Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτης Χαραλάμπους Κίτσιου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 11881/12, 9/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 11881/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -
- Παναγιώτης Χαραλάμπους Κίτσιου
- Πανίκος Χ΄΄Σωκράτους
- Σπύρος Γρηγορίου Ημερομηνία: 9.6.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Ρ. Ξιναρή Για τον Κατηγορούμενο 3: κα Μ. Μικελλίδου Κατηγορούμενοι 1 και 3: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία), της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333(α), 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τρίτη κατηγορία), της συνωμοσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τέταρτη κατηγορία) και της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πέμπτη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορούνται επί το ότι στις 19.10.09 στην Πάφο συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν τα κακουργήματα των κατηγοριών 2 και 3, ότι την ίδια ημέρα στην Πάφο άνευ εξουσιοδοτήσεως πλαστογράφησαν και εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 81862880 για το ποσό των Ευρώ 2.320,50 σεντ παρουσιάζοντάς την στον Ανδρέα Κωνσταντίνου από την Λεμεσό (κατηγορίες 2 και 3), ότι την ίδια ημέρα στην Γεροσκήπου συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν το κακούργημα της πέμπτης κατηγορίας και ότι με ψευδείς παραστάσεις και με πρόθεση δόλου απέσπασαν από τον Ανδρέα Κωνσταντίνου από την Λεμεσό τηλεκάρτες συνολικής αξίας Ευρώ 2.320,50 σεντ. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 παρουσίασαν την πλαστογραφημένη επιταγή ως γνήσια και απέσπασαν από τον Ανδρέα Κωνσταντίνου τις προαναφερόμενες τηλεκάρτες (πέμπτη κατηγορία). Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έξι μάρτυρες, ήτοι τον Α/Αστ 1830, Νεόφυτο Π΄΄Αριστοδήμου (ΜΚ 1), τον Αστ 2411, Κυριάκο Τιττώνη (ΜΚ 2), τον πρώην Α/Αστ 4554, Μάξιμο Χριστοδούλου (ΜΚ 3), τον Γιώργο Απέργη (ΜΚ 4), τον Δημήτρη Βασιλείου (ΜΚ 5) και τον παραπονούμενο Ανδρέα Κωνσταντίνου (ΜΚ 6). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας οι ευπαίδευτες συνήγοροι των Κατηγορούμενων 1 και 3 προέβησαν σε εισήγηση δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών τους σε καμία εκ των κατηγοριών που αυτοί αντιμετωπίζουν. Θέση και των δύο συνηγόρων ήταν ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία απέτυχε να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής. Η απαλλαγή κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία δικαιολογείται μόνο όταν: δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας ήταν αξιόπιστη. Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μια εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων προκειμένου ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί από το πρώιμο αυτό στάδιο. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση, αφού και στις δύο περιπτώσεις το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police, που πιο πάνω αναφέρεται). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9 όπου στην σελίδα 16 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας .................................. Στην υπόθεση R v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85 αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή». Ο ΜΚ 3 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο ΤΑΕ Πάφου. Σήμερα είναι συνταξιούχος. Ο εν λόγω μάρτυρας στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε αριθμό γραπτών καταθέσεων που λήφθηκαν υπό του ιδίου στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και συγκεκριμένα: τις δύο καταθέσεις του τρίτου Κατηγορούμενου με ημερομηνίες 22.10.09 και 5.1.11 - Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα - οι οποίες λήφθηκαν στις Κεντρικές Φυλακές την γραπτή κατηγορία του τρίτου Κατηγορούμενου ημερομηνίας 5.1.11 - Τεκμήριο 15 την γραπτή κατάθεση της τότε συμβίας του πρώτου Κατηγορούμενου, Maria Diana Orlandea, ημερομηνίας 25.10.09 - Τεκμήριο 16 την γραπτή κατάθεση του Δημήτρη Βασιλείου, πρώην τραπεζικού υπαλλήλου, ημερομηνίας 22.10.09 - Τεκμήριο 17 και την γραπτή κατάθεση του Ανδρέα Κωνσταντίνου, παραπονούμενου, ημερομηνίας 20.10.09 - Τεκμήριο
- Ο ΜΚ 3 κατέθεσε, επίσης, τις δύο καταθέσεις που έδωσε ο ίδιος στην Αστυνομία με ημερομηνίες 15.9.10 και 25.1.10 - Τεκμήρια 11 και 12 αντίστοιχα - καθώς και έγγραφο που φέρει τίτλο «Εμπιστευτική Έκθεση» της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας ημερομηνίας 13.7.10 - Τεκμήριο
- Προκύπτει από το περιεχόμενο της δεύτερης κατάθεσης - Τεκμήριο 12 - ότι η ημερομηνία που αυτή φέρει ως ημερομηνία σύνταξης, ήτοι η 25.1.10, είναι λανθασμένη. Προδήλως, η ορθή είναι η 25.1.
- Ο ΜΚ 2 κατέθεσε, μεταξύ άλλων, την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον πρώτο Κατηγορούμενο στις 23.10.09 - Τεκμήριο 9 - καθώς και την γραπτή κατηγορία - Τεκμήριο
- Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα ουσιώδη για την υπόθεση σημεία από την υπό της Κατηγορίας προσαχθείσας μαρτυρίας. Στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 23.10.09 - Τεκμήριο 9 - ο πρώτος Κατηγορούμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ο ίδιος δεν έχει εγγεγραμμένα οχήματα επ' ονόματί του. Η συμβία του, όμως, έχει δύο οχήματα εγγεγραμμένα επ' ονόματί της. Ένα αυτοκίνητο μάρκας Mercedes με αριθμούς εγγραφής SX 167 το οποίο οδηγεί μόνο ο ίδιος και ένα δεύτερο αυτοκίνητο μάρκας Toyota τύπου σαλούν, χρώματος άσπρου το οποίο εδώ και αρκετό καιρό είναι στην κατοχή του κουμπάρου του, Πανίκου Ζαχαρία Χ΄΄Σωκράτους, πρώην δεύτερου Κατηγορούμενου, και οδηγείται από αυτόν. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ο ίδιος οδήγησε το τελευταίο αυτοκίνητο δεν γνωρίζει τον τρίτο Κατηγορούμενο το βράδυ της 18.10.09 ταξίδεψε στην Λάρνακα γιατί το πρωί της επόμενης ημέρας έπρεπε να παρουσιασθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου που εδρεύει στο Παραλίμνι καθώς και στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Στην Λάρνακα τον μετέφερε με το αυτοκίνητό του ένας φθαρτέμπορας ονόματι Σάββας για τον οποίο δεν γνωρίζει περισσότερα στοιχεία. Το βράδυ της 18.10.09 διανυκτέρευσε στο ξενοδοχείο Tsokkos στην Λάρνακα. Τελείωσε από το Δικαστήριο Αμμοχώστου γύρω στις 12:00 με 12:30 της 19.10.09 και ακολούθως έφυγε από το Παραλίμνι με το Travel Express οπότε και γύρω στις 5 με 6 το απόγευμα έφθασε στα Μανδριά. Ακολούθως πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών όπου και υπέγραψε και μετά πήγε στο σπίτι του στις 15:00 της 19.10.09 δεν βρισκόταν στην Γεροσκήπου αλλά στο Παραλίμνι δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο και ουδέποτε τηλεφώνησε σε αυτόν δεν είχε δει ξανά την επιταγή - Τεκμήριο 2 ουδέποτε είχε στην κατοχή του βιβλιάριο επιταγών στο οποίο περιλαμβάνονταν η επιταγή - Τεκμήριο 2 δεν εργοδοτεί αλλοδαπούς. Στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 22.10.09 - Τεκμήριο 13 - ο τρίτος Κατηγορούμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Γνώρισε τον πρώτο Κατηγορούμενο περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2009 στις Κεντρικές Φυλακές ενώ ο ίδιος ήταν υπόδικος. Ο πρώτος Κατηγορούμενος ήταν, επίσης, υπόδικος πλην όμως για άλλες υποθέσεις. Ο τρίτος Κατηγορούμενος τέλεσε υπό κράτηση για ένα περίπου μήνα, ενώ ο πρώτος Κατηγορούμενος για 3 με 4 μήνες. Μέσα στις Φυλακές ο πρώτος Κατηγορούμενος ζήτησε από τον τρίτο Κατηγορούμενο να του δώσει το βιβλιάριο επιταγών του και εις αντάλλαγμα θα κατέβαλλε στον τρίτο Κατηγορούμενο το ποσό των Ευρώ 300,00 σεντ για κάθε φύλλο επιταγής. Του συνέστησε, επίσης, να παραδώσει το βιβλιάριο στον φίλο του Πανίκο Χ΄΄Σωκράτους ο οποίος και θα τον συναντούσε. Τον Μάρτιο του 2009 ο Πανίκος Χ΄΄Σωκράτους συνάντησε τον τρίτο Κατηγορούμενο στην Λάρνακα, πλην όμως, ο τρίτος Κατηγορούμενος δεν παρέδωσε το βιβλιάριό του στον Χ΄΄Σωκράτους καθότι ο τελευταίος δεν ήταν πρόσωπο που ο τρίτος Κατηγορούμενος γνώριζε. Εν τέλει το βιβλιάριο παραδόθηκε από τον ίδιο τον τρίτο Κατηγορούμενο στον πρώτο Κατηγορούμενο στα κρατητήρια του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού παρουσία του Πανίκου Χ΄΄Σωκράτους. Ο πρώτος Κατηγορούμενος είχε μεταφερθεί την ημέρα εκείνη από τις Κεντρικές Φυλακές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για σκοπούς δικαστικής υπόθεσης. Η παράδοση έγινε χωρίς ο τρίτος Κατηγορούμενος να λάβει οποιαδήποτε χρήματα. Όταν ο πρώτος Κατηγορούμενος βγήκε από την Φυλακή συναντήθηκε με τον τρίτο Κατηγορούμενο. Συμφώνησαν να κάνουν μαζί «τις δουλειές» και όπως επίσης μαζί τους στις «δουλειές» να είναι και ο Πανίκος Χ΄΄Σωκράτους. Συγκεκριμένα θα αποσπούσαν εμπορεύματα από άτομα τα οποία θα πλήρωναν με τις επιταγές του τρίτου Κατηγορούμενου υπογραμμένες από τον ίδιο. Η απάτη έγκειτο στο ότι ο λογαριασμός του τρίτου Κατηγορούμενου ήταν κλειστός. Παρεπιμπτόντως ο τρίτος Κατηγορούμενος δεν είχε συμμορφωθεί με την παράκληση-υπόδειξη της Τράπεζας όπως μετά το κλείσιμο του λογαριασμού παραδώσει τα υπόλοιπα φύλλα των επιταγών στην Τράπεζα. Τα εμπορεύματα θα τα μοίραζαν οι τρεις μεταξύ τους. Μεταξύ των μηνών Απριλίου και Μαίου του 2009 έκαναν γύρω στις 6 με 7 τέτοιες «δουλειές» στην Λεμεσό, Λάρνακα και Λευκωσία. Για τις πράξεις του αυτές ο τρίτος Κατηγορούμενος καταδικάσθηκε απο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών κατόπιν παραδοχής. Ο πρώτος Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε. Αναγνώρισε την επιταγή που αναφέρεται στο κατηγορητήριο - Τεκμήριο 2 - ως φύλλο επιταγής από το βιβλιάριο επιταγών που είχε δώσει στον πρώτο Κατηγορούμενο. Δεν εξέδωσε την επιταγή - Τεκμήριο
- Ούτε οι χειρόγραφοι χαρακτήρες περιλαμβανομένης της υπογραφής που φαίνονται στο εν λόγω τεκμήριο είναι δικοί του. Η επιταγή - Τεκμήριο 2 - μάλλον εκδόθηκε από τον πρώτο Κατηγορούμενο ή συνεργάτη του αφού όταν συνελήφθη για τις υποθέσεις που είχε «κάνει» μαζί τους ο τρίτος Κατηγορούμενος ζήτησε από τον πρώτο Κατηγορούμενο να του επιστρέψει τα υπόλοιπα φύλλα επιταγών χωρίς, όμως, ο πρώτος Κατηγορούμενος να ανταποκριθεί. Δεν έχει ανάμειξη στην υπόθεση και είναι πρόθυμος να δώσει δείγματα γραφής/υπογραφής. Στην γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 15.9.10 - Τεκμήριο 11 - ο ΜΚ 3 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μετά την καταγγελία του παραπονούμενου που έγινε στις 20.10.09 ο ΜΚ 3 στις 21.10.09 μετέβη στο κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας που βρίσκεται στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Γεροσκήπου καθώς και σε πρακτορείο στοιχημάτων που βρίσκεται απέναντι από το κατάστημα της Τράπεζας και προέβη σε έλεγχο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης των δυο πιο πάνω υποστατικών. Από τον έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι στις 19.10.09 και περί ώρα 15:00 αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΧΡ 175 το οποίο οδηγείτο από άντρα σταμάτησε έξω από την Λαϊκή Τράπεζα. Από το εν λόγω αυτοκίνητο κατέβηκε ένας αλλοδαπός και ακολούθως το αυτοκίνητο αποχώρησε από το μέρος μέσω παρόδου μπροστά από το πρακτορείο στοιχημάτων. Στην συνέχεια ο αλλοδαπός προσέγγισε τον παραπονούμενο, ο οποίος έδωσε στον αλλοδαπό κάτι. Ακολούθως ο αλλοδαπός έφυγε από το μέρος πεζός. Στις 22.10.09 ο ΜΚ 3 έλαβε από τον τρίτο Κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση στις Κεντρικές Φυλακές. Την ίδια ημέρα έλαβε, επίσης, από τον τρίτο Κατηγορούμενο δέκα δείγματα γραφής/υπογραφής κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης. Στις 25.10.09 στο ιδιωτικό Νοσοκομείο Ιπποκράτειο ο ΜΚ 3 έλαβε από τον πρώτο Κατηγορούμενο δέκα δείγματα γραφής/υπογραφής κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης. Στην συμπληρωματική γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 12 - ο ΜΚ 3 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 5.1.11 έλαβε από τον τρίτο Κατηγορούμενο δεύτερη ανακριτική κατάθεση στις Κεντρικές Φυλακές και τον κατηγόρησε γραπτώς. Την ίδια ημέρα ο ΜΚ 3 έλαβε από τον τρίτο Κατηγορούμενο κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης δέκα δείγματα γραφής/υπογραφής. Στην διά ζώσης μαρτυρία του ο ΜΚ 3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης είδε και το αυτοκίνητο του παραπονούμενου σταθμευμένο έξω στον δρόμο. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EXP 175 μάρκας Toyota χρώματος άσπρου ανήκει στην τότε συμβία και νυν σύζυγο του πρώτου Κατηγορούμενου. Ο αλλοδαπός που ως διεφάνη από τα κυκλώματα παρακολούθησης είχε δέρμα σκούρου χρώματος δεν ανευρέθηκε παρά τις εξετάσεις. Από τον ψηφιακό δίσκο που ετοιμάσθηκε από το κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας δεν έγινε κατορθωτή η εκτύπωση φωτογραφιών καθότι ο δίσκος καταστράφηκε όπως του είπαν από το Εγκληματολογικό του Αρχηγείου Αστυνομίας. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 19 σύμφωνα με το οποίο ο ψηφιακός δίσκος επιστράφηκε στην Αστυνομία χωρίς από αυτόν «να εκτυπωθούν φωτογραφίες ή να γίνει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια λόγω του ότι τα αρχεία που υπήρχαν σε αυτό ήταν καταστραμμένα και δεν μπορούσε να γίνει αναπαραγωγή». Επίσης, από το πρακτορείο στοιχημάτων καταστράφηκε ο σκληρός δίσκος και έτσι δεν κατέστη δυνατή η ετοιμασία ψηφιακού δίσκου. Προς διερεύνηση του ισχυρισμού του πρώτου Κατηγορούμενου ότι ο τελευταίος το βράδυ της 18.10.09 διανυκτέρευσε στο ξενοδοχείο Τσόκκος ο ΜΚ 3 στις 26.10.09 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον διευθυντή των ξενοδοχείων Τσόκκος ονόματι Χρυσόστομος Χρυσοστόμου. Ο Χρυσοστόμου τον ενημέρωσε ότι το όνομα του πρώτου Κατηγορούμενου δεν ήταν καταχωρημένο στο βιβλίο του ξενοδοχείου όπου καταγράφονται οι πελάτες για το βράδυ της 18.10.
- Σχετικό είναι το Ημερολόγιο Ενεργείας - Τεκμήριο 20 - το οποίο, επίσης, κατατέθηκε από τον ΜΚ
- Μέσω του Αστυφύλακα 4612 της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αμμοχώστου ο ΜΚ 3 επιβεβαίωσε την δήλωση του πρώτου Κατηγορούμενου ότι στις 19.10.09 ο πρώτος Κατηγορούμενος βρισκόταν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου που εδρεύει στο Παραλίμνι. Σχετικό είναι, επίσης, το Τεκμήριο 20 σύμφωνα με το οποίο ο πρώτος Κατηγορούμενος βρέθηκε στο ως άνω Δικαστήριο η ώρα 8:15 π.μ. και περί ώρα 11:00 π.μ. αποχώρησε από το Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο του πρώτου Κατηγορούμενου ο ΜΚ 3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η γραφολογική εξέταση που έλαβε χώρα δεν συνδέει τους Κατηγορούμενους με την δεύτερη κατηγορία παρά τις εξετάσεις που έγιναν δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί σε ποιον ανήκει ο αριθμός τηλεφώνου 96 508 613 από τον οποίο έγινε η παραγγελία στον Ανδρέα Κωνσταντίνου. Σχετικό είναι, επίσης, και το Τεκμήριο 20 από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης δεν διεφάνη ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΧΡ 175 παρά το ότι έγιναν εξετάσεις προς ανεύρεση του αλλοδαπού ο αλλοδαπός δεν ανευρέθηκε ο πρώην δεύτερος Κατηγορούμενος είχε αναφέρει στον ΜΚ 3 ότι κλειδί του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΧΡ 175 είχε και ο πρώτος Κατηγορούμενος οι οδηγοί του Travel Express ανέφεραν στον ΜΚ 3 ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος δεν είχε ταξιδέψει στις 19.10.09 με το Travel Express. Οι οδηγοί, όμως, δεν επιθυμούσαν να δώσουν κατάθεση ο τρίτος Κατηγορούμενος συνάντησε τον πρώτο Κατηγορούμενο στα κρατητήρια του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ως επισκέπτης. Η Maria Diana Orlandea κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η συμβία του πρώτου Κατηγορούμενου. Στην γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 25.10.09 - Τεκμήριο 16 - αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος περί τον Οκτώβριο του 2008 αγόρασε στην καταθέτουσα ένα αυτοκίνητο μάρκας Toyota με αριθμούς εγγραφής ΕΧΡ 175 χρώματος άσπρου από κάποιο Γιώργο που εργαζόταν στην Λεμεσό. Το αυτοκίνητο μεταβιβάσθηκε στο όνομά της και υπεβλήθη σε σέρβις στην Λεμεσό. Παραχωρήθηκε δε στον Πανίκο Χ΄΄Σωκράτους κατόπιν παράκλησης του τελευταίου καθότι ο Χ΄΄Σωκράτους είχε χωρίσει με την συζυγό του και είχε μείνει χωρίς αυτοκίνητο. Εν τω μεταξύ εκείνο το διάστημα η καταθέτουσα είχε υποβληθεί σε εγχείρηση και δεν μπορούσε να οδηγεί. Έτσι, το αυτοκίνητο έμεινε στην Λεμεσό για να το χρησιμοποιεί ο πρώην δεύτερος Κατηγορούμενος και δεν μεταφέρθηκε στην Πάφο. Αλλά ούτε και αργότερα το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στην Πάφο καθότι τον Μάιο του 2009 η καταθέτουσα υπεβλήθη σε δεύτερη εγχείρηση καθώς και γιατί έμεινε έγκυος. Ούτε αυτή αλλά ούτε και ο πρώτος Κατηγορούμενος έχουν κλειδί του πιο πάνω αυτοκινήτου. Η ίδια δε ουδέποτε το οδήγησε. Ούτε και είδε οποτεδήποτε τον πρώτο Κατηγορούμενο να το οδηγεί. Από την ημέρα δε που το αγόρασαν το αυτοκίνητο βρίσκεται στην Λεμεσό στην κατοχή του Πανίκου Χ΄΄΄Σωκράτους. Στις 19.10.09 ο πρώτος Κατηγορούμενος είχε Δικαστήριο στην Λάρνακα και το Παραλίμνι. Έφυγε από τα Μανδριά στις 18.10.09 και ώρα 23:30 με το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής SX 167 μάρκας Mercedes και το βράδυ διανυκτέρευσε σε ξενοδοχείο στην Λάρνακα. Γύρω στις 15:00 της 19.10.09 ο πρώτος Κατηγορούμενος της τηλεφώνησε και της είπε ότι βρισκόταν στην Λάρνακα. Της είπε ακόμη ότι το αυτοκίνητο της είχε υποστεί βλάβη και ότι θα ερχόταν στην Πάφο με το Travel Express. Ακολούθως, και γύρω στις 15:30 η καταθέτουσα πήγε να ξαπλώσει και άφησε υπεύθυνο στο περίπτερό της, το οποίο βρίσκεται στον ίδιο χώρο με το σπίτι της, τον υιό του πρώτου Κατηγορούμενου. Το περίπτερο και το σπίτι βρίσκονται στα Μανδριά της επαρχίας Πάφου. Αφού ξύπνησε η καταθέτουσα βρήκε γύρω στις 18:00 τον πρώτο Κατηγορούμενο εντός του περιπτέρου. Ο πρώτος Κατηγορούμενος της είπε ότι είχε έρθει στα Μανδριά με το Travel Express. Η καταθέτουσα δεν είχε προσέξει να βρίσκεται εκεί το αυτοκίνητό της. Το αντιλήφθηκε δε σταθμευμένο έξω από το περίπτερο στις 23:00 όταν έκλεισε το περίπτερο. Τόσο η ίδια όσο και ο πρώτος Κατηγορούμενος εξυπηρετούσαν πελάτες του περιπτέρου από τις 18:
- Δεν γνωρίζει ποιος είχε φέρει το αυτοκίνητό της στο σπίτι της. Στις 19.10.09 ο Πανίκος Χ΄΄Σωκράτους δεν πήγε στο σπίτι της για επίσκεψη, ούτε και είδε αυτόν ή τον πρώτο Κατηγορούμενο να οδηγούν το αυτοκίνητο στις 19.10.
- Στο περίπτερό της πουλά κάρτες τηλεφώνου So Easy τις οποίες προμηθεύεται από κάποιο Ανδρέα Μωυσέως. Οι κάρτες αυτές της τελείωσαν εδώ και μέρες. Εκτός από την ίδια κανένας άλλος δεν αγοράζει τα πράγματα τα οποία προμηθεύεται για το περίπτερο. Δεν αντιλήφηκε τον πρώτο Κατηγορούμενο να φέρει κάρτες τηλεφώνου στο σπίτι. Ο Δημήτρης Βασιλείου στις 22.10.09 εργαζόταν ως διευθυντής του υποκαταστήματος 0115 της Τράπεζας Κύπρου που βρίσκεται στην Λεωφόρο Καντάρας στο Καϊμακλί, αρ. 4Α, από τώρα και στο εξής «το υποκατάστημα». Σήμερα είναι αφυπηρετήσας τραπεζικός υπάλληλος. Στην γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 22.10.09 - Τεκμήριο 17 - ο Βασιλείου αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο τρίτος Κατηγορούμενος άνοιξε στο υποκατάστημα τον τρεχούμενο λογαριασμό όψεως με αριθμό 0115-01-045715 στις 12.3.
- Με το άνοιγμα του λογαριασμού εκδόθηκε βιβλιάριο επιταγών. Από την ημέρα ανοίγματος του λογαριασμού εκδόθηκαν 6 βιβλιάρια επιταγών. Η επίδικη επιταγή - Τεκμήριο 2 - εκδόθηκε από το βιβλιάριο με αριθμούς 81862851-
- Ο λογαριασμός έκλεισε στις 21.1.09 λόγω κακής χρήσης από μέρους του πελάτη. Συγκεκριμένα ο τρίτος Κατηγορούμενος εξέδιδε επιταγές χωρίς αντίκρισμα και ένεκα τούτου το όνομά του καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ. Κατά το κλείσιμο του λογαριασμού είχε ζητηθεί τηλεφωνικώς από τον τρίτο Κατηγορούμενο η επιστροφή όλων των αχρησιμοποίητων επιταγών χωρίς ανταπόκριση από μέρους του. Στις 19.10.09 ρωτήθηκε τηλεφωνικώς το υποκατάστημα από άλλο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Πάφο κατά πόσο μπορούσε να εξαργυρωθεί η επίδικη επιταγή. Η απάντηση ήταν ότι η εν λόγω επιταγή δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί καθότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός. Στην γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 20.10.09 - Τεκμήριο 18 - ο παραπονούμενος Ανδρέας Κωνσταντίνου αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Εργάζεται ως πωλητής στην εταιρεία με την ονομασία Costy Distributors Ltd. Ανάμεσα στα καθήκοντά του είναι η πώληση τηλεφωνικών καρτών σε καταστήματα και περίπτερα στην πόλη και επαρχία της Πάφου. Στις 15.10.09 δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστό του πρόσωπο το οποίο του συστήθηκε ως Σπύρος Γρηγορίου. Η κλήση έγινε από τον αριθμό 96 508
- Το πρόσωπο αυτό είπε στον παραπονούμενο ότι ήθελε να αγοράσει κάρτες τηλεφώνου, ότι έχει διάφορα περίπτερα, μεταξύ άλλων, περίπτερο στο ξενοδοχείο Άνασσα στην Πόλη της Χρυσοχούς, και ότι επρόκειτο να ανεγείρει λυόμενο περίπτερο στο χωριό Πισσούρι. Η συνομιλία δεν ολοκληρώθηκε καθότι ο παραπονούμενος ήταν πολύ απασχολημένος με την υπόσχεση από μέρους του παραπονούμενου ότι θα τηλεφωνούσε στον καλόντα μόλις ευκαιρούσε. Ο παραπονούμενος ξεχάστηκε και στις 16.10.09 ο παραπονούμενος δέχθηκε δεύτερο τηλεφώνημα από το ίδιο πρόσωπο. Στα πλαίσια της τηλεφωνικής αυτής συνομιλίας οι δυο συμφώνησαν όπως η πληρωμή γίνει σε μετρητά και ο παραπονούμενος κατέγραψε την παραγγελία. Ετοίμασε και τιμολόγιο - Τεκμήριο 7Α. Στις 19.10.09 το πρωί ο παραπονούμενος δέχθηκε και πάλι τηλεφώνημα από το ίδιο πρόσωπο. Στα πλαίσια της τηλεφωνικής αυτής συνομιλίας οι δυο συμφώνησαν να συναντηθούν στην πλατεία της Γεροσκήπου έξω από το κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας για την παράδοση των καρτών και την καταβολή της πληρωμής. Μια ώρα αργότερα τηλεφώνησε ξανά στον παραπονούμενο το ίδιο πρόσωπο λέγοντας στον παραπονούμενο ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να έρθει και ότι στην θέση του θα ερχόταν κάποιος υπάλληλός του. Ο παραπονούμενος φθάνοντας στο συμφωνηθέν σημείο στάθμευσε το αυτοκίνητό του έξω από το κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας. Εν τέλει συνάντησε κάποιον Σριλανκέζο ο οποίος του είπε στα Αγγλικά ότι ήταν υπάλληλος του Σπύρου Γρηγορίου. Ο παραπονούμενος έδωσε τις παραγγελθείσες κάρτες στον αλλοδαπό και ο αλλοδαπός εις αντάλλαγμα του έδωσε την επίδικη επιταγή - Τεκμήριο
- Ακολούθως, ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στο πρόσωπο που έκανε την παραγγελία για να του παραπονεθεί για την επιταγή αφού η συμφωνία τους ήταν όπως η πληρωμή γίνει σε μετρητά. Τότε το πρόσωπο εκείνο είπε στον παραπονούμενο να περάσει από το Πισσούρι για να του αλλάξει την επιταγή με μετρητά. Συμφώνησαν, επίσης, και τόπο συνάντησης στο Πισσούρι. Όταν ο παραπονούμενος έφθασε στον συμφωνηθέντα τόπο συνάντησης δεν βρήκε το άγνωστο πρόσωπο που έκανε την παραγγελία και το κινητό του τηλέφωνο ήταν κλειστό. Τότε ο παραπονούμενος επέστρεψε στην Γεροσκήπου και επιχείρησε να εξαργυρώσει την επιταγή σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου. Η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε καθότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και, μάλιστα, από τον Ιανουάριο του
- Ο Διευθυντής του καταστήματος Λάμπρος Βασιλείου ανέγραψε πάνω στην επιταγή με κόκκινα γράμματα τις λέξεις «ACCOUNT CLOSED». Δεν γνωρίζει κανένα με το όνομα Σπύρο Γρηγορίου. Ούτε και οποτεδήποτε συνάντησε οποιοδήποτε με το όνομα αυτό. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο παραπονούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Τίποτα από ό,τι φαίνεται αναγραφόμενο πάνω στην επίδικη επιταγή δεν το συμπλήρωσε ο ίδιος. Δεν αναγνωρίζει κανένα εκ των Κατηγορούμενων 1 και
- Όμως έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου άκουσε τον πρώτο Κατηγορούμενο να μιλά και αναγνώρισε την φωνή του. Ήταν η φωνή του προσώπου που έκανε την παραγγελία. Η φωνή αυτή ήταν η ίδια σε όλες τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις οι οποίες ήταν 5 με 7 συνολικά στον αριθμό. Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο του πρώτου Κατηγορούμενου ο παραπονούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Όταν του παραδόθηκε η επιταγή από τον αλλοδαπό αυτή ήταν ήδη συμπληρωμένη. Ο Διευθυντής του καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στο οποίο ο παραπονούμενος αποτάθηκε για να εξαργυρώσει την επιταγή του είπε συν τοις άλλοις ότι ο εκδότης της επιταγής ήταν στην Φυλακή. Ο παραπονούμενος έδωσε τις κάρτες στον αλλοδαπό, πήρε την επιταγή και, ακολούθως, τηλεφώνησε στο πρόσωπο που έκανε την παραγγελία για να του παραπονεθεί στην παρουσία του αλλοδαπού. Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο του τρίτου Κατηγορούμενου και ερωτηθείς αν μπορούσε να αναγνωρίσει τον τρίτο Κατηγορούμενο ο παραπονούμενος απάντησε αρνητικά. Στα πλαίσια της διαδικασίας δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός ότι τα Τεκμήρια 2 - 7Β έχουν διακινηθεί νόμιμα και νομότυπα. Τα εν λόγω τεκμήρια κατατέθηκαν από τον ΜΚ
- Πρόκειται για: Την επίδικη επιταγή - Τεκμήριο 2 Δέκα δείγματα γραφής/υπογραφής τα οποία δόθηκαν από τον τρίτο Κατηγορούμενο στις 5.1.11 και τα οποία κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 3 Δέκα δείγματα γραφής/υπογραφής τα οποία δόθηκαν από τον τρίτο Κατηγορούμενο στις 22.10.09 και τα οποία κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 4 Δέκα δείγματα γραφής/υπογραφής τα οποία δόθηκαν από τον πρώτο Κατηγορούμενο στις 25.10.09 και τα οποία κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 5 Ένα ψηφιακό δίσκο της Λαϊκής Τράπεζας από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης με την θήκη του τα οποία κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 6Α Τον σφραγισμένο φάκελο εντός του οποίου υπήρχε ο ψηφιακός δίσκος και η θήκη - Τεκμήριο 6Β Ένα τιμολόγιο της Costy Distributors Ltd με αριθμό 37524 ημερομηνίας 19.10.09 - Τεκμήριο 7Α Τον σφραγισμένο φάκελο εντός του οποίου υπήρχε το τιμολόγιο με αριθμό 37524 - Τεκμήριο 7Β. Δηλώθηκε, επίσης, από κοινού παραδεκτό ως προς την αλήθεια του το περιεχόμενο δύο εκθέσεων του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Πρόκειται για ένα έγγραφο που φέρει τίτλο «Εμπιστευτική Έκθεση» ημερομηνίας 14.6.10 - Τεκμήριο 21 - και για δεύτερο έγγραφο που φέρει τίτλο «Συμπληρωματική Εμπιστευτική Έκθεση» ημερομηνίας 25.1.11 - Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 21 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η γραφή που φαίνεται στην επιταγή - Τεκμήριο 2 - παρουσιάζει διαφορές με τα δείγματα γραφής των Κατηγορούμενων 1 και 3, ήτοι τα Τεκμήρια 5 και 4 αντίστοιχα, ώστε οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 να μην μπορούν να συνδεθούν τα δείγματα γραφής των Κατηγορούμενων 1 και 3, ήτοι τα Τεκμήρια 5 και 4 αντίστοιχα, δεν είναι αντίστοιχα προς την υπογραφή που φαίνεται στην επιταγή - Τεκμήριο 2 - και ως εκ τούτου είναι αδύνατη η γραφολογική σύγκριση-αναγνώριση μεταξύ τους. Στο Τεκμήριο 22 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η υπογραφή που φαίνεται στην επιταγή - Τεκμήριο 2 - παρουσιάζει διαφορές με τα δείγματα γραφής/υπογραφής του τρίτου Κατηγορούμενου - Τεκμήριο 3 - ώστε ο τρίτος Κατηγορούμενος να μην μπορεί να συνδεθεί. Σε σχέση με τον πρώτο Κατηγορούμενο αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γιώργος Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 337 λέχθηκε ότι η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία κατηγορουμένου εναντίον συγκατηγορουμένου αφ' εαυτής ως έγγραφο δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου. Αποδεκτή μαρτυρία είναι η ένορκη κατάθεση/μαρτυρία κατηγορουμένου εναντίον συγκατηγορουμένου του η οποία βεβαίως τίθεται υπό αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Γεώργιος Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 38 ο εφεσείων προσέβαλε την καταδίκη του από το πρωτόδικο Δικαστήριο για το ότι επέτρεψε σε τρίτο πρόσωπο που ήταν συγκατηγορούμενός του - δεύτερος κατηγορούμενος - να οδηγήσει μηχανοκίνητο όχημα επί οδού χωρίς ασφαλιστική κάλυψη. Ένας από τους λόγους έφεσης που τέθηκε ενώπιον του Εφετείου από το συνήγορο του εφεσείοντα ήταν ότι για το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι την οδήγηση του οχήματος από τον δεύτερο κατηγορούμενο, δεν υπήρχε οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία. Το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η θέση του εφεσείοντα ήταν ορθή. Η μόνη μαρτυρία η οποία αναφέρονταν σε οδήγηση του οχήματος από τον δεύτερο κατηγορούμενο ήταν η κατάθεση του δεύτερου κατηγορούμενου στην Αστυνομία. Λέχθηκε ότι είναι βασική αρχή ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω το Εφετείο διαπίστωσε ότι ο εφεσείων κακώς είχε βρεθεί ένοχος επί της κατηγορίας αφού ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν είχε αποδειχθεί. Συνακόλουθα η καταδίκη του εφεσείοντα ακυρώθηκε. Υπό το φως της πιο πάνω Νομολογίας καθίσταται έκδηλο ότι η γραπτή κατάθεση του τρίτου Κατηγορούμενου δεν είναι μαρτυρία αποδεκτή εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου. Απομένει να εξετασθεί η υπόλοιπη μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε εναντίον του πρώτου Κατηγορούμενου. Συνοψίζοντας την μαρτυρία αυτή έχει ως ακολούθως. Από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης διεφάνη ότι την επίδικη ημέρα, ήτοι στις 19.10.09, αυτοκίνητο το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία της τότε συμβίας του πρώτου Κατηγορούμενου εμφανίσθηκε στο μέρος όπου έγινε η παράδοση των καρτών από τον παραπονούμενο. Από το αυτοκίνητο αυτό κατέβηκε ένας αλλοδαπός ο οποίος πλησίασε τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος έδωσε κάτι στον αλλοδαπό που σύμφωνα με τον παραπονούμενο ήταν οι παραγγελθείσες κάρτες και ο αλλοδαπός, ακολούθως, έφυγε από το μέρος. Εν τω μεταξύ το αυτοκίνητο από το οποίο κατέβηκε ο αλλοδαπός είχε αποχωρήσει ενωρίτερα από το μέρος. Από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης δεν διεφάνη ποιο ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το αυτοκίνητο. Ούτε και κατέστη δυνατό να εντοπισθεί ο αλλοδαπός. Σύμφωνα δε με την γραπτή κατάθεση της Orlandea, η οποία παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, το εν λόγω αυτοκίνητο από την ημέρα της αγοράς του περιήλθε στην κατοχή του πρώην δεύτερου Κατηγορούμενου. Η Orlandea ουδέποτε είδε τον πρώτο Κατηγορούμενο να το οδηγεί και ουδέποτε το οδήγησε η ίδια. Δεν μου διαφεύγουν δύο δηλώσεις από την γραπτή κατάθεση του πρώτου Κατηγορούμενου. Η πρώτη είναι ότι αυτός δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που οδήγησε το εν λόγω αυτοκίνητο, δήλωση από την οποία συνάγεται ότι σε κάποιο χρόνο ο πρώτος Κατηγορούμενος το οδήγησε σε αντίθεση με ό,τι επί του προκειμένου δηλώθηκε από την Orlandea στην δική της κατάθεση. Η δεύτερη είναι ότι το εν λόγω αυτοκίνητο βρίσκεται για αρκετό χρονικό διάστημα στην κατοχή του πρώην δεύτερου Κατηγορούμενου. Από την οποία δυνατόν να συναχθεί ότι πριν περιέλθει στην κατοχή του πρώην δεύτερου Κατηγορούμενου το αυτοκίνητο βρισκόταν στην κατοχή είτε του ιδίου, είτε της Orlandea σε αντίθεση και πάλι με ό,τι επί του προκειμένου δηλώθηκε από την Orlandea στην δική της κατάθεση. Οι πιο πάνω δηλώσεις δεν κρίνω πως είναι ενοχοποιητικές για τον πρώτο Κατηγορούμενο για να μπορούν να θεωρηθούν μαρτυρία αποδεκτή εναντίον του. Το αν ο πρώτος Κατηγορούμενος οδήγησε το εν λόγω αυτοκίνητο σε κάποιο χρόνο και, μάλιστα, αδιευκρίνιστο ή αν πριν περιέλθει στην κατοχή του πρώην δεύτερου Κατηγορούμενου το εν λόγω αυτοκίνητο βρισκόταν στην κατοχή του πρώτου Κατηγορούμενου και, μάλιστα, σε χρόνο «αρκετό» πριν την ημερομηνία διάπραξης των υπό εκδίκαση αδικημάτων δεν προωθεί την υπόθεση της Κατηγορίας. Πάντως το ότι το εν λόγω αυτοκίνητο οδηγείτο από τον πρώην δεύτερο Κατηγορούμενο ήταν κάτι που ο ΜΚ 3 διαπίστωσε προσωπικά αφού σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση -Τεκμήριο 11 - όταν στις 23.10.09 βρέθηκε στην οικία του πρώτου Κατηγορούμενου για σκοπούς έρευνας είδε τον πρώην δεύτερο Κατηγορούμενο να καταφθάνει στην εν λόγω οικία οδηγώντας το εν λόγω αυτοκίνητο. Ό,τι δε έχει σημασία είναι ότι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή που να τείνει να καταδείξει ότι κατά την επίδικη ημέρα ο άνδρας, ως διεφάνη από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης, που οδήγησε το αυτοκίνητο έξω από το κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας ήταν ο πρώτος Κατηγορούμενος. Δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ 3 ο πρώην δεύτερος Κατηγορούμενος είχε αναφέρει στον ΜΚ 3 ότι κλειδί του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΧΡ 175 είχε και ο πρώτος Κατηγορούμενος. Ισχυρισμός ο οποίος σημειώνεται δεν συνάδει με ό,τι επί του προκειμένου αναφέρεται στην γραπτή κατάθεση της Orlandea. Η γραπτή κατάθεση του πρώην δεύτερου Κατηγορούμενου δεν παρουσιάσθηκε. Διεφάνη δε από την αντεξέταση του ΜΚ 3 ότι ο τελευταίος δεν ήταν βέβαιος αν κάτι τέτοιο είχε αναφερθεί από τον πρώην δεύτερο Κατηγορούμενο στην γραπτή κατάθεση του τελευταίου. Ήταν, όμως, βέβαιος ο ΜΚ 3 ως υποστήριξε ότι αυτό ήταν κάτι που του είχε αναφερθεί από τον πρώην δεύτερο Κατηγορούμενο. Επί της μαρτυρίας αυτής του ΜΚ 3 σημειώνονται τα ακόλουθα. Πρώτο, η εν λόγω μαρτυρία είναι εξ' ακοής. Δεύτερο, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, ήτοι ο πρώην δεύτερος Κατηγορούμενος, δεν κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας χωρίς γι' αυτό να έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Τέλος, το ενδεχόμενο ο πρώην δεύτερος Κατηγορούμενος να έδωσε αναληθή μαρτυρία επί του προκειμένου ώστε να απαλλάξει τον εαυτό του από την ευθύνη δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Πάντως ο πρώην δεύτερος Κατηγορούμενος είχε κίνητρο να μην πει την αλήθεια, κάτι το οποίο δεν μπορεί να παραγνωρισθεί. Εναντίον του διερευνάτο υπόθεση, εξ' ου και στο κατηγορητήριο συμπεριλήφθηκε ως κατηγορούμενος. Με το να μην κλητευθεί ο πρώην δεύτερος Κατηγορούμενος ως μάρτυρας κατηγορίας η Υπεράσπιση στερήθηκε της δυνατότητας να τον αντεξετάσει ως προς την αλήθεια του πιο πάνω ισχυρισμού του. Τα πιο πάνω σημεία δικαιολογούν κατά την κρίση μου τον αποκλεισμό της πιο πάνω μαρτυρίας του ΜΚ 3 στην βάση των εξουσιών που μου παρέχονται από την επιφύλαξη του άρθρου 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «24.—
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής: Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Σημειώνεται ότι και αν ακόμα δεν απέκλεια την πιο πάνω μαρτυρία, αυτή δεν θα ήταν ικανή να προωθήσει την υπόθεση της Κατηγορίας. Δεν μου διαφεύγει ότι η δήλωση του πρώτου Κατηγορούμενου στην γραπτή του κατάθεση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το αυτοκίνητο δεν βρισκόταν στην φυσική κατοχή του ιδίου δεν συνιστά σύμφωνα με την Νομολογία αποδεκτή μαρτυρία καθότι πρόκειται περί αθωωτικής δήλωσης σε γραπτή κατάθεση κατηγορούμενου (Βλ. R v. Storey
(1968)52 Cr App Rep 334). Σύμφωνα, όμως, με την γραπτή κατάθεση της Orlandea, η οποία στο κατηγορητήριο παρουσιάζεται ως μάρτυρας κατηγορίας, και την οποία κατάθεση παρουσίασε η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή ως μαρτυρία της κατά τον ουσιώδη χρόνο το εν λόγω αυτοκίνητο δεν βρισκόταν στην φυσική κατοχή είτε της ιδίας, είτε του πρώτου Κατηγορούμενου, αλλά στην φυσική κατοχή του πρώην δεύτερου Κατηγορούμενου. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός του ΜΚ 3 ότι σύμφωνα με τον πρώην δεύτερο Κατηγορούμενο ο τελευταίος είχε κλειδί του αυτοκινήτου μπορεί μεν να προσκρούει στην δήλωση της Orlandea ότι κλειδί του αυτοκινήτου δεν είχε ούτε η ίδια ούτε ο πρώτος Κατηγορούμενος, δεν προσκρούει, όμως, στην γενικότερη δήλωση της Orlandea ότι φυσική κατοχή του αυτοκινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ο πρώην δεύτερος Κατηγορούμενος. Κατοχή κλειδιού και μόνο από τον πρώτο Κατηγορούμενο δεν υποδηλοί και φυσική κατοχή του αυτοκινήτου από τον πρώτο Κατηγορούμενο. Αυτό, όμως, που ενέχει την μεγαλύτερη σημασία είναι ότι το πρόσωπο που οδήγησε το αυτοκίνητο δεν αναγνωρίσθηκε από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης και καμία απολύτως μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή που να τείνει να καταδείξει ότι το πρόσωπο που στις 19.10.09 και ώρα 15:00 οδήγησε το αυτοκίνητο στην Γεροσκήπου έξω από το κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας και από το οποίο κατέβηκε ο αλλοδαπός ήταν ο πρώτος Κατηγορούμενος. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς την κατεύθυνση ότι το πρόσωπο που κυκλοφόρησε την επίδικη επιταγή - Τεκμήριο 2 - ή που απέσπασε τις κάρτες από τον παραπονούμενο είναι ο πρώτος Κατηγορούμενος. Όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης υποδεικνύουν πρόσωπο άλλο από τον πρώτο Κατηγορούμενο να κυκλοφορά την επίδικη επιταγή στον παραπονούμενο και να παραλαμβάνει τις κάρτες από τον τελευταίο. Είναι το πρόσωπο που χαρακτηρίσθηκε ως αλλοδαπός από τον ΜΚ 3 και τον παραπονούμενο και τα στοιχεία του οποίου παρέμειναν αδιευκρίνιστα. Σημαντικό, επίσης, είναι το παραδεκτό γεγονός ότι με την υπογραφή που φαίνεται στην επίδικη επιταγή - Τεκμήριο 2 - η οποία σύμφωνα με τον παραπονούμενο παραδόθηκε από τον ίδιο στον αλλοδαπό εις αντάλλαγμα των καρτών καθώς και με ό,τι άλλο αναγράφεται ιδιοχείρως επ' αυτής ο πρώτος Κατηγορούμενος δεν συνδέθηκε γραφολογικά. Επίσης, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς την κατεύθυνση ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος συμφώνησε με τον τρίτο Κατηγορούμενο να διαπράξει είτε τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3, είτε της πέμπτης κατηγορίας. Τέτοια μαρτυρία ελλείπει παντελώς. Μαρτυρία, δηλαδή, που να τείνει να καταδείξει ότι ο τρίτος Κατηγορούμενος συμφώνησε με τον πρώτο Κατηγορούμενο να υπογράψουν την επίδικη επιταγή, να την κυκλοφορήσουν στον παραπονούμενο και να αποσπάσουν από τον παραπονούμενο τις κάρτες. Τέλος, δεν παρουσιάσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή που να καταδεικνύει συνέργεια από μέρους του πρώτου Κατηγορούμενου είτε στην έκδοση της επίδικης επιταγής, είτε στην κυκλοφορία της, είτε στην απόσπαση των καρτών από τον αλλοδαπό. Δεν μου διαφεύγουν οι ακόλουθες δηλώσεις από την γραπτή κατάθεση του πρώτου Κατηγορούμενου οι οποίες σύμφωνα με τον ΜΚ 3 δεν ευσταθούν: ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος διανυκτέρευσε το βράδυ της 18.10.09 σε ξενοδοχείο στην Λάρνακα ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος στις 19.10.09 επέστρεψε στην Πάφο με το Travel Express. Αναφορικά με την πρώτη δήλωση κρίνω σημειώνονται τα ακόλουθα. Κρίνω πως η επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΚ 3 δεν προωθεί την υπόθεση της Κατηγορίας. Από την εν λόγω μαρτυρία δεν μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα ως προς την ενοχή του πρώτου Κατηγορούμενου αφού συν τοις άλλοις το ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος παρουσιάσθηκε εν τέλει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Παραλιμνίου το πρωί της 19.10.09 δεν φαίνεται να αμφισβητείται από την Κατηγορούσα Αρχή όπως από την μαρτυρία του ΜΚ 3 διεφάνη. Σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση μου είναι εσφαλμένη αναφέρονται τα ακόλουθα. Η υπό συζήτηση δήλωση διαψεύδεται σύμφωνα με τον ΜΚ 3 από την πληροφόρηση που ο ΜΚ 3 έλαβε επί του προκειμένου από τον Χρυσοστόμου. Μόνο που η μαρτυρία αυτή του ΜΚ 3 είναι εξ' ακοής αφ' ης στιγμής ο Χρυσοστόμου δεν κλήθηκε και δεν κατέθεσε ως μάρτυρας Κατηγορίας. Επίσης, καμία εξήγηση δεν δόθηκε για την μη κλήτευση του Χρυσοστόμου ως μάρτυρα κατηγορίας. Τέλος, η μη κλήτευση του Χρυσοστόμου αποστερεί από την Υπεράσπιση την δυνατότητα αντεξέτασής του προς τον σκοπό ελέγχου της υπό συζήτηση δήλωσής του προς τον ΜΚ 3. Υπό το φως των πιο πάνω και στην βάση των εξουσιών που μου παρέχονται από την επιφύλαξη του άρθρου 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, κρίνω ορθό και σκόπιμο να μην την δεχθώ. Η δεύτερη δήλωση διαψεύδεται σύμφωνα με τον ΜΚ 3 από την πληροφόρηση που ο ΜΚ 3 έλαβε επί του προκειμένου από τους οδηγούς του γραφείου Travel Express. Και πάλι η μαρτυρία αυτή του ΜΚ 3 είναι εξ' ακοής αφ' ης στιγμής οι οδηγοί δεν κλητεύθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας και δεν κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή. Το σημαντικότερο δε είναι ότι η μη κλήτευση τους αποστερεί από την Υπεράσπιση την δυνατότητα αντεξέτασής τους προς τον σκοπό ελέγχου του υπό συζήτηση ισχυρισμού τους. Υπό το φως των πιο πάνω και στην βάση των εξουσιών που μου παρέχονται από την επιφύλαξη του άρθρου 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, κρίνω ορθό και σκόπιμο να μην δεχθώ ούτε αυτήν την μαρτυρία. Και ένα τελευταίο σημείο. Ο παραπονούμενος ισχυρίσθηκε ότι το πρόσωπο που έκανε την παραγγελία τηλεφωνικώς ήταν ο πρώτος Κατηγορούμενος. Κάτι το οποίο αντιλήφθηκε την ημέρα της κατάθεσής του στο Δικαστήριο όταν άκουσε τον πρώτο Κατηγορούμενο να μιλά έξω από την δικαστική αίθουσα. Τότε αναγνώρισε ως ισχυρίσθηκε ενόρκως την φωνή του προσώπου με το οποίο είχε συνομιλήσει στο τηλέφωνο στα πλαίσια της παραγγελίας και των υπόλοιπων συνεννοήσεων που ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Δεν θεωρώ ότι αυτή η μαρτυρία είναι τόσο αξιόπιστη ώστε σοβαρά να μπορεί να εμπλέξει τον πρώτο Κατηγορούμενο στην υπόθεση. Λαμβανομένων υπόψη, πρώτο, ότι η φωνή αλλοιώνεται τις περισσότερες φορές από το τηλέφωνο και, δεύτερο, ότι, πρωτίστως, έχουν παρέλθει 7 σχεδόν χρόνια από τις τηλεφωνικές εκείνες συνομιλίες έστω και αν αυτές ήταν συνολικά 5 με 7 στον αριθμό. Αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι ερωτηθείς ο παραπονούμενος να πει ποια ήταν εκείνα τα χαρακτηριστικά στην φωνή ή την ομιλία του πρώτου Κατηγορούμενου που σύμφωνα με τον ίδιο τον είχαν πείσει ότι επρόκειτο για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο ο παραπονούμενος δεν έδωσε σαφή απάντηση. Στην πραγματικότητα δεν έδωσε καμία απάντηση. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κύριο Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής παρουσιασθείσα μαρτυρία απέτυχε να αποδείξει την αντικειμενική στοιχειοθέτηση των κατηγοριών εναντίον του πρώτου Κατηγορούμενου. Στρεφόμενος στον τρίτο Κατηγορούμενο αναφέρω τα ακόλουθα. Η μόνη διαθέσιμη μαρτυρία που αφορά στον τρίτο Κατηγορούμενο είναι οι δύο γραπτές καταθέσεις του ιδίου στις οποίες η μόνη δήλωση που στρέφεται εναντίον του είναι ότι η επίδικη επιταγή - Τεκμήριο 2 - περιέχονταν σε βιβλιάριο επιταγών που του ανήκε. Κάτι το οποίο αποτελεί αδιαμφισβήτητο στην υπόθεση γεγονός. Σημειώνεται ότι στις εν λόγω καταθέσεις ο τρίτος Κατηγορούμενος διαλαλεί την μη εμπλοκή του στην υπόθεση καθώς και την αθωότητά του. Ισχυρίζεται ότι το βιβλιάριο επιταγών του και, κατ' επέκταση, η επίδικη επιταγή δεν ήταν στην κατοχή του κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξηγεί τον λόγο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν είναι αυτός το πρόσωπο που συμπλήρωσε ή εξέδωσε την επίδικη επιταγή. Ισχυρισμός ο οποίος δεν διαψεύδεται από τα Τεκμήρια 21 και 22 το περιεχόμενο των οποίων είναι παραδεκτό. Το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή - Τεκμήριο 2 - περιέχονταν σε βιβλιάριο επιταγών που ανήκε στον τρίτο Κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό για να κληθεί σε απολογία ο τρίτος Κατηγορούμενος σε καμία εκ των κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει. Η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παρουσιάσει μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση των κατηγοριών και συγκεκριμένα προς τις ακόλουθες κατευθύνσεις: μαρτυρία που να συνδέει τον τρίτο Κατηγορούμενο με την κυκλοφορία της επίδικης επιταγής ή την απόσπαση των καρτών. Τουναντίον, και όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε σύμφωνα με τον ΜΚ 3 και τον παραπονούμενο το πρόσωπο που κυκλοφόρησε την επίδικη επιταγή και απέσπασε τις κάρτες δεν ήταν ο τρίτος Κατηγορούμενος αλλά ένας αλλοδαπός τα στοιχεία του οποίου παρέμειναν αδιευκρίνιστα μαρτυρία που να συνδέει τον τρίτο Κατηγορούμενο με συνέργεια από μέρους του είτε στην έκδοση της επίδικης επιταγής, είτε στην κυκλοφορία της, είτε στην απόσπαση των καρτών μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι ο τρίτος Κατηγορούμενος συμφώνησε με τον πρώτο Κατηγορούμενο να πλαστογραφήσουν την επίδικη επιταγή, να την κυκλοφορήσουν στον παραπονούμενο και να αποσπάσουν από τον παραπονούμενο τις κάρτες. Σημειώνεται ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία δεν συνέδεσε τον τρίτο Κατηγορούμενο γραφολογικά με τα όσα αναγράφονται επί της επίδικης επιταγής καθώς και με την υπογραφή που φαίνεται σε αυτή ως υπογραφή του εκδότη. Στο σημείο τούτο αισθάνομαι την ανάγκη να υποδείξω ότι στην περίπτωση που ο τρίτος Κατηγορούμενος συνδεόταν γραφολογικά με την επίδικη επιταγή θα εξέλιπε το βάσιμο της κατηγορίας της πλαστογραφίας αναφορικά με αυτόν. Στην βάση του ορισμού της πλαστογραφίας όπως αυτή δίδεται από τον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, δεν συνιστά πλαστογραφία η έκδοση επιταγής υπογραμμένη από τον φερόμενο στην επιταγή ως εκδότη αυτής έστω και αν ο λογαριασμός είναι κλειστός. Σε μια τέτοια περίπτωση η κατηγορία αναφορικά με τον τρίτο Κατηγορούμενο θα ήταν για τον λόγο που πιο πάνω υποδεικνύεται έκθετη σε απόρριψη. Αναφορικά με την δήλωση του παραπονούμενου ότι το πρόσωπο που του έκανε την παραγγελία του ανέφερε από το τηλέφωνο ότι ήταν ο τρίτος Κατηγορούμενος καθώς και την δήλωσή του ότι ο αλλοδαπός που του παρέδωσε την επιταγή του ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος του τρίτου Κατηγορούμενου σημειώνονται τα ακόλουθα. Η αλήθεια των πιο πάνω δηλώσεων δεν επιβεβαιώθηκε από άλλη μαρτυρία και το ενδεχόμενο να είναι ψευδείς δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Ο παραπονούμενος δεν γνώριζε τον τρίτο Κατηγορούμενο οπότε και δεν ήταν σε θέση να πει ότι αυτός που τον κάλεσε 5 με 7 φορές στο τηλέφωνο ήταν ο εν λόγω Κατηγορούμενος. Από την άλλη ο αλλοδαπός δεν κλήθηκε ως μάρτυρας για να αντεξετασθεί ως προς την αλήθεια της δικής του δήλωσης προς τον παραπονούμενο. Υπό το φως των πιο πάνω οι πιο πάνω δηλώσεις δεν έχουν εκείνη την βαρύτητα ώστε στην βάση αυτών ο τρίτος Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής παρουσιασθείσα μαρτυρία απέτυχε να αποδείξει την αντικειμενική στοιχειοθέτηση των κατηγοριών εναντίον και του τρίτου Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 αθωώνονται σε όλες τις εναντίον τους κατηγορίες. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Εκ Πρώτης Όψεως Υπόθεση - Συνωμοσία, Πλαστογραφία, Κυκλοφορία Πλαστού Εγγράφου, Εξασφάλιση Αγαθών με Ψευδείς Παραστάσεις Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο