Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Graig Johnson κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2665/13, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2665/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Graig Johnson Anabus Holding Limited Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.6.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα (για ν' ακούσει απόφαση, κα Παπαλαζάρου) Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Χ'' Παναγή με κ. Παρπαρίνο Κατηγορούμενος 1: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της άσκησης τραπεζικών εργασιών, χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 43 και 44 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, όπως τροποποιήθηκε. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά το έτος 2010, στην Πάφο, ενώ δεν ήταν τράπεζα, άσκησαν τραπεζικές εργασίες, χωρίς άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δηλαδή, αποδέχονταν καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα με τη μορφή προσωπικού δανείου, με επιτόκιο 7%, για κάθε συναλλαγή αγοράς ακατέργαστου χρυσού. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες τους: αστυφύλακα 2900 Αυγουστίνο Ρασπόπουλο, Μάξιμο Χριστοδούλου (αρχιαστυφύλακας 4554 στον ουσιώδη χρόνο), αστυφύλακα 2411 Κυριάκο Τιττώνη, Στέλιο Χριστοφίδη και Μιχάλη Στυλιανού (Μ.Κ.1 μέχρι 5, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, κατά κύριο λόγο απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης (τεκμήριο 16) του Μιχάλη Στυλιανού (Μ.Κ.5), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας εργάζεται ως βοηθός διευθυντής στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (στο εξής «Κεντρική Τράπεζα») στο τμήμα εποπτείας και ρυθμίσεως τραπεζικών ιδρυμάτων. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του πληροφορήθηκε ότι η κατηγορούμενη εταιρεία αποδέχεται χρήματα από διάφορα πρόσωπα - πελάτες της, υπό μορφή προσωπικών δανείων. Τα εν λόγω δάνεια έφεραν επιτόκιο 7%, για κάθε συναλλαγή που η κατηγορούμενη εταιρεία διενεργούσε για την αγοραπωλησία ακατέργαστου χρυσού, ως οι ισχυρισμοί της. Από τις έρευνες που έκανε διαπίστωσε ότι το σχέδιο λήψης χρημάτων, μέσω προσωπικών συμβολαίων, με την καταβολή εξωπραγματικού τόκου που ανέρχεται μέχρι 168% ετησίως αποτελεί πυραμίδα και αποδοχή καταθέσεων από το κοινό που σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο απαγορεύονται χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας. Στο πλαίσιο των ίδιων ερευνών διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη εταιρεία συνήψε τα συμβόλαια (τεκμήρια 10, 11 και 12) για αποδοχή χρημάτων, από τους: Raymond Sammut, Judith Morgan και Michael J. Thompson και οι τρεις από την Αγγλία, οι οποίοι έδωσαν στην κατηγορούμενη εταιρεία, το ποσό των 5.000,00, 7.000,00 και 16.000,00 στερλινών, αντίστοιχα, με τόκο, 7% κάθε συναλλαγή και ελάχιστο αριθμό συναλλαγών, δυο το μήνα. Ο μάρτυρας απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Με αναφορά στα τρία συμβόλαια (τεκμήρια 10, 11 και 12, ανωτέρω) ισχυρίστηκε ότι η εργασία αποδοχής καταθέσεων χρημάτων με την καταβολή τόκου η οποία θεωρείται κατάθεση, χρειάζεται την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας και η κατηγορούμενη εταιρεία, που δεν είναι τράπεζα, δεν είχε τέτοια άδεια. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από την πιστή μετάφραση της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου (τεκμήριο 14Α): «Η συμφωνία που κάναμε ως εταιρεία με τους δανειστές μας είναι πολύ απλή και ξεκάθαρη. Μας έκαναν δάνειο όποιο ποσό επιθυμούσαν και θα επιστρέφαμε πίσω τόκο 7% για κάθε συναλλαγή που κάναμε. Συνήθως κάναμε 1-2 συναλλαγές το μήνα. Ο δανειστής μπορούσε να αποσυρθεί όποτε ήθελε και θα του επιστρέφαμε τα λεφτά του ή να παίρνει τον τόκο του, κάθε μήνα. Όλες οι συμφωνίες με τους δανειστές γίνονταν με γραπτά συμβόλαια στα οποία επεξηγείτο ακριβώς η διαδικασία. Όλα γίνονταν νομότυπα και χαρακτηριστικά σου αναφέρω ότι υπήρχαν άτομα που ήθελαν να δανείσουν στην εταιρεία μεγάλα χρηματικά ποσά, όμως δεν τα αποδεχτήκαμε. Αρχικά αρχίσαμε με λίγους δανειστές, οι οποίοι ήταν και είναι φίλοι μου και υπολογίζω ότι οι περισσότεροι δανειστές που είχαμε ποτέ ως εταιρεία ήταν γύρω στους 200.» Αφού αναγνώστηκε στο μάρτυρα από την κα Σάββα και κλήθηκε να πει τι σημαίνει για την Κεντρική Τράπεζα ανάφερε τα εξής: «Να πω τι λέει ο νόμος και η εμπειρία μου, ότι η αποδοχή καταθέσεων από το κοινό, αν τα 200 άτομα τα θεωρείτε ότι ήταν ευρύ κοινό και αν η εταιρεία απευθύνεται στο ευρύ κοινό χρειάζεται άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα, ως αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, δηλαδή να λειτουργεί ως τράπεζα.» Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Η κατηγορούμενη εταιρεία δεν προσέφερε οποιαδήποτε υπηρεσία στους πελάτες - δανειστές - που της έδιναν χρήματα. Χρησιμοποιούσε αυτά τα λεφτά, για κάποιες άλλες δραστηριότητές της (δεν αμφισβητείται ότι δραστηριοποιείτο με την επεξεργασία χρυσού), αλλά, οι πελάτες, έδιναν τα λεφτά τους, με την υπόσχεση - της κατηγορούμενης εταιρείας - ότι, για κάθε συναλλαγή που θα έκανε, θα τους έδινε 7% τόκο. Απαντώντας σε άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει εάν η κατηγορούμενη εταιρεία δάνειζε χρήματα σε τρίτα πρόσωπα καθώς και τις άλλες δραστηριότητές της. Ερωτηθείς εάν θεωρεί ότι γενικά η συμπεριφορά της κατηγορούμενης εταιρείας προσομοιάζει με τις τραπεζικές εργασίες ενός πιστωτικού ιδρύματος απάντησε ως εξής: «Στο βαθμό που η αποδοχή των χρημάτων γίνεται με την υπόσχεση καταβολής τόκου, εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι είναι αποδοχή καταθέσεων.» Με συνδυασμό όσων αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος (τεκμήριο 14 στα αγγλικά και 14Α, η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά), ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο ήταν εκ των μετόχων και διευθυντών της κατηγορούμενης εταιρείας (βλ. τα σχετικά πιστοποιητικά μετόχων και αξιωματούχων της εταιρείας - τεκμήρια 8 και 9, αντίστοιχα -), με αυτά που ανάφερε ενόρκως στο Δικαστήριο, αναδύεται η εκδοχή και των δυο κατηγορούμενων, επί της ουσίας της επίδικης κατηγορίας. Αρχίζοντας από την ανακριτική του κατάθεση, αναφέρει τα εξής: Ο ίδιος κατάγεται από την Αγγλία και τα τελευταία δυόμιση χρόνια διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Επειδή παλιά δούλευε σαν λογιστής στην Αγγλία και στη συνέχεια έζησε στο Ντουμπάι και οι δουλειές του είχαν σχέση με πολύτιμους λίθους, διαπίστωσε ότι αν κάποιος αγόραζε ακατέργαστο χρυσό απευθείας από τα ορυχεία και το μετέτρεπε σε διυλιστήρια χρυσού σε καθαρό χρυσάφι, θα είχε ένα αρκετά μεγάλο κέρδος. Έτσι, τον Αύγουστο του 2009 δημιούργησε μαζί με κάποιο άλλο πρόσωπο την κατηγορούμενη εταιρεία. Όταν συνομίλησε με το διευθυντή της τράπεζας USB στην Πάφο και αφού του εξήγησε τι ήθελε να κάνει, το ρώτησε αν υπήρχε πιθανότητα χρηματοδότησης της εταιρείας από την τράπεζα και αυτός του απάντησε πως δεν υπήρχε καμία, τότε αποφάσισε να μιλήσει με γνωστούς του. Αφού τους εξηγούσε τι προτίθετο να κάνει τους ζητούσε - αν ήθελαν - να χρηματοδοτήσουν την κατηγορούμενη εταιρεία, υπό μορφή προσωπικών δανείων προς την εταιρεία, η οποία θα τους πλήρωνε τον ανάλογο τόκο. Ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια αναφέρεται στη διαδικασία που ακολουθούσε η κατηγορούμενη εταιρεία, για άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, που βασικά ήταν η αγοραπωλησία χρυσού, από τη στιγμή που η εταιρεία αγόραζε τον ακατέργαστο χρυσό από τα ορυχεία μέχρι και τη στιγμή πώλησής του - κατόπιν επεξεργασίας και μετατροπής του σε πλάκες -. Σύμφωνα πάντοτε με τον κατηγορούμενο, τα λεφτά από την πώληση του χρυσού έμεναν σε λογαριασμό της κατηγορούμενης εταιρείας στο διυλιστήριο. Από αυτά, κάποια τα μετέφεραν στην Κύπρο στο λογαριασμό τους στην Τράπεζα USB και στη Societe Generalle Bank και κάποια επιστρέφονταν στους δανειστές τους. Τα λεφτά που έμεναν στο λογαριασμό τους, ήταν αφού αποκόπτονταν τα έξοδα του διυλιστηρίου. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος αναφέρεται στη συμφωνία που συνήπτε η κατηγορούμενη εταιρεία με τους δανειστές της. Το σχετικό απόσπασμα εκτίθεται σε άλλο σημείο πιο πάνω, επομένως, δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Συνεχίζοντας ισχυρίζεται τα εξής: Όλοι οι δανειστές τους είναι φίλοι του και από το εξωτερικό. Οι περισσότεροι είναι από την Αγγλία, Γερμανία και Μέση Ανατολή και κανένας τους δεν είναι κάτοικος Κύπρου. Οι δανειστές τους, τα λεφτά τους, τα μετέφεραν στο λογαριασμό τους (των κατηγορούμενων) στην τράπεζα USB. Όταν θα πλήρωναν τόκους πίσω στους δανειστές, πάντα έστελλαν τα λεφτά στον ίδιο λογαριασμό, με τον ίδιο δικαιούχο που τους έκανε το αρχικό έμβασμα. Όσα ακολουθούν είναι από το στάδιο της κυρίως εξέτασής του. Ειδικότερα: Η υπηρεσία που παρείχαν προς τους δανειστές τους, μέσω της ιδιωτικής χρηματοδότησης της κατηγορούμενης εταιρείας, ήταν πολύ απλή και εύκολη. Διεξήγαγαν την εμπορική συναλλαγή, χρησιμοποιώντας τα χρήματα που είχαν παράσχει οι πελάτες - δανειστές, διότι χωρίς αυτή τη χρηματοδότηση, η εταιρεία δεν μπορεί να εμπορεύεται. Μόλις ολοκληρωνόταν η εμπορική συναλλαγή, τότε πλήρωναν στον πελάτη ό,τι είχε συμφωνηθεί σύμφωνα με το συμβόλαιο. Οι ίδιοι θα έπαιρναν το μεγαλύτερο μερίδιο, ήταν οι πληρωμές τους γι' αυτή την υπηρεσία. Ουδέποτε έχουν δανείσει χρήματα σε τρίτα πρόσωπα. Αυτή δεν ήταν η δουλεία τους και κάθε συμβόλαιο σχετίζεται με τη δανειοδότηση, δηλαδή, να δανειοδοτούνται οι ίδιοι για τη χρηματοδότηση της κατηγορούμενης εταιρείας, όπως και με κάθε επιχείρηση. Το συμβόλαιο ωφελούσε την εταιρεία και τους πελάτες. Καταλήγοντας ο κατηγορούμενος, απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου του ισχυρίστηκε τα εξής, τα οποία, θα έλεγα περικλείουν συνοπτικά την εκδοχή και των δυο κατηγορούμενων επί της επίδικης κατηγορίας: Ήρθε στην Κύπρο να κάνει την επιχείρηση επεξεργασίας χρυσού. Επειδή, όταν απευθύνθηκε στις τράπεζες για χρηματοδότηση, δε βρήκε ανταπόκριση απευθύνθηκε στο στενό φιλικό και επαγγελματικό του περιβάλλον, συνάπτοντας μαζί τους ιδιωτικές συμφωνίες δανειοδότησης. Από τα κέρδη που έκαναν, επέστρεψαν στους δανειστές τους τα χρήματα που τους είχαν δώσει και με αυτό, παρείχαν την υπηρεσία που αναγράφεται πάνω στο συμβόλαιο, δηλαδή, να κάνουν τις εμπορικές τους συναλλαγές, minimum δυο φορές το μήνα, με την ανάλογη αμοιβή, η οποία ήταν το κέρδος τους, πλην η επιστροφή χρημάτων, μετά τόκου. Ουδέποτε δάνεισαν χρήματα σε τρίτα πρόσωπα και ό,τι έκαναν καθ' όλη τη διάρκεια του επίδικου χρόνου, ήταν σε γνώση και αποδοχή της τράπεζας. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του από την κα Σάββα: Για να μπορέσει να στήσει και να κάνει την επιχείρησή του με το χρυσό αποφάσισε να δανειστεί χρήματα από γνωστούς και φίλους, με τους οποίους έκανε ιδιωτικό συμβόλαιο, όπως τα τρία συμβόλαια που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο (τεκμήρια 10, 11 και 12). Αυτά τα χρήματα έμπαιναν στο λογαριασμό της κατηγορούμενης εταιρείας, στην τράπεζα USB στην Κύπρο. Μέσω αυτού του λογαριασμού και αυτών των χρημάτων αγόραζε χρυσό για την εταιρεία από τα ορυχεία και τις εταιρείες. Η συμφωνία για δανεισμό των κεφαλαίων είχε άμεση σχέση με μια υπηρεσία που η κατηγορούμενη εταιρεία παρείχε σε σχέση με την αγορά του χρυσού. Τα λεφτά που έπαιρνε από την πώληση του χρυσού, κάποια από αυτά, τα πλήρωνε στους δανειστές της εταιρείας, σύμφωνα με τα συμβόλαια που έκανε μαζί τους και κάποια τα έβαζε στο λογαριασμό της εταιρείας, στην τράπεζα USB στην Κύπρο. Αποτελεί θέση του, ότι, με βάση τα συμβόλαια (τεκμήρια 10, 11 και 12), η κατηγορούμενη εταιρεία αναλαμβάνει ως καλύτερη βάση και προσπάθεια, να ολοκληρώσει τουλάχιστον δυο συναλλαγές, κάθε μήνα, επιτυγχάνοντας, σε κάθε περίπτωση, μια ελάχιστη πληρωμή τόκου 7% ανά συναλλαγή, πάνω στο κεφάλαιο του πελάτη. Κληθείς να πει τις υπηρεσίες που προσέφεραν ο ίδιος και η κατηγορούμενη εταιρεία στους ανθρώπους που τους δάνειζαν χρήματα, απαντώντας, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: «Η υπηρεσία που παρέχω ήταν πρώτα απ' όλα η συναλλαγή, διότι χωρίς τα δικά τους χρήματα, εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε συναλλαγή και ουσιαστικά, τα χρήματα που θα λάμβανε ο πελάτης που μας δάνειζε και η χρέωσή μας, ήταν το κέρδος το οποίο θα κρατούσε η εταιρεία μας.» Ακολούθως, του υποβλήθηκαν τ' ακόλουθα: «Κύριε Johnson, τα λεφτά τα οποία εσύ δανείζεσουν, δεν τα επένδυες για τα ίδια άτομα, για να τους παρέχεις υπηρεσίες, τα επένδυες προς όφελος σου, για την εταιρεία σου. Δεν τα επένδυες γι αυτούς τους ανθρώπους, δεν αγόραζες χρυσό γι' αυτούς, αλλά για εσένα. Εσύ επωφελήσουν γι αυτή τη συναλλαγή, δεν εδείας υπηρεσίες γι αυτούς.» Ο κατηγορούμενος δε δέχθηκε την υποβολή. Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία, θα συνεχίσω, παραθέτοντας αυτούσια, μερικά, ακόμη, αποσπάσματα, από την αντεξέταση του κατηγορούμενου. Ειδικότερα: «Ε. Τότε εγώ σου υποβάλλω ότι εσύ δεν παρείχες καμιά υπηρεσία στα άτομα τα οποία σε δάνειζαν. Α. Είστε απόλυτα λανθασμένη. Έχετε τα στοιχεία μπροστά σας. Ε. Και σας λέω ότι εσείς δανείζεστο από αυτά τα άτομα λεφτά, για να κάνετε την επιχείρησή σας, να κάνετε τη συναλλαγή για τον εαυτό σας και προς όφελος της εταιρείας σας και για εσάς και μόνο και όχι για τους πελάτες σας. Α. Αυτό είναι απολύτως λανθασμένο και τα τεκμήρια τα οποία έχουν καταχωρηθεί είναι σε αντιδιαστολή με αυτά που έχετε δηλώσει. Και αν το έκανα αυτό, τότε, γιατί κανείς δε μου το είπε; ................................... Ε. Εν πάση περιπτώσει, εγώ σας υποβάλλω ότι ουδέποτε προσφέρατε υπηρεσίες στους δανειστές σας. Α. Διαφωνώ απολύτως. Ε. Και αυτές οι πράξεις σας αποδεικνύουν, είναι η θέση μας, ότι ασκούσατε τραπεζικές εργασίες, χωρίς να έχετε άδεια από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου. Α. Αυτό δεν είναι ορθό και αν απαιτείτο άδεια, έκανα ό,τι ήταν δυνατό για να πάρω την επαγγελματική συμβουλή από τις τράπεζες, από την Κεντρική Τράπεζα, από οποιαδήποτε πιθανή αρμόδια αρχή.» Επειδή, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, τα απολύτως αναγκαία γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, στη βάση των οποίων θα κριθεί η επίδικη κατηγορία, ουσιαστικά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, αυτός είναι και ο λόγος που θα αναφερθώ απευθείας σ' αυτά, χωρίς να προβώ καθόλου σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων αξιοπιστίας μαρτύρων. Αν είναι κάτι που θα πρέπει να λεχθεί επί της ουσίας όσων ανέφεραν οι διάφοροι μάρτυρες που κατάθεσαν στην υπόθεση καθώς και ο κατηγορούμενος είναι το εξής: βασικά, εκεί όπου υπάρχει διάσταση μεταξύ των πρώτων - και ιδιαίτερα του Μ.Κ.5 - και του κατηγορούμενου, δεν είναι σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, αλλά, στην ερμηνεία μερικών από αυτά και κυρίως, στο νομικό χαρακτηρισμό της πρακτικής που επέλεξαν οι κατηγορούμενοι, για σκοπούς χρηματοδότησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της κατηγορούμενης εταιρείας, που ήταν η αγοραπωλησία (εμπορία) χρυσού. Συνοψίζοντας λοιπόν τα γεγονότα, τα οποία - για να επαναλάβω - κατά τη γνώμη μου αρκούν για σκοπούς διάγνωσης της ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων είναι τα εξής: Η κατηγορούμενη εταιρεία συστάθηκε από τον κατηγορούμενο και κάποιο άλλο πρόσωπο το 2009, με σκοπό να δραστηριοποιηθεί στον τομέα της αγοραπωλησίας χρυσού. Ο κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο ήταν εκ των μετόχων και διευθυντών της εταιρείας. Επειδή, όταν αποτάθηκε στην τράπεζα και ζήτησε χρηματοδότηση της εταιρείας, για σκοπούς διεξαγωγής των εργασιών της, η απάντηση της τράπεζας ήταν αρνητική, τότε αποφάσισε να αποταθεί σε διάφορους γνωστούς του, στους οποίους, αφού εξηγούσε τι προτίθετο να κάνει, τους ζητούσε, αν ήθελαν, να χρηματοδοτήσουν την κατηγορούμενη εταιρεία, υπό μορφή προσωπικών δανείων προς αυτή, η οποία θα τους πλήρωνε τον ανάλογο τόκο. Στην έκκλησή του, ανταποκρίθηκαν περίπου 200 άτομα, όλοι φίλοι του και οι περισσότεροι από την Αγγλία, τη Γερμανία και τη Μέση Ανατολή. Αυτοί, για σκοπούς χρηματοδότησης της κατηγορούμενης εταιρείας, συνήπταν μαζί της γραπτή συμφωνία, με περιεχόμενο, ίδιο με αυτό των συμφωνιών (τεκμήρια 10, 11 και 12), ημερομηνίας 6/4/2010, η πρώτη, η οποία συνάφθηκε με χρηματοδότη/δανειστή, τον Raymond Sammut, από το Ηνωμένο Βασίλειο, για το ποσό των 5.000,00 στερλινών, ημερομηνίας 10/4/2010, η δεύτερη, με χρηματοδότη/δανειστή, την Jutith Morgan, επίσης από το Ηνωμένο Βασίλειο, για το ποσό των 7.000,00 στερλινών και τέλος, ημερομηνίας 24/5/2010, η τρίτη, με χρηματοδότη/δανειστή, τον Michael J. Thompson, από το Ηνωμένο Βασίλειο, για το ποσό των 16.000,00 στερλινών. Παρενθετικά να πω ότι, στο περιεχόμενο των παραπάνω συμφωνιών, στο βαθμό και την έκταση που κριθεί αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης, θα αναφερθώ αργότερα. Για να συνεχίσω, η κατηγορούμενη εταιρεία, για σκοπούς διεκπεραίωσης όσων διαλαμβάνονται στις παραπάνω συμφωνίες καθώς και των εργασιών της διατηρούσε δυο λογαριασμούς, στην τράπεζα USB στην Πάφο. Ένα αποταμιευτικό και ένα τρεχούμενο (βλέπε τα τεκμήρια 1Α, η αίτηση για άνοιγμα του αποταμιευτικού λογαριασμού, 2Α, η αίτηση για άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού, 3Α, η κατάσταση λογαριασμού του τρεχούμενου λογαριασμού και 4Α, η κατάσταση λογαριασμού του αποταμιευτικού λογαριασμού.). Τουλάχιστον στις τρεις περιπτώσεις που η κατηγορούμενη εταιρεία συνήψε γραπτή συμφωνία δανειοδότησής της (τεκμήρια 10, 11 και 12), το σχετικό έμβασμα/ποσό δανειοδότησης/χρηματοδότησης είχε γίνει από το εξωτερικό (βλ. τη γραπτή κατάθεση - τεκμήριο 15 - του Στέλιου Χριστοφίδη (Μ.Κ.4)). Η κατηγορούμενη εταιρεία εκπλήρωσε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις που απορρέουν από τις γραπτές συμφωνίες που συνήπτε με τους δανειστές/χρηματοδότες της, ενώ, ουδέποτε είχε παραχωρήσει σε τρίτους υπό μορφή δανείου οποιοδήποτε ποσό είχε εισπράξει η ίδια δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών. Τα υπόλοιπα γεγονότα, θα παρατεθούν στη συνέχεια στο πλαίσιο εξέτασης της νομικής πτυχής της υπόθεσης στην οποία υπεισέρχομαι αμέσως. Και οι δύο κατηγορούμενοι καθώς ήδη έχει αναφερθεί αντιμετωπίζουν την κατηγορία της άσκησης τραπεζικών εργασιών, χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 43 και 44 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, όπως τροποποιήθηκε. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά το έτος 2010, στην Πάφο, ενώ δεν ήταν τράπεζα, άσκησαν τραπεζικές εργασίες, χωρίς άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δηλαδή, αποδέχονταν καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα, με τη μορφή προσωπικού δανείου, με επιτόκιο 7%, για κάθε συναλλαγή αγοράς ακατέργαστου χρυσού. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(I)/97, όπως ίσχυε στον ουσιώδη χρόνο (στο εξής «ο Νόμος»): «"εργασίες αποδοχής καταθέσεων" σηµαίνει τις εργασίες αποδοχής καταθέσεων από το κοινό στη Δημοκρατία ή τις εργασίες αποδοχής καταθέσεων στη Δημοκρατία από το εξωτερικό· ............................ "κατάθεση" σηµαίνει ποσό χρηµάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται µε όρους— (α) βάσει των οποίων θα αποπληρωθεί µε τόκο ή χωρίς τόκο ή υπέρ το άρτιο, είτε σε πρώτη ζήτηση ή σε τακτή προθεσµία ή υπό όρους που συµφωνούνται από ή εκ µέρους του προσώπου που καταβάλλει και του προσώπου που εισπράττει το ποσό, αλλά· (β) οι οποίοι δε σχετίζονται µε την πώληση ή τη διάθεση αγαθών ή περιουσιακών στοιχείων, την παροχή υπηρεσιών ή την έκδοση χρεωστικών οµολόγων ή µετοχών· ........................... "τραπεζικές εργασίες" σηµαίνει εργασίες οι οποίες διεξάγονται στη ∆ηµοκρατία ή στο εξωτερικό από τη ∆ηµοκρατία και συνίστανται στο δανεισµό χρηµάτων που προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό µορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής·» Το άρθρο 3
