Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 18874/12, 3/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18874/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Χαραλάμπους Κατηγορούμενου ----------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.6.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για κατηγορούσα αρχή: κα Περγαντή Για κατηγορούμενο: κ. Δανιήλ Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας - ως έχουν τροποποιηθεί στις 17/11/2015 - του καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 15/3/2012 και 28/4/2012, στο χωριό Μαμώνια της επαρχίας Πάφου έκλεψε ένα προκατασκευασμένο μεταλλικό σπίτι, βάρους 5 τόνων, αξίας €10.000,00, περιουσία του Φώτη Ιωάννου και της εταιρείας Ελευθέριος Ιωάννου & Υιοί Λατομεία Λτδ, από τη Λεμεσό. Προς απόδειξη της κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 739 Θεόδωρο Κωνσταντινίδη και τα αδέλφια, Φώτη και Παναγιώτη Ιωάννου (Μ.Κ.1, 2 και 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, κατά κύριο λόγο απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης (τεκμήριο 10) του παραπονούμενου, Φώτη Ιωάννου (Μ.Κ.2), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ειδικότερα: Ο παραπονούμενος είναι από τη Λεμεσό και στον ουσιώδη χρόνο ήταν εκ των μετόχων της εταιρείας Ελευθέριος Ιωάννου & Υιοί Λατομεία Λτδ, η οποία διέθετε λατομείο στο χωριό Μαμώνια. Στις 25/9/2008, ο παραπονούμενος αγόρασε για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας το επίδικο προκατασκευασμένο σπίτι (στο εξής, «το λυόμενο»), βάρους, πέντε περίπου τόνων και διαστάσεων, 12μ. x 3μ., για το ποσό των €14.375,00 (αξίας, €10.000,00 με €11.000,00, στον ουσιώδη χρόνο). Αυτό διέθετε τουαλέτα, νιπτήρα, ντους, ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση και ένα πάγκο με εντοιχισμένες ηλεκτρικές συσκευές. Μερικές μέρες αργότερα (από την αγορά του) το μετέφερε με νταλίκα στο λατομείο και το τοποθέτησε με γερανό στο έδαφος. Ο λόγος που το πήρε εκεί ήταν για να βάζουν μέσα διάφορα πράγματα και το χρησιμοποιούσαν και ως οικία. Είχε μέσα έπιπλα, καρέκλες και τραπέζια. Στις 28/4/2012, γύρω στις 20:00, ο παραπονούμενος, επειδή είχε πάρει μια ανώνυμη πληροφορία ότι του είχαν κλέψει το λυόμενο μετέβη στο λατομείο, οπότε και διαπίστωσε ότι όντως αυτό είχε κλαπεί. Ο ίδιος, το είχε δει για τελευταία φορά, ενάμισι μήνα προηγουμένως (από τις 28/4/2012 που είχε δώσει τη γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία). Σ' αυτό υπήρχε μια πινακίδα με τους αριθμούς κατασκευής του (οι οποίοι αναφέρονται). Μετά που είχε κλαπεί το λυόμενο, ο παραπονούμενος ρώτησε στην περιοχή διάφορους, εάν ήξεραν ή είδαν οτιδήποτε σχετικό με την κλοπή. Σε κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό του και το απάντησε. Ο αριθμός του τηλεφώνου ήταν με απόκρυψη και το άγνωστο πρόσωπο που του είχε τηλεφωνήσει τού είπε: «τζιείνο που γυρεύκεις είναι στην Τίμη, στο χωράφι του "Πίκολο"» Για την εξόφληση του λυόμενου, ο παραπονούμενος εξακολουθούσε να πληρώνει - τότε - το ποσό των €300,00, κάθε μήνα. Η εκδοχή του κατηγορούμενου για ό,τι του καταλογίζεται από την κατηγορούσα αρχή περικλείεται στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 4), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Οι κύριες θέσεις που προβάλλει με αυτή είναι οι εξής: Καταρχήν δέχεται ότι το φέρει το παρατσούκλι «Πίκολο». Περεταίρω ισχυρίζεται τα εξής: Έχει ένα κτηνοτροφικό οικόπεδο στην περιοχή του χωριού Αγία Βαρβάρα και επειδή σκόπευε να κάμει μια μάνδρα σ' αυτό και χρειαζόταν ένα χώρο για να βάζει μέσα τα πράγματά του και που να έχει μπάνιο, έψαχνε να βρει ένα σπιτάκι γι αυτό. Ο φίλος του ο Γιαννής ο Περικλέους γνώριζε ότι υπήρχε ένα τέτοιο στο λατομείο των Μαμωνιών, επειδή παλιά δούλευε εκεί. Ο τελευταίος, τον πήρε εκεί και το είδε και του έκανε. Επειδή ο Παναής (Μ.Κ.3) που είναι αδελφός του Κωστή, των οποίων ο πατέρας είχε το λατομείο, του χρωστούσε από προηγουμένως €1.700,00, αποφάσισε να κάνει πράξη μαζί του για να αγοράσει το λυόμενο. Έτσι και έγινε. Αφού πήγε στο σπίτι του Παναή στη Λεμεσό, μαζί με το Γιαννή, εκεί συμφώνησαν ότι θα αγόραζε το λυόμενο για το ποσό των €6.000.00 και θα χάριζε στον Παναή, το ποσό των €1.700,00 που του χρωστούσε. Όταν βρήκε τα λεφτά τηλεφώνησε στον Παναή και συμφώνησαν να συναντηθούν στο λατομείο, γύρω στα Χριστούγεννα. Όταν, έχοντας και πάλιν μαζί του το Γιαννή τον Περικλέους, συναντήθηκαν στο λατομείο, ο Παναής, του είπε πως ό,τι έβλεπε εκεί - ανάμεσά τους και το λυόμενο - ήταν του πατέρα του και τώρα που πέθανε είναι δικά του. Αφού έβγαλε από την τσέπη του €4.000,00 και €2.000,00 ο φίλος του ο Γιαννής και του τα έδωσαν, αυτός, το ρώτησε πότε θα έπαιρνε το λυόμενο. Του είπε πως όταν θα μάζευε λεφτά θα ερχόταν να το πιάσει. Στη συνέχεια, του ζήτησε απόδειξη για την αγορά του λυόμενου και αυτός του απάντησε πως δεν έδωσε σε κανένα, επειδή ο μακαρίτης ο πατέρας του ήταν πτωχεύσας και χρωστούσε και δεν ήθελαν να πάνε πάνω στο χρέος. Του είπε τότε ο ίδιος, να πάει σ' ένα βιβλιοπωλείο και να πάρει μια χειροποίητη απόδειξη και να του δώσει και αυτός του είπε ότι θα το κανονίσει. Ακολούθως έφυγαν από μέρος. Τις επόμενες μέρες, ο Γιαννής τηλεφωνούσε στον Κωστή και γύρευε τον Παναή και ο Κωστής έβρισκε διάφορες δικαιολογίες και του έλεγε πως δεν τον έβρισκε. Ο ίδιος ήθελε να έρθει σε επικοινωνία μαζί του για να του πει για την απόδειξη, μα δεν τον έβρισκε. Μετά από περίπου δυο με τρεις μήνες κανόνισε και έφερε πλατφόρμα μέσω του Ματθαίου Αναστασίου και ήρθε και ένα forklift και αφού φόρτωσαν το λυόμενο, το πήραν στο χωράφι του στην Αγία Βαρβάρα. Καταλήγοντας ο κατηγορούμενος αναφέρει τα εξής, στην κατάθεσή του: «Μέχρι σήμερα ο Παναής δε βρέθηκε να μου δώσει την απόδειξη.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντος των Μ.Κ. 2 και 3 από τη μια και του κατηγορούμενου από την άλλη, από την έκβαση της υπόθεσης. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας.» Τέλος, για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και την Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 καθώς και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/
- Ο αστυφύλακας 739 Θεόδωρος Κωνσταντινίδης (Μ.Κ.1) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του αναφέρεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Μολονότι στο πλαίσιο της αντεξέτασής του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, αμφισβητήθηκε τόσο η επαγγελματική του επάρκεια όσο και η εντιμότητά του στο έργο διερεύνησης της υπόθεσης που του είχε ανατεθεί, εντούτοις, για λόγους που άπτονται της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας, τόσο των άλλων δυο μαρτύρων οι οποίοι κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, όσο και, κυρίως, του κατηγορούμενου, δεν αποδέχομαι την επί του προκειμένου θέση του τελευταίου. Για την ώρα περιορίζομαι να πω τούτο∙ η υποβολή προς το μάρτυρα, ότι, διαβάζοντας την ανακριτική κατάθεση στον κατηγορούμενο, τον παραπλάνησε ως προς τα χαρακτηριστικά και διευκρινιστικά στοιχεία που του παρείχε η οποία - υποβολή - θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση και με την επόμενη υποβολή που του έγινε και συγκεκριμένα, ότι η διερεύνηση της υπόθεσης που είχε κάνει είναι ελλιπέστατη, αφού περιορίζεται απλά στο ότι έλαβε τις εκδοχές κάθε πλευράς, όσο πιο απλοϊκά γίνεται, δε συνάδει με το γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος, το πρώτο πράγμα που είχε κάνει στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ήταν να υιοθετήσει το περιχεόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, στάση, η οποία, με τη σειρά της, δε συνάδει με τον ισχυρισμό του, ευθύς αμέσως, ότι η εν λόγω κατάθεση, δε γράφει αυτά που έπρεπε να γράφει τα οποία είπε στον αστυνομικό, δηλαδή στον εξεταστή, οπότε και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, τίθεται και το ερώτημα, γιατί τότε υιοθέτησε το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης; Εν πάση περιπτώσει, ούτε έχει αναδειχθεί μα ούτε και μπορώ να υποψιαστώ για ποιο λόγο ο εξεταστής θα μπορούσε να λειτουργήσει τόσο ανέντιμα και κατά παράβαση των νομικών καθηκόντων και υποχρεώσεών του έναντι του κατηγορούμενου, όπως του αποδίδεται από αυτόν, κάτι, που αν ίσχυε, δεδομένης και της θέσης του κατηγορούμενου πως δεν ξέρει να γράφει και να διαβάζει, διερωτώμαι και τι εμπόδιζε τον εξεταστή, να διατυπώσει με τέτοιο τρόπο την κατάθεσή του, έτσι ώστε να προκύπτει παραδοχή σ' αυτή εκ μέρους του για τη διάπραξη του αδικήματος που του καταλογίζεται ότι διέπραξε και όχι ρητή και κατηγορηματική άρνηση. Όμως, το αναληθές όσων αποδίδονται στον εξεταστή συναφώς με το θέμα καταφαίνεται και από τα εξής, τα οποία προκύπτουν από την ίδια την κατάθεση του κατηγορούμενου: αυτή είναι ανακριτική και του λήφθηκε από τον εξεταστή σύμφωνα με το δικαστικό κανόνα II, ο οποίος και την κατέγραψε. Ο κατηγορούμενος, σε εφαρμογή του δικαστικού κανόνα IV, προέβη στην ακόλουθη βεβαίωση, η οποία, αν κρίνω πόσα ορθογραφικά λάθη περικλείει σε σύγκριση με το ουσιαστικό μέρος της κατάθεσης είναι φανερό ότι γράφτηκε από τον ίδιο: «Μου εχης διαβασ την πιο πάνο κατάθεσει καιμεχης πληροφορησει οτη μπορο να καμο οπιες διποτε αλαγες προσηκες ηθελα. η πιο πανο καθεσει ηνεορθη καιτην εκανα με της θελησει μου» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι, ο μάρτυρας, που ασφαλώς ήταν ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας, επομένως και αξιόπιστος έχει επιτελέσει ορθά και δίκαια το έργο διερεύνησης της υπόθεσης που του είχε ανατεθεί. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Εξετάζοντας στο σύνολό της την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία, υπό το φως ασφαλώς των εκατέρωθεν εκδοχών, σε ό,τι αφορά στην ουσία της επίδικης κατηγορίας είμαι απολύτως βέβαιος, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, την οποία, για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια, συν τοις άλλοις θεωρώ και πιο λογική από την αντίστοιχη του κατηγορούμενου. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου, Φώτη Ιωάννου (Μ.Κ.2) ως μάρτυρα είναι εξαιρετική. Ο μάρτυρας απαντούσε με αμεσότητα, απλότητα, σταθερότητα και ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και αντεξεταζόμενος, μολονότι σε σημαντικό βαθμό αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Εκτός του ότι, στο βαθμό που έχει αμφισβητηθεί αυτό, εν μέρει έγινε με υποβολές που παρέμειναν έωλες, είτε ακόμη με αντιφατικές υποβολές είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία του, σε σημαντικό βαθμό, είτε παρέμεινε αναντίλεκτη, είτε ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, περιλαμβανομένης και της πραγματικής μαρτυρίας, στην αποδεικτική αξία της οποίας έχει προηγηθεί σχετική αναφορά, με αναφορά σε νομολογία (βλ. τη Δημητρίου, ανωτέρω). Φυσικά, ακόμη ένας λόγος για τον οποίο θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα τον παραπονούμενο είναι και το γεγονός, ότι, για λόγους που θα αναφέρω στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, θεωρώ αυτόν εντελώς αναξιόπιστο, ως μάρτυρα. Δε μου διαφεύγει ότι ο παραπονούμενος υπέπεσε και σε κάποιες αντιφάσεις. Εκτός του ότι είναι φυσιολογικό αυτό (βλ. την Κυπριανού, ανωτέρω), επειδή, οι εν λόγω αντιφάσεις είναι τόσο ασήμαντες, αφού αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν τις θεωρώ ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα, την οποία γενικά και ιδιαίτερα επί της ουσίας θεωρώ αξιόπιστη, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν (βλ. την Akil, ανωτέρω). Για όλους αυτούς τους λόγους - χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι άλλοι - η μαρτυρία του παραπονούμενου γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Για τους ίδιους περίπου λόγους, θεωρώ καθόλα αξιόπιστο και ειλικρινή μάρτυρα με τον προηγούμενο και τον αδελφό του, Παναγιώτη Ιωάννου (Μ.Κ.3), ο οποίος είμαι απολύτως βέβαιος, ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει και ότι είπε και αυτός την απόλυτη αλήθεια. Κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίζω μεταξύ όσων ανάφεραν οι δυο μάρτυρες, είτε μεταξύ τους, είτε αυτοτελώς, αν αποδεικνύουν κάτι είναι την απουσία προσυνεννόησης μεταξύ τους ως προς το τι θα κατάθεταν κατά τη δίκη. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, αρκετοί από τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, ουδέποτε τέθηκαν στο μάρτυρα, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει. Ακολουθεί ότι, η μαρτυρία και αυτού, επί της ουσίας, η οποία έγκειται στον ισχυρισμό του, ότι ουδέποτε είχε πωλήσει στον κατηγορούμενο το επίδικο λυόμενο μα ούτε και το γνώριζε στον ουσιώδη χρόνο γίνεται αποδεκτή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου, ως μάρτυρα είναι τελείως αρνητική. Παρότι, οφείλω να του αναγνωρίσω ότι, καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία, ως επί το πλείστον ήταν άμεσος και ετοιμόλογος, αφού είχε απάντηση, σχεδόν, σε όλες τις ερωτήσεις και υποβολές που του είχαν γίνει, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής, από τα οποία αναδεικνύεται και το μέγεθος της αναξιοπιστίας του και κατ' επέκταση, το ανυπόστατο και ψευδές της εκδοχής του αναφορικά με την επίδικη κατηγορία που αντιμετωπίζει, την οποία - εκδοχή - προφανώς θεωρώ κατασκευασμένη: μεταξύ άλλων υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, είτε τέλος, που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, τους οποίους αφορούσαν, για να τους δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσουν, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, η εκδοχή του υπήρξε επαμφοτερίζουσα, υπό την έννοια ότι, άλλα ισχυριζόταν ενόρκως ο ίδιος για ένα θέμα και άλλα υπόβαλλε ο δικηγόρος του στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής για αυτό, ο οποίος, με τη σειρά του - για το ίδιο, πάντοτε, θέμα - υπόβαλλε αντιφατικές θέσεις, είτε στον ίδιο μάρτυρα, είτε ακόμη και στους δυο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Ακόμη ένα στοιχείο που διέκρινα καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος έδινε μαρτυρία είναι και η επιλεκτική μνήμη που είχε σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης καθώς και το γεγονός, ότι, προκειμένου να αποφύγει την ουσία μερικών από τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν απαντούσε με γενικότητες. Για όλους τους παραπάνω λόγους, θεωρώ τόσο αναξιόπιστο μάρτυρα τον κατηγορούμενο, σε βαθμό που απορρίπτω συνολικά τη μαρτυρία του, με εξαίρεση, εκείνο, μόνο, το μέρος της που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή που υπέχει θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά του και κυρίως, την ομολογία του, ότι αυτός είναι που πήρε από το λατομείο το επίδικο λυόμενο, το οποίο στη συνέχεια μετέφερε σε ακίνητο ιδιοκτησίας του, γεγονός, το οποίο, εν πάση περιπτώσει αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Από τα παραδείγματα που ακολουθούν κατά τη γνώμη μου τεκμηριώνεται επαρκώς η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του, ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της, το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 4). Όπως αναφέρει σ' αυτή έχει ένα χωράφι στην περιοχή του χωριού Αγίας Βαρβάρας που είναι κτηνοτροφικό οικόπεδο. Επειδή σκόπευε να κάνει μια μάντρα σ' αυτό και χρειαζόταν ένα χώρο για να βάζει μέσα τα πράγματά του και να έχει μπάνιο έψαχνε να βρει ένα τέτοιο για να αγοράσει. Ο φίλος του ο Γιαννής ο Περικλέους γνώριζε ότι στο λατομείο των Μαμωνιών υπήρχε ένα τέτοιο σπιτάκι, λόγω του ότι δούλευε εκεί παλιά. Ο Γιαννής, τον πήρε με το αυτοκίνητό του και το είδε και του είπε ότι του κάνει. Επειδή ο Παναής (Μ.Κ.3), που είναι αδελφός του Κωστή, που ο πατέρας τους είχε το λατομείο, του χρωστούσε €1.700,00 από προηγουμένως, αποφάσισε να κάνει πράξη μαζί του για να αγοράσει το σπιτούι. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: πώς ήξερε ο κατηγορούμενος ότι ο Μ.Κ.3 θα του πωλούσε το λυόμενο; Ακολούθως, με ποια λογική θεώρησε ότι, επειδή ο Μ.Κ.3 τού χρωστούσε €1.700,00, θα μπορούσε να κάνει πράξη μαζί του, αγοράζοντας από το μάρτυρα το επίδικο λυόμενο, που δεν του ανήκε; Το πόσο παράλογος είναι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του είναι ολοφάνερο, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, για όσα γεγονότα επικαλείται ότι περιβάλλουν την ούτω καλούμενη συμφωνία του με το Μ.Κ.3, μιλά με γενικότητες, ως προς το χρόνο που υποτίθεται ότι αυτά είχαν λάβει χώρα. Και κάτι ακόμη. Το σπιτάκι που έψαχνε και ήθελε να αγοράσει ήταν για να βάζει μέσα τα πράγματά του, όπως αναφέρει στην κατάθεσή του ή το προόριζε για τον κτηνοτρόφο που θα είχε η φάρμα, όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του; Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι προφανές. Για να συνεχίσω, ο Μ.Κ.3, του χρωστούσε €1.700,00 ή περίπου €2.000,00, όπως υπόβαλε ο δικηγόρος του στο μάρτυρα; Σύμφωνα πάντοτε με την ανακριτική του κατάθεση, στη συνέχεια πήγε στο σπίτι του Μ.Κ.3 στη Λεμεσό, μαζί με το Γιαννή, για να συζητήσουν για την αγορά του λυόμενου. Εκεί, είπε στο μάρτυρα, ότι, επειδή του χρωστούσε €1.700,00 και τον έπαιρνε τηλέφωνο και δεν απαντούσε και χανόταν, να κανόνιζαν να κάνουν πράξη με το λυόμενο. Συμφώνησαν να το αγοράσει για το ποσό των €6.000,00 και να του χάριζε τα €1.700,00 που του χρωστούσε. Τίθεται το εξής ερώτημα: αφού ο μάρτυρας τού χρωστούσε €1.700,00 και τον έπαιρνε τηλέφωνο και δεν απαντούσε και χανόταν, γιατί δεν τον αναζήτησε προηγουμένως στο σπίτι του, παρά μόνο, όταν αποφάσισε να κάνει πράξη μαζί του για την αγορά του λυόμενου; Όπως αναφέρει στη συνέχεια, όταν βρήκε τα λεφτά για να αγοράσει το λυόμενο, αφού πήρε τηλέφωνο το Μ.Κ.3 κανόνισαν να βρεθούν. Συναντήθηκαν κοντά στα Χριστούγεννα πάνω στο λατομείο. Εκεί - όπου ήταν και το λυόμενο - πήγε μαζί με το Γιαννή Περικλέους, ενώ ο Μ.Κ.3 πήγε με το αυτοκίνητό του. Ο τελευταίος, του είπε πως ό,τι έβλεπε εκεί ήταν του πατέρα του και τώρα που πέθανε είναι όλα δικά του. Στη συνέχεια, ο ίδιος έβγαλε από την τσέπη του €4.000,00 και €2.000,00 ο φίλος του ο Γιαννής και του τα έδωσαν. Μετά, ο μάρτυρας, το ρώτησε πότε θα πιάσει το λυόμενο και του είπε: «άηκε να συνάξω ρυάλια και να ρτω να το πιάσω, γιατί εμείναμε απένταροι.» Τίθενται και πάλιν τα εξής ερωτήματα τα οποία αναδεικνύουν και πόσο παράλογοι - εκτός από ψευδείς - είναι οι παραπάνω ισχυρισμοί του: αφού δεν είχε πρόθεση να παραλάβει εκείνη μέρα το λυόμενο, για ποιο λόγο θα έπρεπε να μεταβούν στο λατομείο όπου αυτό βρισκόταν, για να καταβάλει στο Μ.Κ.3 το τίμημα αγοράς του; Έπειτα, πόσο πειστικός είναι ισχυριζόμενος ότι, ενώ είχε βρει το ουχί ευκαταφρόνητο ποσό των €6.000,00 για την αγορά του λυόμενου δεν είχε λεφτά για να το πάρει από λατομείο και να το μεταφέρει στο χωράφι του; Τέλος, έχοντας υπόψη, ότι, αυτός είναι που είχε τηλεφωνήσει στο Μ.Κ.3 και του είπε να συναντηθούν για την ολοκλήρωση της μεταξύ τους πράξης και όχι το αντίθετο, γιατί δεν περίμενε να εξασφαλίσει και τα χρήματα που θα χρειαζόταν για τη μεταφορά του λυόμενου έτσι ώστε να μη χρειαστεί να πάει δυο φορές στο λατομείο; Σύμφωνα πάντοτε με την ανακριτική του κατάθεση, μετά που είχε δώσει στο Μ.Κ.3 το ποσό των €6.000,00, του ζήτησε να του δώσει απόδειξη για την αγορά του λυόμενου και αυτός, του είπε πως δεν έδωσε σε κανένα, επειδή ο μακαρίτης ο πατέρας του ήταν πτωχεύσας και χρωστούσε και τα χρήματα θα πήγαιναν στο χρέος. Του είπε, τότε, ο ίδιος, να πάει να πιάσει από ένα βιβλιοπωλείο μια χειροποίητη απόδειξη και να του δώσει και αυτός του είπε: «εντάξει αδέρφι εν να τα κανονίσουμε». Μετά έφυγαν από το μέρος και το λυόμενο ήταν εκεί. Η ευκολία με την οποία ο κατηγορούμενος υπέπιπτε σε αντιφάσεις καταφαίνεται από το εξής: κληθείς από το δικηγόρο του να πει τι έγινε μετά που είχε πληρώσει στο Μ.Κ.3 τα λεφτά για την αγορά του λυόμενου, απαντώντας, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τα εξής: Όταν ζήτησε από το μάρτυρα απόδειξη, αυτός, του είπε ότι ο πατέρας του ήταν πεθαμένος, ότι είχε προβλήματα με τις τράπεζες και αν του έδινε κάποια επίσημη απόδειξη, θα του ζητούσαν τα λεφτά να πάνε στο χρέος. Ο ίδιος, του είπε αν μπορεί να μεταβεί σε κάποιο περίπτερο ή βιβλιοπωλείο να πιάσει ένα block να του δώσει μια απόδειξη, ο μάρτυρας τού είπε «εντάξει» και στη συνέχεια του έδωσε τα λεφτά και έφυγε. Το ερώτημα, κατά πόσο του είχε δώσει πρώτα τα λεφτά και μετά του ζήτησε απόδειξη ή το αντίθετο αιωρείται ακόμη. Όπως επίσης τίθεται και το ερώτημα, πώς είναι δυνατό να εμπιστευτεί το μάρτυρα, δίδοντάς του €6.000,00, χωρίς απόδειξη, τη στιγμή που, ενώ ο μάρτυρας, του χρωστούσε €1.700,00 από προηγουμένως, όταν τον έπαιρνε τηλέφωνο για να του τα δώσει δεν απαντούσε και χανόταν; Και αν πρώτα του είχε ζητήσει απόδειξη, και αυτός για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορούσε να του δώσει εκείνη τη στιγμή, γιατί δεν περίμενε να του δώσει τα λεφτά, όταν θα ήταν σε θέση να του δώσει απόδειξη, τη στιγμή μάλιστα, που υποτίθεται δε θα έπαιρνε το λυόμενο από το μέρος την ίδια μέρα; Και κάτι ακόμη. Αναφορικά με το λόγο που υποτίθεται ότι ο μάρτυρας του είχε πει πως δε θα του δώσει απόδειξη, είτε η μια εκδοχή του ληφθεί υπόψη, είτε η άλλη, τι σημασία είχε εάν η απόδειξη που θα του έδινε ήταν, είτε επίσημη είτε ανεπίσημη ή πρόχειρη ή χειροποίητη, έτσι ώστε, ενώ στην πρώτη περίπτωση, ο μάρτυρας είχε πρόβλημα να του δώσει απόδειξη, στη δεύτερη δεν είχε; Το πόσο παράλογος είναι ο εν λόγω ισχυρισμός του είναι ολοφάνερο. Συνεχίζοντας ο κατηγορούμενος (πάντοτε στην ανακριτική του κατάθεση) αναφέρει τα εξής: Τις επόμενες μέρες, ο Γιαννής τηλεφωνούσε στον Κωστή και γύρευε το Μ.Κ.3 και ο Κωστής, του έβρισκε διάφορες δικαιολογίες και του έλεγε πως δεν τον έβρισκε. Ο ίδιος ήθελε να έρθει σε επικοινωνία μαζί του για να του πει για την απόδειξη, αλλά δεν τον έβρισκε. Μετά από περίπου δυο - τρεις μήνες κανόνισε και έφερε πλατφόρμα μέσω του Ματθαίου Αναστασίου και ήρθε και ένα forklift και αφού φόρτωσαν το λυόμενο, το πήραν στο χωράφι του στην Αγιά Βαρβάρα. Καταλήγοντας αναφέρει τα εξής: «Μέχρι σήμερα ο Παναής δεν βρέθηκε να μου δώσει την απόδειξη.» Δυο ερωτήματα/απορίες ανακύπτουν από τους παραπάνω ισχυρισμούς του. Καταρχήν, για ποιο λόγο ο Γιαννής τηλεφωνούσε στον Κωστή και γύρευε τον Παναή, δηλαδή το Μ.Κ.3, για την απόδειξη και δεν τηλεφωνούσε ο ίδιος ή έστω ο Γιαννής, απευθείας, στο Μ.Κ.3; Έπειτα, αν υποτεθεί ότι ο ίδιος είναι τόσο έντιμος και ο Μ.Κ.3 τόσο ανέντιμος, όπως προσπάθησε να τον παρουσιάσει, γιατί, όταν αποφάσισε να πάρει το λυόμενο από το λατομείο στο χωράφι του, δεν πήρε ένα τηλέφωνο τον Κωστή και να του πει να ενημερώσει τον αδελφό του (Μ.Κ.3) για το γεγονός αυτό; Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχει και συνέχεια. Τελικά, τι από τα δυο ισχύει αφού είχε δώσει στο Μ.Κ.3 το ποσό των €6.000,00, χωρίς απόδειξη; Αυτό που λέει στην ανακριτική του κατάθεση και συγκεκριμένα, ότι τις επόμενες μέρες, ο Γιαννής τηλεφωνούσε στον Κωστή και γύρευε το Μ.Κ.3 για να του πει για την απόδειξη και αυτός του έβρισκε διάφορες δικαιολογίες και του έλεγε πως δεν τον έβρισκε ή ο ακόλουθος ισχυρισμός του, τον οποίο προέβαλε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης: «Τον έπαιρνα τηλέφωνο, δεν μου απαντούσε, εγώ και ο Γιαννής, έβαλα και το Γιαννή, δεν μου απαντούσε, μου απάντησε τρεις, τέσσερις φορές ο Κωστής και μας είπε ότι δεν τον εβρίσκει και έρχεται στο σπίτι για λίη ώρα και μετά εξαφανίζεται και έτσι δεν τον εντόπισα.»; Και επειδή, ως είναι φυσικό, ένα ψέμα απαιτεί περισσότερα για να καλυφτεί (αν και εφόσον μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο), εν τέλει, ποια από τις δύο θέσεις του ισχύει; Αυτή της ανακριτικής του κατάθεσης, σύμφωνα με την οποία, αφότου είχε δώσει τα λεφτά στο Μ.Κ.3 για την αγορά του λυόμενου, έκτοτε, παρά τις προσπάθειες που είχε καταβάλει προκειμένου να το βρει για να του δώσει απόδειξη, δεν βρέθηκε ή τα ακόλουθα που έχει αναφέρει αντεξεταζόμενος; Συγκεκριμένα, ότι, για τον ίδιο λόγο πήγε και στο σπίτι του μάρτυρα στη Λεμεσό, το βρήκε κάτω από τις σκάλες, ο μάρτυρας του απάντησε ότι θα κανόνιζε το θέμα με την απόδειξη, οπότε ο ίδιος, ακολούθως μπήκε μέσα στο αυτοκίνητό του νευριασμένος γιατί συζήτησε μαζί του και έφυγε. Όμως, η ευκολία με την οποία ο κατηγορούμενος κατέφευγε στο ψεύδος και προέβαλλε αντιφατικούς ισχυρισμούς, για το ίδιο θέμα καταφαίνεται και από τα εξής: όταν ρωτήθηκε από την κα Περγαντή, γιατί δεν είπε στην κατάθεσή του ότι πήγε στη Λεμεσό να βρει το Μ.Κ.3 για να του δώσει απόδειξη, απάντησε ως εξής: «Ούλλα τα άλλα που είπα στην κατάθεσή μου στον αστυνομικό έγραψε τα στην κατάθεσή μου, τζιαι εν να το γράψει τζιαι τούτο;» Εκτός του ότι, για λόγους που αναφέρονται στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.1), ο οποίος, του πήρε την ανακριτική κατάθεση θεωρώ ότι ο μάρτυρας, ο οποίος κρίθηκε καθ' όλα αξιόπιστος, κατέγραψε οτιδήποτε το οποίο του είχε αναφέρει στην κατάθεσή του, ακόμη και να μη συνέβαινε αυτό και να ίσχυε η θέση του ότι ο μάρτυρας δεν έγραψε όλα όσα του είχε αναφέρει, έχοντας υπόψη πως δεν του καταλογίζει και ότι στην ίδια κατάθεση, του αποδίδει και ισχυρισμούς που δεν προέβαλε, ανάμενα να μας εξηγούσε το εξής: πώς δικαιολογείται ο ισχυρισμός του, πως είπε στον εξεταστή ότι πήγε και στο σπίτι του Μ.Κ.3 και το βρήκε για να του δώσει την απόδειξη που του χρωστούσε, τον οποίο ο εξεταστής δεν κατέγραψε, με την τελευταία φράση του, με την οποία συμπληρώνεται η ανακριτική του κατάθεση, η οποία - για μια φορά ακόμη - ακολουθεί αυτούσια: «Μέχρι σήμερα ο Παναής (δηλαδή ο Μ.Κ.3) δεν βρέθηκε να μου δώσει την απόδειξη.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Όταν κλήθηκε από το δικηγόρο του να πει για ποιο λόγο πιστεύει ότι ο Μ.Κ.3 λέει πως δεν τον ξέρει και δεν του έδωσε απόδειξη, αλλά προέβηκε σε καταγγελία ο αδελφός του (Μ.Κ.2) εκ μέρους του, ότι του είχε κλέψει το επίδικο λυόμενο, απάντησε ως εξής: «Απ' ό, τι καταλαβαίνω τώρα, ήταν ότι το είχε προμελετήσει πιο νωρίς που μου πήρε τα χρήματα μέρες Χριστουγέννων και δεν είπε στον αδελφό του. Δεν το γνώριζε ο αδελφός του, ο κύριος Φώτης που είναι ο παραπονούμενος σήμερα.» Όσα ακολουθούν, τα οποία έχουν υποβληθεί από το δικηγόρο του στους δυο αυτούς μάρτυρες αποκαλύπτουν και πόσο επαμφοτερίζουσα είναι η εκδοχή του στις πλέον ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης. Ειδικότερα: Στον παραπονούμενο (Μ.Κ.2), καταρχήν υποβλήθηκε ότι ο αδελφός του (Μ.Κ.3) προέβηκε σε διάφορες πράξεις με διάφορους κατοίκους της περιοχής - ανάλογες με την επίδικη - όπου τους είχε πωλήσει διάφορα παλιοσίδερα και ακολούθως, ο ίδιος δήλωσε την κλοπή, εν αγνοία του, ενώ ο αδελφός του είχε συμφωνήσει να τα πωλήσει. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή οπότε και του υποβλήθηκε το εξής: «Περαιτέρω, σου υποβάλλω ότι γνώριζες ότι έγιναν αυτά τα συμβάντα και ότι ψεύδεσαι και ότι αποκρύπτεις την αλήθεια από το Δικαστήριο σήμερα. Προφανώς, ο μάρτυρας δεν μπορεί να γνώριζε ότι έγιναν τα συμβάντα που του είχαν υποβληθεί και την ίδια ώρα να τα κατάγγελλε ως κλοπή, εν αγνοία του, χωρίς να μου διαφεύγει και το εξής: ενώ υποβλήθηκε στο μάρτυρα, ότι ο αδελφός του (Μ.Κ.3) προέβηκε σε διάφορες - ανάλογες με την επίδικη - πράξεις, με διάφορους κατοίκους της περιοχής, ο κατηγορούμενος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ισχυρίστηκε ότι μετέβηκε στο σπίτι κάποιου Γιώργου Πουλλαούα για να το βοηθήσει, αν μπορούσε, εάν γνώριζε το Μ.Κ.3, διότι είναι και αυτός από τη Λεμεσό και του ανάφερε ότι τα ίδια πράγματα είχαν κάνει και σ' αυτόν. Συγκεκριμένα μετέβηκε στο λατομείο, πήρε κάποια πράγματα, κάποια παλιοσίδερα απ' εκεί, τα είχε πληρώσει στον Κωστή και μετά τον πήρε και αυτόν στην Αστυνομία, λέγοντας ότι μπήκε παράνομα στο λατομείο του και του πήρε τα πράγματα. Προφανώς, η Λεμεσός, απ' όπου είναι ο Γιώργος Πουλλαούας, δεν εμπίπτει στην περιοχή Μαμωνιών όπου βρισκόταν το επίδικο λατομείο, από το οποίο, όπως είχε υποβληθεί στο Μ.Κ.2, ο αδελφός του (Μ.Κ.3) είχε πωλήσει διάφορα παλιοσίδερα σε διάφορους κατοίκους της περιοχής, ενέργεια την οποία, ακολούθως, ο ίδιος, εν αγνοία του κατάγγειλε ως κλοπή. Και γιατί ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε το Γιώργο Πουλλαούα να τον επιβεβαιώσει; Προφανώς, επειδή, όσα ισχυρίστηκε ο ίδιος εξ ονόματός του είναι ανυπόστατα και ψευδή. Για το ίδιο θέμα, ας δούμε τώρα και τι υποβλήθηκε στο Μ.Κ.3: Ότι, τόσο ο ίδιος όσο και ο Μ.Κ.2 προβήκανε στην πώληση ορισμένων αντικειμένων, ένα από αυτά και το λυόμενο σπιτάκι, για τα οποία - αντικείμενα - προέβηκαν μετά σε καταγγελίες. Θα έλεγα πως, με μόνο λόγο την υποβολή αυτή καταρρέει συθέμελα η βασική θέση του κατηγορούμενου, ότι, ενώ ο Μ.Κ.3 του είχε πωλήσει το επίδικο λυόμενο, στη συνέχεια, ο αδελφός του (Μ.Κ.2), εν αγνοία του είχε καταγγείλει το γεγονός αυτό, ως κλοπή. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι την πρώτη φορά που πήγε στο λατομείο με τον Ιωάννη Περικλέους για να του δείξει το λυόμενο μπήκαν μέσα σ' αυτό, γιατί η μια πόρτα του ήταν ανοικτή, βασικά, παραβιασμένη. Όπως είπε ήταν παραβιασμένη η κλειδωνιά και σπασμένο το χερούλι, εσωτερικά ήταν καλά, εξωτερικά ήταν σπασμένο, αλλά η πόρτα άνοιγε. Φυσικά, στην ανακριτική του κατάθεση ισχυρίζεται απλώς, πως, όταν μαζί με το Γιαννή τον Περικλέους πήγαν στο λατομείο, αφού είδε το λυόμενο είπε στο Γιαννή ότι του κάνει, χωρίς να ισχυρίζεται ότι μπήκαν μέσα σ' αυτό. Προφανής ο λόγος που ισχυρίστηκε ότι η πόρτα του λυόμενου ήταν παραβιασμένη. Απέβλεπε στο να αντιμετωπίσει τον καθ' όλα λογικό ισχυρισμό του παραπονούμενου (Μ.Κ.2), ότι, η σχετική παραβίαση συνδέεται με την κλοπή του λυόμενου. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση που ευσταθούσε ο ισχυρισμός του, πως όταν πήγε στο λατομείο με το Γιαννή για να του δείξει το λυόμενο, επειδή η πόρτα του ήταν παραβιασμένη μπήκαν μέσα σ' αυτό, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: με ποιο δικαίωμα μπήκαν μέσα στο λυόμενο, χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη του, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός του, ότι στο λυόμενο υπήρχε ένα γραφείο, πιάτα και γυαλικά; Άξια αναφοράς είναι και η απάντησή του στην υποβολή της κας Περγαντή, ότι η κατάθεσή του είναι αυτή που έδωσε και υπόγραψε στην Αστυνομία, αφού προηγουμένως είχε ισχυριστεί ότι ο εξεταστής δεν κατέγραψε διάφορους ισχυρισμούς του στην ανακριτική του κατάθεση μα ούτε και του τη διάβασε προτού την υπογράψει, παρά μόνο, του είπε πως, ό,τι του έλεγε το έγραφε και ότι είναι μια τυπική διαδικασία οπότε και του έδειξε εμπιστοσύνη. Απαντώντας ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την παραπάνω υποβολή, έστω κι αν - για να επαναλάβω - το πρώτο πράγμα που είχε κάνει στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ήταν ότι υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης. Όπως είπε κατά λέξη, «Αυτή είναι η γνώμη η δική της κυρίας.» Όπως είπε αντεξεταζόμενος, το ποσό των €1.700,00 που του χρωστούσε ο Μ.Κ.3, ήταν το ήμισυ για τη δουλειά που του είχε κάνει στη φάρμα. Συγκεκριμένα, για το ξήλωμά της. Η μεταξύ τους συμφωνία διαλάμβανε ότι ο ίδιος θα ξήλωνε τη φάρμα και όσα πράγματα ήταν να βγουν, θα έπιαναν από μισά. Αυτά - τα οποία ο ίδιος αποκαλεί παλιοσίδερα ή μέταλλα - όπως είπε πωλήθηκαν από το Μ.Κ.3 σε κάποιο Οικονομίδη, γύρω στα €4.000,
- Ότι ο Μ.Κ.3 είχε πάρει το ποσό αυτό, του είχε πει ο ίδιος. Όταν στη συνέχεια του υποδείχθηκε ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, το ήμισυ του ποσού των €4.000,00 είναι €2.000,00, προφανώς, αντιλαμβανόμενος το μέγεθος της νέας αντίφασης στην οποία υπέπεσε, δεδομένου του ισχυρισμού του, ότι ο Μ.Κ.3 του χρωστούσε €1.700,00 - και όχι €2.000,00 -, ναι μεν είχε άμεση και έτοιμη απάντηση, πλην όμως, από το περιεχόμενό της εκτίθεται ακόμη περισσότερο. Όπως είπε απαντώντας, ήταν και ένα ποσό γύρω στα €250,00 με €300,00 για τα πετρέλαια του φορτηγού του αδελφού του Μ.Κ.3, το οποίο μετέφερε τα παλιοσίδερα στου Οικονομίδη. Μου φαίνεται πως διέλαθε της προσοχής του, ότι, ακόμη και να ευσταθούσε ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του και το ποσό που λάμβανα υπόψη για τα πετρέλαια είναι τα €300,00, που είναι και το μεγαλύτερο από τα δυο ποσά που έχει αναφέρει και πάλιν, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του, ότι, με το Μ.Κ.3 είχαν μοιραστεί το ποσό των €4.000,00, που υποτίθεται είναι το ποσό που αυτός είχε εισπράξει από τον Οικονομίδη, από την πώληση των παλιοσίδερων. Και τούτο, επειδή, σε τέτοια περίπτωση, ενώ ο ίδιος θα εισέπραττε το ποσό των €1.700,00, ο Μ.Κ.3, θα εισέπραττε το ποσό των €2.000,
- Όμως, ότι έλεγε ψέματα και επί του προκειμένου καταφαίνεται και από το εξής: δεδομένου του ισχυρισμού του πως είχε φορτώσει μόνος του τα παλιοσίδερα που είχε βγάλει από τη φάρμα του Μ.Κ.3, στο φορτηγό του αδελφού του Κωστή, τα οποία, ο τελευταίος μετέφερε στου Οικονομίδη, με μόνο, μια, διαδρομή και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, όσο ψιλές και να είναι οι τιμές των καυσίμων στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια, ομολογώ, μου ακούγεται άκρως παράλογο, για να το πιστέψω, ότι, το φορτηγό, για μια, μόνο, διαδρομή, κατανάλωσε καύσιμα αξίας, είτε €250,00, είτε €300,
- Και γιατί δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο τον Οικονομίδη, για να επιβεβαιώσει όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς του και ιδιαίτερα, τον ισχυρισμό του, ότι ο Οικονομίδης είχε καταβάλει στο Μ.Κ.3 με επιταγή, το ποσό των €4.000,00 για τα παλιοσίδερα που του είχε πουλήσει; Ή μήπως θεωρεί ότι και αυτό τον έωλο ισχυρισμό του είχε υποχρέωση να τον αποδείξει η κατηγορούσα αρχή, οπότε ανάμενε να παρουσιάσει αυτή ως μάρτυρα τον Οικονομίδη; Το πόσο ανυπόστατος και ψευδείς είναι ο ισχυρισμός του ότι προέβη στη συγκεκριμένη εργασία αποδεικνύεται και από το γεγονός, ότι, ενώ ισχυρίστηκε ότι η φάρμα στην οποία είχε εργαστεί ήταν κοντά στον Άγιο Αμβρόσιο και τις Κυβίδες, όταν του υποβλήθηκε ότι ο Μ.Κ.3 και η οικογένειά του δεν είχαν φάρμα μεταξύ των δυο αυτών χωριών και ότι η φάρμα τους ήταν στη Σωτήρα, που είναι πάρα πολύ μακριά από δυο αυτά χωριά και σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση ισχυρίστηκε πως θυμάται τη διαδρομή που είχαν κάνει. Αντεξεταζόμενος και πάλιν ισχυρίστηκε πως όταν η Αστυνομία πήγε στο χωράφι του όπου είχε τοποθετήσει το λυόμενο, σ' αυτό είχε δικά του πράγματα. Ερωτηθείς εάν είχε πράγματα μέσα απάντησε αρνητικά. Όπως είπε, το καθάρισε, δεν είχε κάποια, ιδιαίτερα πράγματα, μέσα. Φυσικά, απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε πως όταν ήρθε η Αστυνομία, το λυόμενο ήταν εντελώς άδειο. Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Υπάρχει όμως και συνέχεια. «Ε καλά, το γραφείο που είχαν μέσα;» ρωτήθηκε από την κα Περγαντή. «Επέταξα το.» απάντησε. «Πού το πέταξες;» ήταν η επόμενη ερώτηση. Και η απάντησή του: «Τζιαμαί στη φάρμα μου, έφκαλα ούλλα τα πράγματα που είχε μέσα το σπιτάκι που ήταν άχρηστα για εμένα και τα πέταξα.» «Τι πράγματα είχε; Αφού μίλησες μόνο για ένα γραφείο.» ήταν η επόμενη ερώτηση. Και η απάντησή του: «Πιάτα, γραφείο, κάτι πράγματα που είχαν δικά τους, κάτι κόλλες, κάτι που για εμένα ήταν άχρηστα.» Στη συνέχεια ρωτήθηκε γιατί δεν έβαλε κάπου όλα αυτά τα πράγματα και δεν τα παράδωσε στους ιδιοκτήτες τους και τα πέταξε. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι, βασικά, δεν τα φύλαξε επειδή ο Μ.Κ.3 δεν του απαντούσε τα τηλέφωνα. Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε πως, εκτός από το γραφείο και τα πιάτα, μέσα στο λυόμενο είχε και κρεβάτι στο δωμάτιο, κομοδίνα και άλλα προσωπικά αντικείμενα των ιδιοκτητών, απαντώντας ισχυρίστηκε πως ό,τι είχε τα πέταξε, επειδή δεν του κάνουν. Ακολούθησε η υποβολή: «Εγώ, σου υποβάλλω ότι και τώρα να πάμε εις την Αστυνομία, το σπιτάκι κρατείται τεκμήριο και είναι μέσα όλα τα προσωπικά αντικείμενα του Παναή (δηλαδή του Μ.Κ.3). Υπάρχει κομοδίνο μέσα, υπάρχει κρεβάτι, υπάρχει γραφείο, υπάρχουν διάφορα αντικείμενα, οικιακά σκεύη που χρησιμοποιούσαν στην κουζίνα.» Η απάντησή του, εκτός του ότι τον εκθέτει για ακόμη μια κραυγαλέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε, αποκαλύπτει και το μέγεθος της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε από την κα Περγαντή. Η απάντησή του ακολουθεί αυτούσια: «Μπορεί να τα έβαλαν οι αστυνομικοί, γιατί εγώ τα είχα έξω από το σπιτάκι, έξω από το σπιτάκι.» Πολύ νωρίς ξέχασε τον ισχυρισμό του, πως, ό,τι είχε μέσα στο λυόμενο, το είχε βγάλει από αυτό και το πέταξε επειδή δεν του έκανε. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Και ενώ, προκειμένου να με πείσει να δεχτώ την εκδοχή του, βασικά, το επεχείρησε με τέτοιο τρόπο, που έτεινε να πλήξει τον καλό χαρακτήρα καθώς και την εντιμότητα και των τριών μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, προβάλλοντας τη θέση, πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, καθ' ον χρόνο του λαμβανόταν από τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.1) η ανακριτική του κατάθεση, αρκετά πράγματα που του είχε αναφέρει, αυτός, ουσιαστικά, εξαπατώντας τον, του είπε πως είναι μια τυπική διαδικασία η ανακριτική του κατάθεση και δεν κατέγραψε σ' αυτή όσα του ανάφερε τα οποία συνθέτουν την εκδοχή του για ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης και σε ό,τι αφορά τους δυο άλλους μάρτυρες, κατά μια εκδοχή, τους καταλογίζει ότι, ενώ του είχαν πωλήσει το επίδικο λυόμενο, στη συνέχεια είχαν καταγγείλει ότι είχε κλαπεί, όσα ακολουθούν, τα οποία προέκυψαν κατά την αντεξέτασή του, αποκαλύπτουν, όχι μόνο πόσο αναξιόπιστος είναι ως μάρτυρας, αλλά και πόσο «καλού» χαρακτήρα είναι ο ίδιος. Ειδικότερα: Ερωτηθείς εάν εμφανίζεται για πρώτη φορά στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε πως ήρθε αρκετές φορές, για λαθροθηρία, για τροχαίες παραβάσεις, για κατοχή και χρήση ναρκωτικών και για μικροκλοπές που θεωρούσαν ότι ήταν ένοχος και τελικά είχε αθωωθεί. Ερωτηθείς ακολούθως εάν είχε και σοβαρότερα αδικήματα των μικροκλοπών, απάντησε αρνητικά. Παρόλα αυτά, όταν του υποβλήθηκε ότι το Γιαννή τον Περικλέους (που σύμφωνα με την εκδοχή του, ήταν αυτός που τον είχε πάρει στο λατομείο και του υπέδειξε το επίδικο λυόμενο και παρών κατά τη σύναψη της συμφωνίας αγοράς του από το Μ.Κ.3, στον οποίο είχε δώσει και €2.000,00 έναντι του συμφωνημένου τιμήματος πώλησής του κ.ο.κ.), το γνωρίζει, όχι από τα παιδικά τους χρόνια, αλλά, μαζί έκαναν κλεψιές και εκεί είναι που είχαν διαφωνήσει, βασικά, αποδεχόμενος εν μέρει την υποβολή, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε κάνει μαζί του κλεψιές, αλλά, ο Περικλέους, του είχε πωλήσει κάτι «ρίφκια κλεψιμιά», τα οποία έβαλε στη μάντρα του. Ερωτηθείς στη συνέχεια τι έγινε με τα ρίφκια, ισχυρίστηκε πως ήρθε η Αστυνομία και τα βρήκε στη μάντρα του, ότι ο ίδιος είπε στην Αστυνομία τι ακριβώς είχε γίνει και ο Περικλέους αρνήθηκε ότι του τα είχε πουλήσει. Με λίγα λόγια, αυτό που ομολόγησε είναι ότι ο φίλος του ο Περικλέους, ο οποίος, από ένα σημείο και μετά, στο Δικαστήριο, από φίλος του μετατράπηκε απλώς σε γνωστό του, τον οποίο επικαλέστηκε ουκ ολίγες φορές, προκειμένου να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του - φυσικά, χωρίς να τον παρουσιάσει στο Δικαστήριο για να καταθέσει - είναι είτε κλέφτης, είτε κλεπταποδόχος, ενώ το δεύτερο, πιθανότατα ισχύει και για τον ίδιο. Και ενώ η θέση του ήταν ότι στο Δικαστήριο είχε έρθει και για μικροκλοπές που θεωρούσαν ότι ήταν ένοχος και τελικά είχε αθωωθεί, ας δούμε πόσο βάσιμος είναι ο εν λόγω ισχυρισμός του, που αναδεικνύει και το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα. Ειδικότερα: «..γιατί δεν είπες την αλήθεια εφόσον αντιμετώπισες την υπόθεση 6242/05 του Ε.Δ. Πάφου, όπου καταδικάστηκες για την κατηγορία της διάρρηξης κτιρίου και κλοπή και σου επιβλήθηκε εγγύηση €3.417,20 για δύο χρόνια να τηρείς το νόμο και την τάξη; Εν μικροκλοπή τούτη;» ρωτήθηκε από την κα Περγαντή. Απάντησε ως εξής: «Δεν προσπάθησα να αποκρύψω κάτι, αλλά δε θυμάμαι όλες τις υποθέσεις που ήρθα Δικαστήριο, γιατί ήρθα πολλές φορές ως ύποπτος και έφευγα χωρίς να κατηγορηθώ και σε άλλες κατηγορήθηκα και καταδικάστηκα, αλλά δεν τις θυμάμαι όλες.» Ότι βασικά, εν τέλει παραδέχθηκε τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, που προφανώς, δεν αποτελεί μικροκλοπή, στην οποία μάλιστα, όπως καταρχήν, αναληθώς είχε ισχυριστεί, αθωώθηκε, αποδεικνύεται από την απάντησή του στην επόμενη ερώτηση, με την οποία κλήθηκε να πει πού ήταν το κτίριο που διέρρηξε στην υπόθεση που του είχε αναφερθεί. «Δε θυμάμαι.» απάντησε. Όχι ότι δε διέπραξε το συγκεκριμένο αδίκημα. Στη συνέχεια ρωτήθηκε αν είναι αλήθεια, ότι στις 7/12/2007 καταδικάστηκε στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης, στις κατηγορίες της διάρρηξης εκκλησίας και της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός και ότι του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης έξι μηνών, σε κάθε κατηγορία. Απαντώντας ισχυρίστηκε πως ήταν κατηγορούμενος με δυο άλλα πρόσωπα στην εν λόγω υπόθεση και ότι παραδέχθηκε ο 1ος κατηγορούμενος, ενώ ο ίδιος και ο 2ος κατηγορούμενος είχαν αθωωθεί αν θυμάται καλά. Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε πως δε θυμάται καλά και ότι καταδικάστηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση ισχυρίστηκε ότι σε καμιά περίπτωση θα πήγαινε φυλακή για έξι μήνες και να μην το θυμάται. Ότι προφανώς είχε καταδικαστεί και σ' αυτή την υπόθεση και απλώς προσποιήθηκε πως δε θυμόταν καταφαίνεται από τα εξής: καταρχήν είναι τόσο σοβαρή κατηγορία αυτή της διάρρηξης, που και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, κάποιος ο οποίος κατηγορείται γι αυτή και παρουσιάζεται στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να ισχυρίζεται και να θέλει να γίνει πιστευτός, πως δεν είναι σίγουρος κατά πόσο είχε καταδικαστεί ή αθωωθεί, ισχυριζόμενος πως έχει αθωωθεί αν θυμάται καλά. Ακολούθως τίθεται και ερώτημα, πώς είναι δυνατό, χωρίς να έχει καταδικαστεί στην κατηγορία της διάρρηξης εκκλησίας, να γνωρίζει ποια εκκλησία είχε διαρρηχθεί και που βρίσκεται αυτή. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση πρόκειται για την «Παναγία του Σίντι» η εκκλησία, στα Κελοκέδαρα. Το πόσο άβολα θα πρέπει να ένιωσε, όταν η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, του αποκάλυπτε - βάσει στοιχείων - την μια καταδίκη του μετά την άλλη καταφαίνεται και από την απάντησή του στην ερώτηση, αν είναι αλήθεια, ότι στις 29/12/2015, δηλαδή, ενάμισι, μόλις, μήνα, προηγουμένως είχε καταδικαστεί σε υπόθεση παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', σε πρόστιμο €250,
- Ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν. Φυσικά, όταν του υποβλήθηκε - και πολύ ορθά - ότι η εν λόγω καταδίκη του είναι εντελώς πρόσφατη, έστω έμμεσα, ουσιαστικά, δεχόμενος κι αυτή την καταδίκη ισχυρίστηκε πως είπε και πριν ότι συνελήφθηκε και ήρθε στο Δικαστήριο δυο τρεις φορές για παρόμοιας φύσης αδίκημα. Όσα ακολουθούν, θα έλεγα πως συνθλίβουν πλήρως την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, αφού - για να επαναλάβω - κάποια στιγμή ισχυρίστηκε ότι στο Δικαστήριο είχε έρθει και για μικροκλοπές που θεωρούσαν ότι ήταν ένοχος, στις οποίες, εν τέλει είχε αθωωθεί. «Είναι αλήθεια ότι καταδικάστηκες στην υπόθεση 7847/10 στις 21/5/2013, σε τέσσερις κατηγορίες, πρώτο, διάρρηξης καταστήματος, έξι μήνες φυλακή, με αναστολή για τρία χρόνια, δεύτερο, για κλοπή, τρεις μήνες φυλακή, με αναστολή για τρία χρόνια, τρίτο, κακόβουλη ζημιά και τέταρτο, κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός, τρεις μήνες στην κακόβουλη ζημιά και τέσσερις μήνες στην τελευταία, με αναστολή;» ρωτήθηκε από την κα Περγανή. Και η απάντησή του: «Είναι αλήθεια παραδέχτηκα την ενοχή μου, απολογήθηκα και πληρώνω για τα λάθη μου.» Η απάντησή του στην προτελευταία υποβολή που του είχε γίνει δεν αποδεικνύει απλώς, κάποια νέα αντίφαση, στην οποία υπέπεσε. Αποδεικνύει και κάτι ακόμη. Ότι φαίνεται να υποτιμά και τη νοημοσύνη μας. Συγκεκριμένα, του υποβλήθηκε ότι έκλεψε το επίδικο λυόμενο. Απαντώντας, στην απέλπιδα προσπάθειά του να με πείσει ότι το είχε αγοράσει, μεταξύ άλλων, προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι το αγόρασε και το πήρε σε δική του ιδιοκτησία και το τοποθέτησε στο σχέδιο της μάντρας του, ενώ προέβαλε και ο επιχείρημα, πως δε θα μπορούσε να πάρει ένα κλοπιμαίο και να το βάλει σε δική του τοποθεσία και να το δηλώσει και να βγάλει σ' αυτό σχέδια. Ακολουθούν τα σχόλιά μου: Εν τέλει, τι από τα δυο που έχει αναφέρει για το ίδιο θέμα ισχύει; Ο ισχυρισμός του, ότι, αφού αγόρασε το λυόμενο, το πήρε σε δική του ιδιοκτησία και το τοποθέτησε στο σχέδιο της μάντρας ή αυτό που είχε πει στο στάδιο της κυρίως εξέτασης και συγκεκριμένα, ότι το χωράφι στο οποίο είχε βάλει μέσα το λυόμενο, ήταν δικής του ιδιοκτησίας, στο οποίο ήθελε να κάνει μάντρα και στο σχέδιο που είχε πάρει προέβλεπε να έχει κάποιο σπιτάκι για τον κτηνοτρόφο που θα έχει η φάρμα; Όμως, είτε τη μια εκδοχή του λάβω υπόψη είτε την άλλη, γιατί δεν παρουσίασε το κατ' ισχυρισμό του σχέδιο, αν υπήρχε τέτοιο σχέδιο; Η απάντηση είναι εύκολη. Επειδή, πολύ απλά, και επί τούτου, έλεγε ψέματα. Για το επιχείρημα του δε, πως δε θα μπορούσε να πάρει ένα κλοπιμαίο και να το βάλει σε δική του τοποθεσία, η εξήγησή μου γιατί συνέβη αυτό είναι ακόμη πιο απλή. Μιλάμε για ένα ολόκληρο σπίτι, το επίδικο λυόμενο, βάρους πέντε τόνων και διαστάσεων 12μ. x 3μ., το οποίο, ασφαλώς δεν μπορούσε να κρύψει σε κάποιο συρτάρι του γραφείου του, είτε οπουδήποτε αλλού σε κάποιο κλειστό χώρο. Εξάλλου, στο βαθμό που μπορούσε να πάρει κάποια μέτρα προκειμένου να μην αποκαλυφθεί η πράξη του, τα έλαβε. Προφανώς, μόνο αυτός είχε λόγο να αφαιρέσει από το εξωτερικό μέρος του λυόμενου την ξύλινη πινακίδα (βλ. τη φωτογραφία - τεκμήριο 16 - ), η οποία, ως δηλωτική της ταυτότητας του λυόμενου, θα μπορούσε να οδηγήσει πιο εύκολα στον ιδιοκτήτη του, έστω κι αν, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του υπόβαλε στο Μ.Κ.3 ότι εκείνος είχε αφαιρέσει τα διακριτικά από το λυόμενο, παραπέμποντας στην εν λόγω πινακίδα. Ούτε και αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο θα μπορούσε ο μάρτυρας να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, εάν ευσταθούσε η εκδοχή του κατηγορούμενου, αναφορικά με τον τρόπο που το λυόμενο περιήλθε στην κατοχή του, σε αντίθεση με τον τελευταίο, ο οποίος, έχοντας υπόψη τον πραγματικό τρόπο που συνέβη αυτό, είχε κάθε λόγο να θέλει να εξαφανίσει οτιδήποτε θα μπορούσε να τον εκθέσει για την πράξη του. Τέλος, επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, στη γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι το επίδικο λυόμενο μεταφέρθηκε από αυτόν μέσα από αρκετά χωριά «μέρα μεσημέρι», χωρίς προσπάθεια απόκρυψης της μεταφοράς του, περιορίζομαι να πω τούτο∙ ακόμη και να αποτελούσε γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε το λυόμενο στο χωράφι του κατά τη διάρκεια της ημέρας, η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, θα ήταν και πάλιν η ίδια. Ωστόσο, οφείλω να υποδείξω στον κ. Δανιήλ, ότι, ο κατηγορούμενος, ουδέποτε ισχυρίστηκε πως ήταν μέρα όταν παρέλαβε το λυόμενο από το λατομείο και το μετέφερε στο χωράφι του. Επί του ίδιου θέματος, προφανώς απορρίπτω και όσα έχει αναφέρει για το λόγο για τον οποίο, όπως είπε δεν είχε ζητήσει από το Μ.Κ.3 τα κλειδιά του λυόμενου, όταν, υποτίθεται είχαν συναντηθεί στο λατομείο και του έδωσε το ποσό των €6.000,00 για την αγορά του λυόμενου. Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική και σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Εάν ευσταθούσε η εκδοχή του, ως προς τον τρόπο απόκτησης του λυόμενου, ακόμη και να μη ζητούσε ο ίδιος από το Μ.Κ.3 τα κλειδιά του, και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ο τελευταίος, δεν μπορεί να μην του είχε προτείνει, τουλάχιστον να τα παραλάβει. Και φυσικά, όχι απλώς δεν αποδέχομαι μα ούτε και λαμβάνω υπόψη τον ισχυρισμό του, πως, όταν δήθεν συναντήθηκαν με το μάρτυρα στο λατομείο και του έδωσε τα λεφτά για την αγορά του λυόμενου, η κλειδαριά μιας από τις πόρτες του ήταν παραβιασμένη, με αφαίρεση της κλειδαριάς. Συν τοις άλλοις, ουδέποτε υποβλήθηκε κάτι τέτοιο, είτε στο Μ.Κ.2 είτε στο Μ.Κ.
- Η απάντησή του στην τελευταία υποβολή που του είχε γίνει τον οδήγησε σε δυο ακόμη κραυγαλέες αντιφάσεις. Η υποβολή ήταν, πως όλα αυτά που είπε στο Δικαστήριο ήταν ένα παραμύθι που έπλασε και όλες οι λεπτομέρειες που είπε στο Δικαστήριο μα όχι στην ανακριτική του κατάθεση, του τα μετέφερε ο φίλος του ο Γιάννης ο Περικλέους που γνώριζε τους παραπονούμενους. Απάντησε ως εξής: «Όχι. Ο Γιαννής, μου γνώρισε τους παραπονούμενους και μέσω του έκανα τη συναλλαγή και αγορά του λυόμενου.» Τελικά, τι από όσα ακολουθούν ισχύει; Ότι ο Γιαννής, του είχε γνωρίσει τους παραπονούμενους, δηλαδή τους Μ.Κ.2 και 3 και μετά έκανε τη συναλλαγή αγοράς του λυόμενου από το Μ.Κ.3 ή ότι γνώριζε μόνο το Μ.Κ.3 από προηγουμένως, λόγω της εργασίας που είχε κάνει στη μάντρα του, για την οποία του χρωστούσε τα €1.700,00 και μέσω του Γιαννή, ο οποίος, τους έφερε εκ νέου σε επαφή συμφώνησαν να αγοράσει το επίδικο λυόμενο, για το ποσό των €6.000,00 και να του χαρίσει ο ίδιος το ποσό των €1.700,00 που του χρωστούσε για την εργασία που του είχε κάνει προηγουμένως; Ακολούθως, τελικά, το Μ.Κ.2, του τον είχε γνωρίσει ο Γιαννής, προτού αγοράσει το λυόμενο από το Μ.Κ.3 ή δε το γνώριζε καθόλου τότε και έμαθε γι αυτόν στην Αστυνομία, όταν τον είχαν καλέσει τηλεφωνικώς να μεταβεί εκεί, μετά που ο μάρτυρας τον είχε καταγγείλει ότι του είχε κλέψει το λυόμενο; Ας δούμε τώρα και που τοποθετεί στη Λεμεσό το σπίτι του Μ.Κ.3, στο οποίο, όπως είναι η θέση του μετέβη μαζί με το Γιαννή τον Περικλέους και συμφώνησαν με το μάρτυρα την αγορά από τον ίδιο του επίδικου λυόμενου. Ειδικότερα: Στην ανακριτική του κατάθεση, το τοποθετεί στην περιοχή «τούρτζικα». Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του επεξήγησε ότι η εν λόγω περιοχή, αν δεν κάνει λάθος είναι κοντά στο παλιό λιμάνι, παραθαλάσσια. Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς εάν επιβεβαιώνει τους παραπάνω ισχυρισμούς του, δηλαδή, ότι το σπίτι του Μ.Κ.3 ήταν κοντά στο παλιό λιμάνι και παραθαλάσσια, «το παραθαλάσσια.. πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο. Όχι δίπλα στη θάλασσα.» απάντησε. Όταν λίγο αργότερα, του υποβλήθηκε ότι αυτά που είπε για τη διαδρομή που οδηγεί στο σπίτι του μάρτυρα, τα έμαθε εκ των υστέρων, μετά την τελευταία δικάσιμο, για να καλύψει τα κενά του, απαντώντας, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι μετέβηκε πρόσφατα στο σπίτι του μάρτυρα και διαπίστωσε ότι είχαν γίνει πάρα πολλές αλλαγές με καινούργιες μεταλλικές κατασκευές των τελευταίων επτά - οκτώ μηνών και η απόσταση του λιμανιού - που έχει και κίνηση - με το αυτοκίνητο το μεσημέρι, για να μεταβείς από το σπίτι του Μ.Κ.3 στο λιμάνι είναι επτά λεπτά, μέσα σε κίνηση. Όταν όμως, λίγο αργότερα, του υποβλήθηκε ότι το σπίτι του μάρτυρα, ούτε κοντά στο παλιό λιμάνι είναι μα ούτε και παραθαλάσσιο, αλλά πολύ πιο μακριά, περίπου τέσσερα χιλιόμετρα από το παλιό λιμάνι, απάντησε ως εξής: «Συμφωνώ ότι είναι περίπου στα τέσσερα χιλιόμετρα, αλλά, θεωρώ ότι είναι πολύ κοντινή η απόσταση πέντε με επτά λεπτά με το αυτοκίνητο να διανύσεις τέσσερα χιλιόμετρα.» Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε με τους παραπάνω ισχυρισμούς του θεωρώ πως, με αυτούς, για ακόμα μια φορά υποτιμά και τη νοημοσύνη μας. Καταρχήν, διερωτώμαι πόσο λογικό είναι το να αποκαλεί μια απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από τη θάλασσα, είτε κοντινή προς το παλιό λιμάνι, είτε ακόμη, παραθαλάσσια. Διερωτώμαι ακόμη και πόσο λογικό είναι το να ισχυρίζεται ότι μια τέτοια απόσταση, δηλαδή τεσσάρων χιλιομέτρων μπορεί να διανυθεί με αυτοκίνητο, μέσα σε κίνηση, σε πέντε λεπτά, αφού, για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να οδηγεί το αυτοκίνητό του με ταχύτητα 48 χ.α.ω., κάτι που προφανώς, εξ αντικειμένου είναι αρκετά δύσκολο - αν όχι αδύνατο - να μπορεί να συμβεί με κίνηση στους δρόμους της πόλης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ας δούμε τώρα και που βρήκε το ποσό των €4.000,00 που έδωσε στο Μ.Κ.3 έναντι του τιμήματος πώλησης του επίδικου λυόμενου. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση της κας Περγαντή, διατηρούσε κατάστημα με internet cafe και το έκλεισε κατά την επίδικη περίοδο οπότε και φύλαξε όσα λεφτά είχε ενώ πήρε και κάποια άλλα λεφτά, από άλλες δουλειές που έκανε παλιοσίδερα. Όταν όμως σε κάποια, άλλη, δικάσιμο ρωτήθηκε από την κα Πεγαντή για τη χρονολογία που διατηρούσε το cafe, «δε θυμάμαι ακριβώς, αλλά έχω χαρτιά στο σπίτι που αποδεικνύουν πότε το είχα.» απάντησε. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι το είχε για περίοδο ενός χρόνου. Το μέγεθος της νέας αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Προφανώς, εάν το είχε για ένα χρόνο το καφέ και το έκλεισε την επίδικη περίοδο, δεν μπορεί να ισχυρίζεται πως δε θυμάται ποια χρονολογία το διατηρούσε και να παραπέμπει σε χαρτιά που είχε στο σπίτι, τα οποία, αν είχε, διερωτώμαι και γιατί δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο την επομένη που συμπληρώθηκε η μαρτυρία του. Συνεχίζοντας η κα Περγαντή να τον αντεξετάζει για το ίδιο θέμα, το ρώτησε εάν ως ιδιοκτήτης του καφέ που ήταν, ήταν γραμμένος στο Φ.Π.Α., στις κοινωνικές ασφαλίσεις και γενικά εάν διέθετε όλα όσα χρειάζονται για να διατηρεί κανείς μια επιχείρηση και ειδικά, αν είχε τραπεζικό λογαριασμό. Απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς για το λόγο, ισχυρίστηκε πως δεν είχε κάποιο λόγο. Ασφαλώς και δεν είχε κάποιο λόγο, επειδή, πολύ απλά, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι διατηρούσε την εν λόγω επιχείρηση στον ουσιώδη χρόνο, την οποία, είμαι βέβαιος ότι εφεύρε προκειμένου να τεκμηριώσει τον ανυπόστατο ισχυρισμό του, ότι δήθεν είχε δώσει στο Μ.Κ.3 το ποσό των €4.000,
- Κατ' ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής και σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής: Η εταιρεία Ελευθέριος Ιωάννου & Υιοί Λατομεία Λτδ, στις 25/9/2008 αγόρασε από την εταιρεία Teu Conservices Ltd το επίδικο λυόμενο, για το ποσό των €14.375,
- Για την τιμή αγοράς του παραπέμπω στη σχετική κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 24). Το λυόμενο είχε αγοραστεί μέσω του παραπονούμενου, Φώτη Ιωάννου (Μ.Κ.2), ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο ήταν - μαζί με τα άλλα τέσσερα αδέλφια του - εκ των μετόχων της εταιρείας Ελευθέριος Ιωάννου & Υιοί Λατομεία Λτδ (ανωτέρω). Μέτοχος της εν λόγω εταιρείας που είναι οικογενειακή, μέχρι και το θάνατό του στις 17/7/2008 ήταν και ο πατέρας του παραπονούμενου (βλ. το σχετικό πιστοποιητικό μετόχων της εταιρείας - τεκμήριο 11 -). Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Μ.Κ.3 ήταν και εκ των διευθυντών της ίδιας εταιρείας. Το επίδικο λυόμενο, βάρους πέντε τόνων, διαστάσεων 12μ. x 3μ. (το οποίο εμφαίνεται στις φωτογραφίες 1 και 2 - μέρος του τεκμηρίου 1 - καθώς και στη φωτογραφία - τεκμήριο 17 - ), στον ουσιώδη χρόνο ήταν τοποθετημένο σε παλιό λατομείο της εν λόγω εταιρείας, το οποίο βρίσκεται σε περιοχή μεταξύ των χωριών Φασούλας/Μαμωνιών Πάφου. Εξωτερικά του λυόμενου υπήρχε τοποθετημένη ξύλινη πινακίδα, στην οποία αναγράφονται διάφοροι αριθμοί, δηλωτικοί της ταυτότητάς του, όπως, ο μήνας και το έτος αγοράς του καθώς ο αριθμός κατασκευής του (βλ. τη φωτογραφία - τεκμήριο 16 -). Παρότι το λυόμενο είχε αγοραστεί από την εταιρεία, εντούτοις, όταν αυτή ουσιαστικά είχε διαλυθεί, επειδή, για σκοπούς αποπληρωμής του, ο παραπονούμενος κατέβαλλε κάθε μήνα στην πωλήτρια εταιρεία, το ποσό των €300,00, συμφωνήθηκε μεταξύ των πέντε αδελφιών - μετόχων της εταιρείας, να το πάρει εκείνος. Ότι τουλάχιστον για τα έτη 2011 και 2012, αυτός κατέβαλλε τις δόσεις αποπληρωμής του λυόμενου, αποδεικνύεται και από τις δυο καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 27 και 28) που τηρούσε η πωλήτρια εταιρεία, για τα δυο αυτά έτη. Η αξία του λυόμενου στον ουσιώδη χρόνο ήταν περίπου €10.000,
- Όταν ο παραπονούμενος, ο οποίος, θα πρέπει να σημειωθεί διαμένει στη Λεμεσό, στις 28/4/2012, μετά από πληροφορία που είχε πάρει ότι το λυόμενο είχε κλαπεί μετέβη στο χώρο του λατομείου, διαπίστωσε ότι το λυόμενο δε βρισκόταν εκεί. Το είχε δει για τελευταία φορά εκεί, πριν από ενάμισι μήνα. Στο πλαίσιο των προσπαθειών του για εντοπισμό του λυόμενου που ακολούθησαν, δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστό του πρόσωπο, το οποίο του ανάφερε ότι το λυόμενο που ψάχνει βρισκόταν στο χωράφι του «Πίκολο» στην Τίμη. Αφού κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, οι σχετικές εξετάσεις που ακολούθησαν, οδήγησαν στον κατηγορούμενο, ο οποίος, θα πρέπει να σημειωθεί παραδέχεται ότι φέρει το παρατσούκλι «Πίκολο». Αυτός, στο πλαίσιο της ανακριτικής κατάθεσής που του είχε ληφθεί από τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.1), στις 30/4/2012 προέβαλε τον αναληθή ισχυρισμό, ότι το επίδικο λυόμενο, το είχε αγοράσει από το Μ.Κ.3, για το ποσό των €6.000,
- Παραδέχθηκε ωστόσο, ότι, αφού το παρέλαβε από το λατομείο, το μετέφερε στο χωράφι του στη βιομηχανική περιοχή Αγίας Βαρβάρας, εκεί όπου το βρήκε ο εξεταστής της υπόθεσης, κατά τη διάρκεια της έρευνας που διεξήγαγε την ίδια μέρα, μετά το πέρας της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 15/3/2012 και 28/4/2012, στο χωριό Μαμώνια της επαρχίας Πάφου έκλεψε ένα προκατασκευασμένο μεταλλικό σπίτι, βάρους 5 τόνων, αξίας €10.000,00, περιουσία του Φώτη Ιωάννου και της εταιρείας Ελευθέριος Ιωάννου & Υιοί Λατομεία Λτδ, από τη Λεμεσό. Στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 γίνεται εκτενής αναφορά στο αδίκημα της κλοπής, κατά το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Για ό,τι μας αφορά, το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής.» Ειδικά για το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος προστίθενται και τα εξής, από την ίδια απόφαση: η πρόθεση τελεσίδικης αποστέρησης της περιουσίας, επειδή δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία και αποτελούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Άτομο, προστίθεται, έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο είχε λάβει την επίδικη περιουσία αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Ότι αυτή ανήκε στον παραπονούμενο, Φώτη Ιωάννου και στην εταιρεία Ελευθέριος Ιωάννου & Υιοί Λτδ, στην οποία ο παραπονούμενος είναι εκ των μετόχων της έχει επίσης αποδειχθεί. Έχει ακόμη αποδειχθεί ότι παραπονούμενος, ουδέποτε είχε δώσει στον κατηγορούμενο τη συγκατάθεσή του να λάβει κατοχή του επίδικου λυόμενου και να το τοποθετήσει στο χωράφι του, ενώ, ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι το είχε αγοράσει από τον αδελφό του παραπονούμενου, Παναγιώτη Ιωάννου είναι ψευδής. Σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι η επίδικη περιουσία είναι αξίας, περίπου €10.000,00, το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Αυτονόητο πως έχει αποδειχθεί και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αφού, ο κατηγορούμενος, κανένα δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης του επίδικου λυόμενου είχε ή απόκτησε οποτεδήποτε, ενώ, η επιμονή του να προβάλλει τον εν λόγω ψευδή ισχυρισμό καθώς και ότι είχε αγοράσει το λυόμενο από τον αδελφό του παραπονούμενου, για το ποσό των €6.000,00 και ότι αυτό του ανήκει νόμιμα αποδεικνύει και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Δηλαδή, την πρόθεσή του να αποστερήσει μόνιμα την εν λόγω περιουσία από τους ιδιοκτήτες της. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal /Final Αναφορά: Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο