Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Πέτρος Πέτρου, Aρ. Υπόθεσης: 2551/13, 13/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 2551/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Πέτρος Πέτρου Ημερομηνία: 13.6.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικήτα Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της κακόβουλης ζημίας κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία) και της αποστολής διά δημόσιου δικτύου επικοινωνιών μηνύματος ή οτιδήποτε άλλου το οποίο είναι κατάφωρα προσβλητικό ή και άσεμνου ή αισχρού χαρακτήρα κατά παράβαση των άρθρων 1, 2 και 149
(6)(α) του Περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου, Ν. 112(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 10.9.12 στο κατάστημα με την ονομασία «Point Fast Food» που βρίσκεται στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Κάτω Πάφο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους Ευρώ 150,00 σεντ σε ψυγείο του πιο πάνω καταστήματος, περιουσία του Ανδρέα Καρακασίδη από την Γεωργία και τώρα στην Πάφο, και ότι την ίδια ημέρα διενήργησε διά δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου τηλεφώνημα προς τον Αστ 3819 Α. Κακουλλή του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού κατάφωρα προσβλητικού ή άσεμνου ή αισχρού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα είπε στον πιο πάνω αστυνομικό «να πάεις να γαμηθείς». Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Ανδρέα Καρακασίδη, πρώτο παραπονούμενο (ΜΚ 1) και τον Αστ 3819, Α. Κακουλλή, δεύτερο παραπονούμενο (ΜΚ 2). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου προέβη σε εισήγηση δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, ότι για τους λόγους που εξηγεί δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του σε καμία εκ των κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής. Η απαλλαγή κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την Νομολογία δικαιολογείται μόνο όταν: δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E R 448). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας ήταν αξιόπιστη. Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μια εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων προκειμένου ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί από το πρώιμο αυτό στάδιο. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση, αφού και στις δύο περιπτώσεις το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police, που πιο πάνω αναφέρεται). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9 όπου στην σελίδα 16 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας .................................. Στην υπόθεση R v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85 αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή». Η μαρτυρία που παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με την πρώτη κατηγορία είναι αυτή του ΜΚ 1 περιλαμβανομένων των δύο γραπτών του καταθέσεων με ημερομηνίες 10.9.12 και 12.9.12 - Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα - η γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 12.9.12 - Τεκμήριο 6 - και η γραπτή κατηγορία ημερομηνίας 12.9.12 - Τεκμήριο 7. Ο ΜΚ 1 στην γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 10.9.12 - Τεκμήριο 1 - αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το γυάλινο κάλυμμα του ψυγείου το έσπασε ένας εκ των δύο Κύπριων που ενεπλάκησαν στο επίδικο επεισόδιο αφού προηγουμένως το άρπαξε με το χέρι του και το έριξε κάτω. Στην γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 12.9.12 - Τεκμήριο 2 - ο ΜΚ 1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό ως το πρόσωπο που έσπασε το κάλυμμα. Κατά την κυρίως εξέτασή του και πριν την κατάθεση των δύο γραπτών του καταθέσεων στο Δικαστήριο ο ΜΚ 1 υποστήριξε ότι στις γραπτές του καταθέσεις υπάρχουν δύο ανακρίβειες. Η μια από αυτές που ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσης απόφασης άπτεται των δηλώσεών του ως προς το πρόσωπο που έσπασε το γυάλινο κάλυμμα. Ήταν εν τέλει η θέση του παραπονούμενου ότι δεν μπορούσε να υποδείξει τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που προκάλεσε την ζημιά που με την πρώτη κατηγορία καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο καθότι η αλήθεια σε αντίθεση με ό,τι ο παραπονούμενος ανέφερε στις γραπτές του καταθέσεις είναι ότι πάνω στον τσακωμό που έλαβε χώρα εντός του καταστήματος δεν είχε προσέξει ποιο ήταν το πρόσωπο που έσπασε το γυάλινο κάλυμμα του ψυγείου. Καθίσταται έκδηλο ότι στην διά ζώσης μαρτυρία του ο παραπονούμενος αναίρεσε τα όσα ουσιώδη για την υπόθεση υπέδειξε στις γραπτές του καταθέσεις. Στην ουσία υποστήριξε ότι τα όσα περί Κατηγορούμενου υπέδειξε στις γραπτές του καταθέσεις δεν είναι αλήθεια και ότι εν τέλει η αλήθεια είναι ότι δεν είδε ποιο ήταν το πρόσωπο που προέβη στην πράξη που με την πρώτη κατηγορία καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η μαρτυρία του παραπονούμενου είναι τέτοιας ποιότητας και επάρκειας ώστε να μπορούσε ένα λογικό Δικαστήριο να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου στην πρώτη κατηγορία. Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κύριο Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Φρονώ πως η όλη μαρτυρία του παραπονούμενου με την σοβαρή αντίφαση που παρατηρείται ανάμεσα στις γραπτές του καταθέσεις και την διά ζώσης μαρτυρία του στερείται της αναγκαίας ποιότητας και επάρκειας για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής που αν αφεθεί αμάχητο θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του Κατηγορουμένου. Με τον παραπονούμενο, από την μια, να ισχυρίζεται - στις γραπτές του καταθέσεις - ότι το πρόσωπο που έσπασε το γυάλινο κάλυμμα του ψυγείου ήταν ο Κατηγορούμενος και ότι είδε τον Κατηγορούμενο να προβαίνει στην πιο πάνω πράξη και, από την άλλη, στην διά ζώσης μαρτυρία του να αναιρεί αυτούς του τους ισχυρισμούς η όλη του μαρτυρία ιδωμένη στην ολότητά της περιλαμβανομένων και των δηλώσεών του στις γραπτές του καταθέσεις στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Στην γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 12.9.12 καθώς και την γραπτή κατηγορία ημερομηνίας 12.9.12 - Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα - ο Κατηγορούμενος παραδέχεται ότι εκείνος ήταν που έσπασε το γυάλινο κάλυμμα του ψυγείου, αν και κατά λάθος, όπως ανέφερε. Αναφορικά με την αποδεικτική αξία μιας τέτοιας δήλωσης αναφέρονται τα ακόλουθα. Η πιο πάνω δήλωση του Κατηγορούμενου συνιστά μεικτή δήλωση (mixed statement) καθότι περιέχει και ενοχοποιητικά (inculpatory) και αθωωτικά (exculpatory) στοιχεία. Από την μια, ο Κατηγορούμενος παραδέχεται ότι εκείνος έσπασε το γυάλινο κάλυμμα του ψυγείου, από την άλλη, είναι ισχυρισμός του ότι το έσπασε κατά λάθος, δηλαδή, υπό περιστάσεις που δεν συνιστούν την ένοχη διάνοια που απαιτείται για το αδίκημα. Όταν η κατάθεση ή δήλωση προς την Αστυνομία είναι μικτή (mixed) υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία αυτή είναι εξ' ολοκλήρου αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν καταθέτει στην διαδικασία (Βλ. R v. Duncan
(1981)73 Cr App R. 359, R v. Hamand
(1985)82 Cr App R. 65, R v. Sharp
(1988)1 All E R 65). Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να εξετάσει την κατάθεση στην ολότητά της για να ανεύρει πού βρίσκεται η αλήθεια. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Duncan
(1981)73 Cr App R. 359, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αθωωτικά στοιχεία της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος είχε δώσει στην Αστυνομία δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για τον λόγο ότι ήταν αυτοεξυπηρετικά (self-serving). Το Εφετείο αποφάσισε ότι η κατάθεση έπρεπε να γίνει αποδεκτή στο σύνολό της τονίζοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αξιολογούνται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα υπόλοιπα στοιχεία ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει προσφέρει μαρτυρία. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή* Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να απο- McGregor [1967] Cr. App. R. 338,
(1968)1 Q.B. 371 applied. Sparrow [1973] 57 Cr. App. R. 352;
(1973)1 W.L.R. 488; Donaldson and Others [1973] 64 Cr. App. R. 59 and Pearce [1979] 69 Cr. App. R. 365 considered. δώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει και με την προσέγγιση που θα πρέπει κατά την κρίση μου το Δικαστήριο να υιοθετεί αναφορικά με γραπτές καταθέσεις κατηγορούμενου υπό το φως πλέον της τροποποίησης που επέφερε στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, ο Τροποποιητικός Νόμος 32(Ι)/2004. Μετά την πιο πάνω τροποποίηση καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής (Βλ. άρθρο 24 του Κεφ. 9). Επαφίεται δε στο Δικαστήριο να προσδώσει τέτοια βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή ως ήθελε κρίνει σκόπιμο αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27 του Κεφ. 9). Ελλείψει άλλης αποδεκτής μαρτυρίας η προαναφερόμενη δήλωση του Κατηγορούμενου καθίσταται η μοναδική μαρτυρία στην υπόθεση. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο. Αφ' ης στιγμής δε η υπό συζήτηση δήλωση του Κατηγορούμενου στην γραπτή του κατάθεση έχει την αποδεικτική αξία που πιο πάνω αναφέρθηκε και με οδηγό τις αρχές που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω πως η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία δεν είναι τέτοια που τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου στην πρώτη κατηγορία. Σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία αναφέρονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με τον ΜΚ 2 ο Κατηγορούμενος εκστόμισε σε αυτόν την φράση που αναφέρεται στην εν λόγω κατηγορία μέσω τηλεφωνικής συνδιάλεξης. Το ότι στα πλαίσια τηλεφωνήματος ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την πιο πάνω φράση στο πρόσωπο με το οποίο συνομίλησε το παραδέχεται και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης κατά την εισήγησή του εστίασε στο ότι το άρθρο 149
(6)(α) επί του οποίου βασίζεται η κατηγορία δεν τυγχάνει εφαρμογής σε τηλεφωνικές επικοινωνίες, αλλά περιορίζεται σε αποστολή μηνυμάτων. Στην βάση τούτου εισηγήθηκε την απαλλαγή και αθώωση του Κατηγορούμενου από το πρώιμο τούτο στάδιο. Το άρθρο 149
(6)του Περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου, Ν. 112(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε, παρατίθεται αυτούσιο πιο κάτω: «Πρόσωπο το οποίο- (α) αποστέλλει δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, μήνυμα ή οτιδήποτε άλλο, το οποίο είναι κατάφωρα προσβλητικό ή/και άσεμνου ή αισχρού ή απειλητικού χαρακτήρα, ή (β) αποστέλλει δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο, μήνυμα, το οποίο γνωρίζει ότι είναι ψευδές ή/και χρησιμοποιεί επίμονα για τον πιο πάνω σκοπό δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700)». Προκύπτει ότι τόσο η παράγραφος (α) όσο και το πρώτο σκέλος της παραγράφου (β) του πιο πάνω εδαφίου δεν τυγχάνει εφαρμογής σε τηλεφωνικές επικοινωνίες αλλά περιορίζεται σε αποστολή μηνυμάτων. Διαφορετική ενδεχομένως να είναι η θεώρηση του δεύτερου σκέλους της παραγράφου (β) η οποία με το ευρύτερο λεκτικό της ποινικοποιεί την επίμονη χρήση δημόσιου δικτύου επικοινωνιών με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή άσκοπης ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο. Διαφωτιστική είναι η υπόθεση Χαράλαμπος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 418. Στην πιο πάνω υπόθεση ο κατηγορούμενος/εφεσείων αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες οι οποίες αναφέρονταν σε αποστολή μηνύματος ενοχλητικού χαρακτήρα σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες. Στις λεπτομέρειες των κατηγοριών αναφέρονταν ότι κατά την ημερομηνία που η κάθε κατηγορία αφορούσε ο εφεσείων μέσω δημοσίου δικτύου επικοινωνιών απέστειλε μήνυμα με σκοπό την ενόχληση, δηλαδή, τηλεφωνούσε επίμονα από κινητό τηλέφωνο στο κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου. Παρατηρείται, δηλαδή, ότι ενώ η έκθεση του αδικήματος και το πρώτο σκέλος των λεπτομερειών συνάδει με το πρώτο σκέλος της παραγράφου (β) του άρθρου 149
(6)το υπόλοιπο σκέλος των λεπτομερειών συνάδει με το δεύτερο σκέλος της ιδίας παραγράφου του άρθρου 149
(6). Έντεκα άλλες κατηγορίες δυνάμει του άρθρου 149
(6)(α) για αποστολή μηνύματος κατάφωρα προσβλητικού, άσεμνου, αισχρού ή απειλητικού χαρακτήρα απορρίφθηκαν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως στην βάση του ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία αφορούσε σε τηλεφωνήματα και όχι σε αποστολή μηνυμάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος «μήνυμα» δεν περιλαμβάνεται στις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, ενώ στις λεπτομέρειες των κατηγοριών η αναφορά ήταν σε τηλεφωνικώς λεχθέντα από τον εφεσείοντα. Σύμφωνα με το Εφετείο η καταδίκη του εφεσείοντα προφανώς δεν βασίστηκε στο πρώτο σκέλος του άρθρου 149
(6)(β), δηλαδή, την αποστολή μηνύματος με σκοπό την ενόχληση, αφού και ως προς αυτές δεν επρόκειτο περί μηνύματος, αλλά στο δεύτερο σκέλος, ήτοι στην επίμονη χρήση δημόσιου δικτύου επικοινωνιών με σκοπό την ενόχληση. Το Εφετείο σημείωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο συναφώς κατέληξε στο ότι ο εφεσείων με σκοπό την ενόχληση χρησιμοποίησε επίμονα το δίκτυο της ΑΤΗΚ κάνοντας στον παραπονούμενο συγκεκριμένο αριθμό τηλεφωνημάτων κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονταν στις τρεις κατηγορίες. Στην σελίδα 4 της απόφασης αναφέρονται ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Έχοντας υπ' όψη μας όλα τα προλεχθέντα, θεωρούμε ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο και ανάγεται στην ίδια τη διατύπωση των κατηγοριών. Η Αστυνομία επέλεξε να διατυπώσει τις εν λόγω κατηγορίες υπό το σκέλος του Άρθρου 149
(6)(β) που αφορά την αποστολή μηνύματος με σκοπό την ενόχληση, και όχι υπό το σκέλος που αφορά την επίμονη χρήση του δικτύου με σκοπό την ενόχληση όπως ήταν η καταδίκη. Και έτσι δε, πρόσφερε μαρτυρία όχι για μηνύματα αλλά για τηλεφωνήματα. Με συνέπεια όμως προς το σκεπτικό της αθώωσης του Εφεσείοντα στις άλλες έντεκα κατηγορίες δυνάμει του Άρθρου 149
(6)(α) που και πάλι αναφέροντο στην αποστολή μηνύματος, δεν ήταν δυνατό να ευσταθούν κατηγορίες για αποστολή μηνύματος ούτε δυνάμει του Άρθρου 149
(6)(β) αφού και πάλι δεν επρόκειτο για μηνύματα. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται δε μόνο στη διατύπωση της κατηγορίας αλλά και στις λεπτομέρειες της, που και εκείνες δεν αναφέροντο σε επίμονη χρήση του δικτύου με σκοπό την ενόχληση αλλά σε αποστολή μηνύματος με σκοπό την ενόχληση, αναφέροντας απλώς στη συνέχεια ότι τούτο έγινε με την επίμονη χρήση δια τηλεφωνημάτων του τηλεφωνικού δικτύου. Αποκαλύπτεται δηλαδή όχι μόνο πλήρης σύγχυση όσον αφορά τα δύο σκέλη του Άρθρου 149
(6)(β) αλλά και στόχευση των κατηγοριών στο σκέλος που αφορά την αποστολή μηνύματος, γεγονός που, για τους λόγους που προαναφέραμε, δεν επέτρεπε καταδίκη .». Στην σελίδα 3 της απόφασης αναφέρεται το εξής: «Να σημειωθεί ότι το Άρθρο 149
(6)(α) περιορίζεται σε αποστολή μηνύματος». Υπό το φως των πιο πάνω αναδεικνύεται ότι η διενέργεια τηλεφωνήματος δεν συνιστά αποστολή μηνύματος όπως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στο άρθρο 149
(6)(α) του Νόμου επί του οποίου βασίζεται η δεύτερη κατηγορία. Κατά συνέπεια η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία δεν κατέδειξε την αποστολή μηνύματος από τον Κατηγορούμενο στον παραπονούμενο. Καμία δε μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αναφορικά με το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος. Ακολουθεί ότι και η δεύτερη κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και στις δύο εναντίον του κατηγορίες. (Υπ.) .......... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κακόβουλη ζημιά και Αποστολή μηνύματος κατά παράβαση του άρθρου 149
(6)(α) του Νόμου 112(Ι)/2004 Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο