Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστου Σπανού, Αρ. Υπόθεσης: 13240/12, 5/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13240/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστου Σπανού, από τη Γεροσκήπου Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5.5.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Τραυματισμός, κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία) και τέλος, μεταφορά μάχαιρας απόλήγουσας σε αιχμηρό άκρο, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία). Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 16 Αυγούστου, 2010, στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου τραυμάτισε παράνομα το Χαράλαμπο Χαραλάμπους από τα Μανδριά. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας μετέφερε επιθετικό όπλο ή όργανο, δηλαδή, ένα μαχαίρι, κατά τρόπο που διέγειρε τρόμο σε άλλα πρόσωπα. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία μετέφερε μάχαιρα απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο, εκτός της οικίας του. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον αστυφύλακα 3894 Άντη Γερμανό, τον παραπονούμενο, Χαράλαμπο Χαραλάμπους, και τέλος, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3892 Αχιλλέα Νικολάου (Μ.Κ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, Χρίστος Σπανός, αφού κλήθηκε σε απολογία σ' όλες τις κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 4) του παραπονούμενου, Χαράλαμπου Χαραλάμπους (Μ.Κ.2), το περιεχόμενο της οποία υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ειδικότερα: Στις 16/8/2010 και περί ώρα 10:00 τηλεφώνησε στον παραπονούμενο η πεθερά του και του είπε ότι ενώ βρισκόταν σε κάποιο κατάστημα, όταν την αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος άρχισε να τη βρίζει. Μόλις συνέβη αυτό μπήκε στο αυτοκίνητό της και ξεκίνησε να φύγει ενώ ο κατηγορούμενος, την ακολουθούσε με μια μοτοσικλέτα, συνεχίζοντας να τη βρίζει. Επειδή αυτή φοβήθηκε σταμάτησε το όχημά της έξω από το περίπτερο της Αντρούλλας και μπήκε μέσα. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε στο ίδιο σημείο οπότε άρχισε και πάλιν να τη βρίζει χωρίς, ωστόσο, να μπει κι αυτός στο περίπτερο, ο οποίος, ακολούθως έφυγε. Μετά απ' όσα είχε ακούσει από τη πεθερά του ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον κατηγορημένο, ζητώντας του το λόγο καθώς και να σταματήσει να βρίζει την πεθερά του. Αυτός αρνήθηκε πως είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Τότε, ο παραπονούμενος, του είπε ότι θα πήγαινε στο περίπτερο για να ρωτήσει την υπάλληλο αν όντως είχε συμβεί το περιστατικό που του είχε αναφέρει η πεθερά του. Αφού έκλεισε το τηλέφωνο, μαζί με το Δημήτρη Κάιζερ και το Χάρη Παϊα πήγαν στο σπίτι της πεθεράς του για να πάρουν το αυτοκίνητό της, με το οποίο θα πήγαιναν στο περίπτερο όπου θα ρωτούσε τι είχε συμβεί. Καθ' οδόν προς το περίπτερο οδηγούσε ο Δημήτρης, ο ίδιος ήταν συνοδηγός και ο Χάρης καθόταν πίσω. Όταν έφθασαν μπήκε στο περίπτερο και ρώτησε την Αντρούλλα αν ο κατηγορούμενος είχε βρίσει την πεθερά του και αυτή του απάντησε καταφατικά. Όταν πήγε να βγει από το περίπτερο είδε τον κατηγορούμενο να μπαίνει μέσα. Τότε, ο τελευταίος, στην παρουσία του, ρώτησε την Αντρουλλα αν τον είχε ακούσει να βρίζει την πεθερά του. Ωστόσο, αυτή, επειδή φοβήθηκε τον κατηγορούμενο, του είπε πως δεν είχε ακούσει τίποτα. Ακολούθως, ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος βγήκαν έξω από το περίπτερο και άρχισαν να συζητάνε. Καθώς συζητούσαν, ο πρώτος μπήκε στο όχημα της πεθεράς του και πάλιν στη θέση του συνοδηγού και είπε στο Δημήτρη να ξεκινήσει για να φύγουν. Μόλις τον είδε ο κατηγορούμενος μέσα στο αυτοκίνητο κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα του, η οποία ήταν σταθμευμένη ακριβώς μπροστά από το όχημα της πεθεράς του και κρατώντας στο δεξί του χέρι ένα μαχαίρι με μυτερή λεπίδα, δέκα περίπου εκατοστών και με χειρολαβή μαύρου χρώματος, τον πλησίασε και του είπε ότι θα το σφάξει. Όταν πλησίασε το παράθυρο του οχήματος και προσπαθούσε να του καρφώσει το μαχαίρι στα χέρια, ο παραπονούμενος προσπαθούσε να το σπρώξει όσο μπορούσε προς τα πίσω, αλλά, αυτός, του επιτιθόταν με μανία, με αποτέλεσμα σε κάποια φάση που ο παραπονούμενος τον έπιασε από το χέρι, αυτός γύρισε το μαχαίρι και του κάρφωσε στο δεξί χέρι, λίγο πιο πάνω από τον καρπό. Παρά το γεγονός αυτό συνέχισε να του επιτίθεται και να προσπαθεί να του καρφώσει ξανά το μαχαίρι. Ο παραπονούμενος, μόλις αντιλήφθηκε ότι ο Δημήτρης κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να πάει προς τον κατηγορούμενο να το σταματήσει πετάχτηκε στη θέση του οδηγού και αφού ξεκίνησε το όχημα κινήθηκε προς τα μπροστά για να φύγει, με αποτέλεσμα να χτυπήσει τη μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου. Έναντι όλων των παραπάνω ισχυρισμών και θέσεων του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα εξής, τα οποία συνθέτουν τη δική του εκδοχή αναφορικά με το επίδικο περιστατικό: Μολονότι δέχεται πως, όταν είχε μιλήσει τηλεφωνικώς με τον παραπονούμενο, αυτός, του απέδωσε ότι εξύβρισε την πεθερά του αποτελεί θέση του ότι στο περίπτερο της Αντρούλλας, ο ίδιος είναι που είχε πει στον παραπονούμενο να πάνε και να ρωτήσουν αν όντως εξύβρισε την πεθερά του έξω από το περίπτερο. Για τα προηγηθέντα αποδίδει στην τελευταία, ότι καθ' ον χρόνο έμπαινε στο περίπτερο και ο ίδιος περνούσε από το μέρος, όταν αυτή τον είδε έφτυσε χάμω ειρωνικά. Ο ίδιος της είπε απλώς πως θα πρεπε να ντρέπεται για αυτά που κάνει και ακολούθως έφυγε. Αποτελεί θέση του, ότι ο παραπονούμενος τον έβρισε τόσο μέσα στο περίπτερο όσο και όταν ξεκίνησε να φύγει από αυτό. Επιπλέον, του αποδίδει ότι τον απειλούσε με διάφορες φράσεις - τις οποίες αναφέρει -. Ακόμη και ότι συνέχισε να το βρίζει μπροστά στον κόσμο, τον υπάλληλό του Αντρέα, το Δημήτρη Κάιζερ και την κα Αντρούλλα, ενώ προχωρούσε προς τη μοτοσικλέτα του ο ίδιος. Επειδή προσβλήθηκε πήγε προς το μέρος του, όπου το βρήκε να κάθεται εξαγριωμένος μέσα στο αυτοκίνητο στη θέση του συνοδηγού. Του είπε να μη λέει κουβέντες για την οικογένειά του και τον έπιασε από το γιακά. Αυτός, τότε πήρε ένα μαχαίρι που είχε δίπλα από το μοχλό ταχυτήτων και του το έστρεψε στα μούτρα. Επειδή τρομοκρατήθηκε τού πήρε τα χέρια και τον έσπρωξε προς τα πίσω. Αποδίδει τον τραυματισμό του παραπονούμενου σε αυτοτραυματισμό, ένεκα του γεγονότος ότι του είχε τραβήξει τα χέρια απότομα και ακολούθως τα άφησε. Μετά τον αυτοτραυματισμό του, ο Κάιζερ που καθόταν στη θέση του οδηγού φοβήθηκε και πετάχτηκε κάτω, φωνάζοντάς του ότι «κάνει μαλακίες». Αυτός τότε έκατσε στη θέση του οδηγού φωνάζοντας στον ίδιο, «Τώρα θα δεις ρε μπάσταρδε τι θα σου κάμω, τώρα θα δεις.» Ακολούθως ξεκίνησε το αυτοκίνητο και αφού εκκίνησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα κινήθηκε προς τη μοτοσικλέτα του, χτυπώντας την και παρασύροντας τη στο δρόμο, σε απόσταση 15 με 20 μέτρων. Εξακολουθούσε να κάνει το ίδιο μέχρι που σταμάτησε το αυτοκίνητο, λόγω του ότι δεν μπορούσε να το οδηγήσει άλλο, επειδή ήταν τραυματισμένος. Ο ίδιος πήγε από πάνω του και τον είδε που ήταν αιμόφυρτος. Ακολούθως τράβηξε τη μοτοσυκλέτα η οποία ήταν κάτω από το αυτοκίνητο και αφού είπε του Κάιζερ να πάρει τον παραπονούμενο στο νοσοκομείο, ο ίδιος σήκωσε τη μοτοσικλέτα και πήγε στο σπίτι. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Σε σχέση με την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Η μαρτυρία του αστυφύλακα 3894 Άντη Γερμανού (Μ.Κ.1), κατά βάση περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, εκτός από αξιόπιστη και ως αναντίλεκτη. Ο αστυφύλακας 3892 Αχιλλέας Νικόλαου (Μ.Κ.3) είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολό των ενεργειών του περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Στο πλαίσιο της σύντομης αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, βασικά, διευκρινιστικής φύσεως, χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση και κυρίως, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί για οτιδήποτε ανάφερε. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία και αυτού γίνεται αποδεκτή. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, περιλαμβανομένων και των παραδεκτών γεγονότων, ομολογώ πως έχω έντονες αμφιβολίες κατά πόσο τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον κρίσιμο χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Ενώ είμαι βέβαιος - εξάλλου, αυτό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών - ότι υπήρξε το επίδικο - σοβαρό επεισόδιο μεταξύ του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου, το οποίο έλαβε χώρα, στην παρουσία, τουλάχιστον τριών ακόμη ατόμων, ως επίσης και ότι στο πλαίσιο του επεισοδίου τραυματίστηκε σοβαρά παραπονούμενος, εντούτοις δεν μπορώ να δεχθώ ότι είναι ο κατηγορούμενος αυτός που τον είχε τραυματίσει. Δηλώνω ευθέως πως δε θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα τον παραπονούμενο Χαράλαμπο Χαραλάμπους (Μ.Κ.2). Και τούτο, επειδή, στις πλέον ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπήρξε αντιφατικός, ήρθε σε σύγκρουση με την πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ως θέμα αρχής (βλ. τις Γεωργίου και Δημητρίου, ανωτέρω), ενώ προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, αρκετοί από τους ισχυρισμούς του, δεν τέθηκαν στον κατηγορούμενο, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει και αυτός, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, η γενική υποβολή που έγινε στον τελευταίο, στο πλαίσιο της σύντομης αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε σύμφωνα με την οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον παραπονούμενο και δεν είπε την αλήθεια, προφανώς, δεν αρκεί για σκοπούς απόδειξης και στοιχειοθέτησης είτε του ενός σκέλους της υποβολής, είτε του άλλου. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν, επαρκώς την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου, ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 4), το περιεχόμενο της οποίας - για να επαναλάβω - υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της ισχυρίζεται τα εξής: όταν βγήκαν από το περίπτερο, ο ίδιος μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο της πεθεράς του στη θέση του συνοδηγού και είπε στο Δημήτρη να ξεκινήσει για να φύγουν. Τότε, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα, η οποία ήταν ακριβώς μπροστά από το αυτοκίνητο και κρατώντας στο δεξί του χέρι ένα μαχαίρι με μυτερή λεπίδα, δέκα περίπου εκατοστών και με χειρολαβή μαύρου χρώματος πλησίασε και του είπε ότι θα το σφάξει. Ωστόσο, απαντώντας σε σχετική ερώτηση της κας Παπαλαζάρου ισχυρίστηκε πως, όταν μαζί με τον κατηγορούμενο άρχισαν να συζητάνε, η μοτοσικλέτα του κατηγορημένου ήταν πίσω από το όχημα της πεθεράς του. Η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός. Όταν ο κατηγορούμενος πλησίασε το παράθυρο του αυτοκινήτου προσπαθούσε να του καρφώσει το μαχαίρι στα χέρια του. Ο ίδιος προσπαθούσε να το σπρώξει όσο μπορούσε προς τα πίσω, αλλά, αυτός του επιτιθόταν με μανία, με αποτέλεσμα σε κάποια φάση που τον έπιασε από το χέρι, αυτός γύρισε το μαχαίρι και του το κάρφωσε στο δεξί χέρι. Αυτά αναφέρει και πάλιν στη γραπτή κατάθεσή του στη συνέχεια. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε πως είδε τον κατηγορούμενο να έρχεται προς το μέρος του, κρατώντας ένα μαχαίρι, το οποίο προσπάθησε να του το βάλει στο λαιμό. Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να του χώσει το μαχαίρι στο λαιμό. Το μέγεθος της νέας αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Όταν, αντεξεταζόμενος και πάλιν ρωτήθηκε από τον κ. Σιαηλή, εάν ο κατηγορούμενος πήγε να του βάλει το μαχαίρι στο λαιμό, απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι ο ίδιος τον έσπρωξε. Ερωτηθείς στη συνέχεια, εάν είναι σίγουρος, ότι ο κατηγορούμενος έφερε τόσο κοντά του το μαχαίρι, δηλαδή στο λαιμό του, «Δεν το έφερε αρκετά κοντά μου. Προσπάθησε να το φέρει κοντά.» απάντησε. «Εγώ τράβησα προς το μέρος του οδηγού προς τα πίσω και του κρατούσα τα χέρια. Τον έσπρωξα προς τα πίσω και μετά αυτός ήρθε προς τα μέσα.» ισχυρίστηκε στη συνέχεια. Η ευκολία με την οποία, για το ίδιο θέμα μετακινιόταν από τη μια θέση στην άλλη είναι προφανής. Το πόσο άβολα θα πρέπει να αισθάνθηκε όταν υπό το βάρος της αντεξετάσης στην υποβλήθηκε υπέπεσε στις παραπάνω αντιφάσεις καταφαίνεται και από την απάντηση που έδωσε, όταν, αφού του αναγνώστηκε από τον κ. Σιαηλή τι λέει στην γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία για το ίδιο θέμα, ακολούθως, του υποδείχθηκε πως είναι διαφορετικό, το να λέει ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε, από τη μια, να του βάλει το μαχαίρι στο λαιμό και από την άλλη, να του χτυπήσει τα χέρια με μαχαίρι. Απάντησε ως εξής: «Κοιτάξετε να δείτε. Τζείνη την ώρα, προσπαθούσε να με χτυπήσει με το μαχαίρι. Τώρα εάν ήταν στο λαιμό ή στα χέρια δεν το ξέρω.» Ασφαλώς και δεν το ξέρει επειδή, πιθανότατα, ούτε στο ένα σημείο μα ούτε και στο άλλο προσπάθησε να του χτυπήσει ο κατηγορούμενος. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε από τον κ. Σιαηλή, εάν ο κατηγορούμενος, αφού είδε το αίμα στο χέρι του σταμάτησε να του επιτίθεται, «Ναι σταμάτησε όταν αντιλήφθηκε ότι με χτύπησε, τότε σταμάτησε.» απάντησε. Όταν όμως του υποδείχθηκε και πάλιν, ότι στη γραπτή κατάθεσή του λέει το αντίθετο και συγκεκριμένα ότι αποδίδει στον κατηγορούμενο, ότι παρόλο που τον κάρφωσε στο χέρι, συνέχισε να του επιτίθεται και προσπαθούσε να του καρφώσει ξανά το μαχαίρι απέδωσε σε πιθανό λάθος του αστυνομικού που του είχε λάβει την κατάθεση τη συγκεκριμένη αναφορά. Η ευκολία με την οποία κατέφευγε και στο ψεύδος, προκειμένου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, από το γεγονός, ότι υπέπιπτε συνεχώς σε ουσιώδεις αντιφάσεις είναι ολοφάνερη. Φαίνεται πως διέλαθε της προσοχής του ότι πρόκειται για τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.3), ο αστυνομικός που του είχε λάβει τη γραπτή κατάθεση, ο οποίος, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι στη γραπτή κατάθεσή του, συμπεριέλαβε όσα ήθελε να του πει, τα οποία του διάβασε και αφού ήταν ορθά, στο τέλος τα υπόγραψε. Άξια αναφοράς είναι και η απάντησή του όταν ρωτήθηκε από τον κ. Σιαηλή, γιατί οι φίλοι του δεν προσπάθησαν να σταματήσουν τον κατηγορούμενο, όταν τον είδαν που ήθελε να το σφάξει καθώς και αν ο ίδιος είχε επικοινωνήσει με την Αστυνομία. Απάντησε ως εξής: «Πήγαμε την πρώτη μέρα στην Αστυνομία και με έδιωξε, μάλλον έφυα εγώνι, γιατί αντιλήφθηκα ότι ήθελε να με κατηγορήσει εμένα και μαζί μου και οι άλλοι δυο ήταν στο αυτοκίνητο.» Μάλιστα, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ο αστυνομικός που ήταν παρών, του είπε πως είναι υπό σύλληψη και κατηγορείται για εσκεμμένη και κακόβουλη ζημιά και είναι καλύτερα να μη δώσει κατάθεση, ούτε αυτός ούτε και ο άλλος ο παραπονούμενος, γιατί έχει 4 χρόνια φυλάκιση για μαχαιροφορία και 4 χρόνια για εσκεμμένη κακόβουλη ζημιά και γι αυτό έφυγε. Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής δεν μπορώ να δεχθώ ότι ένας άνθρωπος που είχε μαχαιρωθεί από κάποιο άλλο και μετέβη στην Αστυνομία για σχετική καταγγελία, εκεί στο σταθμό επιχειρήθηκε εκ μέρους της Αστυνομίας, ένας τέτοιου είδους παράνομος και αυθαίρετος συμψηφισμός, σε ανύπαρκτη βάση, για ό,τι αφορά το ένα μέρος και αυτό, όντας το αναίτιο μέρος και το θύμα ενός τόσο σοβαρού ποινικού αδικήματος έφυγε από την Αστυνομία, χωρίς να προβεί σε καταγγελία εναντίον του δράστη. Εν πάση περιπτώσει και επί του προκειμένου, ο παραπονούμενος διαψεύδεται από τον εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Κυρίως όμως διαψεύδεται από την ίδια την πραγματικότητα, αφού, στη βάση της καταγγελίας του, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο Δικαστήριο όπου αντιμετωπίζει τρεις πολύ σοβαρές κατηγορίες και ο ίδιος, καμιά απολύτως. Για να συνεχίσω, ο παραπονούμενος εκτίθεται σοβαρά ως αναξιόπιστος μάρτυρας και από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Διερωτώμαι ειλικρινά, πώς μπορεί αυτός να ισχυρίζεται και να θέλει να γίνει πιστευτός, ότι το όλο επεισόδιο που προκάλεσε τον τραυματισμό του διαδραματίστηκε καθ' ον χρόνο ο ίδιος καθόταν στη θέση του συνοδηγού και ο Δημήτρης στη θέση του οδηγού, τη στιγμή που, στις 4 από τις 5 συνολικά φωτογραφίες που συνθέτουν σε δέσμη το τεκμήριο 2, αίμα φαίνεται να υπάρχει μόνο στη δεξιά πλευρά του οχήματος, που είναι και πλευρά της θέσης του οδηγού. Μάλιστα, στις 2 τελευταίες φωτογραφίες, μεγάλες κηλίδες αίματος καταλαμβάνουν το εσωτερικό μέρος της δεξιάς πόρτας του αυτοκινήτου καθώς και το σημείο, δίπλα από το πάτωμα, που καλύπτει η πόρτα όταν είναι κλειστή, ενώ, ουδεμία κηλίδα αίματος εμφαίνεται σε οποιοδήποτε άλλο μέρος, εσωτερικά του αυτοκινήτου. Το πόσο εκτίθεται ο παραπονούμενος ως μάρτυρας, από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας καταφαίνεται και από το εξής: όταν αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι μετά τον τραυματισμό του κάθισε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και κλήθηκε από τον κ. Σιαηλή να του δείξει πού είναι τα αίματα στις φωτογραφίες ισχυρίστηκε ότι οι φωτογραφίες δε δείχνουν το πίσω μέρος του οχήματος. Όταν ακολούθως, ρωτήθηκε - κάπως ειρωνικά - εάν έκανε λάθος ο αστυνομικός και δεν έβγαλε φωτογραφίες στο συγκεκριμένο μέρος του οχήματος απάντησε ως εξής: «Μάλιστα. Ούτε πίσω, ούτε στη θέση του συνοδηγού, γιατί είχε αίματα τζιαι τζιαμαί, ούτε τη θέση του συνοδηγού τράβηξε φωτογραφία.» Μου φαίνεται ότι ο παραπονούμενος, είτε θεωρεί πως μπορεί λέει ό,τι θέλει ακόμη και όταν αυτό είναι πρόδηλα αβάσιμο, είτε ακόμη, πως δεν έχει δει τη φωτογραφία με αριθμό 5 - μέρος του τεκμηρίου 2 - στην οποία απεικονίζεται ολόκληρο το πρώτο κάθισμα του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε - το οποίο, προφανώς περιλαμβάνει και τη θέση του συνοδηγού -, όπου, ενώ το σημείο δίπλα από το κάθισμα του οδηγού είναι πλημμυρισμένο από αίμα, στη θέση του συνοδηγού δεν υπάρχει ούτε μία κηλίδα αίματος. Και βέβαια, ως είναι φυσικό, οι επιπτώσεις από το γεγονός, ότι ήρθε σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας είναι καταλυτικές της αξιοπιστίας του ευρύτερα, αφού καθιστούν ανεδαφικό, ακόμη και τον ισχυρισμό του για τη θέση στην οποία βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο κατά τον κρίσιμο χρόνο. Διερωτώμαι ειλικρινά, πώς μπορώ να δεχτώ τον ισχυρισμό του, ότι βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού, καθ' ον χρόνο του είχε επιτεθεί με το μαχαίρι και τον τραυμάτισε ο κατηγορούμενος, τη στιγμή που, για να επαναλάβω, ούτε μια κηλίδα αίματος δε φαίνεται να υπάρχει στο σημείο αυτό. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον παραπονούμενο καθώς και γιατί δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του, για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων αναφορικά με το πλέον σημαντικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, που είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες τραυματίστηκε ο παραπονούμενος στον ουσιώδη χρόνο και το σημαντικότερο, εάν πρόκειται για τον κατηγορούμενος αυτός που τον τραυμάτισε, όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ή εάν πρόκειται για αυτοτραυματισμό, όπως είναι η θέση του κατηγορούμενου, για την οποία παρέλκει να αποφανθώ. Αφ' ης στιγμής, η κατηγορούσα αρχή που έχει και το βάρος απόδειξης των τριών κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος απότυχε να το αποσείσει δεν έχει νόημα να αποφανθώ για το βάσιμο ή μη της εκδοχής του τελευταίου. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ακολουθεί ότι αυτός αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: Τραυματισμός, κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, μεταφορά μάχαιρας απολήγουσας σε αιχμηρό άκρο, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο