Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντώνης Αντωνίου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 1490/13, 21/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B51 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 1490/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -
- Αντώνης Αντωνίου
- Μιχάλης Πάλλης Ημερομηνία: 21.6.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού (για μα ακούσει την ποινή ο κ. Ν. Νεοκλέους) Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Α. Μιχαήλ Κατηγορούμενος 2: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος 2, από τώρα και στο εξής «ο Κατηγορούμενος», βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 291, 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία) και στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι μεταξύ των ημερομηνιών 13.4.12 και 16.4.12 στον Μούτταλο της επαρχίας Πάφου διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του Χαράλαμπου Χ΄΄ Χαραλάμπους που βρίσκεται στην οδό Σεχίτ Μουχιτίν Μουσταφά και διέπραξε μέσα σε αυτήν κακούργημα, ήτοι την κλοπή που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία (πρώτη κατηγορία) και ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο έκλεψε από την κατοικία της πρώτης κατηγορίας 2 τηλεοράσεις μάρκας LG αξίας Ευρώ 450,00 σεντ έκαστη, 1 φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας ACER αξίας Ευρώ 500,00 σεντ, τα κλειδιά του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KXD 764 αξίας Ευρώ 150,00 σεντ καθώς και χρυσαφικά συνολικής αξίας Ευρώ 30.000,00 σεντ περιουσία του Χαράλαμπου Χ΄΄ Χαραλάμπους από την Πάφο (δεύτερη κατηγορία). Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτά παρουσιάσθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή σε γραπτή μορφή και συγκεκριμένα με την παρουσίαση της Έκθεσης Γεγονότων της Αστυνομίας η οποία βρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται αρκετά σοβαρά. Η μέγιστη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας είναι ποινή φυλάκισης 7 ετών, ενώ για το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας ποινή φυλάκισης 3 ετών. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινόμενου. Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίσθηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα, γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Τέλος, κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση Dos Santos v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ
- Η εν λόγω υπόθεση παρόλο που αφορούσε σε προμήθεια ναρκωτικών είναι ενδεικτική καθότι σε αυτήν εκφράζεται η ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες αμυνόμενους να αλλάξουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πώς δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες». Οι πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών, πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές συμπεριφορές όπως αυτή που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Ο οποίος συν τοις άλλοις διέπραξε τα υπό τιμωρία αδικήματα ωθούμενος από κίνητρα εκδίκησης. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία των πολιτών με τρόπο αποτελεσματικό. Συναφώς αναφέρθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου στα πλαίσια αγόρευσής της για μετριασμό της ποινής ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα υπό τιμωρία αδικήματα για να εκδικηθεί τον θείο του και παραπονούμενο, ΜΚ 2, στον οποίο καταλογίζει την υφαρπαγή οικογενειακής περιουσίας με δόλιο τρόπο από τον πατέρα του. Ο παραπονούμενος και θείος είναι ο σύζυγος της αδελφής του πατέρα του Κατηγορούμενου και ο πατέρας της πρώτης ξαδέλφης και νονάς του Κατηγορούμενου, Στέλλας Χ΄΄ Χαραλάμπους, ΜΚ
- Σύμφωνα με την συνήγορο του Κατηγορούμενου τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν σε χρόνο που τα οικονομικά του Κατηγορούμενου ήταν σε άθλια κατάσταση και αν ο παραπονούμενος δεν συμπεριφερόταν με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε ο Κατηγορούμενος δεν θα υπέφερε από την οικονομική δυσχέρεια που τον ταλαιπωρούσε. Τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν για την συμπεριφορά του παραπονούμενου κρίνω πως δεν αποτελούν ελαφρυντικό για τον Κατηγορούμενο. Η διεκδίκηση των συμφερόντων κάποιου μέσω της παρανομίας δεν είναι θεμιτή. Τουναντίον, είναι καταδικαστέα από τα Δικαστήρια. Οι πράξεις του παραπονούμενου θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικών διαδικασιών. Ο Κατηγορούμενος ουσιαστικά πήρε τον Νόμο στα χέρια του με αποτέλεσμα ο ίδιος να καταστήσει τον εαυτό του κίνδυνο για την κοινωνία. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα: το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου την παραδοχή του στο Δικαστήριο έστω και σε αυτό το στάδιο. Στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν δεν είναι έγκαιρη. Στην κρινόμενη περίπτωση η παραδοχή έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία. Παρά το ότι κατηγορηθείς γραπτώς ο Κατηγορούμενος παρέμεινε σιωπηρός, εντούτοις, προέβη στις ακόλουθες ενέργειες οι οποίες καταδεικνύουν συνεργασία από μέρους του με την Αστυνομία: (α) έδωσε την γραπτή του συγκατάθεση για έρευνα της κατοικίας του η οποία έλαβε χώρα στις 16.4.12 στα πλαίσια της οποίας ανευρέθηκε η μια εκ των δύο συσκευών τηλεόρασης που κλάπηκαν από την επίδικη κατοικία, (β) με την ανεύρεση της εν λόγω συσκευής ο Κατηγορούμενος ανέφερε στους αστυνομικούς που διενήργησαν την έρευνα ότι η εν λόγω συσκευή ανήκει στον παραπονούμενο, (γ) σε ένα από τους αστυνομικούς που ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον διενέργειας της έρευνας της κατοικίας του υπέδειξε οικόπεδο το οποίο εφάπτεται της κατοικίας του στο οποίο και ανευρέθηκαν τα κλειδιά αυτοκινήτου για το οποίο υπήρχε καταγγελία ότι, επίσης, είχε κλαπεί από την επίδικη κατοικία. Πρόκειται για τα κλειδιά που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι τα ανευρεθέντα κλειδιά ήταν τα κλειδιά του αυτοκινήτου το οποίο παραδέχθηκε ότι είχε κλέψει και το οποίο ανήκει στον παραπονούμενο, (δ) έδωσε παρειακά επιχρίσματα κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης, (ε) ανακρινόμενος προφορικά ο Κατηγορούμενος ομολόγησε την διάπραξη της διάρρηξης και αποκάλυψε τον συνεργό του, ήτοι τον πρώτο Κατηγορούμενο. Ανέφερε, επίσης, ότι ο λόγος που είχε διαπράξει την διάρρηξη και την κλοπή ήταν γιατί είχε πολλά προβλήματα με τα περιουσιακά της οικογένειας και κυρίως με τον παραπονούμενο. Ανέφερε, επίσης, ότι διέρρηξε την επίδικη κατοικία με σκοπό να εκδικηθεί τον παραπονούμενο. Τέλος, ο Κατηγορούμενος προέβη σε υποδείξεις σκηνών και έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε τις κατηγορίες και κατονόμασε ως συνεργό του τον πρώτο Κατηγορούμενο. Στην θεληματική του κατάθεση ανέφερε, επίσης, ότι διέπραξε τα αδικήματα λόγω μακροχρόνιων οικογενειακών διαφορών που είχε με τον παραπονούμενο. ότι η κλαπείσα περιουσία ανευρέθηκε, παραλήφθηκε από την Αστυνομία και παραδόθηκε στον παραπονούμενο. Συγκεκριμένα η μια συσκευή τηλεόρασης και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ανευρέθηκαν εντός της οικίας του πρώτου Κατηγορούμενου στα πλαίσια έρευνας από την Αστυνομία κατόπιν σχετικής πληροφορίας. Η δεύτερη συσκευή τηλεόρασης και τα κλειδιά παραλήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Αναφορικά με τα κλαπέντα χρυσαφικά ανευρέθηκε μέρος τους σε κατάστημα στο οποίο πουλήθηκαν από τον πρώτο Κατηγορούμενο όλα τα κλαπέντα από την επίδικη κατοικία χρυσαφικά σύμφωνα με ομολογία του πρώτου Κατηγορούμενου η οποία λήφθηκε στα πλαίσια θεληματικής του κατάθεσης. Τα ανευρεθέντα στο εν λόγω κατάστημα χρυσαφικά, επίσης, παραλήφθηκαν από την Αστυνομία και παραδόθηκαν στον παραπονούμενο. Η ανεύρεση της κλαπείσας περιουσίας συνιστά ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Bekiz Ahmet Abit v. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 318) ότι η αξία των κλαπέντων χρυσαφικών δεν ήταν πολύ μεγάλη σε αντίθεση με ό,τι προκειμένου αναφέρεται στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας. Στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας αναφέρεται ότι η αξία των κλαπέντων χρυσαφικών ήταν Ευρώ 30.000,00 σεντ. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα που παρουσιάσθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Τουναντίον, ό,τι τα εν λόγω γεγονότα υποστηρίζουν είναι ότι τα χρυσαφικά πουλήθηκαν από τον πρώτο Κατηγορούμενο στο προαναφερόμενο κατάστημα έναντι του ποσού των Ευρώ 1.380,00 σεντ για το οποίο και εκδόθηκε απόδειξη η οποία παραλήφθηκε από την Αστυνομία ότι ο παραπονούμενος δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο. Κάτι το οποίο ο παραπονούμενος δήλωσε ρητά στο Δικαστήριο. Ακόμα το ότι σήμερα έχει συμφιλιωθεί με τον Κατηγορούμενο σύμφωνα με την ευπαίδευτη δικηγόρο του. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα, επίσης, υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 38½ ετών, διαζευγμένος και πατέρας 3 ανήλικων τέκνων ηλικίας 16½, 14 και 9 ετών τα οποία απέκτησε από δύο γάμους. Ο πρώτος γάμος έγινε το έτος 1999 και ο δεύτερος το 2006. Κατάγεται από προσφυγική φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία 1½ ετών και την φροντίδα του ιδίου και των δύο αδελφών του ανέλαβε εξ' ολοκλήρου η μητέρα του. Μεγάλωσε με αρκετές δυσκολίες και στερήσεις και είχε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια. Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του τα οποία απέκτησε από τον πρώτο του γάμο εδώ και ένα χρόνο διαμένουν μαζί του. Ο Κατηγορούμενος διαμένει σε Τουρκοκυπριακή κατοικία στον Μούτταλο. Με το μικρότερό του παιδί το οποίο διαμένει μαζί με την μητέρα στην Λεμεσό διατηρεί τακτική επικοινωνία. Με τα παιδιά του ο Κατηγορούμενος έχει πολύ καλές σχέσεις. Από το 2010 είναι άνεργος και λαμβάνει επίδομα από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ύψους Ευρώ 480,00 σεντ μηνιαίως. Καταβάλλει διατροφή για το μικρότερό του παιδί ύψους Ευρώ 300,00 σεντ μηνιαίως. Έχει χρέος στην Τράπεζα Κύπρου ύψους Ευρώ 30.000,00 σεντ. Το χρέος έγινε για σκοπούς δημιουργίας επιχείρησης. Ο Κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας και δεν καταβάλλει δόση. Έλαβα, επίσης, υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα ενώ τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν τον Απρίλιο του 2012 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 7.2.13, ήτοι 10 μήνες αργότερα. Από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι κατά τις 16.5.12, ήτοι ένα μήνα μετά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων, υπήρχε μαρτυρικό υλικό για επιστημονικές εξετάσεις. Συγκεκριμένα κατά την πιο πάνω ημερομηνία είχαν παραδοθεί από την Αστυνομία ένα τεκμήριο στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας του Αρχηγείου Αστυνομίας και 8 τεκμήρια στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Πρόκειται για αποτυπώματα, δειγματοληψίες και παρειακά επιχρίσματα. Κατά τον χρόνο σύνταξης της Έκθεσης Γεγονότων είχε ετοιμασθεί η έκθεση του Εργαστηρίου Δακτυλοσκοπίας, όχι, όμως, η έκθεση από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Η Έκθεση Γεγονότων δεν φέρει ημερομηνία σύνταξης και σε αυτήν δεν αναφέρεται πότε ετοιμάσθηκε η έκθεση του Εργαστηρίου Δακτυλοσκοπίας. Επίσης, δεν αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή πότε ετοιμάσθηκε η έκθεση από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Τα πιο πάνω κενά δικαιολογούν την διαπίστωση από μέρους του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειψε να δικαιολογήσει τον διαρρεύσαντα χρόνο από της διάπραξης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης η οποία κρίνεται αδικαιολόγητη και βαρύνει τις διωκτικές αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι την διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο, της τάξης των 4 ετών. Δεν μου διαφεύγει, όμως, ότι στην καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό, αν και όχι στον μεγαλύτερο, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Επί τούτου αναφέρονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα. Κατ' αρχή αναλώθηκε μεγάλος χρόνος για να απαντήσει ο Κατηγορούμενος στις κατηγορίες. Συγκεκριμένα από τις 8.3.13, που η υπόθεση ήταν ορισμένη για επίδοση, ο Κατηγορούμενος απάντησε με μη παραδοχή σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες στις 6.6.13 κατόπιν αιτημάτων αναβολής του ιδίου για τον πιο πάνω σκοπό. Για να αλλάξει εν τέλει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες στις 9.2.16. Παρατηρείται, λοιπόν, ότι ο Κατηγορούμενος ευθύνεται για ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 3 ετών στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα. Τέτοια ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την αποκλειστική υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου στην μεγάλη καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης - 3 έτη - καθώς και την σοβαρότητα των αδικημάτων, κυρίως του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρεται αφού συν τοις άλλοις έλαβα υπόψη μου ότι μέσα στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα δεν επήλθε διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από τη μια, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα γι' αυτόν ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον δεύτερο Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από την ευπαίδευτη συνήγορο του. Το Νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον δεύτερο Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Οι επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης θα αρχίζουν από σήμερα. Τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας μέχρι την ολοκλήρωση και αποπεράτωση της υπόθεσης αναφορικά με τον πρώτο Κατηγορούμενο. Ευρώ 45,00 σεντ έξοδα των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής τα οποία αναλογούν στον δεύτερο Κατηγορούμενο να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Διάρρηξη και Κλοπή Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο