Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιου Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 17424/12, 17/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17424/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιου Γεωργίου, από το Πολέμι Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.5.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα (για ν' ακούσει απόφαση, κα Περγαντή) Για τον κατηγορούμενο: κ. Μιχαήλ Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Μεταφορά μάχαιρας απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 84 και 86 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), μεταφορά επιθετικού όπλου ή οργάνου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία) και τέλος, απειλή βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία). Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 13 Απριλίου, 2012, στην εκκλησία του «Χρυσοσώτηρος» στη Δρύμου της επαρχίας Πάφου, μετέφερε μάχαιρα απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο, εκτός της οικίας του. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας, μετέφερε επιθετικό όπλο ή όργανο, δηλαδή ένα μαχαίρι, μήκους 15 εκατοστών. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προκάλεσε τρόμο στον Αριστόδημο Γεωργίου από τη Δρύμου, απειλώντας τον ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό του, με τη φράση: «Αφήστε με να δείτε τι εν να του κάμω.» Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3854 Χριστόφορο Χριστοφόρου, το συνάδελφό του, αστυφύλακα 2190 Σάββα Φιλίππου και τέλος, τον παραπονούμενο, Αριστόδημο Γεωργίου (Μ.Κ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, Γεώργιος Γεωργίου, αφού κλήθηκε σε απολογία και στις τρεις κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρες, την Αθηνά Γιάγκου (Μ.Υ.1) και την Άντρια Κτωρή (Μ.Υ.2). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στη γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 6) του παραπονούμενου, Αριστόδημου Γεωργίου (Μ.Κ.3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ειδικότερα: Το βράδυ της Μεγάλη Παρασκευής, 13/4/2012, ο παραπονούμενος μετέβη οικογενειακώς στην εκκλησία του «Χρυσοσώτηρος» στο χωριό Δρύμου για να παρακολουθήσει την ακολουθία του επιταφίου. Στην εκκλησία υπήρχε αρκετός κόσμος, ανάμεσά τους και ο κατηγορούμενος. Προς το τέλος της ακολουθίας, γύρω στις 21:30 και ενώ ο κόσμος είχε αρχίσει να προσκυνά τον επιτάφιο, ο παραπονούμενος εισήλθε στο ιερό του ναού για να πει στον ιερέα να βγει κι αυτός έξω στον κυρίως ναό. Ακολούθως και ενώ ο παραπονούμενος περίμενε στη σειρά για να προσκυνήσει τον επιτάφιο, ο κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει και να το βρίζει με τις λέξεις: «πουστάνθρωπε», «μαλάκα», «άχρηστε». Όταν ο παραπονούμενος του ζήτησε το λόγο που τον έβριζε, αυτός, του είπε ότι διέταξε τον ιερέα να χαλάσει τον επιτάφιο. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και να κλωτσά τα στασίδια, βρισκόμενος σε έξαλλη κατάσταση. Ακολούθως, αφού άρχισε να τινάσσει τα χέρια του, τράβηξε από το σακάκι του ένα μαχαίρι, το οποίο προέταξε προς το μέρος του παραπονούμενου, φωνάζοντάς: «Αφήστε με να δείτε τι εν να του κάμω.» Τη στιγμή αυτή, διάφορα άτομα που ήταν στην εκκλησία, επενέβησαν, τραβώντας πίσω τον κατηγορούμενο. Η απόσταση μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου, όταν ο πρώτος προέταξε το μαχαίρι εναντίον του δεύτερου, ήταν δύο, περίπου, μέτρα. Το μαχαίρι, ήταν μήκους δεκαπέντε, περίπου, εκατοστών. Αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι πρόκειται για το τεκμήριο 4, το μαχαίρι που είχε προτάξει ο κατηγορούμενος εναντίον του παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο και αυτό που είχε εντοπιστεί στην εκκλησία από το Μ.Κ.2, κατά τη διάρκεια της αστυνομικής έρευνας, η οποία έγινε την επομένη το πρωί, 14/4/2012. Έναντι όλων των παραπάνω ισχυρισμών και θέσεων του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος, με την ανώμοτη δήλωσή του ισχυρίστηκε τα εξής, τα οποία συνθέτουν τη δική του εκδοχή αναφορικά με το επίδικο περιστατικό: «Κύριε Πρόεδρε, αυτά που είπε για μένα είναι ψευδή. Ήμουν μέσα στο ιερό γιατί βοηθούσα τον ιερέα πάντα, ήμουν επίτροπος στην εκκλησία, εκείνο το βράδυ πήγα να βγω από το ιερό, ξαφνικά έμπαινε μέσα στο ιερό από τη δεύτερη πόρτα και με πήρε από το γιακά. Μου λέει: "Τι έχεις μαζί μου;", του λέω: "τίποτα" και έκανα το χέρι μου έτσι (προτάσσει το δεξί του χέρι απότομα στα αριστερά.). Μέχρι να πάω κάτω στο προσκυνητάρι φώναζαν οι γιαγιάδες, πήρε μια καρέκλα να μου τη φορήσει από πάνω και εγώ εκείνην τη ώρα έσπρωξα του σκάμνους για να μην έρθει κοντά μου και βγήκαν από την εκκλησία οι γιαγιάδες όλες, μόνο λίγες έμειναν μέσα και εκείνην την ώρα δεν άρχισαν να προσκυνούν τον επιτάφιο. Έμειναν κάτι γιαγιάδες μέσα που μιλούσαν και την ώρα που έτρεξα στο σκάμνο εγώ έριξα τη λαμπάδα. Αυτά και να φέρω και μάρτυρα.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Ωστόσο, δε μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. - μεταξύ άλλων - Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και την Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 καθώς και την Iddin (ανωτέρω). Προστίθενται και τα εξής: ο εντοπισμός - ύπαρξη - του γενετικού υλικού ή αποτυπωμάτων στον τόπο του εγκλήματος, αναμφίβολα αποτελεί σημαντικό στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428). Ωστόσο, όπως αναφέρεται στη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225: «Στην περίπτωση δακτυλικών αποτυπωμάτων η ύπαρξη τους δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε εύρημα ότι το άτομο που άφησε τα αποτυπώματά του στον τόπο του εγκλήματος είναι ο δράστης. Η άρνηση ενοχής συναρτάται και εκτιμάται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επαφή με το αντικείμενο του εγκλήματος. Ανάλογα δε με την εξήγηση που μπορεί να υπάρχει για την ύπαρξη τους, η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυνατή και από μόνη της να στηρίξει καταδίκη (βλ. μεταξύ άλλων Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40, Mantis v. Police
(1981)2 C.L.R. 234, Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409, σελ. 418 - 419). Κατ' αναλογία και η ύπαρξη γενετικού υλικού παρόλο που είναι αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε καταδίκη, αυτό δεν είναι απαραίτητο διότι η ύπαρξη του μπορεί να έχει λογική εξήγηση. Τότε μόνο οδηγεί σε ενοχή, εφόσο η ύπαρξή του συνεκτιμούμενη με τα άλλα περιστατικά του εγκλήματος δεν αφήνει λογικά περιθώριο για άλλη ερμηνεία ή εξήγηση. (Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331).» Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η απουσία αποτυπωμάτων οδηγεί σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο (βλ. Πιτσιλλίδη κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 662). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ο αστυφύλακας 3854 Χριστόφορος Χριστοφόρου (Μ.Κ.1) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του και γενικά ό,τι γνωρίζει για την υπόθεση περιέχονται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ο μάρτυρας απαντούσε με αμεσότητα, απλότητα, σταθερότητα και ειλικρίνεια σ'όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και αντεξεταζόμενος, μολονότι σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει. Εκτός του ότι, στο βαθμό που έχει αμφισβητηθεί αυτό έγινε με υποβολές που παρέμειναν έωλες είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία του, σε σημαντικό βαθμό, είτε παρέμεινε αναντίλεκτη, είτε ακόμη επιβεβαιώνεται και/ή ενισχύεται από άλλη, αξιόπιστη μαρτυρία, περιλαμβανομένης και της πραγματικής μαρτυρίας, στην αποδεικτική αξία της οποίας έχει προηγηθεί σχετική αναφορά, με αναφορά σε νομολογία (βλ. τις Δημητρίου και Γιωργαλλά, ανωτέρω). Θεωρώ καθόλα αξιόπιστο μάρτυρα τον υπό αναφορά, ο οποίος έχει επιτελέσει με ικανοποιητική επάρκεια το έργο διερεύνησης της υπόθεσης που του έχει ανατεθεί. Συνεπώς, η μαρτυρία του, στο σύνολό της γίνεται αποδεκτή. Επειδή υποβλήθηκε στο μάρτυρα πως δε διερεύνησε ορθά την υπόθεση, ως επίσης ότι δεν έλαβε γραπτή κατάθεση από άτομα που ήθελαν να καταθέσουν ευνοϊκά για τον κατηγορούμενο, θέση την οποία, η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου επανέλαβε και στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής της παρατηρώ τα εξής: εκτός του ότι, όταν ο εξεταστής της υπόθεσης εκδήλωσε την πρόθεσή του στον κατηγορούμενο να τον ανακρίνει και να του πάρει κατάθεση, αυτός αρνήθηκε (φυσικά, ως είχε κάθε δικαίωμα) να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση του είχε υποβληθεί, είτε ακόμη και να αναφέρει οτιδήποτε ήθελε που συνέθετε την εκδοχή του για το επίδικο περιστατικό καθώς και να επικαλεστεί οποιουσδήποτε μάρτυρες είχε υπόψη του, για σκοπούς επιβεβαίωσης της εκδοχής, το πόσο αβάσιμη είναι η παραπάνω θέση του, θα διαφανεί αργότερα και συγκεκριμένα, στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας των δυο μαρτύρων που κατάθεσαν προς υπεράσπισή του. Το σύνολό των ενεργειών του αστυφύλακα 2190 Σάββα Φιλίππου (Μ.Κ.2) περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Στο πλαίσιο της πολύ σύντομης αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε ο μάρτυρας, απάντησε σε διάφορες - διευκρινιστικής φύσεως - ερωτήσεις της ευπαίδευτης δικηγόρου του κατηγορούμενου, χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση και, κυρίως, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει. Ακολουθεί ότι, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Συγκρατώ από αυτή τα εξής: στις 14/4/2012 και ώρα 09:30, ο μάρτυρας προέβη σε επιτόπιες εξετάσεις στην εκκλησία όπου το προηγούμενο βράδυ είχε λάβει χώρα το επίδικο περιστατικό. Στο πλαίσιο των εν λόγω εξετάσεων, οι οποίες έγιναν στην παρουσία του ιερέα του ναού εντόπισε μέσα στο ιερό και παρέλαβε ως τεκμήριο ένα μαχαίρι, με καφέ χειρολαβή, που κατέληγε σε μυτερή άκρη. Την ίδια μέρα, περί η ώρα 13:45, στο σταθμό Στρουμπιού υπέδειξε το εν λόγω μαχαίρι στον παραπονούμενο και τη σύζυγό του καθώς και στην πεθερά του. Και οι τρεις, του ανάφεραν πως ήταν σίγουροι ότι πρόκειται για το επίδικο το μαχαίρι αυτό (τεκμήριο 4), το οποίο - όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής - στον ουσιώδη χρόνο κρατούσε ο κατηγορούμενος και προέταξε εναντίον του παραπονούμενου. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, περιλαμβανομένης και της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου είμαι βέβαιος, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Συγκρίνοντας τη μαρτυρία του παραπονούμενου, Αριστόδημου Γεωργίου (Μ.Κ.3) με την αντίστοιχη μαρτυρία των δυο μαρτύρων που κατάθεσαν υπέρ του κατηγορούμενου στην υπόθεση (Μ.Υ.1 και 2) και εξετάζοντας τη μαρτυρία των δυο τελευταίων, τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου, ενώ είμαι βέβαιος, ότι ο παραπονούμενος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει και ότι είπε την απόλυτη αλήθεια σε σχέση με το επίδικο περιστατικό - που θα πρέπει να σημειωθεί αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι έλαβε χώρα -, οπότε και το θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα, αντίθετα είμαι βέβαιος, ότι και οι δυο μάρτυρες υπεράσπισης επιστρατεύτηκαν από τον κατηγορούμενο και κατόπιν συνεννόησης μαζί του κατάθεσαν στην υπόθεση, όχι για να πουν την αλήθεια, αλλά, προκειμένου να με πείσουν να δεχθώ την ψευδή εκδοχή του για το ίδιο περιστατικό. Θεωρώ λοιπόν αξιόπιστο μάρτυρα τον παραπονούμενο, επειδή, καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία, ήταν σοβαρός και σταθερός και απαντούσε με απλότητα και ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Επιπλέον, είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία του, για ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ως θέμα αρχής (βλ. τις (βλ. τις Δημητρίου και Γιωργαλλά, ανωτέρω). Ούτε και μου διαφεύγει ότι, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας, αυτό, σε σημαντικό βαθμό ήταν με υποβολές που παρέμειναν έωλες. Τέλος είναι και το γεγονός, πως δε διέγνωσα να είχε οποιοδήποτε κίνητρο ο μάρτυρας, είτε να παραποιήσει τα γεγονότα είτε να ψευσθεί. Ακολουθεί ότι, στο σύνολό της η μαρτυρία του, γίνεται αποδεκτή. Θεωρώ τόσο αναξιόπιστη μάρτυρα την Αθηνά Γιάγκου (Μ.Υ.1), σε βαθμό που απορρίπτω συνολικά τη μαρτυρία της, με εξαίρεση, εκείνο, μόνο, το μέρος που αποδεικνύεται από άλλη, αξιόπιστη, μαρτυρία ή που συντίθεται από ισχυρισμούς οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι. Η μάρτυρας, ηλικίας 84 ετών, λυπάμαι ειλικρινά, που σ' αυτή την, τόσο προχωρημένη ηλικία, παρότι επέλεξε να προβεί στη νενονισμένη διαβεβαίωση για να καταθέσει στην υπόθεση ως μάρτυρας αντί να ορκιστεί επειδή, όπως είπε και το δέχομαι έχει 40 χρόνια που είναι μέσα στην εκκλησία και δεν ένιωθε καλά να ορκιστεί, εντούτοις, από τα παραδείγματα που ακολουθούν είναι φανερό πως δε δίστασε να πει ψέματα στο Δικαστήριο, είτε ακόμη να προβάλει ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι υπέπεσε και σε σοβαρές αντιφάσεις. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται η μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 8), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ότι, στις 14/4/2012 και περί ώρα 08:30 παρέδωσε τα κλειδιά της εκκλησίας στον ιερέα, για να ανοίξει την εκκλησία. Αντεξεταζόμενη ωστόσο ισχυρίστηκε ότι την ημέρα αυτή, ο παπάς είχε στείλει ένα παιδί για να πάρει το κλειδί από την ίδια και να του το δώσει όπως και έγινε. Η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός. Στην ίδια κατάθεση ισχυρίζεται ότι στον ουσιώδη χρόνο, ενώ ήταν στην εκκλησία δεν είδε τον κατηγορούμενο να κρατά μαχαίρι μα ούτε και να φωνάζει και να εξυβρίζει τον παραπονούμενο. Μολονότι δε λέει πως είδε τον παραπονούμενο να προβαίνει σε οποιαδήποτε επιθετική ή άλλη ενέργεια εναντίον του κατηγορούμενου, στον Δικαστήριο επιχείρησε να με πείσει ότι αυτός ήταν τόσο επιθετικός, σε σημείο που λίγο έλειψε να ρίξει και τους πολυελαίους της εκκλησίας. Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής θεωρώ πως, εάν οτιδήποτε απ' όσα έχει καταλογίσει του παραπονούμενου στο Δικαστήριο αποτελούσε γεγονός, όφειλε να το αναφέρει και στη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία. Κληθείσα από τη δικηγόρο του κατηγορούμενου να πει εάν μέσα στην εκκλησία είδε κάποιον να επιτίθεται εναντίον κάποιου άλλου, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι έγινε μεγάλη φασαρία, έπιασαν τις καρέκλες που τα φτερά, τις σήκωσαν πάνω και χτυπούσαν πάνω στους πολυελαίους και ότι η ίδια φώναζε: «ρε εν να σπάσετε τους πολυέλαιους, εφκάτε έξω.» Ωστόσο, ευθύς αμέσως, απαντώντας στην επόμενη ερώτηση απέδωσε τις εν λόγω ενέργειες στον παραπονούμενο . Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή της από την κα Σάββα: Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, το επίδικο επεισόδιο έγινε όταν τέλειωσε η λειτουργία του παπά και ήταν να φύγουν. Επισημαίνω απλώς, πως μόνο η ίδια ανάφερε κάτι τέτοιο. Δηλαδή, ότι το επίδικο επεισόδιο έλαβε χώρα μετά πέρας της ακολουθίας του επιταφίου. Η απάντησή της στην ερώτηση, εάν επενέβηκε ο κόσμος για να πιάσει κάποιον - αφού προηγουμένως είχε ισχυριστεί ότι ο παραπονούμενος κυνηγούσε τρέχοντας τον κατηγορούμενο μέσα στην εκκλησία και προσπαθούσε να το βρει για να του χτυπήσει με την καρέκλα οπότε αυτός έσπρωξε τους σκάμνους και γλύτωσε - αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα της ευκολίας με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος και προέβαλλε ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής και πειστικότητας και τούτο, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, η απάντησή της, ουδεμία σχέση έχει με την ερώτηση που της είχε υποβληθεί. Η απάντησή της ακολουθεί αυτούσια: «Όι. Εμένα άμα τζιαι άρκεψε τζιαι έφευκε ο κόσμος, επήα τζιαι λαλώ του παπά, "Άτε πάτερ τζιαι τέλειωσε η λειτουργία να κλειδώσω να φύουμε." Λαλεί μου τζιείνος, "Θκιώχνεις με που την εκκλησία;" Είπε μου ο παπάς. Οπότε τζιαι αν ένει εγώ λαλώ του, "Εν να σε θκιώξω." Όπως σας το λαλώ, εγώ ψέματα εν λαλώ. Εμούνταρέ με να με δέρει.» Στη δική μου - διευκρινιστική - ερώτηση, «ποιος;» (εννοώντας την «εμούνταρε»), όπως είπε απαντώντας: «Ο παπάς. Εβουρήσαν τζιαι γλιτώσαν με οι χωρκανοί.» Αν είναι ποτέ δυνατό να πιστέψω ότι ο παπάς χρειαζόταν τη μάρτυρα να του πει πότε και ότι είχε τελειώσει η λειτουργία, ακολούθως, ότι του είπε πως θα τον έδιωχνε από την εκκλησία και κυρίως, ότι αυτός, την ημέρα του επιταφίου, δηλαδή, Μεγάλη Παρασκευή κυνηγούσε μέσα στην εκκλησία μια γριά για να τη δείρει κάτι που δεν έγινε επειδή την έσωσαν οι πιστοί. Οι παραπάνω ισχυρισμοί της δεν είναι και οι μόνοι που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Υπάρχει και συνέχεια. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο ισχυρισμός της, ότι το Μεγάλο Σάββατο, ο παπάς δεν έκανε λειτουργία, επειδή δεν ήρθαν οι επίτροποι, οπότε κλείδωσε και της πήρε και το κλειδί, ισχυρισμός ο οποίος, συν τοις άλλοις συγκρούεται με τον ισχυρισμό της λίγο αργότερα για το ίδιο θέμα, ότι το Μεγάλο Σάββατο δεν έγινε λειτουργία, επειδή δεν ήρθαν οι ψάλτες. Ερωτηθείσα από την κα Σάββα εάν ξέρει καλά τον κατηγορούμενο απάντησε καταφατικά. Όπως είπε, είναι χωριανός της και αδελφότεκνος του κουμπάρου της. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν είναι ο κατηγορούμενος που την παίρνει, όταν θέλει να πάει στο γιατρό: «Άμα τύχει παίρνει με.» απάντησε. Όταν όμως περί το τέλος της αντεξέτασής της, της υποβλήθηκε - και πολύ ορθά - ότι όλα όσα είπε για το επίδικο επεισόδιο, τα είπε γιατί ήθελε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, επειδή τη βοηθά και συγκεκριμένα την παίρνει στους γιατρούς, ισχυρίστηκε ότι είναι ο βαφτιστικός της και οι αδελφές του που την παίρνουν στους γιατρούς και ότι ο κατηγορούμενος καμιά φορά δεν την έχει πάρει. Το μέγεθος της νέας αντίφασης στην όποια υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Όταν τέλος ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος το επίδικο βράδυ κρατούσε στα χέρια του μαχαίρι ή λαμπάδα, απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι τον έπιασαν εκείνο το βράδυ και τον πήραν φυλακή, χωρίς να έχει χαμπάρι, ως επίσης και ότι τη νύχτα που ήρθαν από την Αστυνομία να της πάρουν κατάθεση, τους είπε: «Επιάσετε το μιτσί άδικα, τζιείνους που έπρεπε να βάλετε φυλακή εν τους εβάλετε τζιαι εβάλετε τον Γιώρκο.» Εκτός του ότι, ο κατηγορούμενος, αναληθώς έστω κι αυτός, με την ανώμοτη δήλωσή του ισχυρίστηκε πως, όταν του επιτέθηκε ο παραπονούμενος και προσπαθούσε να το χτυπήσει με την καρέκλα στο κεφάλι, ο ίδιος έριξε μια λαμπάδα είναι και το γεγονός, ότι, η μάρτυρας, στην κατάθεσή της στην Αστυνομία, τίποτε απ' όσα ισχυρίστηκε πως είπε τη νύχτα που πήγαν να της πάρουν κατάθεση αναφέρει. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας της ως μάρτυρα. Ως εντελώς αναξιόπιστη μάρτυρα θεωρώ και την Άντρια Κτωρή (Μ.Υ.2), σε βαθμό που, ούτε ότι βρισκόταν στην εκκλησία στον ουσιώδη χρόνο μπορώ να δεχθώ. Και αυτή, η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στον ουσιώδη χρόνο ήταν μόλις 14 ετών, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπήρξε αντιφατική και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, οπότε είμαι βέβαιος, ότι, όπως και η προηγούμενη μάρτυρας, έτσι και αυτή επιστρατεύτηκε από τον κατηγορούμενο προκειμένου να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του για όσα του καταλογίζονται από την κατηγορούσα αρχή και όχι για να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τη μαρτυρία της, τα οποία, αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της, ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Αντεξεταζόμενη, στη γενική ερώτηση εάν την περίοδο του Πάσχα πηγαίνει εκκλησία, απαντώντας και ενώ μέχρι τη στιγμή αυτή, ουδεμία αναφορά στον κατηγορούμενο υπήρξε εκ μέρους της κας Σάββα, ισχυρίστηκε πως ήταν κάθε μέρα μαζί του και πήγαιναν στον επιτάφιο. Το πόσο παράλογη είναι η απάντησή της καταφαίνεται με μόνο λόγο τον ισχυρισμό της, ότι με τον κατηγορούμενο πήγαιναν κάθε μέρα στον επιτάφιο. Είναι παγκοίνως γνωστό, ότι, η ακολουθία του επιταφίου τελείται μόνο μία μέρα το χρόνο και συγκεκριμένα τη Μεγάλη Παρασκευή. Επομένως, δεν μπορεί να ισχυρίζεται η μάρτυρας και να θέλει να γίνει πιστευτή, πως ήταν κάθε μέρα με τον κατηγορούμενο και πήγαιναν στον επιτάφιο. Αντεξεταζόμενη και πάλιν, ισχυρίστηκε πως, όταν ο παραπονούμενος κυνηγούσε τον κατηγορούμενο με την καρέκλα και προσπαθούσε να του χτυπήσει, η ίδια γύρισε πίσω και είπε στον κατηγορούμενο: «πρόσεχε.» Περιορίζομαι να πω τούτο∙ ο κατηγορούμενος, με την ανώμοτη δήλωσή του, δεν λέει κάτι τέτοιο. Η μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης - όχι στην Αστυνομία - (τεκμήριο 9). Στην παράγραφο 3 ισχυρίζεται ότι, ενώ ο κατηγορούμενος προχωρούσε για να βγει έξω από την εκκλησία, ο παραπονούμενος άρπαξε μια ξύλινη καρέκλα που ήταν μέσα στο ιερό και έτρεξε από πίσω του. Ωστόσο, αντεξεταζόμενη, ερωτηθείσα εάν πριν γίνει ο καυγάς είδε τον παραπονούμενο να μπαίνει και να βγαίνει από το ιερό, απαντώντας, ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν. Φυσικά και δε θυμόταν, επειδή, γενικά η μαρτυρία της είναι ψευδής και κατασκευασμένη, κατόπιν συνεννόησής της με τον κατηγορούμενο και για το λόγο που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Τέλος αναφορικά με τον ισχυρισμό της - στο στάδιο αντεξέτασης και πάλιν - πως δεν είδε τον κατηγορούμενο να κρατά μαχαίρι ή λαμπάδα μα ούτε και να προσπαθεί να ρίχνει λαμπάδα, επειδή, όπως είπε, ήταν δίπλα του ακριβώς και τον είδε παρατηρώ τα εξής: αναφορικά με το μαχαίρι, ψεύδεται, επειδή, δέχομαι τον περί αντιθέτου ισχυρισμό του παραπονούμενου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος ανέσυρε από το σακάκι του μαχαίρι το οποίο πρόταξε εναντίον του. Κατά τα λοιπά, μου φαίνεται πως η μάρτυρας δε συγκράτησε, όλα όσα σε συνεννόηση με τον κατηγορούμενο επιστρατεύτηκε από αυτό να πει, ο οποίος, με την ανώμοτη δήλωσή του, καταληκτικά, ισχυρίστηκε ότι στον ουσιώδη χρόνο, όταν ο παραπονούμενος προσπαθούσε να του χτυπήσει με την καρέκλα στο κεφάλι, την ώρα που ο ίδιος έτρεξε στο σκάμνο έριξε τη λαμπάδα. Παρότι ψευδής ο εν λόγω ισχυρισμός του, εντούτοις, δεν παύει να είναι σε αντίθεση με ό,τι έχει ανάφερε η μάρτυρας για το ίδιο θέμα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτής, ως μάρτυρος. Κατ' ακολουθία των παραπάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα ακόλουθα: Το βράδυ της Μεγάλη Παρασκευής, 13/4/2012, ο παραπονούμενος, Αριστόδημος Γεωργίου μετέβη οικογενειακώς στην εκκλησία του «Χρυσοσώτηρος» στο χωριό Δρύμου για να παρακολουθήσει την ακολουθία του επιταφίου. Στην εκκλησία υπήρχε αρκετός κόσμος, ανάμεσά τους και ο κατηγορούμενος. Προς το τέλος της ακολουθίας, γύρω στις 21:30 και ενώ ο κόσμος είχε αρχίσει να προσκυνά τον επιτάφιο, ο παραπονούμενος εισήλθε στο ιερό του ναού για να πει στον ιερέα να βγει κι αυτός έξω στον κυρίως ναό. Ακολούθως και ενώ ο παραπονούμενος περίμενε στη σειρά για να προσκυνήσει τον επιτάφιο, ο κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει και να το βρίζει με τις λέξεις: «πουστάνθρωπε», «μαλάκα», «άχρηστε». Όταν ο παραπονούμενος του ζήτησε το λόγο που τον έβριζε, αυτός, του είπε ότι διέταξε τον ιερέα να χαλάσει τον επιτάφιο. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και να κλωτσά τα στασίδια, βρισκόμενος σε έξαλλη κατάσταση. Ακολούθως, αφού άρχισε να τινάσσει τα χέρια του, ανέσυρε από το σακάκι του ένα μαχαίρι, το οποίο προέταξε προς το μέρος του παραπονούμενου, φωνάζοντάς: «Αφήστε με να δείτε τι εν να του κάμω.» Τη στιγμή αυτή, διάφορα άτομα που ήταν στην εκκλησία, επενέβησαν, τραβώντας πίσω τον κατηγορούμενο. Η απόσταση μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου, όταν ο πρώτος προέταξε το μαχαίρι εναντίον του δεύτερου, ήταν δύο, περίπου, μέτρα. Τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο πρόκειται για το τεκμήριο 4, το μαχαίρι που είχε προτάξει ο κατηγορούμενος εναντίον του παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο, όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ή αν δεν έχει αποδειχθεί αυτό, όπως είναι η θέση του κατηγορούμενου, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου του. Μια πρώτη, αναγκαία παρατήρηση είναι η εξής: είτε πρόκειται για το τεκμήριο 4 το επίδικο μαχαίρι, είτε για κάποιο άλλο, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι αποτελεί εύρημά μου, ότι ο κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο, εν πάση περιπτώσει ανέσυρε από το σακάκι του μαχαίρι, το οποίο προέταξε εναντίον του παραπονούμενου. Απ' εκεί και πέρα είναι γεγονός, ότι, ο παραπονούμενος, στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 6), η οποία του είχε ληφθεί μία, περίπου, ώρα, μετά το επίδικο περιστατικό ισχυρίζεται ότι το επίδικο μαχαίρι ήταν μήκους, δεκαπέντε, περίπου, εκατοστών και πως δε θυμάται τι χρώμα ήταν η χειρολαβή του και τι είδους μαχαίρι ήταν αυτό. Αποτελεί επίσης γεγονός, ότι, στη συμπληρωματική κατάθεσή του (τεκμήριο 7), η οποία του λήφθηκε στις 17/4/2012 αναφέρει ότι το μαχαίρι που του υπέδειξε ο Μ.Κ.2 στο σταθμό Στρουμπιού, στις 14/4/2012, «.πιστεύω ότι σύμφωνα με τη λεπίδα του και το μέγεθός της, είμαι εντελώς σίγουρος ότι πρόκειται για το μαχαίρι που κρατούσε ο Γεώργιος Γεωργίου στις 13/04/12 και το προέταξε εναντίον μου.» Τέλος, αποτελεί γεγονός και το εξής: ότι για σκοπούς επίλυσης αυτού του επίδικου θέματος της υπόθεσης έχω δει το επίδικο μαχαίρι, το οποίο έχει χειρολαβή καφέ χρώματος και λεπίδα που απολήγει σε αιχμηρή άκρη. Κατόπιν μέτρησης του μήκους του προέκυψε ότι είναι συνολικού μήκους εικοσιενός εκατοστών και η λεπίδα του, έντεκα εκατοστών. Στο ερώτημα κατά πόσο πρόκειται για το μαχαίρι που ανέσυρε από το σακάκι του ο κατηγορούμενος και προέταξε εναντίον του παραπονούμενου αυτό, με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων άμεσης, πραγματικής και περιστατικής μαρτυρίας, απαντώ καταφατικά. Ειδικότερα: Ο κατηγορούμενος, καθ' ομολογία του, στον ουσιώδη χρόνο βοηθούσε τον ιερέα και έμπαινε και στο ιερό. Ότι βοηθούσε τον ιερέα σε διάφορες εργασίες, το ανάφερε και ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1). Πρόσβαση στην εκκλησία είχε και η Μ.Υ.1. Παρότι έχει κριθεί αναξιόπιστη ως μάρτυρας, εντούτοις, ο ισχυρισμός της ότι είναι για 40 χρόνια μέσα στην εκκλησία που έγινε το επίδικο περιστατικό, έχει τα κλειδιά της εκκλησίας, ανάβει τα καντήλια και καθαρίζει και γενικά βοηθά τον ιερέα, κάνοντας ό,τι μπορεί, παρέμεινε αναντίλεκτος. Επομένως, τον αποδέχομαι. Το επίδικο επεισόδιο έλαβε χώρα στις 21:30 περίπου, ο παραπονούμενος το κατάγγειλε στον εξεταστή, το ίδιο βράδυ, στις 21:45, δηλαδή, 15 λεπτά αργότερα και, ευθύς αμέσως, ο εξεταστής της υπόθεσης μετέβηκε στην εκκλησία μαζί με δυο συναδέλφους του για επιτόπιες εξετάσεις, τόσο εντός του ναού όσο και εκτός. Στο πλαίσιο των εν λόγω εξετάσεων, οι οποίες έγιναν στην παρουσία του παραπονούμενου και του ιερέα του ναού, δεν ανευρέθηκε οποιοδήποτε τεκμήριο. Ωστόσο, εντός του ιερού όπου υπήρχαν δυο μαχαίρια διαπιστώθηκε ότι έλειπε από τη θέση του το ένα από αυτά. Ο παραπονούμενος, αφού συνομίλησε με τον ιερέα, ο οποίος του περιέγραψε το μέγεθος του μαχαιριού που έλειπε, ανάφερε ότι πολύ πιθανό να πρόκειται για εκείνο που κρατούσε ο κατηγορούμενος και προέταξε εναντίον του αυτό. Το πρώτο που σημειώνω - βασικά, υπό μορφή επανάληψης - είναι το εξής: εάν επρόκειτο για άνθρωπο που έλεγε ψέματα ο παραπονούμενος, ο οποίος ήθελε να ενοχοποιήσει εκ του μη όντος τον κατηγορούμενο, θα μπορούσε κάλλιστα να ισχυριστεί ότι επρόκειτο για το μαχαίρι που είχε εντοπιστεί στο ιερό κατά την αστυνομική έρευνα, το επίδικο μαχαίρι και όχι αυτό που απουσίαζε από τη θέση του, όπως του το είχε περιγράψει ο ιερέας, με βάση το μέγεθός του. Για να συνεχίσω, το επίδικο μαχαίρι εντοπίστηκε στο σημείο όπου βρισκόταν μέσα στο ιερό, το πρωί της επομένης, 14/4/2012, στις 09:30, στο πλαίσιο νέας αστυνομικής έρευνας, η οποία διεξάχθηκε από το Μ.Κ.2, στην παρουσία και πάλιν του ιερέα του ναού. Ο τελευταίος, αφού του υποδείχτηκε το μαχαίρι, το αναγνώρισε ως αυτό που έλειπε από τη θέση του κατά τη διάρκεια της πρώτης αστυνομικής έρευνας. Η προσπάθεια της υπεράσπισης να αμφισβητήσει τον ισχυρισμό του παραπονούμενου - ο οποίος περιέχεται στη δεύτερή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 7) - ότι πρόκειται για το επίδικο μαχαίρι, το ανευρεθέν από το Μ.Κ.2, κατά τη διάρκεια της έρευνας που είχε γίνει στις 14/4/2012, το οποίο στον ουσιώδη χρόνο είχε προτάξει εναντίον του ο κατηγορούμενος, υπήρξε ανεπιτυχής. Το εν λόγω μαχαίρι (τεκμήριο 4), περίπου τέσσερις ώρες μετά τον εντοπισμό του από το Μ.Κ.2 - για να επαναλάβω - στο σημείο όπου βρισκόταν προτού εξαφανιστεί το προηγούμενο βράδυ, όπως αναφέρει ο Μ.Κ.2 στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 5) υποδείχθηκε τόσο στον παραπονούμενο όσο και στη σύζυγό του καθώς και στην πεθερά του, οι οποίοι τού ανάφεραν πως ήταν σίγουροι ότι πρόκειται για το μαχαίρι που κρατούσε ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο και είχε προτάξει εναντίον του παραπονούμενου. Δε μου διαφεύγει ότι ο παραπονούμενος, αντεξεταζόμενος αμφισβητήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορουμένου, συναφώς με τον ισχυρισμό του πως είχε αναγνωρίσει το συγκεκριμένο μαχαίρι, ως το επίδικο. Παρόλα αυτά, δέχομαι τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του, επειδή, πρώτο, αυτός, εκτός του έχει κριθεί αξιόπιστος, ως μάρτυρας είναι και το γεγονός, ότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί εάν ήθελε να πει ψέματα, θα μπορούσε κάλλιστα να ισχυριστεί ότι επρόκειτο για το μαχαίρι που είχε εντοπιστεί κατά τη διάρκεια της πρώτης αστυνομικής έρευνας, το επίδικο, κάτι που δεν έκανε. Δεύτερο θεωρώ πως είναι και αντινομικό, συν τοις άλλοις, για τον κατηγορούμενο, από τη μια, να ισχυρίζεται πως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι ανέσυρε μαχαίρι το οποίο προέταξε εναντίον του και από την άλλη, να υποβάλλεται στον παραπονούμενο, ότι το ανευρεθέν, δεν είναι το επίδικο. Τρίτο, φαίνεται διέλαθε της προσοχής του κατηγορούμενου πως, ό,τι πρόκειται για το επίδικο μαχαίρι το ανευρεθέν, στο Μ.Κ.2 δεν το είπε μόνο ο παραπονούμενος, αλλά και η σύζυγός του καθώς και η πεθερά του. Εκτός του ότι δεν μπορεί να είχαν κάνει και οι τρεις το ίδιο λάθος, επιπλέον είναι και το γεγονός, ότι, ο ισχυρισμός του Μ.Κ.2 ότι το συγκεκριμένο μαχαίρι είχε αναγνωριστεί ως το επίδικο και από τη σύζυγο καθώς και από την πεθερά του παραπονούμενου, παρέμεινε αναντίλεκτος. Παρότι εξ ακοής η μαρτυρία του Μ.Κ.2 συναφώς με το θέμα, εντούτοις, την αποδέχομαι προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχόμενου της. Εξάλλου, δεδομένου ότι ο μάρτυρας, στην κατάθεσή του αναφέρει και το όνομα της συζύγου του παραπονούμενου καθώς και αυτό της πεθεράς του, ο κατηγορούμενος, σε εφαρμογή του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, θα μπορούσε κάλλιστα να κλητεύσει και τα δυο αυτά πρόσωπα, προκειμένου να τα αντεξετάσει σε σχέση με τη συγκεκριμένη - αρχική - δήλωσή τους προς το μάρτυρα. Τέλος, αποτελεί στοιχείο αδιάφορο, πώς το επίδικο μαχαίρι, ενώ κατά την πρώτη αστυνομική έρευνα απουσίαζε από τη θέση του εντοπίστηκε σ' αυτή το πρωί της επομένης, κατά τη διάρκεια της δεύτερης αστυνομικής έρευνας. Προφανώς, αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να γνωρίζει ο κατηγορούμενος - ενδεχομένως και η Μ.Υ.1 -, ο οποίος, αφού το πήρε από τη θέση του και το χρησιμοποίησε εναντίον του παραπονούμενου, μερίμνησε ώστε να τοποθετηθεί ξανά εκεί, μετά την αποπεράτωση της πρώτης αστυνομικής έρευνας, η οποία έγινε μερικά λεπτά αργότερα, αφότου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Και τούτο, επειδή, πιθανότατα να μην είχε σκεφτεί ότι το πρωί της επομένης θα διεξαγόταν και νέα έρευνα στην εκκλησία για εντοπισμό του. Δε νομίζω πω χρειάζεται να επεκταθώ. Και κάτι τελευταίο. Δε συμφωνώ με την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου ότι επειδή δεν έχει εντοπιστεί το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου στο επίδικο μαχαίρι δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Και θα έλεγα πως, το ίδιο ισχύει και για επίσης γεγονός, πως ούτε και τα δακτυλικά αποτυπώματα του κατηγορούμενου έχουν εντοπιστεί στο ίδιο μαχαίρι. Επί του προκειμένου, η θέση μου έχει έρεισμα την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή (βλ. την Πιτσιλλίδη, ανωτέρω) σύμφωνα με την οποία - για να επαναλάβω - η απουσία αποτυπωμάτων καθώς και ο μη εντοπισμός γενετικού υλικού δεν οδηγούν σε αρνητική διαπίστωση επαφής με κάποιο αντικείμενο. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία, η οποία περικλείει το αδίκημα της μεταφοράς μάχαιρας απολήγουσας σε αιχμηρό άκρο, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 84 και 86 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 13 Απριλίου, 2012, στην εκκλησία του «Χρυσοσώτηρος» στη Δρύμου, της επαρχίας Πάφου, μετέφερε μάχαιρα απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο εκτός της οικίας του. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων που δημιουργούν το αδίκημα σε συνδυασμό ασφαλώς και με τις σχετικές λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησής της, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο, πρώτο μετέφερε μαχαίρι, δεύτερο, που καταλήγει σε μυτερή άκρη και τρίτο, εκτός της οικίας του. Στην προκείμενη περίπτωση έχει αποδειχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο μετέφερε μαχαίρι, το οποίο ανέσυρε από το σακάκι του και προέταξε εναντίον του κατηγορούμενου, ως επίσης και ότι το μαχαίρι καταλήγει σε μυτερή άκρη. Σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι το μετέφερε μέσα στην εκκλησία, δηλαδή εκτός της οικίας του, η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Αυτός, κατά τη δίκη, όχι απλώς δεν επικαλέστηκε την υπεράσπιση του εδαφίου
(4)του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα, αλλά, η θέση του, ήταν πως δεν είχε χρησιμοποιήσει μαχαίρι εναντίον του παραπονούμενου, στον οποίο, με την ανώμοτη δήλωσή του, αλλά και μέσω των δυο ψευδομαρτύρων του επιχείρησε να με πείσει ότι είναι ο παραπονούμενος που του είχε επιτεθεί ο οποίος προσπαθούσε να του χτυπήσει με μια καρέκλα στο κεφάλι. Το άρθρο 84 του Ποινικού Κώδικα που περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας δεν ισχύει επειδή, το επίδικο μαχαίρι ήταν ανοικτό και όχι κλειστό. Εν πάσει περιπτώσει, το άρθρο αυτό δεν ισχύει και για τον επιπλέον λόγο, ότι, ενώ η λεπίδα του μαχαιριού καταλήγει σε μυτερή άκρη, το μήκος της υπερβαίνει τις δυόμισι ίντζες (καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι έντεκα εκατοστά). Τέλος, δεδομένου του τρόπου με τον οποίο ο κατηγορούμενος το είχε χρησιμοποιήσει και λαμβανομένων υπόψη των λοιπών συνθηκών στις οποίες εντάσσεται η χρήση του από αυτόν, ούτε η επιφύλαξη του άρθρου 86 του Ποινικού Κώδικα ισχύει. Το αδίκημα της μεταφοράς επιθετικού όπλου ή οργάνου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο με τη 2η κατηγορία στοιχειοθετείται όταν κάποιος, πρώτο, δημόσια, δεύτερο, χωρίς νόμιμη αιτία, τρίτο, μεταφέρει επιθετικό όπλο ή όργανο, τέταρτο, με τέτοιο τρόπο που διεγείρει τρόμο σε άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη και των λεπτομερειών αδικήματος της 2ης κατηγορίας, με την οποία καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, δημόσια και άνευ νομίμου αιτίας μετέφερε επιθετικό όπλο ή όργανο, δηλαδή, ένα μαχαίρι, μήκους 15 εκατοστών, έχουν αποδειχθεί τα πρώτα τρία από τα παραπάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος, παρότι, σε σχέση με το τρίτο, το συνολικό μήκος του μαχαιριού είναι εικοσιένα εκατοστά (έντεκα εκατοστά η λεπίδα του) και όχι δεκαπέντε, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας. Απ' εκεί και πέρα, η εκκλησία στην οποία το μετέφερε ο κατηγορούμενος αποτελεί ασφαλώς δημόσιο μέρος και το μαχαίρι, ασφαλώς επιθετικό όπλο. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος το ανέσυρε και έστρεψε εναντίον του παραπονούμενου με καθαρά επιθετικές διαθέσεις, γεγονός το οποίο αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι το μετέφερε χωρίς νόμιμη αιτία. Ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί και το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Δηλαδή, ότι κατηγορούμενος μετέφερε το μαχαίρι με τέτοιο τρόπο που διέγειρε τρόμο στον παραπονούμενο. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Επί του προκειμένου, η μόνη σχετική αναφορά του παραπονούμενου περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 6), σύμφωνα με την οποία, ο κατηγορούμενος, μετά που άρχισε να κλωτσά τα στασίδια σε έξαλλη κατάσταση, αφού άρχισε να τινάσσει τα χέρια του τράβηξε το επίδικο μαχαίρι από το σακάκι του, το οποίο ακολούθως προέταξε προς το μέρος του, φωνάζοντάς: «Αφήστε με να δείτε τι εν να του κάμω.» Συνεχίζοντας αναφέρει τα εξής: «Εκείνη την ώρα, διάφορα άτομα που λόγω της σύγχυσης μου δε θυμάμαι ποια ήταν, πήγαν κοντά στο Γεώργιο και τον τράβηξαν πίσω» Επειδή έχει σημασία ακολουθεί αυτούσιο και το καταληκτικό μέρος της ίδιας κατάθεσης του παραπονούμενου: «Εγώ έχω παράπονο εναντίον του Γεώργιου Χριστοφόρου και επιθυμώ την ποινική του δίωξη. Από το πιο πάνω περιστατικό εγώ δεν τραυματίστηκα καθόλου και να αναφέρω ότι έγινε στο χωριό Δρύμου.» Σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, «τρόμος» κατά μία ερμηνεία (την πρώτη) είναι το ισχυρό και αιφνίδιο συναίσθημα φόβου και πανικού, ενώ κατά τη δεύτερη ερμηνεία της λέξης σημαίνει πρόσωπο ή πράγμα που εμπνέει φόβο, που φοβίζει ή τρομοκρατεί. Από την άλλη, «σύγχιση» σύμφωνα με το ίδιο λεξικό είναι η κατάσταση ψυχικού αναβρασμού ή ανεξέλεγκτου εκνευρισμού, η διατάραξη της ψυχικής ηρεμίας κάποιου. Σύγχιση λοιπόν είναι που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο και όχι τρόμο, δηλαδή, είτε φόβο είτε πανικό. Και, με δεδομένο ότι η έννοια των δύο λέξεων (τρόμου και σύγχισης) είναι διαφορετική και για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος απαιτείται η πρόκληση τρόμου και όχι σύχγισης, το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος δεν έχει αποδειχθεί. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι η σχετική κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει με την 3η κατηγορία, έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, με την οποία του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προκάλεσε τρόμο στον παραπονούμενο, απειλώντας τον ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό του με τη φράση: «Αφήστε με να δείτε τι εν να του κάμω.», μεταξύ άλλων, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, ο κατηγορούμενος, απειλώντας τον παραπονούμενο με την παραπάνω φράση, του προκάλεσε τρόμο, τη εννοία που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Έχοντας υπόψη πως δεν προκύπτει από τη μαρτυρία, ότι ως αποτέλεσμα της παραπάνω φράσης - η οποία, ενταγμένη στο όλο πλέγμα γεγονότων που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, ασφαλώς και συνιστά απειλή - προκλήθηκε τρόμος στον παραπονούμενο και αυτή η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στην 1η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κάτι που δεν ισχύει για τις άλλες δυο κατηγορίες. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος στις κατηγορίες 2 και 3 αθωώνεται ενώ στην 1η κατηγορία κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: Μεταφορά μάχαιρας απολήγουσας σε αιχμηρό άκρο, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 84 και 86 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, μεταφορά επιθετικού όπλου ή οργάνου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, απειλή βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο