Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Πανίκος Κωμοδρόμος, Aρ. Υπόθεσης 1681/13, 16/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B45 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 1681/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Πανίκος Κωμοδρόμος Ημερομηνία: 16.5.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Ζανούπας Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία), της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία) και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τρίτη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 26.11.12 στην οδό Αριστάρχου στην Πάφο προκάλεσε τρόμο στην Χρυσάνθη Κουκούνη από την Λάρνακα, από τώρα και στο εξής «η παραπονούμενη», απειλώντας την ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό της με την φράση «εάν σου δώσω το μπάτσο εσύ θα μείνεις στον τόπο», ότι επιτέθηκε στην παραπονούμενη και ότι σε δημόσιο μέρος εξύβρισε την παραπονούμενη με την λέξη «Ξιμαρισμένη» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Τα υπό εκδίκαση αδικήματα διαπράχθηκαν με αφορμή το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κάλαθος σκουπιδιών στο συγκρότημα διαμερισμάτων Land of the Kings στην περιοχή Τάφοι των Βασιλέων έπιασε φωτιά τις πρωινές ώρες της 26.11.12. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις εναντίον του κατηγορίες οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή τρεις συνολικά μάρτυρες, ήτοι ο Αστ 2163, Χάρης Γεωργίου (ΜΚ 1), η παραπονούμενη (ΜΚ 2) και ο Petru Acatrinei (ΜΚ 3). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Ο Κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Η Υπεράσπιση κάλεσε ως μάρτυρα Υπεράσπισης τον Ιωάννη Μανελίδη. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Αστ 2163, Χάρης Γεωργίου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο μάρτυρας υπηρετούσε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Επαρχίας Πάφου όπου εξακολουθεί να υπηρετεί μέχρι σήμερα. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία για την παρούσα υπόθεση - Τεκμήριο 1 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 10.11.12 και μεταξύ των ωρών 09:25 - 10:00 ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και ότι την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 10:05 - 10:15 κατηγόρησε γραπτώς τον τελευταίο. Προδήλως εκ παραδρομής αναγράφηκε στο Τεκμήριο 1 η ημερομηνία 10.11.12 ως η ημερομηνία λήψης της κατάθεσης του Κατηγορούμενου. Ως εκ της εν λόγω κατάθεσης, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο, προκύπτει η ορθή ημερομηνία είναι η 10.12.
- Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο υποδεικνύοντάς τον από τον εδώλιο του μάρτυρα. Κατέθεσε, επίσης, την γραπτή κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο καθώς και την γραπτή κατηγορία. Τα εν λόγω έγγραφα σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Στα πλαίσια της αντεξέτασής του ο μάρτυρας υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Υποστήριξε, επίσης, ότι δεν προέβη σε διερεύνηση τυχόν αδικημάτων που διέπραξε η παραπονούμενη εναντίον του Κατηγορούμενου - ο μάρτυρας δέχθηκε ότι από την γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου προκύπτουν ποινικά αδικήματα εναντίον της παραπονούμενης - καθότι ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση δεν του είχε εκφράσει παράπονο εναντίον της παραπονούμενης παρά μόνο ανέφερε ότι θα κινούνταν εναντίον της παραπονούμενης με αστική αγωγή. Στην επανεξέταση ο μάρτυρας διασαφήνισε ότι είχε ρωτήσει τον Κατηγορούμενο κατά πόσο είχε παράπονο εναντίον της παραπονούμενης. Η απάντηση του Κατηγορούμενου ήταν ότι θα κινούνταν εναντίον της παραπονούμενης με αστική αγωγή. Δεν του είπε ότι είχε παράπονο εναντίον της. Η μαρτυρία του μάρτυρα περιορίσθηκε στις ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του χωρίς η μαρτυρία του να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Ο μάρτυρας ήταν θετικός και σαφής στην μαρτυρία του και η αντεξέτασή του περιορίσθηκε σε ερωτήσεις διευκρινιστικού χαρακτήρα. Η μαρτυρία του μάρτυρα είναι αποδεκτή στην ολότητά της. Συνακόλουθα δέχομαι, μεταξύ άλλων, ότι το Τεκμήριο 2 είναι η κατάθεση και μόνο που λήφθηκε από τον μάρτυρα από τον Κατηγορούμενο. Δεύτερος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε η παραπονούμενη. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η παραπονούμενη κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 8.12.12 για την παρούσα υπόθεση - Τεκμήριο 4 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής της σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Έδωσε, επίσης, προφορική μαρτυρία και αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν η παραπονούμενη μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η παραπονούμενη ήταν αυθόρμητη και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις της. Ήταν θετική και σταθερή στην μαρτυρία της και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Με αφορμή τους ακόλουθους ισχυρισμούς της παραπονούμενης η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την αξιοπιστία της προβάλλοντας τις ακόλουθες θέσεις: η παραπονούμενη στα πλαίσια της διά ζώσης μαρτυρίας της υποστήριξε ότι 1 μια 2 ημέρες αφότου ο Κατηγορούμενος παραιτήθηκε από επιστάτης των διαμερισμάτων της στο προαναφερόμενο συγκρότημα διαμερισμάτων και της παραδόθηκαν τα κλειδιά των εν λόγω διαμερισμάτων από τον Κατηγορούμενο και είχε, έτσι, την δυνατότητα να τα επιθεωρήσει για πρώτη φορά αφότου ο Κατηγορούμενος άρχισε να εργάζεται γι' αυτήν διαπίστωσε ότι τα διαμερίσματα της είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές της τάξης των Ευρώ 150.000,00 σεντ συνολικά, ενώ όταν τα είχε παραδώσει στην υπευθυνότητα του Κατηγορούμενου αυτά ήταν σε άριστη κατάσταση. Ενδεικτικά η παραπονούμενη ανέφερε ότι όταν προσέλαβε τον Κατηγορούμενο δεν έλειπε από αυτά ούτε ένα μαχαίρι, ενώ όταν ο Κατηγορούμενος παραιτήθηκε τα διαμερίσματα ήταν σε κατάσταση «λεηλασίας». Έλειπαν κουρτίνες, κρεβάτια, έπιπλα και σκεπάσματα. Στην βάση της μαρτυρίας της παραπονούμενης ότι η τελευταία δεν υπέβαλε οποιαδήποτε καταγγελία για την πιο πάνω ζημία εναντίον του Κατηγορούμενου ή του αδελφού του ή ότι δεν κίνησε αστική αγωγή για ανάκτηση αποζημιώσεων η Υπεράσπιση υπέβαλε στην παραπονούμενη ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός της δεν είναι αληθής. Εις απάντηση η παραπονούμενη υποστήριξε τα ακόλουθα. Πρώτο, η παραπονούμενη κατάφερε να επανδρώσει τα διαμερίσματά της με φθηνότερα έπιπλα μεταχειρισμένα. Δεύτερο, στις 28.11.12 απέστειλε επιστολή παραπόνου, μέσω των δικηγόρων της ως εκ της αντεξέτασης του Κατηγορούμενου διεφάνη, στον Κατηγορούμενο και τον αδελφό του και έκανε, επίσης, προφορικά παράπονο στην Αστυνομία για την αναφερθείσα ζημιά. Δεν υπέβαλε, όμως, επίσημη γραπτή καταγγελία στην Αστυνομία καθότι δεν επιθυμούσε μπλεξίματα με τα δύο πιο πάνω πρόσωπα αφού αυτοί σύμφωνα με την ίδια ήταν ταραχοποιά στοιχεία στο συγκρότημα. Ενοχλούσαν τους ενοικιαστές των διαμερισμάτων της και τους απειλούσαν με διάφορους τρόπους, όπως, για παράδειγμα, του τύπου ότι αν «μιλήσουν» θα βάλουν φωτιά στα αυτοκίνητά τους. Συγκεκριμένα υπέδειξε ότι ο κύριος Petru, ένοικος του διαμερίσματος με αριθμό 4Α6, ΜΚ 3, τον οποίο η παραπονούμενη σε κάποιο στάδιο διόρισε στην θέση του επιστάτη των διαμερισμάτων της, εντός του ίδιου Σαββατοκύριακου που η παραπονούμενη παρέλαβε τα κλειδιά των διαμερισμάτων της από τον Κατηγορούμενο δέχθηκε φοβέρα από τον Κατηγορούμενο με μαχαίρι. Επίσης, η ένοικος του διαμερίσματος με αριθμό 7Α9 δέχθηκε κτύπημα από τον Κατηγορούμενο με το ποτιστικό λάστιχο στο πίσω μέρος του σώματός της. Οι δύο πιο πάνω ένοικοι ανέφεραν τα πιο πάνω περιστατικά στην Αστυνομία δίνοντας και γραπτή κατάθεση. Επειδή ο Κατηγορούμενος και ο αδελφός του προέβαιναν σε εκφοβισμούς τα πιο πάνω πρόσωπα δεν επιθυμούσαν να προωθηθούν τα παράπονά τους από την Αστυνομία με την καταχώρηση ποινικών διώξεων γι' αυτό και δεν έγιναν οποιεσδήποτε ποινικές διώξεις από την Αστυνομία εναντίον του Κατηγορούμενου. Το ίδιο ίσχυε και για άλλους ένοικους διαμερισμάτων της παραπονούμενης οι οποίοι και εκείνοι δέχθηκαν απειλές από τον Κατηγορούμενο και τον αδελφό του. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης περί καταγγελιών από τα πρόσωπα που ανέφερε στην μαρτυρία της. Τίποτα από τα πιο πάνω δεν κρίνεται ικανό να κλονίσει την καλή εντύπωση που η παραπονούμενη μου έκανε ως μάρτυρας της αλήθειας και την εν γένει αξιοπιστία της. Οι εξηγήσεις δε και οι δικαιολογίες που δόθηκαν από αυτήν ως προς το γιατί δεν υπέβαλε επίσημη καταγγελία ή δεν κινήθηκε με πολιτική διαδικασία εναντίον του Κατηγορούμενου κρίνονται πειστικές. Και δικαιολογούν επαρκώς το ότι αυτή δεν ενήργησε ως ανωτέρω υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση. Κρίνω, επίσης, ασφαλές να δεχθώ τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι τα δύο πρόσωπα που υπέδειξε στην μαρτυρία της, ήτοι ο ένοικος του διαμερίσματος με αριθμό 4Α6 και ο ένοικος του διαμερίσματος με αριθμό 7Α9, προέβησαν σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου. Η παραπονούμενη ήταν η ιδιοκτήτρια των πιο πάνω διαμερισμάτων και όπως από την μαρτυρία της προκύπτει εμπλεκόταν ενεργά στα παράπονα που κάθε φορά διατυπώνονταν σε αυτήν από τα πρόσωπα τα οποία δέχονταν ενοχλήσεις από τον Κατηγορούμενο και στα οποία ενοικίαζε τα διαμερίσματά της. Σημειώνεται ότι ο ένοικος του διαμερίσματος με αριθμό 4Α6 προσήλθε ως μάρτυρας κατηγορίας, ΜΚ 3, και μέσα από την μαρτυρία του αυτός επιβεβαίωσε τον υπό συζήτηση ισχυρισμό της παραπονούμενης στην διά ζώσης μαρτυρία της η παραπονούμενη υποστήριξε ότι όταν αντιλήφθηκε την φωτιά ειδοποίησε τον ένοικο του διαμερίσματος με αριθμό 4Α6, ΜΚ 3, καθώς και κάποιο κύριο με το όνομα Κωνσταντής, ένοικο του διαμερίσματος με αριθμό 7Α
- Με αφορμή ότι στην γραπτή της κατάθεση η παραπονούμενη δεν ανέφερε το πιο πάνω γεγονός η Υπεράσπιση υπέβαλε στην παραπονούμενη ότι η τελευταία ψεύδετο. Η φυσική παρουσία των δύο πιο πάνω προσώπων στα διαδραματισθέντα δεν προσθέτει οτιδήποτε στα ουσιώδη γεγονότα τα οποία η παραπονούμενη παράθεσε έτσι κι' αλλιώς στην γραπτή της κατάθεση, πράγμα το οποίο υποστήριξε και η ίδια η παραπονούμενη, ορθά, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αντεξεταζόμενη. Κατά συνέπεια, η υπό συζήτηση μη αναφορά της παραπονούμενης στην γραπτή της κατάθεση, ούσα μη ουσιώδης, δεν είναι ικανή να κλονίσει την εν γένει αξιοπιστία της. Σημειώνεται ότι ο ΜΚ 3 με την μαρτυρία του επιβεβαίωσε την φυσική παρουσία του στα διαδραματισθέντα και, κατ' επέκταση, την αλήθεια του υπό συζήτηση ισχυρισμού της παραπονούμενης στην διά ζώσης μαρτυρία της η παραπονούμενη ονομάτισε το πρόσωπο που παραδέχθηκε σε αυτήν ότι ο ίδιος έβαλε την φωτιά στον κάλαθο καθ' υπόδειξη του Κατηγορούμενου. Με αφορμή ότι η παραπονούμενη δεν κατήγγειλε το πρόσωπο αυτό στην Αστυνομία για το αδίκημα του εμπρησμού ενώ θεώρησε σωστό να καταγγείλει μια εξύβριση ως τέθηκε σε αυτήν από την Υπεράσπιση η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν από την παραπονούμενη κρίνονται πειστικές. Συγκεκριμένα η παραπονούμενη υποστήριξε τα ακόλουθα. Δεν επιθυμούσε να «μπλέξει» τον «πληροφοριοδότη» της με την Αστυνομία. Πόσο μάλλον όταν το πρόσωπο αυτό εργαζόταν για την παραπονούμενη όταν αυτός αποκάλυψε στην τελευταία την πράξη του. Επρόκειτο για τον συντηρητή των διαμερισμάτων του Νικολάου με τον οποίο ο Κατηγορούμενος μάλωσε όταν ο τελευταίος άρχισε να εργάζεται για τον Νικολάου. Ένα με δύο μήνες αργότερα το πρόσωπο αυτό εγκατέλειψε τον Νικολάου και άρχισε να εργάζεται ως συντηρητής των διαμερισμάτων της παραπονούμενης. Τότε ήταν που το πρόσωπο αυτό αποκάλυψε στην παραπονούμενη ότι αυτός ήταν που έβαλε την φωτιά στον κάλαθο καθ' υπόδειξη του Κατηγορούμενου. Η παραπονούμενη υποστήριξε, ακόμα, ότι είχε ανεχθεί πολλά από τον Κατηγορούμενο με τα όσα αυτός είχε κάνει στο συγκρότημα και ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Τα παράπονα δε δεν προωθήθηκαν για τους λόγους που υπέδειξε στην μαρτυρία της. Όταν, όμως, ο Κατηγορούμενος την εξύβρισε, αυτό δεν μπορούσε να το ανεχθεί οπότε και προώθησε την καταγγελία της στην Αστυνομία υποβάλλοντας επίσημα παράπονο και διατυπώνοντας επίσημα επιθυμία όπως ο Κατηγορούμενος διωχθεί ποινικά. Η Υπεράσπιση υπέβαλε, επίσης, στην παραπονούμενη τις ακόλουθες υποβολές: όταν η παραπονούμενη συνάντησε τον Κατηγορούμενο στο μέρος ο τελευταίος βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου του. Η παραπονούμενη απευθύνθηκε στον Κατηγορούμενο από απόσταση 4 μέτρων και ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου του. Η παραπονούμενη αρνήθηκε τις υποβολές και υποστήριξε ότι κατά την στιγμή της συνάντησης της με τον Κατηγορούμενο στο μέρος ο τελευταίος βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητό του, πλησίον του καλάθου που είχε πάρει φωτιά και μιλούσε με άντρα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος την πλησίασε και στάθηκε απέναντί της. Η απόσταση που την χώριζε από τον Κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος της έκανε τις πράξεις που του καταλογίζονται με το κατηγορητήριο ήταν 1 με 1½ μέτρο ουδέποτε ο Κατηγορούμενος εξύβρισε ή έφτυσε ή απείλησε την παραπονούμενη. Η παραπονούμενη αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην εκδοχή της η καταγγελία της παραπονούμενης στην Αστυνομία δεν ήταν αληθινή αλλά εμφορείτο από εκδικητικά κίνητρα καθότι ο Κατηγορούμενος είχε τερματίσει την συνεργασία του μαζί της και κατά τον ουσιώδη χρόνο συνεργαζόταν με τον Νικολάου που ήταν ανταγωνιστής της. Η παραπονούμενη αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην εκδοχή της. Όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε η παραπονούμενη μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Συνακόλουθα δέχομαι την μαρτυρία της περιλαμβανομένης και αυτής που άπτεται των πιο πάνω σημείων. Οι ισχυρισμοί δε της παραπονούμενης αναφορικά με το πού βρισκόταν ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που η παραπονούμενη τον συνάντησε, τι έκανε ο Κατηγορούμενος την στιγμή εκείνη και πριν προβεί στις πράξεις που του καταλογίζονται με το κατηγορητήριο και σε τι πράξεις εν τέλει προέβη εναντίον της παραπονούμενης επιβεβαιώνονται από την μαρτυρία του ΜΚ
- Το μόνο σημείο από την μαρτυρία της παραπονούμενης που δεν αποδέχομαι είναι τον ισχυρισμό της σε σχέση με την απόσταση που χώριζε αυτή και τον Κατηγορούμενο κατά την στιγμή που ο Κατηγορούμενος προέβη στις πράξεις που του καταλογίζονται με το κατηγορητήριο. Επί του προκειμένου η τελική θέση της παραπονούμενης διαφέρει, αν και όχι κατά πολύ, από την μαρτυρία του ΜΚ 3 σύμφωνα με την οποία η εν λόγω απόσταση ήταν της τάξης του μισού μέτρου. Κρίνω ασφαλέστερο να αποδεχθώ την μαρτυρία του ΜΚ 3 επί του προκειμένου. Και αυτό γιατί η μαρτυρία της παραπονούμενης επί του προκειμένου είχε κάποια «σκαμπανεβάσματα» σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΚ 3 η οποία ήταν απόλυτα θετική. Συγκεκριμένα η παραπονούμενη καθόρισε εν τέλει την εν λόγω απόσταση σε 1 με 1½ μέτρο ενώ σε προγενέστερο στάδιο της αντεξέτασής της άφησε να νοηθεί ότι αυτή ήταν αρκούντως μεγαλύτερη. Η μη θετική αναφορά της παραπονούμενης επί του προκειμένου σημείου δεν είναι ικανή να κλονίσει την εν γένει εκδοχή της η αλήθεια της οποίας επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ
- Στην μαρτυρία της παραπονούμενης εντοπίζονται οι ακόλουθες αντιφάσεις: ενώ στην γραπτή της κατάθεση η παραπονούμενη αναφέρει ότι ο αδελφός του Κατηγορούμενου άρχισε να βοηθά τον Κατηγορούμενο τα τελευταία 2 χρόνια της συνεργασίας του με την παραπονούμενη, στην διά ζώσης μαρτυρία της η παραπονούμενη υποστήριξε ότι ο Κώστας Κωμοδρόμος άρχισε να βοηθά τον Κατηγορούμενο από τον 2ο χρόνο της συνεργασίας του με την παραπονούμενη. Συναφώς στην γραπτή της κατάθεση η παραπονούμενη αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος εργαζόταν για την παραπονούμενη για περίοδο 5 συναπτών ετών. Στην ίδια γραμμή ήταν και η διά ζώσης μαρτυρία της παραπονούμενης κατά την οποία η τελευταία υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος άρχισε να εργάζεται γι' αυτήν από το έτος 2008 και ότι η συνεργασία τους έληξε στις 10.11.
- Σημειώνεται ότι επί του προκειμένου η διά ζώσης μαρτυρία της δεν διαφέρει από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου ενώ στην γραπτή της κατάθεση η παραπονούμενη αναφέρει ότι είχε έρθει στην Πάφο στις 25.11.12 για να μείνει για το Σαββατοκύριακο, στην διά ζώσης μαρτυρία της υποστήριξε ότι στην Πάφο είχε έρθει στις 24.11.
- Οι πιο πάνω αντιφάσεις στην μαρτυρία της παραπονούμενης είναι επουσιώδεις και ως τέτοιες δεν είναι ικανές να κλονίσουν την εν γένει αξιοπιστία της. Δέχομαι ότι ο αδελφός του Κατηγορούμενου, Κώστας Κωμοδρόμος, άρχισε να βοηθά τον Κατηγορούμενο στα καθήκοντά του τα 2 τελευταία χρόνια της συνεργασίας του Κατηγορούμενου με την παραπονούμενη. Αυτό είναι κάτι το οποίο η παραπονούμενη ανέφερε ρητά στην γραπτή της κατάθεση αλλά και προκύπτει με ενάργεια και από την διά ζώσης μαρτυρία της σύμφωνα με την οποία ταυτόχρονα με τον Κατηγορούμενο παραιτήθηκε από την εργοδότηση της παραπονούμενης και ο αδελφός του Κατηγορούμενου. Από το δεύτερο υποδειχθέν σημείο κρίνω ασφαλέστερο να δεχθώ τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε στην γραπτή της κατάθεση για δύο λόγους. Πρώτο, κατά τον χρόνο λήψης της γραπτής της κατάθεσης τα γεγονότα ήταν φρέσκα στο μυαλό της. Δεύτερο, τα όσα επί του προκειμένου αναφέρονται στην γραπτή κατάθεση της παραπονούμενης συνάδουν με τους ακόλουθους διά ζώσης ισχυρισμούς της. Πρώτο, το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα ημέρα Δευτέρα και, δεύτερο, η παραπονούμενη είχε έρθει στην Πάφο για να περάσει το Σαββατοκύριακο. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία της παραπονούμενης που δεν αποδέχθηκα και που πιο πάνω υποδείχθηκαν η υπόλοιπη μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο Petru Acatrinei ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου περιστατικού. Μέσα από την συμπεριφορά τoυ στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ο μάρτυρας ήταν αυθόρμητος και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις του. Ήταν θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Μέσα δε από την μαρτυρία του δεν διαπίστωσα ο μάρτυρας να εμφορούνταν από κίνητρο παραποίησης των γεγονότων εις βάρος της αλήθειας. Συναφώς υποστήριξε ότι σήμερα δεν εργάζεται για την παραπονούμενη. Περί τα τέλη δε του έτους 2013 έφυγε και από το συγκρότημα. Η μαρτυρία του μάρτυρα συνάδει, επίσης, με την μαρτυρία της παραπονούμενης. Συνάδει δε όχι μόνο ως προς τα ουσιώδη γεγονότα αλλά και ως προς λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, όταν η παραπονούμενη συνάντησε τον Κατηγορούμενο στο μέρος ο τελευταίος μιλούσε με άντρα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Επίσης, όταν ο Κατηγορούμενος έφθασε στο μέρος η Αστυνομία είχε φύγει, η φωτιά είχε κατασβησθεί από την Πυροσβεστική και η Πυροσβεστική ήταν έτοιμη και εκείνη να αποχωρήσει από το μέρος. Οι συνθήκες δε κάτω από τις οποίες ο μάρτυρας είδε αυτά που περίγραψε στο Δικαστήριο καθώς και η ορατότητα που είχε μέχρι το σημείο στο οποίο εκτυλίχθηκε το επίδικο περιστατικό δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Συναφώς ο μάρτυρας υποστήριξε ότι μεταξύ του σημείου στο οποίο στεκόταν - έξω από το μπαλκόνι του διαμερίσματός του - και είδε το επίδικο περιστατικό και του σημείου στο οποίο εκτυλίχθηκε το επίδικο περιστατικό μεταξύ της παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου η απόσταση ήταν λίγα μέτρα. Όπως ενδεικτικά ανέφερε η εν λόγω απόσταση ήταν όπως είναι η απόσταση μεταξύ του εδωλίου του μάρτυρα από όπου ο μάρτυρας κατέθεσε ενόρκως και του εδωλίου του Κατηγορούμενου. Η Υπεράσπιση προσπάθησε να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα, ο μάρτυρας ρωτήθηκε γιατί δεν προέβη ο ίδιος προσωπικά σε καταγγελία του επίδικου περιστατικού στην Αστυνομία. Με αφορμή το πιο πάνω καθώς και το ότι η Αστυνομία ουδέποτε τον κάλεσε για να δώσει κατάθεση η Υπεράσπιση υπέβαλε στον μάρτυρα ότι δεν υπήρξε μάρτυρας του επίδικου περιστατικού. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι δεν ήταν εκείνος το θύμα για να προβεί σε καταγγελία. Σε μια δε περίπτωση που υπήρξε το θύμα του Κατηγορούμενου προέβη σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία. Η απάντηση του μάρτυρα κρίνεται λογική και πειστική. Αναφορικά με το δεύτερο σημειώνεται ότι, προδήλως, η Αστυνομία δεν κάλεσε τον μάρτυρα να δώσει γραπτή κατάθεση γιατί η παραπονούμενη στην δική της γραπτή κατάθεση δεν ανέφερε την παρουσία του μάρτυρα στο περιστατικό. Η μαρτυρία του μάρτυρα γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά τoυ στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι ήταν ειλικρινής. Θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι ούτε απείλησε, ούτε έφτυσε, ούτε εξύβρισε την παραπονούμενη. Τουναντίον, η παραπονούμενη ήταν που έφτυσε και εξύβρισε αυτόν. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε επικαλούμενος διάφορα περιστατικά να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη ξεχνάει γεγονότα και καταστάσεις και με τον τρόπο αυτό να κλονίσει την αξιοπιστία της. Όπως, για παράδειγμα, αναφορικά με χρήματα ενοικίων τα οποία ο Κατηγορούμενος της είχε παραδώσει. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο σε μια περίπτωση η παραπονούμενη τα αναζητούσε και ως εκ των υστέρων αποδείχθηκε αυτή τα είχε κατά λάθος πετάξει σε κάλαθο αχρήστων. Σε άλλη περίπτωση η παραπονούμενη κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο ότι είχε υπεξαιρέσει άλλο ποσό χρημάτων ενοικίων ενώ αυτό βρισκόταν μέσα στο συρτάρι του γραφείου της ως και πάλι εκ των υστέρων αποδείχθηκε. Εκτός του ότι ο Κατηγορούμενος εν' όψει της όχι καλής εντύπωσης που μου έκανε ως μάρτυρας της αλήθειας δεν με έπεισε για την αλήθεια των πιο πάνω ισχυρισμών του σημειώνονται τα εξής. Στην προκείμενη περίπτωση η παραπονούμενη ήταν σταθερή στην μαρτυρία της και ουδόλως κλονίσθηκε. Φαινόταν δε να είχε όχι μόνο καλή αλλά πολύ καλή μνήμη των γεγονότων τα οποία εξιστόρησε. Επομένως, και αν ακόμα έτσι είχαν τα πράγματα οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου δεν θα ήταν ικανοί να επηρεάσουν την αξιοπιστία της. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι τίποτα από τα πιο πάνω δεν τέθηκε στην παραπονούμενη από την Υπεράσπιση ώστε η παραπονούμενη να δώσει την δική της εκδοχή, πράγμα που από μόνο του αποδυναμώνει την ισχύ των πιο πάνω ισχυρισμών του Κατηγορούμενου ώστε και ανεξαρτήτως της εντύπωσης που ο Κατηγορούμενος μου έκανε καμία βαρύτητα να μην μπορεί να προσδοθεί σε αυτούς. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία της παραπονούμενης επικαλούμενη έλλειψη μνήμης ή οτιδήποτε άλλο παρεμφερές με την πνευματική της κατάσταση που να είναι ικανό να κλονίσει την εν γένει αξιοπιστία της. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση η παραπονούμενη δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο γιατί εμφορούνταν από εκδικητικά κίνητρα. Και συγκεκριμένα γιατί ο Κατηγορούμενος είχε παύσει να συνεργάζεται μαζί της και είχε αρχίσει να εργάζεται για τον ανταγωνιστή της. Περαιτέρω, η εκδοχή του Κατηγορούμενου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης διαψεύδεται τόσο από την μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, όσο και από την μαρτυρία του ΜΚ 3, η οποία, επίσης, κρίθηκε αξιόπιστη. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός ότι η Υπεράσπιση δεν υπέβαλε στην παραπονούμενη ως θέση ότι αυτή εξύβρισε και έφτυσε στον Κατηγορούμενο. Με αποτέλεσμα η θέση του Κατηγορούμενου ότι κάτι τέτοιο έλαβε χώρα να αποδυναμώνεται και το πιο πάνω γεγονός να επιδρά αρνητικά στην βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί σε αυτήν. Η παραπονούμενη αντεξεταζόμενη ρωτήθηκε μόνο αν αληθεύει ότι αυτή εξύβρισε και έφτυσε στον Κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη αρνήθηκε ότι κάτι τέτοιο έλαβε χώρα. Πέραν τούτου τίποτε άλλο. Επίσης της υποβλήθηκε ότι απευθύνθηκε στον Κατηγορούμενο. Χωρίς, όμως, να της τεθεί τι του είχε πει απευθυνόμενη σε αυτόν. Είναι, επίσης, σημαντικό να σημειωθεί ότι ούτε και με την μαρτυρία του ΜΥ 2 που ο Κατηγορούμενος κάλεσε ως μάρτυρα Υπεράσπισης συνάδει η μαρτυρία του. Ο διαφορές που υπάρχουν στην μαρτυρία των δύο μαρτύρων υποδεικνύονται στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ
- Αυτές είναι ενδεικτικές της αναλήθειας της εν γένει εκδοχής και των δύο. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε, επίσης, να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΚ 3 υποστηρίζοντας, πρώτο, ότι η απόσταση από το διαμέρισμα στο οποίο διέμενε ο εν λόγω μάρτυρας μέχρι το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο κάλαθος και στο οποίο διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα σύμφωνα με την παραπονούμενη ήταν 20 με 30 μέτρα και όχι αυτή που υπέδειξε με την μαρτυρία του ο ΜΚ 3 και, δεύτερο, ότι σε αυτή την απόσταση παρεμβάλλονταν 3 πελώρια δέντρα και πράσινο δίκτυ τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα. Θέση, όμως, του ΜΚ 3 δεν ήταν ότι είδε τα διαδραματισθέντα από το μπαλκόνι του διαμερίσματός του. Θέση του ΜΚ 3 ήταν ότι είδε τα διαδραματισθέντα έξω από το μπαλκόνι του διαμερίσματός του όπου και στάθηκε και από απόσταση ολίγων μέτρων από το επίδικο συμβάν, αφού σε μικρή απόσταση ήταν και το διαμέρισμά του από το σημείο στο οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Σημαντικό είναι, επίσης, το ότι ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε για την ορατότητα που είχε ο ΜΚ 3 υπό τις συνθήκες που ο ΜΚ 3 περίγραψε στην μαρτυρία του και που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε ορατότητα από σημείο άλλο από αυτό στο οποίο ο ΜΚ 3 βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σύμφωνα με την μαρτυρία του τελευταίου. Επομένως, τα όσα ο Κατηγορούμενος υποστήριξε αναφορικά με την ορατότητα δεν είναι ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία του ΜΚ
- Δεν μου διαφεύγει ότι θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι τα κλαδιά των δέντρων αυτών έφταναν μέχρι το έδαφος. Αν και ο Κατηγορούμενος δεν υποστήριξε ρητά ότι ένεκα τούτου ο ΜΚ 3 δεν είχε ορατότητα προς το σημείο όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα ούτε και από το σημείο στο οποίο ο ΜΚ 3 βρισκόταν σύμφωνα με την μαρτυρία του τελευταίου, εντούτοις, είμαι διατεθειμένος να σχολιάσω και το σημείο αυτό. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε η Υπεράσπιση αντεξετάζοντας τον ΜΚ 3 δεν αμφισβήτησε την ορατότητα του εν λόγω μάρτυρα από το σημείο στο οποίο σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ 3 αυτός είδε τα διαδραματισθέντα. Ούτε και την απόσταση από το διαμέρισμά του μέχρι το σημείο όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Το γεγονός αυτό από μόνο του αποδυναμώνει την θέση του Κατηγορούμενου περί έλλειψης ορατότητας και απόστασης και επιδρά αρνητικά στην βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί σε αυτήν. Επιπλέον, ο ΜΚ 3 στερήθηκε της δυνατότητας να δώσει την δική του εκδοχή επί των υπό συζήτηση ισχυρισμών του Κατηγορούμενου αφ' ης στιγμής τίποτα από όσα πιο πάνω ανέφερε ο Κατηγορούμενος δεν τέθηκε στον ΜΚ 3 από την Υπεράσπιση. Το πιο πάνω αποδυναμώνει έτι περαιτέρω την ισχύ των πιο πάνω ισχυρισμών του Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα και αν ακόμα η εντύπωση μου για την εν γένει αξιοπιστία του ήταν καλή να μην μπορούσα να προσδώσω σε αυτούς οποιαδήποτε βαρύτητα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Ό,τι μόνο από αυτή δέχομαι είναι ότι ο Κατηγορούμενος από το έτος 2008 μέχρι τον Νοέμβριο του 2012 εργαζόταν για την Κατηγορούμενη ως επιστάτης-φροντιστής των διαμερισμάτων της. Ο Ιωάννης Μανελίδης κλήθηκε από την Υπεράσπιση να καταθέσει ως αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού που μαρτύρησε ο Κατηγορούμενος. Η Κατηγορούσα Αρχή αμφισβήτησε την μαρτυρία του μάρτυρα υποβάλλοντας σε αυτόν ότι δεν βρισκόταν μαζί με τον Κατηγορούμενο κατά την επίδικη ημερομηνία και συνεπώς ότι όλη του η μαρτυρία ήταν ένα κατασκεύασμα. Ο μάρτυρας δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν εμφανές μέσα από την μαρτυρία του ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό και μόνο να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο καταθέτοντας εις βάρος της αλήθειας. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε οι διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στην μαρτυρία του μάρτυρα και σε αυτήν του Κατηγορούμενου είναι ενδεικτικές της αναλήθειας της εκδοχής που ο καθένας με την μαρτυρία του προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα ουσιώδη σημεία από την μαρτυρία του μάρτυρα. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι όταν ο Κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητό του στο επίδικο μέρος ακολούθως κατέβηκε από αυτό και συνομίλησε με την παραπονούμενη. Η παραπονούμενη βρισκόταν δίπλα από το αυτοκίνητο, πλην όμως δεν κατάλαβε τι είπαν οι δυο τους. Τους άκουσε, απλά, να συνομιλούν. Ο Κατηγορούμενος δεν συνομίλησε με οποιοδήποτε πυροσβέστη καθότι η Πυροσβεστική Υπηρεσία είχε ήδη αποχωρήσει όταν αυτός και ο Κατηγορούμενος έφθασαν στο μέρος. Όταν ο Κατηγορούμενος ύστερα από 1 με 2 λεπτά εισήλθε εντός του αυτοκινήτου του η παραπονούμενη πλησίασε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου από το μέρος που καθόταν ο μάρτυρας, ήτοι από την πλευρά του συνοδηγού, ακολούθως, προχώρησε προς το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου και όταν έφθασε στην άκρια του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου που είναι πλησιέστερη προς την πλευρά του οδηγού και ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου του έκανε την κίνηση του φτυσίματος απευθυνόμενη προς τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος δεν της έδωσε σημασία. Έβαλε την όπισθεν και έφυγαν από το μέρος. Ο Κατηγορούμενος πρόβαλε διαφορετική εκδοχή. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο αυτός έφθασε στο μέρος και κατέβηκε από το αυτοκίνητό του. Συνομίλησε με άντρα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και όταν στην συνέχεια επέστρεψε στο αυτοκίνητό του, άνοιξε την πόρτα του οδηγού και εισήλθε εντός του αυτοκινήτου του. Η παραπονούμενη πλησίασε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και αφού στάθηκε έξω από την πόρτα του οδηγού του έφτυσε και τον εξύβρισε. Οι διαφορές στην μαρτυρία των δύο μαρτύρων είναι χτυπητές. Συνοψίζοντας αυτές είναι οι ακόλουθες. Πρώτο, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητό του ο Κατηγορούμενος μίλησε με την παραπονούμενη. Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητό του μίλησε με άντρα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Δεύτερο, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η παραπονούμενη πλησίασε τον Κατηγορούμενο περνώντας από την πλευρά του συνοδηγού και ακολούθως μπροστά από τον μπροστινό ανεμοθώρακα. Ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε ότι έλαβε χώρα μια τέτοια διαδρομή από την παραπονούμενη. Όπως από την μαρτυρία του συνάγεται η παραπονούμενη πλησίασε το αυτοκίνητό του ακολουθώντας ευθεία πορεία από το δικό της αυτοκίνητο το οποίο ήταν σταθμευμένο πίσω από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Τρίτο, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η παραπονούμενη έφτυσε στον Κατηγορούμενο ενώ αυτή βρισκόταν στην άκρια του μπροστινού ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η παραπονούμενη του έφτυσε ενώ αυτή βρισκόταν μπροστά από την πόρτα του οδηγού. Ενδεικτικό της αναληθούς εκδοχής του μάρτυρα είναι και η ακόλουθη αντίφαση που εντοπίζεται στην μαρτυρία του. Ενώ αρχικά ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η πρώτη φορά που είδε το πρόσωπο της παραπονούμενης ήταν όταν ο Κατηγορούμενος έβαλε την όπισθεν σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του υποστήριξε ότι η πρώτη φορά που είδε το πρόσωπο της παραπονούμενης ήταν όταν η παραπονούμενη βρέθηκε μπροστά από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Η προσπάθεια δε του μάρτυρα να πείσει το Δικαστήριο για το αμερόληπτο της μαρτυρίας του προσέκρουσε σε ισχυρισμούς που δεν αντέχουν στην βάσανο της λογικής. Πρώτο, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει το όνομα του Κατηγορούμενου, ούτε και του αδελφού του παρά το ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του ουκ ολίγες είναι οι φορές, ως εκ της μαρτυρίας του συνάγεται, που τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο αδελφός του τον μετέφεραν στον τόπο εργασίας του με τα αυτοκίνητά τους. Δεύτερο, υποστήριξε ότι παρόλο που δεν γνώριζε το όνομα του αδελφού του Κατηγορούμενου, ούτε και το ότι αυτοί είναι αδέλφια γνώριζε ότι ο Κώστας είναι αδελφός του Κατηγορούμενου μόνο και μόνο από το ότι αυτοί μοιάζουν στο πρόσωπο. Τέλος, ενώ αρχικά υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει το μέρος όπου εκτυλίχθηκε το περιστατικό που περίγραψε με την μαρτυρία του στην συνέχεια υποστήριξε ότι τυχαίνει κάποτε να περνά από αυτό. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο μάρτυρας δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Συνακόλουθα δεν δέχομαι την μαρτυρία του. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Χρυσάνθη Κουκούνη, από τώρα και στο εξής «η παραπονούμενη», κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ιδιοκτήτρια 46 τουριστικών διαμερισμάτων τα οποία βρίσκονται στο συγκρότημα διαμερισμάτων με την ονομασία «Land of the Kings» που βρίσκεται στην περιοχή Τάφοι των Βασιλέων στην Πάφο. Επειδή η παραπονούμενη διέμενε μόνιμα στην Λάρνακα ανέθεσε στον Κατηγορούμενο τα καθήκοντα του επιστάτη/φροντιστή των διαμερισμάτων της. Ανάμεσα στα καθήκοντα του Κατηγορούμενου ήταν να βρίσκει ενοικιαστές για τα διαμερίσματα, να εισπράττει τα ενοίκια από τους ένοικους, να φροντίζει για τις επιδιορθώσεις που χρειάζονταν να γίνουν στα διαμερίσματα και να πληρώνει τους ανθρώπους που προέβαιναν στις επιδιορθώσεις. Ο Κατηγορούμενος εργάσθηκε για την παραπονούμενη από το έτος 2008 μέχρι και την 10.11.12 ενώ σε κάποιο στάδιο στα πλαίσια εκτέλεσης των υπό αυτού αναληφθέντων καθηκόντων του δεχόταν βοήθεια από τον αδελφό του Κώστα Κωμοδρόμο. Με αφορμή το ότι προέκυψαν κάποιες διαφορές μεταξύ της παραπονούμενης και του αδελφού του Κατηγορούμενου, Κώστα Κωμοδρόμου, στις 11.11.12 ο Κατηγορούμενος και ο αδελφός του έδωσαν παραίτηση στην παραπονούμενη και η τελευταία παρέλαβε από αυτούς τα κλειδιά των διαμερισμάτων της. Οι δυο πιο πάνω άρχισαν τότε να εργάζονται για τον ιδιοκτήτη άλλων διαμερισμάτων του συγκροτήματος, τον κύριο Γιώργο Νικολάου, με τον οποίο οι σχέσεις της παραπονούμενης δεν ήταν φιλικές. Στις 24.11.12 η παραπονούμενη είχε έρθει στην Πάφο για να μείνει για το Σαββατοκύριακο. Στις 26.11.12 και περί ώρα 5:45 π.μ. ενώ έκανε βόλτα με το αυτοκίνητό της γύρω από τα διαμερίσματα για σκοπούς ελέγχου διαπίστωσε ότι πλησίον του διαμερίσματος με αριθμό 4Α6 καιγόταν πλαστικός κάλαθος σκουπιδιών που βρισκόταν πλησίον του δημόσιου πεζοδρομίου. Κατόπιν τηλεφωνήματός της στο μέρος έφθασε ύστερα από λίγο η Αστυνομία καθώς και η Πυροσβεστική Υπηρεσία η οποία κατάσβησε την φωτιά. Στην συνέχεια η παραπονούμενη συνέχισε με τον έλεγχο των διαμερισμάτων και μετά πάροδο 5 με 10 λεπτών επέστρεψε στο μέρος όπου λίγα λεπτά προηγουμένως καιγόταν ο κάλαθος. Εκεί συνάντησε τον Κατηγορούμενο ο οποίος την στιγμή εκείνη συνομιλούσε με άντρα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Ο Κατηγορούμενος είχε φθάσει στο μέρος με το αυτοκίνητό του το οποίο είχε σταθμεύσει κοντά στο πυροσβεστικό όχημα. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος πλησίασε την παραπονούμενη και στάθηκε απέναντί της. Η απόσταση που τους χώριζε ήταν περί το ½ μέτρο. Η παραπονούμενη απευθυνόμενη στον Κατηγορούμενο του είπε: «Είδες τι πράγματα γίνονται; Πού θα καταλήξομε; Να ταλαιπωρείται μια κυρία;». Ο Κατηγορούμενος τότε της είπε με θυμωμένο τρόπο: «Εσύ κυρία;». Ακολούθως την έφτυσε και σηκώνοντας το χέρι του όπως όταν σηκώνει το χέρι του κάποιος που προτίθεται να χτυπήσει κάποιον άλλο της είπε: «Ξιμαρισμένη. Εάν σου δώσω ένα πάτσο εσύ θα μείνεις στον τόπο». Κατά το επεισόδιο παρόντες ήταν, μεταξύ άλλων, ο ΜΚ 3 και ο ένοικος του διαμερίσματος με αριθμό 7Α
- Πριν προλάβει η παραπονούμενη να αντιδράσει ή να πει οτιδήποτε ο Κατηγορούμενος μπήκε μέσα στο αυτοκίνητό του και έφυγε από το μέρος. Στην συνέχεια εγκατέλειψε το μέρος και η παραπονούμενη. Το αδίκημα της απειλής της πρώτης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η πρόκληση στον απειλούμενο ως εκ της απειλής τρόμου ή ανησυχίας. Στην κρινόμενη περίπτωση η παραπονούμενη με την μαρτυρία της δεν υποστήριξε ότι η φράση την οποία εκστόμισε σε αυτήν ο Κατηγορούμενος της προκάλεσε συναίσθημα τρόμου ή ανησυχίας. Τέτοιος ισχυρισμός τουλάχιστον ρητός ελλείπει από την μαρτυρία της παραπονούμενης. Δεν μου διαφεύγει ότι η παραπονούμενη υποστήριξε ρητά ότι ο Κατηγορούμενος την φοβέρισε με την φράση που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία. Η χρήση, όμως, της λέξης «φοβέρισε» δεν υποδηλοί απαραίτητα και δίχως άλλο ότι η παραπονούμενη αισθάνθηκε ως γεγονός φόβο από την απειλή. Η λέξη δε αυτή χρησιμοποιήθηκε από την παραπονούμενη και σε ακόμη μια περίπτωση όσο αφορούσε στο άτομό της. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης αν ο Κατηγορούμενος ήταν σε θέση να την χτυπήσει από την απόσταση που τους χώριζε η παραπονούμενη υποστήριξε ότι θέση της δεν ήταν ότι ο Κατηγορούμενος την είχε χτυπήσει, αλλά ότι αυτό που της είχε εκστομίσει ήταν «φοβέρα». Τέλος, αναφερόμενη στο επεισόδιο κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος απείλησε τον ΜΚ 3 με μαχαίρι η παραπονούμενη και πάλι χρησιμοποίησε την λέξη «φοβέρα». Υποστηρίζοντας ότι ο ΜΚ 3 δέχθηκε φοβέρα από τον Κατηγορούμενο με μαχαίρι. Υπό το φως των πιο πάνω δεν αποκλείεται η παραπονούμενη λέγοντας ότι η φράση της πρώτης κατηγορίας ήταν φοβέρα και ότι εκστομίζοντάς την ο Κατηγορούμενος την φοβέρισε να εννοούσε μόνο ότι ο Κατηγορούμενος την απείλησε ότι θα την χτυπούσε και ότι η εν λόγω φράση ήταν μια απειλή. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης της δεύτερης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Από την γραπτή κατηγορία - Τεκμήριο 3 - προκύπτει ότι η κατηγορία αυτή συμπεριλήφθηκε στο κατηγορητήριο με αφορμή την καταγγελία της παραπονούμενης ότι ο Κατηγορούμενος της έφτυσε. Επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση να προκαλέσει ή με αδιαφορία (recklessly) αν θα προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (Βλ. R v. Vienna
(1975)3 All E R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται και με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο πρόσωπο χωρίς την συναίνεσή του. Έτσι, περιλαμβάνει την επιβολή ή χρήση παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου χωρίς την συγκατάθεσή του. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574 λέχθηκε ότι ο Νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα, παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Σύμφωνα με τα ευρήματά μου ο Κατηγορούμενος εξύβρισε την παραπονούμενη με την φράση «Ξιμαρισμένη», την απείλησε ότι θα την χτυπήσει και τέλος της έφτυσε. Το φτύσιμο είναι μορφή βίας η οποία ασκήθηκε από τον Κατηγορούμενο εναντίον της παραπονούμενης χωρίς την συγκατάθεσή της και, επομένως, παράνομα. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος άσκησε πραγματική και παράνομη βία στο πρόσωπο της παραπονούμενης χωρίς την συγκατάθεσή της. Και με πρόθεση ως με ενάργεια προκύπτει από τις πιο πάνω περιγραφείσες συνθήκες υπό τις οποίες η πιο πάνω πράξη τελέσθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, που έχει ως ακολούθως: Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: η εξύβριση άλλου προσώπου σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο μη δημόσιο με τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it». Στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89 λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99 είναι ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ. ΓΕ v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος στην παραπονούμενη αποτελεί εξύβριση εν τη εννοία του Νόμου. Κρίνω δε ότι η εκστόμιση αυτής της φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Επιπλέον, η εξύβριση έγινε σε δημόσιο χώρο. Έξω από το συγκρότημα διαμερισμάτων με την ονομασία «Land of the Kings» και πλησίον δημόσιου πεζοδρομίου. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην δεύτερη και τρίτη κατηγορία. Στην πρώτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Δημόσια εξύβριση, απειλή και κοινή επίθεση Subject: Criminal / General / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο