Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λίτσα Πιερή, Aρ. Υπόθεσης 1919/13, 3/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B41 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 1919/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Λίτσα Πιερή Ημερομηνία: 3.5.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για την Κατηγορούμενη: κα Ε. Πουλλά Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της άσεμνης πράξης σε δημόσιο χώρο κατά παράβαση του άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 15.7.12 διενήργησε άσεμνη πράξη προς τον Γεώργιο Πιερή, από τώρα και στο εξής «ο παραπονούμενος», σε δημόσιο χώρο, ήτοι στην Λεωφόρο Έμπας στην επαρχία Πάφου. Είναι από κοινού παραδεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο παραπονούμενος και η Κατηγορούμενη ήταν αντρόγυνο αν και σε διάσταση. Η Κατηγορούμενη μέσω της δικηγόρου της δεν παραδέχθηκε ενοχή στην εναντίον της κατηγορία οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή τρεις συνολικά μάρτυρες, ήτοι ο παραπονούμενος (ΜΚ 1), ο Αστ 4920, Κώστας Παύλου (ΜΚ 2) και ο Αστ 3794, Κωνσταντινίδης Φίλιππος (ΜΚ 3). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον της Κατηγορούμενης. Η Υπεράσπιση κάλεσε ως μάρτυρα τον Αλκιβιάδη Πιερή, υιό της Κατηγορούμενης και του παραπονούμενου. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο παραπονούμενος. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 15.7.12 για την παρούσα υπόθεση - Τεκμήριο 1 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Έδωσε, επίσης, προφορική μαρτυρία και αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την μαρτυρία του παραπονούμενου προβάλλοντας ως επιστέγασμα, μεταξύ άλλων, την θέση ότι την στιγμή που ο παραπονούμενος έκανε το τελευταίο τηλεφώνημα στην Τροχαία η Κατηγορούμενη δεν βρισκόταν στο μέρος όπου ο παραπονούμενος ισχυρίσθηκε ότι κατά τον ίδιο χρόνο βρισκόταν η Κατηγορούμενη και από όπου σύμφωνα με τον παραπονούμενο η Κατηγορούμενη διέπραξε το υπό εκδίκαση αδίκημα, αλλά στην Τροχαία Πάφου. Υπέβαλε, επίσης, στον παραπονούμενο ότι η καταγγελία του στην Αστυνομία ήταν εκδικητική λόγω των διαφορών του με την Κατηγορούμενη περιλαμβανομένων και δικαστικών διαφορών. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε τις υποβολές προβάλλοντας την δική του εκδοχή και αντέτεινε ότι οι όποιες δικαστικές διαφορές εκκρεμούν ανάμεσα σε αυτόν και την Κατηγορούμενη άρχισαν μετά το επίδικο συμβάν. Συγκεκριμένα αίτηση περιουσιακών διαφορών που ακόμα εκκρεμεί καταχωρήθηκε τον Δεκέμβριο του 2012 και μια δεύτερη δικαστική διαδικασία 2 χρόνια μετά το επίδικο συμβάν. Τέλος, υποβλήθηκε στον παραπονούμενο από την Υπεράσπιση ότι εκείνος ήταν που «κυνηγούσε» με την μοτοσικλέτα του την Κατηγορούμενη εντός του χωραφιού και όχι η Κατηγορούμενη εκείνον με σκοπό να την τρομάξει. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε και αυτή την υποβολή προβάλλοντας την δική του εκδοχή. Ο παραπονούμενος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Ήταν, επίσης, αυθόρμητος και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις του. Κάποιες απορίες που γεννήθηκαν στο Δικαστήριο κατά την διά ζώσης μαρτυρία του ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης οφείλονται απλά και μόνο στην διατύπωση που ο παραπονούμενος χρησιμοποιούσε κατά την προβολή των ισχυρισμών του και όχι σε οποιαδήποτε προσπάθειά του παραποίησης των γεγονότων εις βάρος της αλήθειας. Σημειώνεται ότι η διά ζώσης μαρτυρία του συνάδει με το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης - Τεκμήριο
- Από την μαρτυρία του παραπονούμενου κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω τα ακόλουθα σημεία. Στην διά ζώσης μαρτυρία του ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι ο λόγος που εισήλθε εντός του ανοικτού χωραφιού αφότου έστριψε αριστερά από το σημείο του ΑΛΤ ήταν γιατί η Κατηγορούμενη τον είχε πλησιάσει οδηγώντας με ταχύτητα και εν τέλει «πλευρίζοντας» τον, δηλαδή, οδηγώντας επί του κύριου δρόμου παράλληλα και δίπλα από αυτόν. Στην γραπτή του κατάθεση ο παραπονούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε για την οδική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης επί του κύριου δρόμου και προτού οι δύο βρεθούν εντός του ανοικτού χωραφιού. Ό,τι μόνο ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση ήταν ότι εισήλθε εντός του ανοικτού χωραφιού για να αποφύγει την Κατηγορούμενη. Το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση για το πώς είχε συμπεριφερθεί η Κατηγορούμενη εντός του κύριου δρόμου δεν θεωρώ ότι δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση ή ότι είναι ικανό να κλονίσει την εν γένει αξιοπιστία του. Όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε ο παραπονούμενος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και δεν διέκρινα οτιδήποτε που να παραπέμπει στο συμπέρασμα ότι το πιο πάνω γεγονός αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη. Συναφώς και μέσα από την μαρτυρία του δεν διέκρινα πρόθεση ή κίνητρο από μέρους του παραποίησης των γεγονότων εις βάρος της αλήθειας. Κρίνω δε πως η υπό συζήτηση μη αναφορά οφείλεται σε αθώα και γνήσια παράλειψη του παραπονούμενου ο οποίος μέσα από την γραπτή του κατάθεση ανέφερε εξάλλου ό,τι ήταν αναγκαίο, αν και όχι με τρόπο εμπλουτισμένο, για να μεταδώσει την επίδειξη από μέρους της Κατηγορούμενης μιας συμπεριφοράς που συνάδει με την υπό αυτού υποδειχθείσα στην διά ζώσης μαρτυρία του τοιαύτη. Πρόκειται για τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι αμέσως εισήλθε εντός του χωραφιού για να αποφύγει την Κατηγορούμενη. Η ανάγκη, όπως αυτή υποδηλώνεται μέσα από την χρήση της λέξης «αμέσως», να εισέλθει ο παραπονούμενος εντός του χωραφιού για να αποφύγει την Κατηγορούμενη την ίδια στιγμή υποδηλώνει μια επιθετική ή επικίνδυνη από μέρους της Κατηγορούμενης συμπεριφορά που συνάδει με την συμπεριφορά που ο παραπονούμενος διά ζώσης ισχυρίσθηκε ότι η Κατηγορούμενη επέδειξε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συγκεκριμένα ότι η Κατηγορούμενη οδηγώντας το αυτοκίνητο της με ταχύτητα επί του κύριου δρόμου εν τέλει πλησίασε τον παραπονούμενο, ο οποίος οδηγούσε μοτοσικλέτα, οδηγώντας επί του κύριου δρόμου παράλληλα και δίπλα από αυτόν. Στην μαρτυρία του παραπονούμενου εντοπίζονται οι ακόλουθες αντιφάσεις: στην γραπτή του κατάθεση ο παραπονούμενος αναφέρει ότι από το Τμήμα Μικροπαραβάσεων του είπαν ότι θα ειδοποιούσαν εκείνοι την Τροχαία. Στην διά ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε ότι από το Τμήμα Μικροπαραβάσεων τον προέτρεψαν να επικοινωνήσει εκείνος με την Τροχαία. Προφανώς ισχύει και κατ' επέκταση δέχομαι το δεύτερο αφ' ης στιγμής ο παραπονούμενος 5 λεπτά μετά το τηλεφώνημα στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων σύμφωνα με την μαρτυρία του τηλεφώνησε ο ίδιος στο Τμήμα Τροχαίας ενώ σε κάποιο σημείο της αντεξέτασής του ο παραπονούμενος ανέφερε ότι μεταξύ του τηλεφωνήματός του στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων και του πρώτου τηλεφωνήματος του στο Τμήμα Τροχαίας μεσολάβησαν 5 λεπτά και ότι μεταξύ του πρώτου τηλεφωνήματός του στην Τροχαία και του δεύτερου τηλεφωνήματός του στην Τροχαία μεσολάβησαν 25 λεπτά, σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του υποστήριξε ότι η Κατηγορούμενη επέστρεψε στην σκηνή 20 με 30 λεπτά αφότου ο παραπονούμενος επέστρεψε και ο ίδιος στην σκηνή και όχι 30 λεπτά όπως συνάγεται από τον προηγούμενο ισχυρισμό του. Οι δύο πιο πάνω αντιφάσεις στην μαρτυρία του παραπονούμενου είναι επουσιώδεις και ως τέτοιες δεν είναι ικανές να κλονίσουν την εν γένει αξιοπιστία του. Αναφορικά με το δεύτερο δέχομαι ότι μεταξύ του τηλεφωνήματός του στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων και του πρώτου τηλεφωνήματος του στο Τμήμα Τροχαίας μεσολάβησαν 5 λεπτά και ότι μεταξύ του πρώτου τηλεφωνήματός του στην Τροχαία και του δεύτερου τηλεφωνήματός του στην Τροχαία μεσολάβησαν όχι περισσότερο από 25 λεπτά. Τέλος, ο παραπονούμενος αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι στο μέρος όπου επισυνέβη το επίδικο συμβάν μετέβη ο Αστυφύλακας
- Κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί αφού ο αστυφύλακας που μετέβη στην σκηνή μαζί με τον παραπονούμενο δεν ήταν ο υπό του παραπονούμενου υποδειχθείς αστυνομικός, αλλά ο Αστυφύλακας 4920, ΜΚ 2, σύμφωνα με την μαρτυρία του τελευταίου. Προδήλως, η αναφορά στον Αστυφύλακα 1142 οφείλεται σε γνήσια σύγχυση του παραπονούμενου η οποία υποκινήθηκε από το γεγονός ότι ο εν λόγω αστυφύλακας ήταν το πρόσωπο που έλαβε από τον παραπονούμενο γραπτή κατάθεση. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την διά ζώσης μαρτυρία του παραπονούμενου που δεν αποδέχθηκα και που πιο πάνω υποδείχθηκαν η υπόλοιπη διά ζώσης μαρτυρία του είναι αποδεκτή όπως και η γραπτή του κατάθεση με εξαίρεση τα σημεία εκείνα που δεν αποδέχθηκα από αυτήν και που πιο πάνω, επίσης, υποδείχθηκαν. Δεύτερος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Αστ 4920, Κώστας Παύλου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και ήταν αποσπασμένος στην Τροχαία Πάφου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 18.7.12 για την παρούσα υπόθεση - Τεκμήριο 2 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Έδωσε, επίσης, προφορική μαρτυρία και αντεξετάσθηκε από την Υπεράσπιση. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορούμενη στις 15.7.
- Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Τα ουσιώδη σημεία από την γραπτή κατάθεση του μάρτυρα είναι τα εξής. Κατά την επίδικη ημερομηνία ο μάρτυρας βρισκόταν καθήκον στην Τροχαία Πάφου μεταξύ των ωρών 7:00 και 19:
- Περί η ώρα 13:00 δέχθηκε τηλεφώνημα από την Κατηγορούμενη στα πλαίσια του οποίου η Κατηγορούμενη διατύπωσε προς τον μάρτυρα το παράπονό της εναντίον του παραπονούμενου και εν διαστάσει τότε συζύγου της. Με αφορμή το εν λόγω παράπονο ο μάρτυρας κάλεσε την Κατηγορούμενη να προσέλθει στην Τροχαία Πάφου για να προβεί σε κατάθεση. Όπερ και έγινε. Ενώ η Κατηγορούμενη βρισκόταν στην Τροχαία Πάφου ο μάρτυρας δέχθηκε τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο ο οποίος εξ' όσων είχε αναφέρει στον μάρτυρα βρισκόταν στην Έμπα και ζήτησε από τον μάρτυρα να μεταβεί στο μέρος καθότι η Κατηγορούμενη είχε προσπαθήσει να τον χτυπήσει με το αυτοκίνητο. Ο μάρτυρας κάλεσε τον παραπονούμενο να μεταβεί στην Τροχαία Πάφου οπότε και μετά πάροδο κάποιων λεπτών ο παραπονούμενος έφθασε στην Τροχαία Πάφου με το μοτοποδήλατό του. Ακολούθως ο μάρτυρας μετέβη μαζί με τον παραπονούμενο στο μέρος όπου σύμφωνα με τον παραπονούμενο είχε γίνει το επεισόδιο που ο παραπονούμενος είχε περιγράψει στην μαρτυρία του. Ο μάρτυρας αναζήτησε στην σκηνή μαρτυρία από ανεξάρτητα πρόσωπα. Εντόπισε την ένοικο της κατοικίας στην οδό Μανταλιάς 6 η οποία του ανέφερε ότι είχε αντιληφθεί ένα αυτοκίνητο να ακολουθεί εντός του ανοικτού χώρου μια μοτοσικλέτα. Η ένοικος είπε, επίσης, στον μάρτυρα ότι δεν γνώριζε τους οδηγούς των εμπλεκόμενων οχημάτων και ότι δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία. Στην συνέχεια την ίδια ημέρα ο μάρτυρας έλαβε κατάθεση από την Κατηγορούμενη. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας διασαφήνισε τα ακόλουθα: αφού αρχικά εξέτασε την υπόθεση στην συνέχεια την μεταβίβασε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων στην κατάθεσή του κατέγραψε όλα όσα του είχε αναφέρει ο παραπονούμενος. Δεν θυμάται ο παραπονούμενος να του είπε ότι η Κατηγορούμενη είχε κάνει σε αυτόν οποιαδήποτε άσεμνη πράξη στην Τροχαία έφθασε πρώτη η Κατηγορούμενη. Η Κατηγορούμενη βρισκόταν ήδη στην Τροχαία όταν ο μάρτυρας κάλεσε τον παραπονούμενο να μεταβεί στην Τροχαία δεν θυμόταν αν ο παραπονούμενος του είχε αναφέρει περιστατικό με κάποιο Άγγλο δεν θυμόταν αν ήταν ο ίδιος προσωπικά που κάλεσε τον παραπονούμενο να μεταβεί στην Τροχαία. Μπορεί και να είχε δώσει οδηγίες να παρουσιασθεί ο παραπονούμενος. Κατά την επανεξέταση υποστήριξε ότι πολύ πιθανόν να είχε δώσει οδηγίες σε κάποιο συνάδελφο του να ειδοποιήσει τον παραπονούμενο να προσέλθει στον Σταθμό. Στην μαρτυρία του μάρτυρα υπάρχει ένα σημείο κομβικό κατά την κρίση μου για την υπόθεση. Και αυτό είναι ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι την στιγμή που ο μάρτυρας κάλεσε τον παραπονούμενο να προσέλθει στο Τμήμα Τροχαίας η Κατηγορούμενη βρισκόταν στον Σταθμό. Ισχυρισμός ο οποίος άπτεται του ισχυρισμού του παραπονούμενου ότι την στιγμή που ο παραπονούμενος τηλεφωνούσε στην Τροχαία Πάφου και από την Τροχαία και στα πλαίσια του πιο πάνω τηλεφωνήματος του ζήτησαν να μεταβεί στην Τροχαία για να δώσει κατάθεση η Κατηγορούμενη πέρασε από μπροστά του επιστρέφοντας στην σκηνή και του έκανε την πράξη που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Υποδεικνύεται ότι αν η Κατηγορούμενη βρισκόταν στην Τροχαία την στιγμή που διά τηλεφώνου η Τροχαία ζήτησε από τον παραπονούμενο να προσέλθει στον Σταθμό ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι την ίδια στιγμή η Κατηγορούμενη βρισκόταν στην σκηνή δεν θα μπορούσε να είναι αληθής. Κάτι το οποίο δυνητικά θα ήταν ικανό να κλονίσει και την εν γένει εκδοχή του παραπονούμενου σε σχέση με όλα όσα ο τελευταίος υποστήριξε στην μαρτυρία του. Εστιάζω στα όσα ο μάρτυρας στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 2 - ανέφερε σε σχέση με το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον παραπονούμενο και την σε αυτή αναφερθείσα υπόδειξη του μάρτυρα προς τον παραπονούμενο όπως ο τελευταίος μεταβεί στον Σταθμό για να δώσει κατάθεση. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δεν υποστήριξε τα όσα πιο πάνω ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση. Συγκεκριμένα και όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε ο μάρτυρας ανέφερε ότι πιθανόν να μην ήταν εκείνος που έδωσε προσωπικά οδηγίες στον παραπονούμενο να μεταβεί στην Τροχαία, αλλά κάποιος άλλος συνάδελφός του στον οποίο ο μάρτυρας είχε δώσει οδηγίες έτσι να πράξει. Κατά την επανεξέτασή του ο μάρτυρας υποστήριξε τα ίδια προσθέτοντας, μάλιστα, ότι το να έδωσε οδηγίες σε κάποιο συνάδελφό του να πει στον παραπονούμενο να μεταβεί στην Τροχαία ήταν κάτι που ήταν πολύ πιθανό. Παρατηρείται, δηλαδή, ότι ενώ ο μάρτυρας στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος που προσωπικά και στα πλαίσια τηλεφωνήματος υπέδειξε στον παραπονούμενο να μεταβεί στην Τροχαία, στην διά ζώσης μαρτυρία του προώθησε διαφορετικούς ισχυρισμούς σε βαθμό που οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του στην γραπτή του κατάθεση να αναιρούνται. Συναφώς η περίπτωση δεν είναι η περίπτωση που ο μάρτυρας επικαλείται έλλειψη μνήμης και επικαλείται το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης για να προβάλει την εκδοχή του οπότε και σε μια τέτοια περίπτωση θεωρείται ότι παραμένει σταθερός στην μαρτυρία του. Στην προκειμένη περίπτωση ο μάρτυρας υποστηρίζοντας κατά την αντεξέταση και επανεξέταση όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν ουσιαστικά αναίρεσε την γραπτή του κατάθεση επί του υπό συζήτηση ζητήματος. Υπό το φως των πιο πάνω από την γραπτή κατάθεση του μάρτυρα δεν κρίνω ασφαλές να δεχθώ και δεν δέχομαι ότι υπέδειξε ο ίδιος προσωπικά στον παραπονούμενο να μεταβεί στην Τροχαία. Ούτε και, κατά συνέπεια, μπορώ να δεχθώ ότι μίλησε τηλεφωνικώς με τον παραπονούμενο αφ' ης στιγμής η θέση του, όπως αυτή διατυπώνεται μέσα από την γραπτή του κατάθεση, ήταν ότι ήταν στα πλαίσια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε μαζί με τον παραπονούμενο που ζήτησε από τον τελευταίο να μεταβεί στην Αστυνομία. Δέχομαι ότι ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην Τροχαία και ότι στα πλαίσια τηλεφωνήματος κάποιος από την Τροχαία του υπέδειξε να μεταβεί στην Τροχαία για να δώσει κατάθεση. Μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση έδωσε ο ίδιος ο παραπονούμενος. Σύμφωνα με την οποία ο παραπονούμενος έκανε δύο τηλεφωνήματα στην Τροχαία. Στο ένα του είπαν ότι θα έστελναν περιπολικό και στο δεύτερο, κάποια λεπτά αργότερα, του ζήτησαν να μεταβεί στην Τροχαία για να δώσει κατάθεση. Δεν δέχομαι, όμως, ότι το πρόσωπο το οποίο είπε στον παραπονούμενο να μεταβεί στην Τροχαία διά τηλεφώνου ήταν ο μάρτυρας. Κατ' επέκταση και ελλείψει σχετικής μαρτυρίας δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι όταν ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην Τροχαία και από την Τροχαία τον προέτρεψαν να πάει στον Σταθμό η Κατηγορούμενη βρισκόταν ήδη στον Σταθμό. Αφ' ης στιγμής ο μάρτυρας δεν ήταν το πρόσωπο που υπέδειξε προσωπικά στον παραπονούμενο να μεταβεί στον Σταθμό πώς γνώριζε ότι την στιγμή που κάποιος άλλος υπέδειξε στον μάρτυρα να μεταβεί στον Σταθμό η Κατηγορούμενη βρισκόταν ήδη εκεί; Η απάντηση δε του μάρτυρα σε ό,τι τέθηκε για τελευταία φορά σε αυτόν από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του είναι ενδεικτική. Συγκεκριμένα όταν η Υπεράσπιση υπέβαλε στον μάρτυρα ότι θέση του παραπονούμενου ήταν ότι ενώ στα πλαίσια τηλεφωνήματος στην Τροχαία υπεδείχθη στον παραπονούμενο από την Τροχαία όπως μεταβεί στην Τροχαία για να δώσει κατάθεση την ίδια στιγμή η Κατηγορούμενη πέρασε μπροστά από τον παραπονούμενο και του έκανε την επίδικη χειρονομία ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε. Μα αν η αλήθεια ήταν ότι ο μάρτυρας μίλησε προσωπικά στο τηλέφωνο με τον παραπονούμενο και ζήτησε από τον τελευταίο να μεταβεί στον Σταθμό ο μάρτυρας δεν θα απαντούσε με τον τρόπο που απάντησε. Θα απέρριπτε την θέση του παραπονούμενου υποστηρίζοντας ότι την στιγμή εκείνη η Κατηγορούμενη βρισκόταν στον Σταθμό. Ούτε και δέχομαι ότι μετά το τηλεφώνημα που αναφέρει ο μάρτυρας στην γραπτή του κατάθεση από τον παραπονούμενο ο τελευταίος προσήλθε στον Σταθμό μετά πάροδο ολίγων λεπτών. Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του μάρτυρα ότι ο ίδιος ήταν που μίλησε προσωπικά με τον παραπονούμενο στο τηλέφωνο κλονίζει σοβαρά και αυτόν του τον ισχυρισμό. Πώς μπορεί ο μάρτυρας να γνώριζε ότι ο παραπονούμενος είχε φθάσει στην Τροχαία λίγα λεπτά μετά από την υπόδειξή του όταν σε καμία υπόδειξη δεν προέβη προσωπικά ο μάρτυρας προς τον παραπονούμενο; Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον παραπονούμενο ο τελευταίος προσήλθε στον Σταθμό μετά πάροδο μιας ώρας μετά το δεύτερο και τελευταίο τηλεφώνημα του στην Τροχαία. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν ο παραπονούμενος του είχε αναφέρει στην σκηνή για την επίδικη χειρονομία. Ο μάρτυρας επί λέξει απάντησε: «αυτό δεν το θυμάμαι». Σε μεταγενέστερη ερώτηση υποστήριξε ότι αν ο παραπονούμενος του ανέφερε κάτι τέτοιο θα το κατέγραφε στην κατάθεσή του. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυρας στην γραπτή του κατάθεση δεν κάνει αναφορά στην επίδικη χειρονομία. Αναφέρει ότι ο παραπονούμενος του είχε μόνο αναφέρει για το κυνηγητό εντός του ανοικτού χωραφιού. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο ο τελευταίος ανέφερε στον αστυνομικό που μετέβη στην σκηνή, μεταξύ άλλων, και για την επίδικη χειρονομία. Με δεδομένη την πιο πάνω μαρτυρία του παραπονούμενου δεν δέχομαι ότι ο παραπονούμενος δεν είχε αναφέρει στον μάρτυρα στην σκηνή για την επίδικη χειρονομία και ότι του είχε μόνο αναφέρει για το κυνηγητό. Συν τοις άλλοις ο μάρτυρας δεν ήταν θετικός αναφορικά με τον υπό αυτού προβληθέντα ισχυρισμό. Η φράση του μάρτυρα «αυτό δεν το θυμάμαι» είναι επιδεκτική δύο ερμηνειών. Είτε ότι ο παραπονούμενος δεν του έκανε καθόλου νύξη για το θέμα, είτε ότι ο μάρτυρας δεν είχε μνήμη για το κατά πόσο κάτι τέτοιο του είχε αναφερθεί από τον παραπονούμενο. Πάντως η θέση του δεν διασαφηνίσθηκε υπό του ιδίου. Επίσης, δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι αν ο παραπονούμενος του ανέφερε για την επίδικη χειρονομία θα την κατέγραφε στην γραπτή του κατάθεση. Η εκ των υστέρων διαβεβαίωση του μάρτυρα δεν μπορεί λογικά να αποτελέσει εχέγγυο για το ότι ο μάρτυρας θα τηρούσε τα όσα αυτός διαβεβαίωσε ότι θα τηρούσε. Ένα άλλο σημείο που χρήζει σχολιασμού είναι ο ισχυρισμός του μάρτυρα στην γραπτή του κατάθεση ότι όταν ο παραπονούμενος συνάντησε την Κατηγορούμενη στον Αστυνομικό Σταθμό ήρθε σε αντιπαράθεση με αυτήν. Σε αντίθεση με την μαρτυρία του παραπονούμενου σύμφωνα με την οποία ουδεμία λέξη αντάλλαξε ο παραπονούμενος με την Κατηγορούμενη ενώπιον της Αστυνομίας. Αντεξεταζόμενος επί του προκειμένου σημείου ο μάρτυρας αρχικά ανέφερε ότι σε μια στιγμή παραπονούμενος και Κατηγορούμενη μίλησαν. Ερωτηθείς αν τσακώθηκαν δεν απάντησε καταφατικά. Ό,τι δε απάντησε ήταν ότι ο παραπονούμενος και η Κατηγορούμενη ήταν αντρόγυνο και έλεγαν «τα δικά τους». Όταν υπεβλήθη στον μάρτυρα ότι στην μαρτυρία του ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα ό,τι ο μάρτυρας είπε ήταν ότι αντιπαράθεση μπορεί να λάβει χώρα και όταν ο ένας από τους δυο μιλά και ο άλλος δεν απαντά. Για να υποστηρίξει εν τέλει ότι παραπονούμενος και Κατηγορούμενη μίλησαν μεταξύ τους. Άλλο, όμως, είναι δύο άνθρωποι να μιλούν μεταξύ τους και άλλο να έρχονται σε λεκτική αντιπαράθεση. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ούτε επί του σημείου τούτου ο μάρτυρας παρουσιάσθηκε σταθερός στην μαρτυρία του. Αφού ενώ στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι παραπονούμενος και Κατηγορούμενη ήρθαν σε αντιπαράθεση, στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι απλά μίλησαν χωρίς, όμως, να έλθουν σε λεκτική αντιπαράθεση. Υπό το φως των πιο πάνω και δη της αντίφασης που παρατηρείται μεταξύ της γραπτής κατάθεσης του μάρτυρα και της διά ζώσης μαρτυρίας του αλλά και του ότι ο μάρτυρας δεν με έπεισε ότι γενικά αναφορικά με λεπτομέρειες της υπόθεσης, όπως είναι η υπό συζήτηση, ήταν σε θέση να δώσει ακριβή μαρτυρία δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι παραπονούμενος και Κατηγορούμενη είχαν έλθει σε λεκτική αντιπαράθεση ενώπιον της Αστυνομίας, αλλά ούτε και για τον εν γένει ισχυρισμό του ότι τα δύο πιο πάνω πρόσωπα μίλησαν καν μεταξύ τους ενώπιον της Αστυνομίας. Επί του προκειμένου δέχομαι τον ισχυρισμό του παραπονούμενου. Το ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει ακριβή μαρτυρία αναφορικά με λεπτομέρειες της υπόθεσης καταδεικνύεται και από το ότι δεν ήταν, επίσης, σε θέση να πει αν ο παραπονούμενος στην σκηνή του ανέφερε για την επίδικη χειρονομία και για το επεισόδιο με τον Άγγλο οδηγό. Σε σχέση με όσα ο μάρτυρας υποστήριξε αναφορικά με το τι έλαβε χώρα στην σκηνή όταν μαζί με τον παραπονούμενο μετέβη σε αυτήν και για τις δηλώσεις που έγιναν στον ίδιο από την ένοικο της οδού Μανταλιάς 6 αναφέρονται τα ακόλουθα. Τα όσα επί των προκειμένων ζητημάτων ο μάρτυρας αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση συνάδουν τόσο με την διά ζώσης μαρτυρία του ίδιου του μάρτυρα όσο και με την μαρτυρία του παραπονούμενου. Επίσης, η μετάβαση του μάρτυρα στην σκηνή δεν ήταν μια απλή λεπτομέρεια που λογικά θα ξεχνούσε ο μάρτυρας. Μεταβαίνοντας δε στην σκηνή ο μάρτυρας προέβη και σε διερεύνηση αναζητώντας αυτόπτες μάρτυρες για το υπό του παραπονούμενου καταγγελθέντος περιστατικού. Από την διά ζώσης δε μαρτυρία του διεφάνη ότι ο μάρτυρας είχε πολύ καλή μνήμη αναφορικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Περίγραψε με λεπτομέρεια πού βρισκόταν η οικία αυτή, καθόρισε την επακριβή της θέση σε σχέση με τον κύριο δρόμο και με πάροδο και μίλησε και για αποστάσεις. Τέλος, σχεδίασε την θέση της εν λόγω οικίας σε φύλλο χαρτιού το οποίο και κατατέθηκε υπό του μάρτυρα - Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας ήταν, επίσης, σε θέση να μιλήσει και για την ορατότητα από την εν λόγω οικία. Για να υποστηρίξει, όπως και μέσα από το Τεκμήριο 4 καταδεικνύεται, ότι στην ορατότητα από την οικία μέχρι το μέρος όπου έγινε το επίδικο περιστατικό δεν παρεμβάλλονταν οτιδήποτε. Ο μάρτυρας με έπεισε για την επί των προκειμένων ζητημάτων υπό αυτού δοθείσα μαρτυρία. Δέχομαι, επομένως, ότι μετέβη στην σκηνή καθώς επίσης ότι οι υπό αυτού επικαλούμενες δηλώσεις έγιναν από την εν λόγω γυναίκα σε αυτόν. Κρίνω, επίσης, ασφαλές να δεχθώ και την αλήθεια του περιεχομένου των πιο πάνω δηλώσεων καθότι αυτές συνάδουν με την μαρτυρία του παραπονούμενου. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν αποδέχθηκα η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Τρίτος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Αστ 3794, Κωνσταντινίδης Φίλιππος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο μάρτυρας υπηρετούσε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία για την παρούσα υπόθεση - Τεκμήριο 5 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Σε αυτήν αναφέρεται ότι στις 16.10.12 στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη στην οποία η τελευταία ανέφερε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν όπως αυτή τα είχε αναφέρει στην γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στο Τμήμα Τροχαίας στις 15.7.
- Ο μάρτυρας επίσης κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη. Στα πλαίσια της αντεξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε κατά παράκληση της Υπεράσπισης την γραπτή κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορούμενη καθώς και την γραπτή κατηγορία. Τα πιο πάνω έγγραφα κατατέθηκαν ως η γραπτή κατάθεση και μόνο της Κατηγορούμενης και ως η γραπτή κατηγορία. Σημειώθηκαν δε από το Δικαστήριο ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Η μαρτυρία του μάρτυρα περιορίσθηκε στις ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του χωρίς η μαρτυρία του επί του προκειμένου να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Ο μάρτυρας ήταν θετικός και σαφής στην μαρτυρία του και η αντεξέτασή του περιορίσθηκε σε ερωτήσεις διευκρινιστικού χαρακτήρα. Η μαρτυρία του είναι αποδεκτή στην ολότητά της. Ο ΜΥ 1 είναι ο υιός της Κατηγορούμενης και του παραπονούμενου. Ο μάρτυρας κλήθηκε από την Υπεράσπιση για να μεταφέρει στο Δικαστήριο την εκδοχή της Κατηγορούμενης αναφορικά με το τι είχε επισυμβεί κατά την επίδικη ημέρα. Όπως υποστήριξε μετά το μεσημέρι της 15.7.12 η Κατηγορούμενη εισήλθε στο σπίτι και ανέφερε στον μάρτυρα ότι ο παραπονούμενος την κυνηγούσε μέσα σε ένα χωράφι. Ήταν αναστατωμένη και χλωμή και έδειχνε τρομαγμένη. Είχε δε ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ύστερα από λίγο η Κατηγορούμενη χρησιμοποίησε το κινητό της τηλέφωνο και έφυγε από το σπίτι. Όταν δε ύστερα από καιρό η Κατηγορούμενη παρέλαβε το κατηγορητήριο και ρωτήθηκε από τον μάρτυρα αν όντως είχε διαπράξει ό,τι με το κατηγορητήριο της καταλογίζονταν η Κατηγορούμενη του απάντησε αρνητικά. Κάτι που ο μάρτυρας ανέμενε καθότι γνωρίζοντας τον χαρακτήρα της μητέρας του δεν θεωρεί ότι η κατηγορία ευσταθεί. Πάντως και αναφορικά με το ευρύτερο περιστατικό της καταδίωξης προκύπτει από την αντεξέταση του ότι ο μάρτυρας δεν είχε άποψη για το πού βρισκόταν η αλήθεια. Χαρακτηριστική είναι η δήλωσή του ότι όταν η Κατηγορούμενη του ανέφερε για το εν λόγω περιστατικό δεν ήξερε τι να σκεφθεί για τον παραπονούμενο. Ανέμενε, όπως ενδεικτικά ανέφερε, να «ακούσει εξελίξεις». Η Κατηγορούσα Αρχή αμφισβήτησε την εκδοχή του μάρτυρα και την αξιοπιστία του υποβάλλοντας σε αυτόν ότι δεν ήταν ειλικρινής στην μαρτυρία και ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι ο μάρτυρας έδωσε αναληθή μαρτυρία καθ' υπόδειξη της Κατηγορούμενης με σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία του παραπονούμενου. Θα πρέπει ευθύς εξ' αρχής να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του μάρτυρα ήταν εξ' ακοής και δεν θεωρώ ασφαλές να στηριχθώ σε αυτήν για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα αφ' ης στιγμής καμία άλλη μαρτυρία δεν προσάχθηκε από την Υπεράσπιση που να τείνει να την επιβεβαιώσει. Οι γραπτές καταθέσεις της Κατηγορούμενης - Τεκμήρια 3 και 6 - κατατέθηκαν ως οι γραπτές καταθέσεις και μόνο που λήφθηκαν από την Κατηγορούμενη και όχι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Το ότι κατά την επίδικη ημέρα η Κατηγορούμενη έδειχνε σύμφωνα με τον μάρτυρα αναστατωμένη και τρομαγμένη αυτό δεν είναι από μόνο του αρκετό για να καταστήσουν ασφαλή την αποδοχή της μαρτυρίας του μάρτυρα. Το ενδεχόμενο η Κατηγορούμενη να προσποιούνταν και τα όσα η ίδια ανέφερε στον μάρτυρα να είναι αναληθή δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Διατηρώ, όμως, αμφιβολίες για το κατά πόσο ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής στην μαρτυρία του και για τα όσα γενικά ανέφερε στο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι η Κατηγορούμενη κατά την επίδικη ημέρα ήταν χλωμή δεν θεωρώ πως ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Συναφώς ο μάρτυρας απόδωσε το χλόμιασμα της Κατηγορούμενης στον φόβο που προκλήθηκε σε αυτήν από το ότι ο παραπονούμενος την κυνηγούσε σύμφωνα και με τα όσα η Κατηγορούμενη είχε πει στον μάρτυρα. Με δεδομένο, όμως, το τι αποδέχθηκα από την μαρτυρία του παραπονούμενου δεν συνέτρεχε λόγος η Κατηγορούμενη να είναι τρομαγμένη ή και χλωμή από φόβο. Αφ' ης στιγμής και σύμφωνα με την μαρτυρία του παραπονούμενου δεν ήταν εκείνη που κυνηγιούνταν από τον παραπονούμενο αλλά ο παραπονούμενος από εκείνη. Κάποιος μπορεί να προσποιηθεί αναστάτωση και τρόμο. Δεν μπορεί, όμως, από μόνος του και χωρίς αποχρώντα λόγο να χλομιάσει. Γι' αυτό και δεν θεωρώ ότι ο μάρτυρας επί του σημείου τούτου είπε την αλήθεια. Ο ισχυρισμός αυτός του μάρτυρα αντιπαραβαλλόμενος με την μαρτυρία του παραπονούμενου δημιουργεί εύλογες υποψίες για την εν γένει αξιοπιστία του. Αν ο μάρτυρας αναληθώς πρόβαλε αυτόν τον ισχυρισμό με σκοπό να πείσει για την αλήθεια της μαρτυρίας του η όλη εκδοχή του τρίζει. Έπειτα μου κάνουν εντύπωση τα ακόλουθα: το ότι ο μάρτυρας δεν επικοινώνησε με τον παραπονούμενο αμέσως για να ρωτήσει για όσα η Κατηγορούμενη του είχε αναφέρει κατά την επίδικη ημέρα την στιγμή που αναστατώθηκε κιόλας όπως υποστήριξε αντεξεταζόμενος όταν άκουσε από την Κατηγορούμενη τι είχε συμβεί και όταν είδε την Κατηγορούμενη στην κατάσταση που περίγραψε σύμφωνα με την μαρτυρία του. Παρά μόνο, όπως υποστήριξε, παρήλθαν 2 με 3 μέρες για να λάβει χώρα μεταξύ του ιδίου και του παραπονούμενου τηλεφωνική επικοινωνία. Το λογικό θα ήταν αν η Κατηγορούμενη όντως είχε αναφέρει στον μάρτυρα τα όσα ο μάρτυρας με την μαρτυρία του υποστήριξε ότι του είχε πει η Κατηγορούμενη ο μάρτυρας να προσπαθούσε χωρίς καθυστέρηση και με δική του πρωτοβουλία να επικοινωνήσει με τον πατέρα του με σκοπό να εξακριβώσει τι είχε συμβεί. Και όχι να αναμένει να έρθει σε επικοινωνία με τον πατέρα του 2 με 3 μέρες αργότερα το ότι ο μάρτυρας δεν ήταν καν βέβαιος για το αν ήταν εκείνος που τηλεφώνησε στον πατέρα του για να μάθει για όσα η Κατηγορούμενη του είχε πει ή ο πατέρας του σε εκείνον ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι το όλο γεγονός όπως αυτό περιγράφηκε σε αυτόν από την μητέρα του ήταν ανώριμο και παιδιάστικο και ότι για τον λόγο αυτό ο μάρτυρας δεν είχε δώσει σημασία. Ο ισχυρισμός αυτός δεν με πείθει. Θεωρώ πως το περιστατικό που η Κατηγορούμενη είχε περιγράψει στον μάρτυρα ήταν αρκετά σοβαρό ώστε ο μάρτυρας ως ένας σώφρων υιός να μην το άφηνε απαρατήρητο. Αναμένονταν δε να κατέβαλλε προσπάθειες προς διερεύνησή του για να εξακριβώσει πού βρισκόταν η αλήθεια ώστε και με κατάλληλες προσπάθειες από μέρους του να δει ότι δεν θα επαναλαμβανόταν. Σημειώνεται ότι ο μάρτυρας σύμφωνα με τον ίδιο είναι ο δεύτερος σε σειρά από τα 6 παιδιά της Κατηγορούμενης και ένα μόνο χρόνο μικρότερος από το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας το ότι ο μάρτυρας δεν συζήτησε ξανά μαζί με την Κατηγορούμενη για το περιστατικό που του είχε περιγράψει η μητέρα του παρά μόνο έπραξε τούτο όταν επιδόθηκε στην Κατηγορούμενη το κατηγορητήριο. Προκύπτει ότι το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα δεν ήταν λίγες ημέρες όπως ο μάρτυρας υποστήριξε, αλλά της τάξης των 7 μηνών και πέρα. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 18.2.13 και είχε ορισθεί για επίδοση στις 15.3.13 το ότι ο μάρτυρας ούτε την επίδικη ημέρα αλλά ούτε την επομένη δεν ρώτησε την Κατηγορούμενη για το πού πήγε φεύγοντας από το σπίτι κατά την επίδικη ημέρα ή αν πήγε εν τέλει στην Αστυνομία για να προβεί σε καταγγελία. Αναφορικά με την επίδικη ημέρα ερωτηθείς ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση ό,τι ανέφερε ήταν ότι ο ίδιος δεν βρισκόταν στο σπίτι όταν η Κατηγορούμενη επέστρεψε και εκείνη στο σπίτι. Το βράδυ δε δεν μίλησε με την Κατηγορούμενη καθότι το Καλοκαίρι ο ίδιος επιστρέφει στο σπίτι αργά. Ερωτηθείς για την επόμενη ημέρα ο μάρτυρας ανέφερε ότι ό,τι μόνο ρώτησε την Κατηγορούμενη ήταν αν η τελευταία αισθανόταν καλύτερα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω τα οποία φαντάζουν παράδοξα ο μάρτυρας δεν με έπεισε ότι η εν γένει εκδοχή του ήταν αληθινή. Επιστέγασμα της διαπίστωσής μου αυτής κρίνω πως είναι και το εξής. Ερωτηθείς ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση αν μετά την παραλαβή του κατηγορητηρίου από την Κατηγορούμενη ο ίδιος μίλησε με τον παραπονούμενο με σκοπό να τον ρωτήσει αν η Κατηγορούμενη όντως είχε κάνει σε εκείνον την πράξη που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά επικαλούμενος το τηλεφώνημα που ανέφερε ενωρίτερα στην μαρτυρία του. Κατ' αρχή το πιο πάνω τηλεφώνημα έγινε 2 με 3 μέρες μετά την επίδικη ημέρα σύμφωνα με την μαρτυρία του μάρτυρα και όχι μετά την επίδοση του κατηγορητηρίου στην Κατηγορούμενη. Έπειτα μέχρι τότε ο μάρτυρας λογικά δεν γνώριζε οτιδήποτε για την πράξη που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Αφού η Κατηγορούμενη σύμφωνα με την μαρτυρία του του είχε αναφέρει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή από αυτή που υποστήριξε ο παραπονούμενος. Κατά το πιο πάνω δε τηλεφώνημα ό,τι ο μάρτυρας ανέφερε ότι του είχε πει ο παραπονούμενος ήταν ότι ο τελευταίος είχε βρει τρόπο να «μπλέξει» την Κατηγορούμενη. Δεν υποστήριξε ότι ο παραπονούμενος του είχε αναφέρει οτιδήποτε αναφορικά με την πράξη που με το κατηγορητήριο καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη. Χαρακτηριστικά δε υπέδειξε ότι ο παραπονούμενος του «έκοβε την κουβέντα» στην προσπάθεια του ίδιου να μάθει από τον παραπονούμενο τι ακριβώς είχε γίνει και δεν του έδινε λεπτομέρειες. Πώς τότε στα πλαίσια του τηλεφωνήματος εκείνου ο μάρτυρας προσπάθησε να εξακριβώσει από τον παραπονούμενο για το περιεχόμενο του κατηγορητήριου; Προδήλως αντιλαμβανόμενος ο μάρτυρας το «λάθος» του σε επόμενη ερώτηση ανακάλεσε την αρχική του δήλωση σύμφωνα με την οποία αυτός μίλησε με τον παραπονούμενο στο τηλέφωνο 2 με 3 ημέρες μετά την επίδικη ημέρα υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν βέβαιος για το αν η μοναδική φορά που μίλησε με τον παραπονούμενο στο τηλέφωνο για το επίδικο περιστατικό ήταν πριν ή μετά την παραλαβή του κατηγορητηρίου από την Κατηγορούμενη. Από όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ο μάρτυρας δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Συνακόλουθα δεν δέχομαι, μεταξύ άλλων, ότι ο παραπονούμενος σε τηλεφωνική επικοινωνία είπε στον μάρτυρα ότι είχε βρει τρόπο να «μπλέξει» την Κατηγορούμενη, προφανώς, με τον Νόμο και ότι ο παραπονούμενος δεν του ξεκαθάριζε τι εννοούσε. Ο μάρτυρας δέχθηκε, επίσης, ότι όταν άκουσε τα πιο πάνω λόγια από τον παραπονούμενο ανησύχησε. Δεν έπραξε, όμως, τίποτα γιατί δεν θεώρησε ότι θα έπαιρνε διάσταση το θέμα. Συναφώς υποστήριξε ότι δεν πλησίασε τον παραπονούμενο ούτε την ημέρα εκείνη, ούτε οποτεδήποτε τις επόμενες με σκοπό να τον ηρεμήσει για να μην «μπλέξει» την Κατηγορούμενη. Μα πώς λογικά θεωρούσε ότι το θέμα δεν θα έπαιρνε διάσταση από μέρους του παραπονούμενου αφ' ης στιγμής η Κατηγορούμενη είχε ήδη ενεργοποιηθεί με το να επισκεφθεί την Αστυνομία; Πάντως κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι τα πιο πάνω λόγια του παραπονούμενου μπορεί και να μην ήταν απλά λόγια θυμού, αλλά απειλές που και θα μπορούσαν και να πραγματοποιηθούν. Θεωρώ ότι αν ο παραπονούμενος είχε εκστομίσει τα πιο πάνω λόγια στον μάρτυρα ο μάρτυρας δεν θα έμενε αμέτοχος. Θα ενεργούσε ώστε να προστατεύσει την Κατηγορούμενη από την εκδήλωση πρόθεσης διενέργειας σκόπιμης βλάβης από μέρους του παραπονούμενου που ήταν ό,τι εύλογα και λογικά αναδύονταν από την πιο πάνω δήλωση του τελευταίου. Και αφ' ης στιγμής οι σχέσεις του με τον παραπονούμενο ήταν καλές όπως υποστήριξε. Τέλος, είναι και το εξής. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ήταν βέβαιος ότι η μητέρα του δεν έκανε την επίδικη πράξη γιατί δεν είναι του χαρακτήρα της να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που της καταλογίζεται με το κατηγορητήριο. Αναφορικά, όμως, με το περιστατικό της καταδίωξης δεν μπορούσε να διαμορφώσει άποψη και ανέμενε εξελίξεις. Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πως συμβιβάζονται οι θέσεις του μάρτυρα. Σύμφωνα, δηλαδή, με τον μάρτυρα ο χαρακτήρας της μητέρας του δεν της επέτρεπε να κάνει την επίδικη πράξη αλλά της επέτρεπε να καταδιώκει τον σύζυγό της με το αυτοκίνητό της μέσα στο χωράφι; Ο ισχυρισμός του μάρτυρα αναφορικά με τον χαρακτήρα της Κατηγορούμενης ήταν προδήλως αναληθής. Όπως αναληθής κρίνω πως ήταν όλη του η μαρτυρία. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ο μάρτυρας δεν μου ενέπνευσε ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και απορρίπτω την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ό,τι από την μαρτυρία του μόνο δέχομαι είναι ότι ο μάρτυρας είναι ο υιός της Κατηγορούμενης και του παραπονούμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 15.7.12 και ενώ ο Γιώργος Πιερή, από τώρα και στο εξής «ο παραπονούμενος», οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με αριθμούς εγγραφής LAW 908 αντιλήφθηκε σε σημείο ΑΛΤ την τότε εν διαστάσει σύζυγό του και Κατηγορούμενη να οδηγεί το αυτοκίνητό της μάρκας Toyota με αριθμούς εγγραφής ΚΜΒ 114 κατευθυνόμενη από τα δεξιά του. Ο παραπονούμενος έστριψε αριστερά και η Κατηγορούμενη τον πλησίασε οδηγώντας με ταχύτητα επί του κύριου δρόμου. Πλησιάζοντας τον παραπονούμενο η Κατηγορούμενη οδηγούσε παράλληλα και δίπλα από αυτόν. Ο παραπονούμενος επειδή φοβήθηκε για την ασφάλειά του και τρομοκρατηθείς εισήλθε λίγα μέτρα εντός ανοικτού χωραφιού που βρισκόταν πλησίον του ΑΛΤ και στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του και ακολούθως σταμάτησε. Η Κατηγορούμενη σταμάτησε δίπλα του, άνοιξε το παράθυρό της και τον παρατήρησε για το ότι ο άξονας του αυτοκινήτου του υιού τους είχε πρόβλημα. Ο παραπονούμενος της απάντησε ότι δεν ήταν μηχανικός και την προέτρεψε να αποταθούν σε μηχανικό. Ακολούθως έσπρωξε με το αριστερό του πόδι την μοτοσικλέτα του προς τα πίσω για να εξέλθει του χωραφιού. Τότε η Κατηγορούμενη έβαλε την όπισθεν. Ακολούθως ο παραπονούμενος ξεκίνησε την μοτοσικλέτα του και κατευθύνθηκε προς τα εμπρός εντός του χωραφιού για να φύγει. Τότε η Κατηγορούμενη οδήγησε το αυτοκίνητό της προς την κατεύθυνση που ακολούθησε και ο παραπονούμενος εντός του χωραφιού κυνηγώντας τον από απόσταση ενός μέτρου. Η Κατηγορούμενη «κυνηγούσε» τον παραπονούμενο εντός του χωραφιού μέχρι αυτός να κάνει γύρο του χωραφιού και να εξέλθει από αυτό. Ο παραπονούμενος εξερχόμενος του χωραφιού τρομοκρατημένος κάθετα επί του κύριου δρόμου, ήτοι της Λεωφόρου Έμπας, σκόπευε να μεταβεί στον απέναντι δρόμο ο οποίος οδηγεί προς Χλώρακα για να κατευθυνθεί στην «Εργοδομική» όπου δεν μπορούσε να πάει αυτοκίνητο για να γλυτώσει από την Κατηγορούμενη. Εμποδίστηκε, όμως, από αυτοκίνητο τύπου pajero το οποίο οδηγείτο από τα αριστερά του από κάποιο Άγγλο και του οποίου εισερχόμενος ο παραπονούμενος εντός του δρόμου ανέκοψε την πορεία. Τότε για να αποφύγει σύγκρουση με το pajero ο παραπονούμενος έκανε ελιγμό προς τα δεξιά επί του κύριου δρόμου. Η Κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητό της πίσω από το pajero. Αφού προχώρησε λίγο εντός του κύριου δρόμου στην συνέχεια ο παραπονούμενος σταμάτησε την μοτοσικλέτα του στα αριστερά μέσα στον δρόμο και έκανε σήμα στον Άγγλο οδηγό να σταματήσει και εκείνος. Ο Άγγλος σταμάτησε και ο παραπονούμενος του ζήτησε συγνώμη. Η Κατηγορούμενη προσπέρασε τους δύο οδηγούς και κατευθύνθηκε ευθεία προς την Έμπα. Στην συνέχεια ο παραπονούμενος επέστρεψε στο χωράφι και τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Στην αρχή τηλεφώνησε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων από όπου τον ενημέρωσαν ότι υπεύθυνο είναι το Τμήμα Τροχαίας. Ύστερα από 5 λεπτά τηλεφώνησε στην Τροχαία. Από την Τροχαία του είπαν να περιμένει μέχρι να του στείλουν περιπολικό. Επειδή η ώρα περνούσε και δεν ερχόταν περιπολικό 15 με 25 λεπτά μετά το πρώτο τηλεφώνημα στην Τροχαία ο παραπονούμενος τηλεφώνησε δεύτερη φορά στην Τροχαία. Τότε από την Τροχαία του είπαν να μεταβεί στην Τροχαία για να δώσει κατάθεση. Ενώ ο παραπονούμενος μιλούσε στο τηλέφωνο με την Τροχαία την δεύτερη φορά πέρασε από το μέρος η Κατηγορούμενη με το αυτοκίνητό της. Σταμάτησε στην άκρια του δρόμου επί της Λεωφόρου Έμπας παρά το χωράφι, άνοιξε το παράθυρο του συνοδηγού και σε απόσταση 6 περίπου μέτρων από τον παραπονούμενο η Κατηγορούμενη έκανε στον παραπονούμενο την χειρονομία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ήτοι πρόταξε το αριστερό της χέρι προς τον παραπονούμενο και ανασήκωσε το μεσαίο της δάκτυλο. Το άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Η διενέργεια άσεμνης πράξης δημοσίως είναι άμεσα συναρτημένη με την προσβολή της δημόσιας αιδούς. Διενεργεί κάποιος άσεμνη πράξη όταν με την πράξη του αυτή προσβάλει την δημόσια αιδώ (Βλ. Θάσος Θωμά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Έπαρχου Λευκωσίας, Υπόθεση αρ. 948/96, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 4.12.98). Επίσης, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρόθεση από μέρους του κατηγορούμενου να προσβάλει την δημόσια αιδώ ή τα αισθήματα της σεμνότητας (decency) ή της ηθικής (morality) (Βλ. Charles Mitchell Livingston v. The Police
(1972)2 CLR 93). Αρκεί η πράξη του να επιφέρει το πιο πάνω αποτέλεσμα. Η άσεμνη πράξη πρέπει να διενεργείται δημόσια. Διαφορετικά δεν συντρέχει προσβολή της δημόσιας αιδούς. Το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι: «δημόσια» αναφορικά με πράξεις που έχουν διενεργηθεί, σημαίνει είτε— (α) ότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο· είτε (β) ότι αυτές διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο». Η χειρονομία της Κατηγορούμενης με ό,τι αυτή υπονοεί ήταν τέτοια που προσβάλει την δημόσια αιδώ. Έγινε, επίσης, σε δημόσιο χώρο, ήτοι επί της Λεωφόρου Έμπας, η οποία είναι δημόσιος δρόμος, και ήταν ορατή σε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο. Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην εναντίον της κατηγορία. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Άσεμνη δημόσια πράξη Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο