← Κύπρος

Αστυνομία ν. Γιώργος Πυργούδης, Αρ. Αίτησης: 21/16, 13/5/2016

Αστυνομία ν. Γιώργος Πυργούδης, Αρ. Αίτησης: 21/16, 13/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Αρ. Αίτησης: 21/16 Αστυνομία Αιτήτρια - ν - Γιώργος Πυργούδης Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 13.5.16 Εμφανίσεις: Για την Αστυνομία: κ. Σ. Συμεού (για να ακούσει την απόφαση η κα Σ. Παπαλαζάρου) Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Α. Χαραλαμπίδου για κκ Χρ. Γεωργιάδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Κυριακή Χιταρίδου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η οποία υποβλήθηκε στις 5.2.16 η Αστυνομία εξαιτείται διατάγματος κατακράτησης δύο πυροβόλων όπλων, ήτοι του ΔΟΚΟ μάρκας ΑΥΑ με αριθμό εγγραφής P 15819 και του ΔΟΚΟ μάρκας Special Poldy με αριθμό εγγραφής P 2051, που κατάσχεσε την 1.2.16 από την οικία του Καθ' ου η αίτηση αφότου σε αυτήν προηγήθηκε έρευνα κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του. Αφορμή για την κατάσχεση υπήρξε καταγγελία του Δήμαρχου Πάφου στο ΤΑΕ Πάφου σύμφωνα με την οποία την 1.2.16 και περί ώρα 6:15 π.μ. όταν ο Δήμαρχος μετέβη στο Δημοτικό Μέγαρο Πάφου διαπίστωσε ότι η κύρια είσοδος και η είσοδος στο πίσω μέρος του Δημαρχείου ήταν κλειδωμένες με αλυσίδες και κλειδωνιές. Σε γραπτή του κατάθεση ο Δήμαρχος εξέφρασε υποψίες ότι στην υπόθεση πιθανόν να ενέχεται ο Καθ' ου η αίτηση, πρώην υπάλληλος του Δήμου Πάφου, εναντίον του οποίου εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η ποινική υπόθεση με αριθμό 1797/15, από τώρα και στο εξής «η ποινική υπόθεση», με παραπονούμενο τον Δήμο Πάφου και η οποία αφορά στην κατηγορία της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η κατακράτηση των πιο πάνω αντικειμένων μέχρι την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 25, 27 και 32 και 32Α του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «το Κεφ. 155», και στο άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «το Κεφ. 154». Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση υπογράφεται από τον Αστυφύλακα 4908, Μαρίνο Χρίστου, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου. Ο εν λόγω αστυφύλακας διερευνά το αδίκημα της κοινής οχληρίας κατά παράβαση του άρθρου 186 του Κεφ.

  1. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση στις 16.2.16 ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση. Στην εν λόγω ένορκο δήλωση ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι τα κατασχεθέντα όπλα είναι δικής του ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους κάτωθι λόγους: ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει μέχρι σήμερα κατηγορηθεί για το αδίκημα για το οποίο έγινε η καταγγελία από τον Δήμαρχο Πάφου και που σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αφορά στο αδίκημα της κοινής οχληρίας κατά παράβαση του άρθρου 186 του Κεφ. 154 το οποίο είναι υπό διερεύνηση τα κατασχεθέντα αντικείμενα ουδεμία σχέση έχουν και με κανένα τρόπο δεν συνδέονται είτε με την υπό διερεύνηση υπόθεση, η οποία αφορά σε κοινή οχληρία, είτε με την ποινική υπόθεση. Συγκεκριμένα στην ποινική υπόθεση ο Καθ' ου η αίτηση κατηγορείται για απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες και συγκεκριμένα για ένα αυτοσχέδιο μεταλλικό εκρηκτικό μηχανισμό τύπου εργοστασιακού πυροσβεστήρα που περιείχε εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος, μεταφορά ή κατοχή εκρηκτικών υλών, κατασκευή εκρηκτικής ύλης και χρησιμοποίηση ή απόπειρα χρησιμοποίησης εκρηκτικής ύλης χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αναφέρονται ποιες ενέργειες έχουν γίνει από την Αστυνομία και/ή αν έχουν γίνει οποιεσδήποτε ενέργειες για ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας. Περαιτέρω δεν αναφέρεται καν αν είναι απαραίτητη η κατακράτηση των κατασχεθέντων όπλων για την διεκπεραίωση της ανακριτικής και ενδεχόμενης ποινικής διαδικασίας η κατακράτηση των όπλων επ' αόριστο θα προκαλέσει αδικία στον Καθ' ου η αίτηση στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αναφέρεται αν τα κατασχεθέντα όπλα θα παρουσιασθούν στο Δικαστήριο σε ενδεχόμενη ποινική διαδικασία αναφορικά με την υπό διερεύνηση υπόθεση ή στην ποινική υπόθεση. Επίσης, δεν διασαφηνίζεται ο σκοπός για τον οποίο ζητείται η περαιτέρω κράτηση δεν διευκρινίζεται το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται η περαιτέρω κράτηση των κατασχεθέντων αντικειμένων η κατακράτηση είναι αχρείαστη για την διεκπεραίωση οποιασδήποτε ανακριτικής και ενδεχόμενης ποινικής διαδικασίας η αγορά των κατασχεθέντων όπλων στοίχισε στον Καθ' ου η αίτηση Ευρώ 500,00 σεντ. Για σκοπούς διατήρησής τους είναι απαραίτητη η φροντίδα και φύλαξή τους σε κατάλληλο χώρο. Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τα κατασχεθέντα αντικείμενα ενδέχεται να υποστούν ζημία και να προκύψει παραβίαση του δικαιώματος του Καθ' ου η αίτηση που αφορά στην ιδιοκτησία. Εν πάση περιπτώσει αν είναι απαραίτητο να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις ο Καθ' ου η αίτηση αναλαμβάνει, εφόσον κληθεί, να προσκομίσει τα όπλα για σκοπούς περαιτέρω εξέτασης ο Καθ' ου η αίτηση διαβεβαιώνει ότι δεν θα αποξενώσει ούτε θα καταστρέψει τα κατασχεθέντα αντικείμενα και ότι θα τα φυλάσσει στο υποστατικό του. Υπό το φως των πιο πάνω ο Καθ' ου η αίτηση ζητά απόρριψη της αίτησης και επιστροφή σε αυτόν των κατασχεθέντων όπλων. Σημειώνεται ότι ο λόγος ένστασης με αριθμό 2 και ο οποίος αναφέρεται στο τεκμήριο της αθωότητας δεν υποστηρίζεται με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και δεν προωθήθηκε με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι αυτός έχει εγκαταλειφθεί γι' αυτό και δεν θα με απασχολήσει. Η διαδικασία για την έκδοση διαταγμάτων κατακράτησης καλύπτεται από τα άρθρα 25, 27, 32, 32Α, 33 και 34 του Κεφ.
  2. Το άρθρο 25 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «

(1)Κάθε αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα — (α) να κατακρατήσει και ερευνήσει οποιοδήποτε τον οποίο αυτός εύλογα υποπτεύεται ότι φέρει, μεταφέρει ή αποκρύπτει αντικείμενο ή έγγραφο σε σχέση με το οποίο πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα· (β) να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο — (ι) αν έχει λόγο να πιστεύει ότι σε αυτό πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται, ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με θανατική ποινή ή με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο έτη ή ότι δύναται να βρεθεί σε αυτό οποιοδήποτε όργανο με το οποίο έχει πρόσφατα διαπραχτεί οποιοδήποτε τέτοιο ποινικό αδίκημα· (ιι) αν ο κάτοχος του τόπου ζητά τη βοήθεια της αστυνομίας· (ιιι) αν οποιοσδήποτε στον τόπο αυτό ζητά τη βοήθεια της αστυνομίας και υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι διαπράττεται αδίκημα εντός αυτού· (ιν) σε οποιαδήποτε περίπτωση κατά την οποία δύναται να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο χωρίς ένταλμα δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει εκάστοτε.
(2)Οτιδήποτε βρεθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού το οποίο θα μπορούσε να κατασχεθεί αν η έρευνα διεξαγόταν δυνάμει εντάλματος, δύναται να κατασχεθεί και τύχει μεταχείρισης κατά τον ίδιο τρόπο ως αν αυτό ήταν πράγμα που κατασχέθηκε κατά τη διάρκεια έρευνας δυνάμει εντάλματος, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 32, με τις αναγκαίες προσαρμογές, σε οποιοδήποτε τέτοιο πράγμα». Το άρθρο 27 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν δικαστής ικανοποιείται με εγγράφου δηλώσεως ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει - (α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε· ή (β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος· ή (γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως «ένταλμα έρευνας»), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό - (ι) να ερευνήσει τον τόπο αυτό προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος και να κατάσχει και μεταφέρει αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ή ενώπιον άλλου Δικαστηρίου για να τύχει αυτό μεταχείρισης σύμφωνα με το νόμο· και (ιι) να συλλάβει και να προσαγάγει ενώπιον Δικαστή τον κάτοχο της οικίας ή του τόπου όπου βρέθηκε το πράγμα ή οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ της οικίας αυτής ή του τόπου το οποίο κατέχει τέτοιο πράγμα, αν o Δικαστής κρίνει σκόπιμο να διατάξει με αυτό τον τρόπο στο ένταλμα.» Το άρθρο 32 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού, δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανόμενης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρησή του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό.
(2)Όταν οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας και προσκομίστηκε ενώπιον Δικαστή υπόκειται σε φθορά ή είναι επιβλαβές, το πράγμα αυτό δύναται αμέσως να διατεθεί με τέτοιο τρόπο όπως ο Δικαστής ήθελε ορίσει
(3)Αν ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, τότε εκτός αν εξουσιοδοτείται ή υποχρεώνεται από αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο Νόμο να διαθέσει αυτό διαφορετικά, διατάσσει- (α) όπως το πράγμα ή οποιοδήποτε μέρος του επιστραφεί στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστή ότι έχει δικαίωμα σε αυτό και, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι ο κατηγορούμενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε τέτοιο άλλο πρόσωπο ως ο κατηγορούμενος ήθελε ορίσει· ή (β) όπως το πράγμα αυτό, αν ανήκει στον κατηγορούμενο, ή μέρος αυτού, χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων ή αποζημιώσεων τα οποία ο κατηγορούμενος διατάχτηκε να πληρώσει». Το άρθρο 32A του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Κάθε απόφαση δικαστηρίου, η οποία εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 32, υπόκειται σε έφεση.
(2)Έφεση δυνάμει του άρθρου αυτού ασκείται με την καταχώριση ειδοποίησης έφεσης στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου εναντίον της απόφασης του οποίου ασκείται η έφεση εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση». Το άρθρο 33 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «Αν κατά την έρευνα κάποιου τόπου δυνάμει εντάλματος, ο εξουσιοδοτημένος να διεξάγει την έρευνα βρει περιουσία που δεν αναφέρεται στο ένταλμα αλλά σε σχέση με την οποία υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράχτηκε ή σκοπεύεται να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα, αυτός δύναται να κατάσχει την περιουσία αυτή και να τη μεταφέρει ενώπιον του Δικαστή που έκδωσε το ένταλμα, ο οποίος δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με την κατακράτηση ή διάθεση της περιουσίας ως ήθελε φανεί σε αυτόν σκόπιμο». Το άρθρο 34 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «Αν δυνάμει εντάλματος έρευνας, προσκομίζεται ενώπιον Δικαστή έγγραφο ή πράγμα του οποίου η χρήση ή η κατοχή είναι παράνομη, ο Δικαστής δύναται, ελλείψει κάποιας νόμιμης δικαιολογίας που θα αποδειχτεί από το πρόσωπο που το κατέχει, να προκαλέσει την κατάσχεση, παραμόρφωση, ή καταστροφή του εγγράφου αυτού ή του πράγματος ανεξάρτητα του ότι κανένα πρόσωπο δεν διώκεται σε σχέση με αυτό». Η διαδικασία για κατακράτηση τεκμηρίων ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πολιτική και όχι ποινική εφόσον δεν αποσκοπεί στην τιμωρία προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα. Το άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, καθορίζει ότι ποινική διαδικασία σημαίνει «οιανδήποτε διαδικασίαν εισαγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου καθ' οιουδήποτε προσώπου προς επίτευξιν τιμωρίας αυτού δι' οιονδήποτε αδίκημα». Ενώ πολιτική διαδικασία «περιλαμβάνει οιανδήποτε διαδικασίαν άλλην ή ποινικήν διαδικασίαν». Η περίπτωση μπορεί να παραλληλιστεί με την διαδικασία έκδοσης φυγόδικου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ανδρέας Ησαϊας κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 179/2011, ημερομηνίας 22.10.13, που πιο πάνω μνημονεύεται, Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2010)1Α ΑΑΔ 181, Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 84 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Kartashov Vlatislav Toy Nikolay
(2009)1B ΑΑΔ 1299. Το άρθρο 32 του Κεφ. 155 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την περαιτέρω κράτηση αντικειμένων που κατασχέθηκαν είτε δυνάμει εντάλματος έρευνας είτε δίχως πριν την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης και στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης, ήτοι στο ανακριτικό στάδιο, με σκοπό την εξέταση του υπό διερεύνηση αδικήματος όταν κρίνεται πιθανό ότι η επιστροφή τους θα επηρεάσει τις ανακρίσεις ή την διασφάλιση της προσκόμισης τους στο Δικαστήριο ως αποδεικτικού υλικού όταν κρίνεται πιθανό ότι η επιστροφή τους θα εμποδίσει την προσκόμιση τους στο Δικαστήριο για τον πιο πάνω σκοπό. Και όχι μετά την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης και μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης όπως συμβαίνει στην υπό εξέταση περίπτωση. Στην υπόθεση Concrete Mix Limited ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 360 το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με την διαδικασία κατάσχεσης και κράτησης τεκμηρίων δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 155. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 366 της απόφασης: «Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσον η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του άρθρου 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίαση του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρου 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες ......... . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Οι διατάξεις του άρθρου 32
(1)παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη αντικειμένων από τις αστυνομικές Αρχές, που κατασχέθηκαν βάσει του άρθρου 27 για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις. Η εξουσία η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για την κράτηση κατασχεθέντων αντικειμένων. Το εδάφιο 3 του άρθρου 32 του νόμου, παρέχει εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης». Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η περαιτέρω κράτηση αντικειμένου που κατασχέθηκε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 155 ή κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας δυνάμει του άρθρου 27 του Κεφ. 155 επαφίεται σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Κεφ. 155 στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αποτελεί η χρησιμότητα του αντικειμένου που κατάσχεται κατά το ανακριτικό στάδιο σε σχέση με την εξέταση του υπό διερεύνηση αδικήματος αλλά και η πιθανότητα όπως αυτό χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο στο Δικαστήριο για σκοπούς απόδειξης του αδικήματος με το οποίο σχετίζεται. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να είναι σχετικό με την υπό διερεύνηση υπόθεση και να αποδεικνύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του πιθανόν να επηρεαστούν οι ανακρίσεις ή ακόμα και να εμποδιστεί η προσκόμιση του στο Δικαστήριο ως αποδεικτικού υλικού. Είναι, επίσης, προφανές από τα πιο πάνω ότι κατά την άσκηση της πιο πάνω εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης και ειδικότερα με την εμπλοκή ή όχι οιουδήποτε προσώπου στην διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι τα άρθρα που η Αστυνομία επικαλείται και στα οποία στηρίζει το αίτημά της και που αποτελούν την νομική βάση της αίτησης δεν δίνουν στην κρινόμενη περίπτωση την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση των κατασχεθέντων όπλων μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής υπόθεσης. Και αν ακόμα λανθάνομαι στην πιο πάνω κρίση μου η αίτηση χωλαίνει και στο εξής σημείο. Μέσα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν διαφαίνεται πού αποσκοπεί η περαιτέρω κράτηση και πώς αυτή θα χρησιμεύει στην ποινική υπόθεση. Αφ' ης στιγμής, πρώτο, η διερεύνηση έχει ολοκληρωθεί μιας και η ποινική υπόθεση έχει ήδη καταχωρηθεί και τίποτα άλλο επί του προκειμένου δεν αναφέρεται. Σύμφωνα δε με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ό,τι μόνο ο αστυφύλακας που υπογράφει την εν λόγω ένορκο δήλωση διερευνά είναι το αδίκημα της κοινής οχληρίας κατά παράβαση του άρθρου 186 του Κεφ. 154. Σε κανένα σημείο της εν λόγω ένορκης δήλωσης δεν αναφέρεται ότι υπό διερεύνηση είναι και το αδίκημα ή τα αδικήματα τα οποία ο Καθ' ου η αίτηση αντιμετωπίζει στην ποινική υπόθεση. Δεύτερο, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς τα κατασχεθέντα όπλα θα παράσχουν απόδειξη για τους σκοπούς της ποινικής υπόθεσης. Εκ πρώτης όψεως αυτά δεν συνδέονται και δεν φαίνεται να έχουν οποιαδήποτε σχέση με το αδίκημα ή τα αδικήματα της ποινικής υπόθεσης σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται επί του προκειμένου από τον Καθ' ου η αίτηση, τα οποία, σημειωτέον, παρέμειναν αναντίλεκτα από την Αστυνομία. Συναφώς αναφέρεται από τον Καθ' ου η αίτηση ότι στην ποινική υπόθεση ο Καθ' ου η αίτηση κατηγορείται για απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες και συγκεκριμένα για ένα αυτοσχέδιο μεταλλικό εκρηκτικό μηχανισμό τύπου εργοστασιακού πυροσβεστήρα που περιείχε εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος, μεταφορά ή κατοχή εκρηκτικών υλών, κατασκευή εκρηκτικής ύλης και χρησιμοποίηση ή απόπειρα χρησιμοποίησης εκρηκτικής ύλης χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Πάντως στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν γίνεται καθόλου μνεία για τον σκοπό για τον οποίο ζητείται η περαιτέρω κράτηση των κατασχεθέντων όπλων, σημείο το οποίο επισημαίνεται από τον Καθ' ου η αίτηση με την ένστασή του. Συναφώς στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται η θέση ότι δεν αναφέρεται αν τα κατασχεθέντα όπλα θα παρουσιασθούν στο Δικαστήριο στην ποινική υπόθεση. Αναφέρεται, επίσης, ότι δεν διασαφηνίζεται ο σκοπός για τον οποίο ζητείται η περαιτέρω κράτησή τους. Είναι, επίσης, βέβαιο ότι τα όπλα δεν θα βοηθήσουν στην διερεύνηση του αδικήματος της κοινής οχληρίας κατά παράβαση του άρθρου 186 του Κεφ. 154 ή για σκοπούς απόδειξης στο Δικαστήριο σε περίπτωση που καταχωρηθεί υπόθεση στο Δικαστήριο για το αδίκημα αυτό, σημείο το οποίο, επίσης, επισημαίνεται από τον Καθ' ου η αίτηση με την ένστασή του. Συναφώς στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται η θέση ότι τα κατασχεθέντα όπλα ουδεμία σχέση έχουν και με κανένα τρόπο δεν συνδέονται με την υπό διερεύνηση υπόθεση καθώς και ότι δεν αναφέρεται αν τα κατασχεθέντα όπλα θα παρουσιασθούν στο Δικαστήριο «σε ενδεχόμενη ποινική διαδικασία αναφορικά με την υπό διερεύνηση υπόθεση» ή αν η κατακράτηση τους είναι απαραίτητη «για την διεκπεραίωση της ανακριτικής και ενδεχόμενης ποινικής διαδικασίας». Αν και από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καθίσταται σαφές ότι η περαιτέρω κράτηση των κατασχεθέντων όπλων ζητείται για την ποινική υπόθεση και όχι για το υπό διερεύνηση αδίκημα της κοινής οχληρίας. Δεν βλέπω δε τον λόγο που στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται αναφορά στο υπό διερεύνηση αδίκημα αφού ρητά αναφέρεται σε αυτήν ότι η κατακράτηση ζητείται για τους σκοπούς της πιο πάνω αναφερθείσας υπόθεσης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η περαιτέρω κράτηση των κατασχεθέντων όπλων στην βάση της νομικής βάσης της αίτησης, η εξέταση δε των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρέλκει. Δεν θα διατάξω, όμως, επιστροφή των κατασχεθέντων όπλων. Με την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Αστυνομίας έριξε φως στην υπόθεση διαφωτίζοντας το Δικαστήριο επί του ορθού πλαισίου που διέπει το ζήτημα. Το άρθρο 5
(4)(ε) του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν. 113(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση που πρόσωπο κατηγορείται για οποιοδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) και είναι κάτοχος οποιουδήποτε πυροβόλου όπλου, το όπλο αυτό περιέρχεται στη φύλαξη της Αστυνομίας Κύπρου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου και ανάλογα με το αποτέλεσμα της δίκης θα γίνεται η διάθεση του πυροβόλου όπλου είτε με την επιστροφή του είτε με τη δήμευσή του». Ένα από τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 5
(4)(δ) του Νόμου είναι και το αδίκημα της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες που είναι και το αδίκημα ή ένα από τα αδικήματα που ο Καθ' ου η αίτηση αντιμετωπίζει στην ποινική υπόθεση. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι η Αστυνομία σε μια τέτοια περίπτωση δικαιούται στην κατοχή του πυροβόλου όπλου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς την άδεια ή την προηγούμενη έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο, είναι δε επιφορτισμένη με το καθήκον φύλαξής του. Σε μια τέτοια περίπτωση η κατοχή και φύλαξη πυροβόλου όπλου από την Αστυνομία μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο δεν επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αλλά είναι δικαίωμα το οποίο παραχωρείται στην Αστυνομία από την πιο πάνω Νομοθετική πρόνοια. Η διάθεσή του δε θα κριθεί από το αποτέλεσμα της δίκης. Όταν δικαίωμα παραχωρείται από τον Νόμο δεν χωρεί αίτηση για την διασφάλιση ή την κατοχύρωσή του. Υπό το φως των πιο πάνω το αίτημα κρίνεται ανεδαφικό και η αίτηση αχρείαστη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Ένεκα του ότι η αίτηση είναι πολιτικής φύσεως χωρεί η επιδίκαση εξόδων. Εν' όψει δε του ότι η αίτηση κρίθηκε ανεδαφική και αχρείαστη και για τον λόγο αυτό απορρίφθηκε κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της αίτησης επιδικασθούν υπέρ του Καθ' ου η αίτηση παρά το ότι εν τέλει τα κατασχεθέντα αντικείμενα θα πρέπει να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. Συνακόλουθα τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Δημοκρατίας. Τα κατασχεθέντα όπλα θα παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 1797/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου δυνάμει του άρθρου 5
(4)(ε) του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν. 113(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κατακράτηση τεκμηρίων Subject: Criminal / General / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.