(1)του Νόμου προνοεί ότι: «Τηρουµένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), των διατάξεων του Μέρους IV και του εδαφίου
(1)του άρθρου 35, η άσκηση τραπεζικών εργασιών ή οι εργασίες αποδοχής καταθέσεων από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός από τράπεζα απαγορεύονται.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)(α) του Νόμου: «Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 10Α, τράπεζα οφείλει να λάβει άδεια από την Κεντρική Τράπεζα πριν την έναρξη των δραστηριοτήτων της.» Τέλος, το άρθρο 43 του Νόμου διαλαμβάνει τα εξής: «
(1)Η παράβαση οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Νόµου ή των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων Κανονισµών ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στο εδάφιο
(2), συνιστά αδίκηµα τιµωρούµενο µε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή µε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες λίρες ή και µε τις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση που το αδίκηµα συνεχίζεται, τιµωρείται µε περαιτέρω χρηµατική ποινή µέχρι χίλιες λίρες για κάθε ηµέρα για την οποία συνεχίζεται.
(2).........................
(3)Σε περίπτωση κατά την οποία διαπράττεται οποιοδήποτε αδίκηµα µε βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόµου, είτε αυτό διαπράττεται από τράπεζα είτε από οργανισµό προσώπων µε νοµική ή χωρίς νοµική προσωπικότητα, τότε οποιοσδήποτε σύµβουλος, διευθύνων σύµβουλος, πρώτος εκτελεστικός διευθυντής, διευθυντής, συνέταιρος ή άλλος λειτουργός ή υπάλληλος της Τράπεζας ή του οργανισµού που εξουσιοδότησε ή εν γνώσει του επέτρεψε τη διάπραξή του, είναι ένοχος του αδικήµατος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στα εδάφια
(1)ή
(2)αναλόγως της περιπτώσεως.» Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησής της, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι, στον ουσιώδη χρόνο, πρώτο, διεξήγαγαν εργασίες στη Δημοκρατία, οι οποίες συνίσταντο στο δανεισμό χρημάτων και δεύτερο, που προέρχονταν (τα χρήματα) από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού, υπό μορφή καταθέσεων. Για να θεωρηθεί ότι τα διάφορα ποσά χρημάτων που εισέπρατταν οι κατηγορούμενοι «..από διάφορα πρόσωπα με τη μορφή προσωπικού δανείου..» (όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας) αποτελούν «κατάθεση», τη εννοία του Νόμου και οι εν λόγω εργασίες, «εργασίες αποδοχής καταθέσεων», τη εννοία και πάλιν του Νόμου, θα πρέπει να αποδειχθούν και τ' ακόλουθα: Ότι οι κατηγορούμενοι, στον ουσιώδη χρόνο, πρώτο, εισέπρατταν χρήματα από το κοινό στη Δημοκρατία ή από το εξωτερικό, δεύτερο, με όρους, βάσει των οποίων, τα χρήματα θα αποπληρώνονταν με τόκο 7%, για κάθε συναλλαγή αγοράς ακατέργαστου χρυσού, και τρίτο, νοουμένου ότι οι όποιοι όροι είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των κατηγορούμενων και του προσώπου που, κατά περίπτωση, τους κατέβαλλε τα χρήματα, δε σχετίζονται (για ό,τι μας αφορά) με την παροχή υπηρεσιών. Εννοείται από τους κατηγορούμενους προς το πρόσωπο που τους κατέβαλλε τα χρήματα. Νοουμένου ότι τα παραπάνω στοιχεία αποδειχθούν - εννοείται σωρευτικά - η ευθύνη των κατηγορούμενων για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται εκτός εάν αυτοί αποδείξουν ότι είχαν άδεια να ασκούν τραπεζικές εργασίες στον ουσιώδη χρόνο. Και τούτο, επειδή, αυτό το στοιχείο συνιστά υπεράσπιση στην κατηγορία και οι σχετικές λεπτομέρειές της βρίσκονται μόνο στην προσωπική γνώση ή κατοχή των κατηγορούμενων, οπότε είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για την κατηγορούσα αρχή να αντικρούσει αυτό το στοιχείο (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)», 1994, σελ. 72 και 73). Νοείται ότι, ειδικά για τον κατηγορούμενο, για να θεωρηθεί ένοχος της διάπραξης του αδικήματος, σε εφαρμογή του εδαφίου 3 του άρθρου 43 του Νόμου, θα πρέπει να κριθεί ένοχη η κατηγορούμενη εταιρεία και να αποδειχθεί ότι ο ίδιος, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της, εξουσιοδότησε ή εν γνώσει του επέτρεψε τη διάπραξη του αδικήματος από την κατηγορούμενη εταιρεία. Παρατηρώ τα εξής: Η επίδικη κατηγορία, όπως είναι διατυπωμένη στην έκθεση αδικήματος («Άσκηση τραπεζικών εργασιών, χωρίς άδεια λειτουργίας») είναι έκθετη σε απόρριψη, επειδή - καταρχήν -, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει ότι οι κατηγορούμενοι, στον ουσιώδη χρόνο προέβησαν σε δανεισμό οποιουδήποτε ποσού χρημάτων από αυτά που εισέπραξαν υπό μορφή «προσωπικού δανείου» (εάν τελικά ήθελε κριθεί ότι οι τρεις συμφωνίες - τεκμήρια 10, 11 και 12 - αποτελούν όντως δάνειο). Με απλά λόγια, δεν έχει αποδειχθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της άσκησης τραπεζικών εργασιών, χωρίς άδεια (όπως αυτό εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω)). Μολονότι η τύχη της επίδικης κατηγορίας - όπως είναι διατυπωμένη στην έκθεση αδικήματος - έχει κριθεί εντούτοις, έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας θεωρώ ότι η διάγνωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων είναι ορθό να αναζητηθεί και σε διαφορετική βάση. Έχοντας υπόψη ότι η αποδοχή καταθέσεων, εκτός του ότι αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της άσκησης τραπεζικών εργασιών, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 3
(1), 4
(1)(α) και 43
(1)του Νόμου, προκύπτει ότι, τέτοιου είδους εργασίες, δηλαδή, εργασίες αποδοχής καταθέσεων, εκτός κι αν ασκούνται από τράπεζα, η οποία διαθέτει άδεια από την Κεντρική Τράπεζα, αποτελούν αυτοτελές ποινικό αδίκημα, και στις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι στον ουσιώδη χρόνο αποδέχονταν καταθέσεις, στο ερώτημα, κατά πόσο οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το συγκεκριμένο αδίκημα παρατηρώ τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί για να θεωρηθεί ότι τα διάφορα ποσά χρημάτων που - αποδεδειγμένα - εισέπρατταν οι κατηγορούμενοι αποτελούν «κατάθεση», τη εννοία του Νόμου και οι εν λόγω εργασίες, «εργασίες αποδοχής καταθέσεων», τη εννοία και πάλιν του Νόμου, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτά τα χρήματα που εισέπρατταν οι κατηγορούμενοι, πρώτο, τα εισέπρατταν από το κοινό στη Δημοκρατία ή από το εξωτερικό, δεύτερο, με όρους, βάσει των οποίων τα χρήματα θα αποπληρώνονταν με τόκο 7%, για κάθε συναλλαγή αγοράς ακατέργαστου χρυσού, και τρίτο, οι όποιοι όροι - και όχι μόνο ο συγκεκριμένος - είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των κατηγορούμενων και του προσώπου που, κατά περίπτωση, τους κατέβαλλε τα χρήματα, δε σχετίζονταν (για ό,τι μας αφορά) με την παροχή υπηρεσιών. Δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι εισέπρατταν τα διάφορα χρηματικά ποσά, δυνάμει γραπτής συμφωνίας την οποία συνήπτε η κατηγορούμενη εταιρεία - μέσω του κατηγορούμενου, υπό την ιδιότητα του εκτελεστικού της διευθυντή - με τα πρόσωπα που της κατέβαλλαν τα χρήματα, με περιεχόμενο (η γραπτή συμφωνία), ίδιο με αυτό των συμφωνιών (τεκμήρια 10, 11 και 12), είναι φανερό, ότι, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος της άσκησης των εργασιών αποδοχής καταθέσεων από τους κατηγορούμενους, θα πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο των εν λόγω γραπτών συμφωνιών (τεκμήρια 10, 11 και 12, ανωτέρω). Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί μέρος και των τριών αυτών συμφωνιών. «Introduction This contract is entered into by Anabus and the Client in relation to the deposit of the Client Capital for Gold Trades by Anabus on behalf of the Client. This Contract shall only come into force upon the Client Capital being received by Anabus' Bankers 1 The Client Capital The Parties agree that this Contract constitutes a legally binding obligation upon each of the Parties in respect to the matters covered herein. In particular, the following overarching principles will apply to this Contract:
- The Client Capital is placed with Anabus Holdings as a PRIVATE LOAN and relates to one initial "test" trade of (AU) Gold. Following the completion of this transaction, the Client has a period of 7 days to state that they do not wish to continue with any further trades. (Please note, that if upon or after the first trade the Client instructs Anabus or their Authorised Agent for the interest of the Client Capital, this will be made no sooner than 10 working days and will be returned back to the account it was transferred from. This is to comply with Anti-Money Launderind Regulations). This statement can be made by the Client via e-mail or postal mail. In the absence of the Instruction of Cancellation, this Contract will be on-going for a maximum of Ten Trades or 3 months which ever occurs first unless agreed otherwise in writing by Anabus at which point the disclosed interest will be credited to the Client´s account and paid as per payment schedule. Anabus undertakes to achieve a minimum interest payment of 7% of Client Capital per trade.
- The Client has the right to increase or decrease the Client Capital at any time, by giving suitable notice to Anabus and remitting the funds to the designated Anabus Holdings Account. For any increase in Client Capital, the amount received by Anabus will be immediately receipted to the Client via signed receipt of transfer and credited against the Client´s. For any decrease, Anabus will provide proof of transfer to the Client via signed receipt. Any increase or decrease in Client Capital will be subject to the same contractual obligations as the initial deposited Client Capital.
- The Client also has the right following the last trade declared in any calendar month completed, to either instruct payment of his/her interest achieved in the said month to an account of his/her choice (as long as the account is in the name of the Client), or to have the interest credited against the Client Capital, thereby increasing the Client Capital for the following trade. This is called ¨Rolling¨ the interest. This instruction should be communicated by the Client to Anabus or an Authorised Agent via e-mail or postal mail. This instruction is clearly recorded on the trade statement provided by, or on behalf of Anabus.
- Anabus undertake, on a best effort basis, to complete at least two trades per month, achieving in each case a minimum interest payment of 7% per trade on the Client Capital.
- The Client Capital will be used for the process of lacilitating a guarantee of payment to the AU Mine or Supplier selected by Anabus. Consignments of ¨Raw¨ Gold, whether it be Dust, Dore Bar, or in Nugget form are then released and shipped to the Anabus selected Refinery and will be refined into 995 to 999 Bullion Bars. These are then sold as soon as practicable onto the Interbank Market, or such other Market as Anabus deems will provide the optimum interest payment.» Με απλή ανάγνωση του παραπάνω αποσπάσματος, το οποίο - για να επαναλάβω - είναι ίδιο ακριβώς και στις τρεις γραπτές συμφωνίες (τεκμήρια 10, 11 και 12) είναι σαφές, ότι, τα διάφορα ποσά χρημάτων που εισέπραξε η κατηγορούμενη εταιρεία, ναι μεν αναφέρεται ότι τα εισέπραξε υπό μορφή ιδιωτικού δανείου, ωστόσο, αυτό, δεν είναι ακριβές ή τουλάχιστον, απολύτως ακριβές. Και τούτο, επειδή, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που αποδίδουν στις εν λόγω γραπτές συμφωνίες τα συμβαλλόμενα μέρη, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής, τα οποία απορρέουν από τις ίδιες τις συμφωνίες: όπως αναφέρεται εισαγωγικά σ' αυτές (κάτω από τον τίτλο «Introduction») η συμφωνία συνάπτεται μεταξύ της κατηγορούμενης εταιρείας και του πελάτη, σε σχέση με την κατάθεση του κεφαλαίου του πελάτη, για τις συναλλαγές χρυσού από την κατηγορούμενη εταιρεία, εκ μέρους του πελάτη. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των πρωταρχικών αρχών
- και
- των εν λόγω συμφωνιών προκύπτει ότι η κατηγορούμενη εταιρεία ανάλαβε να καταβάλει την καλύτερη δυνατή προσπάθεια να ολοκληρώσει τουλάχιστον δυο συναλλαγές, ανά μήνα, επιτυγχάνοντας, σε κάθε περίπτωση, μια ελάχιστη πληρωμή (εννοείται στο «δανειστή της») τόκου, 7% ανά συναλλαγή, στο κεφάλαιο του πελάτη. Τέλος αποτελεί επίσης πρωταρχική αρχή των εν λόγω συμφωνιών (η υπ' αριθμό 5.), ότι το κεφάλαιο του πελάτη, θα χρησιμοποιηθεί για τη διαδικασία της διευκόλυνσης της εγγύησης πληρωμής στο ορυχείο ή τον προμηθευτή που επιλέγηκε από την κατηγορούμενη εταιρεία. Από την ερμηνεία των παραπάνω όρων είναι σαφές, ότι, οι εν λόγω συμφωνίες που συνήπτε η κατηγορούμενη εταιρεία με τρίτα πρόσωπα - αλλοδαπούς, για σκοπούς χρηματοδότησης των εργασιών της, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από απλές ιδιωτικές συμφωνίες δανείου. Είναι φανερό ότι ποσό της χρηματοδότησης/δανειοδότησης που εισέπραττε δυνάμει αυτών, δεν το εισέπραττε για να ασκεί τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες, κατά τρόπο που δεν αφορούσε το δανειστή/χρηματοδότη, ο οποίος είχε απλώς το δικαίωμα να εισπράττει τον τόκο που προέκυπτε από κάθε συναλλαγή χρυσού που διενεργούσε η κατηγορούμενη εταιρεία, με τον τρόπο και κατά το χρόνο που αναφέρεται στη συμφωνία. Και τούτο, επειδή, δυνάμει της ίδιας της συμφωνίας, η κάθε συναλλαγή χρυσού που διενεργούσε η κατηγορούμενη εταιρεία με τα κεφάλαια του πελάτη, ναι μεν διενεργείτο από αυτή, πλην όμως και αυτό είναι που έχει σημασία - για να επαναλάβω - εκ μέρους του πελάτη ("..on behalf of the Client", όπως αναφέρεται ως εισαγωγή στη συμφωνία). Με αυτό δεδομένο και ανεξάρτητα από το πως μπορεί να χαρακτηριστεί νομικά η εν λόγω συμφωνία, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής: με αυτή, η κατηγορούμενη εταιρεία παρείχε συγκεκριμένη υπηρεσία έναντι του πελάτη, που ήταν η αγορά χρυσού από αυτή, εκ μέρους του πελάτη. Με αυτό δεδομένο απαντώ και στο ερώτημα το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο έντονης αντιδικίας μεταξύ των δυο πλευρών, κατά πόσο η κατηγορούμενη εταιρεία προσέφερε οποιεσδήποτε υπηρεσίες στα πρόσωπα που τη χρηματοδοτούσαν. Προφανώς, η απάντηση είναι καταφατική. Και, με δεδομένο ότι ο συμφωνημένος όρος για αποπληρωμή του ποσού που καταβάλλεται ή εισπράττεται με ή χωρίς τόκο αποτελεί αναγκαίο όρο/προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι ποσό χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται με όρους αποτελεί κατάθεση, που με τη σειρά του αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της άσκησης εργασιών αποδοχής καταθέσεων, χωρίς άδεια και στην προκειμένη περίπτωση, ο όρος για αποπληρωμή του ποσού χρημάτων που εισέπραττε η κατηγορούμενη εταιρεία, με τόκο, τουλάχιστον 7%, για κάθε συναλλαγή σχετίζεται με την παροχή υπηρεσιών, τις οποίες ανέλαβε να προσφέρει η κατηγορούμενη εταιρεία στους διάφορους δανειστές/χρηματοδότες της, που ήταν η αγορά χρυσού εκ μέρους τους, ούτε η κατηγορία της άσκησης εργασιών αποδοχής καταθέσεων μπορεί να στοιχειοθετηθεί αφού, δεν έχει αποδειχθεί το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όπως το απαριθμώ σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Το γεγονός αυτό, οδηγεί στην εξαγωγή ενός ακόμη συμπεράσματος που είναι το εξής: η κατηγορία της άσκησης τραπεζικών εργασιών, χωρίς άδεια που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, όπως είναι διατυπωμένη στην έκθεση αδικήματος, θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπλέον λόγο, πως, ούτε το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Συγκεκριμένα, δεν έχει αποδειχθεί ότι τα διάφορα ποσά που εισέπρατταν οι κατηγορούμενοι, προέρχονταν από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού, υπό μορφή καταθέσεων. Προτού καταλήξω, χάριν πληρότητας της απόφασής μου, θα ήθελα να αναφέρω τους λόγους για τους οποίους, σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το αδίκημα της άσκησης εργασιών αποδοχής καταθέσεων, σε εφαρμογή του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, θα ήμουν διατεθειμένος να προσθέσω σχετική κατηγορία και να τους καταδίκαζα σ' αυτή. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 458, με αναφορά στην παραπάνω διάταξη: «Για την εφαρμογή του άρθρου 85
(4)πρέπει να συντρέχουν οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις: (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. (β) Είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. (δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δε θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του. Οι προϋποθέσεις αυτές διατυπώθηκαν κατά τον πιο πάνω τρόπο από τη νομολογία εν όψει του κειμένου του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155. Βλ. Leonidou v ThePolice (ανωτέρω).» Σύμφωνα με την ίδια απόφαση (λίγο παρακάτω): «Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Fatma Mehmet v The Police
(1970)2 C.L.R. 62, σκοπός των προνοιών των άρθρων 83,84 και 85 του Κεφ. 155, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορούσαν να οδηγήσουν σε αθώωση κατηγορουμένου παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν τη θέσπιση των εν λόγω άρθρων.» Βλέπε και την εντελώς πρόσφατη απόφαση από την υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Χαράλαμπου Χρυσάνθου, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2015, ημερομηνίας 2/6/2016. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι πληρούνται όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις (η πρώτη εννοείται υποθετικά), επειδή, καταρχήν, χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου, θα ήταν αδύνατη η καταδίκη των κατηγορούμενων στην εν λόγω κατηγορία, ακολούθως, επειδή, σε περίπτωση καταδίκης των κατηγορούμενων για το συγκεκριμένο αδίκημα, αυτοί δε θα υπόκειντο σε μεγαλύτερη ποινή εκείνης που θα μπορούσε να τους είχε επιβληθεί αν καταδικάζονταν με βάση το αρχικό κατηγορητήριο (με βάση το άρθρο 43
(1)του Νόμου προβλέπεται ίδια ποινή και για τα δύο αδικήματα), ενώ, η μεταβολή του κατηγορητηρίου, ουδόλως θα επηρέαζε δυσμενώς τους κατηγορούμενους στην υπεράσπισή τους, οι οποίοι, καθ' όλα τα στάδια της δίκης, αλλά και στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου τους, προέβαλαν σταθερά τις θέσεις, πρώτο, ότι δεν αποτελούν κατάθεση τα διάφορα ποσά που εισέπρατταν για σκοπούς χρηματοδότησης των εργασιών τους, δεύτερο, ότι δεν ασκούσαν εργασίες αποδοχής καταθέσεων και τρίτο, ότι τα διάφορα χρηματικά ποσά που εισέπρατταν σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορούμενων στην κατηγορία που τους προσάπτει. Ακολουθεί ότι και οι δυο κατηγορούμενοι αθωώνονται. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal /Final Αναφορά: άσκηση τραπεζικών εργασιών, χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 43 και 44 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, όπως τροποποιήθηκε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο