτέ δεν έδωσε τη συγκατάθεση του στον παραπονούμενο για να συμπληρώσει επί της επίδικης επιταγής το όνομα του ή την ημερομηνία και για να την καταθέσει για πληρωμή. Πέραν των πιο πάνω, σημειώνω ότι σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του κατηγορουμένου παρέμεινε αναντίλεκτη. Ενδεικτικά σημειώνω ότι, δεν αμφισβητήθηκαν οι αναφορές του, ότι ο λόγος που επισκεπτόταν το πρακτορείο του παραπονούμενου ήταν για να παίζει σε παράνομες μηχανές ηλεκτρονικών τυχερών παιγνιδιών, τύπου «φρουτάκια», ότι δεν διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον παραπονούμενο, και ότι η Αστυνομία σε αρκετές περιπτώσεις διενήργησε, στην παρουσία του, ελέγχους στο πρακτορείο του παραπονούμενου για εντοπισμό παράνομων μηχανών παιγνίου. Δεν έτυχαν επίσης αμφισβήτησης οι αναφορές του, ότι αποδεχόμενος την προτροπή του παραπονουμένου, ο τελευταίος του παραχωρούσε πίστωση για να στοιχηματίζει στις πιο πάνω μηχανές και ότι για την εν λόγω πίστωση του εξέδιδε επιταγές ως εγγύηση για την πληρωμή του χρέους. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι η αδυναμία του κατηγορούμενου να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του σχετικά με συναλλαγές που περιλαμβάνονταν στο Τεκμήριο 4, δεν είναι ικανή να δημιουργήσει ρήγμα στη μαρτυρία του αφού θεωρώ ότι πρόκειται για επουσιώδη γεγονότα. Ήταν εμφανές ότι λόγω του χαμηλού μορφωτικού του επιπέδου, το οποίο και ο ίδιος επικαλέστηκε, δεν αντιλαμβανόταν τις έννοιες της πίστωσης και χρέωσης. Ούτε βέβαια και αναμενόταν να είναι σε θέση να θυμόταν σε ποια πρόσωπα και για ποιο λόγο εξέδωσε πριν χρόνια συγκεκριμένες επιταγές. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του κατηγορούμενου, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων που κατέθεσε, την ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβήτησε η πλευρά του παραπονούμενου. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος μου προξένησε θετική εντύπωση, αποσκοπούσε στο να καταδείξει ότι στο πρακτορείο του παραπονουμένου στην οδό Αγαπήνωρος 28, διεξάγονταν παράνομος τζόγος πριν αυτό σταματήσει τη λειτουργία του. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ουσιαστικά δεν έτυχε αμφισβήτησης, αφού κατά την αντεξέταση του κλήθηκε να απαντήσει μόνο από πότε το υποστατικό του παραπονουμένου λειτουργεί ως κατάστημα πώλησης αντικών. Ωστόσο η μαρτυρία του ότι στο πρακτορείο διεξάγονταν παράνομος τζόγος πριν τον Ιούνιο του 2013 συνιστά εξ ακοής μαρτυρία, η οποία ναι μεν δεν αποκλείεται από μόνο τον λόγο ότι είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9), αλλά η βαρύτητα που θα αποδοθεί στην εν λόγω μαρτυρία εξαρτάται από διάφορες περιστάσεις ορισμένες εκ των οποίων μνημονεύονται στο άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στο άρθρο 27
(2)(α) αναφέρεται ως ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας είναι το κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, ενώ στο άρθρο 27
(3)τονίζεται ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην παρούσα περίπτωση, ο μάρτυρας δεν έκανε την παραμικρή αναφορά στα πρόσωπα που προέβηκαν στην αρχική δήλωση. Περιορίστηκε να αναφερθεί αόριστα σε πληροφόρηση που είχε από συναδέλφους του. Στην βάση επομένως των πιο πάνω, θεωρώ πως δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Υ.2. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του Μ.Υ.2, με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο γίνεται αποδεκτή. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον Μ.Υ.3 ήταν θετική. Απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια και δεν διέκρινα σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας του ότι κατευθυνόταν από αλλότρια κίνητρα. Ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του ότι στο πρακτορείο του παραπονούμενου συναντούσε τον κατηγορούμενο, ότι και οι δυο τους έπαιζαν στις μηχανές, τύπου «φρουτάκια» και ότι ο παραπονούμενος παραχωρούσε πίστωση στους πελάτες του για να επιδίδονται σε τυχερά παιγνίδια. Η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης, ότι δηλαδή η μαρτυρία του αποσκοπούσε στην υποβοήθηση της υπόθεσης της κατηγορουμένου λόγω της συγγενικής σχέσης που τους συνδέει, παρέμεινε στην σφαίρα των υποβολών χωρίς να τεθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο και χειροπιαστό που να δημιουργεί ρήγμα στην μαρτυρία του μάρτυρα. Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Μ.Υ.3, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένου του Τεκμηρίου 15
(1)και
(2)που κατέθεσε, την ύπαρξη και το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβήτησε η πλευρά του παραπονούμενου. Η μαρτυρία του Μ.Υ.4 αποσκοπούσε στο να καταδείξει ότι ο παραπονούμενος καταδικάστηκε σε υποθέσεις που αφορούσαν την διεξαγωγή παράνομου τζόγου στο πρακτορείο που διατηρούσε στην οδό Αγαπήνωρος
- Θα πρέπει καταρχήν να σημειώσω ότι δεν έτυχαν αμφισβήτησης οι αναφορές του σχετικά με τον αριθμό των καταδικών και την περίοδο που έλαβαν χώρα οι έρευνες τις αστυνομίας στο πρακτορείο του παραπονουμένου. Αυτό που αμφισβητήθηκε έντονα από τη συνήγορο του παραπονουμένου, ήταν κατά πόσο ο μάρτυρας νομιμοποιούνταν να έχει πρόσβαση στο αρχείο της αστυνομίας από το οποίο άντλησε πληροφόρηση, η ορθότητα του οποίου σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε. Η θέση του μάρτυρα επί του σημείου αυτού, ότι δηλαδή ως υπεύθυνος του Κεντρικού Σταθμού Πάφου, δεν χρειαζόταν άδεια για να έχει πρόσβαση στο αρχείο γίνεται αποδεκτή. Στο σημείο αυτό σημειώνω και την διάσταση στη θέση που η συνήγορος του παραπονούμενου υπέβαλε στον μάρτυρα ότι, δηλαδή ο παραπονούμενος διατηρούσε δύο πρακτορεία, ένα στην οδό Αγαπήνωρος 28 και ένα στην οδό Αγαπήνωρος 30, με την μαρτυρία του παραπονουμένου σύμφωνα με την οποία, το πρακτορείο που διατηρούσε βρισκόταν στην οδό Αγαπήνωρος
- Συνακόλουθα κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Μ.Υ.4, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο παραπονούμενος διατηρούσε πρακτορείο στοιχημάτων στην οδό Αγαπήνωρος 28 στην Πάφο, στο οποίο υπήρχαν μηχανές ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών, τύπου «φρουτάκια». Για να παίξει ένας πελάτης στις εν λόγω μηχανές έδινε χρήματα σε υπαλλήλους του πρακτορείου οι οποίοι πίστωναν την μηχανή και ακολούθως άρχιζε η διεξαγωγή του παιχνιδιού. Στην περίπτωση που ο πελάτης κέρδιζε μικρά ποσά αυτά εξαργυρώνονταν από τους υπαλλήλους, ενώ αν το ποσό ήταν μεγάλο τότε ο παραπονούμενος ήταν αυτός που κατέβαλε το ποσό σε μετρητά. Ο παραπονούμενος και οι εργαζόμενοι στο υποστατικό του πληροφορούσαν τους πελάτες ότι οι εν λόγω μηχανές δεν ήταν νόμιμες και σε αρκετές περιπτώσεις όταν η αστυνομία διενήργησε ελέγχους, οι πελάτες ειδοποιούνταν έγκαιρα από τους υπαλλήλους του υποστατικού οι οποίοι έκλειναν τις μηχανές. Ο κατηγορούμενος επισκεπτόταν το πιο πάνω πρακτορείο του και έπαιζε στις πιο πάνω μηχανές. Όταν ο παραπονούμενος παραχωρούσε στον κατηγορούμενο πίστωση, για να παίζει στις προαναφερθείσες μηχανές, ο τελευταίος παρέδιδε σε αυτόν ή σε υπαλλήλους του επιταγές. Εντός της περιόδου από το 2008 με αρχές του 2010 ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή με αριθμό 11882528, της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας για το ποσό των €7.000,
- Ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε στην εν λόγω επιταγή το ποσό αριθμητικά και ολογράφως και αφού την υπέγραψε την παρέδωσε στον παραπονούμενο ή σε υπάλληλο του. Η επίδικη επιταγή προέκυψε ως οφειλή του κατηγορούμενου προς τον παραπονούμενο κατόπιν πίστωσης που του παραχώρησε για να παίξει στο πρακτορείο του τυχερά παιγνίδια, τύπου «φρουτάκια». Τον Σεπτέμβριο του 2012 ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε επί της επιταγής το όνομα του και την ημερομηνία 27.09.
- Ο κατηγορούμενος δεν έδωσε την συγκατάθεση του στον παραπονούμενο για την συμπλήρωση της ημερομηνίας και την κατάθεση της στην Τράπεζα. Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 27.9.2012 στην Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου και επιστράφηκε στις 2.10.2012 με την ένδειξη «να παρουσιαστεί ξανά». Ακολούθως κατατέθηκε στις 5.10.2012 και επιστράφηκε στις 9.10.2012 με την ένδειξη ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια και στη συνέχεια κατατέθηκε στις 19.10.2012 και επιστράφηκε στις 23.10.2012 με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή» και μέχρι σήμερα παραμένει απλήρωτη. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. Στο σημείο αυτό και παρά το γεγονός ότι η υπεράσπιση δεν ήγειρε τέτοιο ζήτημα, θα εξετάσω κατά πόσο η επίδικη επιταγή εμπίπτει στην έννοια του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, και, ως εκ τούτου, αποτελεί επιταγή, για τους σκοπούς του άρθρου 305Α του Κεφ. 154. Με βάση το άρθρο 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει». Σύμφωνα δε με το άρθρο 3
(4)του ιδίου Νόμου, η επιταγή, όπως και η συναλλαγματική, «δεν είναι άκυρη λόγω του ότι αυτή - (α) δεν είναι χρονολογημένη». Το άρθρο 20 του προαναφερθέντος Νόμου, διαλαμβάνει τα εξής: « 20.-
(1)Όταν απλή υπογραφή σε λευκό χαρτοσημασμένο χαρτί παραδίδεται από αυτόν που υπέγραψε ούτως ώστε να δύναται να μετατραπεί σε συναλλαγματική, ισχύει ως εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση αυτής ως πλήρης συναλλαγματικής για οποιοδήποτε ποσό που καλύπτεται από το χαρτόσημο, αφού χρησιμοποιηθεί γι' αυτό η υπογραφή του εκδότη, ή του αποδέκτη ή οπισθογράφου~ και κατά τον ίδιο τρόπο, όταν συναλλαγματική είναι ελλιπής ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια το πρόσωπο που κατέχει αυτή έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση της παράλειψης κατά οποιοδήποτε τρόπο κρίνει κατάλληλο.
(2)Για να δύναται οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, όταν συμπληρωθεί να καταστεί εκτελεστό κατά οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έγινε μέρος αυτού πριν από τη συμπλήρωση του, πρέπει να συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου, και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. Εύλογος χρόνος για το σκοπό αυτό είναι θέμα πραγματικό: Νοείται ότι.....». Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ο παραπονούμενος είχε εκ πρώτης όψεως την εξουσία να συμπληρώσει στην επίδικη επιταγή την ημερομηνία. (βλ. Τσιακλίδης v. Σιάνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 296, και Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.10). Το ζήτημα που εγείρεται στην προκείμενη περίπτωση είναι κατά πόσο η συμπλήρωση της επιταγής έγινε εντός ευλόγου χρόνου. Δεδομένης της μαρτυρίας την οποία έκανα αποδεκτή και των ευρημάτων μου, θεωρώ ότι η επιταγή έχασε τη νομική της υπόσταση, ως επιταγή, αφού η συμπλήρωση της ημερομηνίας και η παρουσίαση της στην Τράπεζα δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα μου, η επιταγή δόθηκε στον παραπονούμενο περί τα τέλη του 2008 με αρχές του 2010 και η ημερομηνία σε αυτή συμπληρώθηκε από τον παραπονούμενο τον Σεπτέμβριο του
- Επιπρόσθετα με βάση τα ευρήματα μου ο κατηγορούμενος δεν έδωσε την συγκατάθεση του για τη συμπλήρωση της ημερομηνίας και την παρουσίαση της επιταγής στην Τράπεζα. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Στέλιος Χατζησπύρου v. Βάσου Συμιλλίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 139/2015 ημερομηνίας 22.04.2016, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η χρονολόγηση της επιταγής τέσσερα χρόνια μετά την παράδοση της στον Εφεσίβλητο και χωρίς τη συγκατάθεση του Εφεσείοντα είχε σαν αποτέλεσμα να χάσει τη νομική της υπόσταση, ως επιταγή, παύοντας να είναι εκτελεστή για τους σκοπούς του Κεφ.262 και, συνακόλουθα, και του άρθρου 305 Α του Κεφ.
- Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση: «Όπως έχουν τα αναμφισβήτητα γεγονότα, ο εφεσίβλητος πήρε τις επιταγές από τον εφεσείοντα το 2009, χωρίς αυτές να είναι χρονολογημένες. Συμπλήρωσε δε ο ίδιος, στις 31.12.2013, την ημερομηνία αυτή και το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο μπορούσε, πλέον, να το πράξει, δεδομένου του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει από τότε. Συμφώνως του άρθρου 20
(1)του Κεφ. 262, ο εφεσίβλητος, όταν έλαβε τις επιταγές, είχε, εκ πρώτης όψεως, εξουσία να ενεργήσει ως ανωτέρω, δηλαδή να συμπληρώσει ο ίδιος την ημερομηνία σε αυτές. ΄Οπως προβλέπεται, όμως, περαιτέρω, στο άρθρο 20
(2)του ιδίου Νόμου, αυτό έπρεπε να το είχε πράξει εντός ευλόγου χρόνου, το τι δε συνιστά εύλογο χρόνο, στην κάθε περίπτωση, διαπιστώνεται στη βάση των σχετικών γεγονότων. Οι πιο πάνω επισημάνσεις έγιναν στην Griffiths v. Dalton [1940] 2 K.B. 264, στη σελίδα 265, με αναφορά στην αντίστοιχη του Κεφ. 262 αγγλική νομοθεσία. Στην υπόθεση εκείνη, η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν πως η συμπλήρωση της ημερομηνίας στην επιταγή μετά από δεκαοκτώ μήνες, περίπου, από την έκδοσή της δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι έγινε εντός ευλόγου χρόνου∙ πόσο μάλλον, στην παρούσα περίπτωση, όπου η χρονολόγηση των υπό αναφορά επιταγών έγινε μετά από τέσσερα χρόνια. Μάλιστα, σε αντίθεση με ό,τι φαίνεται να θεώρησε ο εκδικάσας Δικαστής, δεν είχε ληφθεί προηγουμένως και η εξουσιοδότηση, προς τούτο, του εφεσείοντος, η οποία, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, ανωτέρω, ήταν, πλέον, οπωσδήποτε, αναγκαία. Ως αποτέλεσμα, κατά την παρουσίασή τους για πληρωμή, αυτές είχαν απολέσει τη νομική υπόστασή τους, ως επιταγές, παύοντας να είναι εκτελεστές για τους σκοπούς του Κεφ. 262 και, συνακόλουθα, και του άρθρου 305Α του Κεφ. 154». Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι η επιταγή έπαυσε να είναι εκτελεστή για τους σκοπούς του Κεφ.262 και, συνακόλουθα, και του άρθρου 305 Α του Κεφ.154. Συνακόλουθα η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι έκθετη σε απόρριψη. Και εάν ακόμη είναι λανθασμένη η πιο πάνω κατάληξη μου, και κατά συνέπεια η επιταγή δεν έπαυσε να είναι εκτελεστή, η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι έκθετη σε απόρριψη και για τον πιο κάτω λόγο: Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος, κατηγορείται για την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Με βάση τα ευρήματα μου, ο παραπονούμενος έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος του παραπονουμένου την επίδικη επιταγή η οποία ενώ παρουσιάσθηκε στην Σ.Π.Ε. Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου για πληρωμή, κατόπιν εντολών της πληρώτριας Τράπεζας, Σ.Π.Ε. Πέγειας δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και ότι μέχρι σήμερα παραμένει απλήρωτη. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν αποδέχομαι την εισήγηση της συνηγόρου της υπεράσπισης στην αγόρευση της ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.2 δεν ήταν σχετική και βοηθητική για το Δικαστήριο. Όπως προανέφερα η μαρτυρία της έγινε αποδεκτή και συνεπώς αποδέχομαι ότι οι επιταγές παρουσιάστηκαν ηλεκτρονικά στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, δηλαδή της Σ.Π.Ε Πέγειας και επιστράφηκαν με τις δικαιολογίες που η μάρτυρας ανέφερε και εμφαίνονται επί των επιταγών στις σχετικές σφραγίδες (άρθρο 305Α παρ.4 (α) & 8 του Κεφ.154). Περαιτέρω η μάρτυρας έδωσε επαρκείς εξηγήσεις αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείτο όταν μια επιταγή κατατίθετο για πληρωμή σε συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, άλλο από την εκδότρια Τράπεζα. Σε κάθε περίπτωση μελετώντας την μαρτυρία δεν θεωρώ ότι ανατράπηκε το τεκμήριο που προκύπτει από τις σφραγίδες επί των επιταγών (βλ. άρθρο 305Α παρ.4 (γ) του Κεφ.154). Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μου, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει πετύχει να αποδείξει την υπεράσπιση που παρέχει η παράγραφος 6 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, το οποίο ορίζει τα εξής: «
(6)Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο». Αποτελεί σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορουμένου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Η συνήγορος του κατηγορουμένου υποστήριξε ότι η συναλλαγή στη βάση της οποίας προέκυψε η οφειλή για την αποπληρωμή της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, είναι παράνομη καθότι προήλθε από την χρήση απαγορευμένης μηχανής τυχερού παιγνιδιού, τύπου «φρουτάκια». Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η χρήση τέτοιας μηχανής είναι παράνομη και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να κριθεί ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης με βρίσκει σύμφωνη. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 4 του Περί Μηχανών Παιγνιδιού, Μηχανών Επιδεξιότητας και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμο του 1996
(32)(Ι)/1996), ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί: 4.-
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) Χειρίζεται ή θέτει σε λειτουργία μηχανή τυχερού παιγνιδιού ή μετέχει σε συνάθροιση με σκοπό το χειρισμό ή τη λειτουργία μηχανής τυχερού παιγνιδιού˙ ή (β) έχει υπό τον έλεγχο ή την κατοχή του μηχανή τυχερού παιγνιδιού˙ ή (γ) εισάγει ή κατασκευάζει μηχανή τυχερού παιγνιδιού, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δυό χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές και το Δικαστήριο μπορεί επιπρόσθετα από οποιαδήποτε ποινή να διατάξει την κατάσχεση της μηχανής σε σχέση με την οποία διαπράχθηκε το αδίκημα.
(2)Για σκοπούς του άρθρου αυτού "μηχανή τυχερού παιγνιδιού" σημαίνει μηχανή που αποβλέπει σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος, ανεξάρτητα από το αν παρέχει ταυτόχρονα δυνατότητες παιγνιδιού ή ψυχαγωγίας ή όχι, και που δεν είναι μηχανή παιγνιδιού ή μηχανή ψυχαγωγίας, περιλαμβάνει δε τις μηχανές που είναι γνωστές με τα ακόλουθα ονόματα ή παρόμοιες τους ή παραλλαγή τους: (α) Μηχανές τύπου πόκερ ή άλλου παρόμοιου παιγνιδιού με τραπουλόχαρτα ή άλλες παραλλαγές ή παραστάσεις˙ (β) μηχανές ιπποδρομιών ή μηχανές με αγώνες δρόμου ή ταχύτητας, όπως σκύλων, αυτοκινήτων ή άλλων˙ (γ) μηχανές που είναι γνωστές ως μηχανές με φρουτάκια ή με παρόμοιες ή άλλες παραστάσεις ή σχήματα ή γράμματα ή χρώματα˙ (δ) μηχανές "μπίγκο" (bingo), ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσαρμογή ή προσθήκη που τείνει να τις εξομοιώσει ή τις εξομοιώνει με άλλο τύπο μηχανής˙ (ε) μηχανές "γερανός"˙ (στ) μηχανές προμήθειας αντικειμένων που βρίσκονται μέσα σ' αυτές, εκτός αν η απλή τοποθέτηση κέρματος εξασφαλίζει αυτόματα την προμήθεια αντικειμένου ίσης χρηματικής αξίας˙ (ζ) μηχανές που έχουν τη δυνατότητα μηδενισμού οποιουδήποτε αποτελέσματος ή ένδειξης και μεταφοράς των πληροφοριών αυτών σε μνήμη, είτε από το χειριστή είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο˙ (η) οποιαδήποτε άλλη μηχανή τυχερού παιγνιδιού που κατά την κρίση του δικαστηρίου που εκδικάζει το αδίκημα είναι παραλλαγή οποιασδήποτε άλλης μηχανής τυχερού παιγνιδιού˙ (θ) οποιοδήποτε εξάρτημα ή προσάρτημα ή λογισμικό πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί και να λειτουργήσει μέσω οθόνης. Από τα ευρήματα μου προκύπτει ότι οι μηχανές, τύπου «φρουτάκια» τις οποίες ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο πρακτορείο του παραπονουμένου και από τις οποίες προέκυψε η οφειλή των €7.000,00 προς τον παραπονούμενο και για την αποπληρωμή της οποίας ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επιταγή, ήταν μηχανές που αποβλέπουν στο κέρδος και εμπίπτουν εντός της έννοιας του άρθρου 4
(2)του προαναφερόμενου Νόμου, ο χειρισμός και η λειτουργία των οποίων αποτελεί αδίκημα που αντίκειται στο άρθρο 4
(1)του ίδιου Νόμου. Συνακόλουθα από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε για συναλλαγή που αντίκειται στις πρόνοιες της συγκεκριμένης Νομοθεσίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος έχει πετύχει να αποδείξει την υπεράσπιση που θέτει η παράγραφος 6 του άρθρου 305(Α). Υπό το φώς των όσων ανέφερα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του κατηγορουμένου και εναντίον του παραπονουμένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο