← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γεώργιος Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2821/15, 24/6/2016

Δημοκρατία ν. Γεώργιος Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2821/15, 24/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2016:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2821/15 Δημοκρατία εναντίον

  1. Γεώργιος Μιχαηλίδης
  2. Φειδίας Σαρίκας
  3. Ευστάθιος Ευσταθίου
  4. Βασίλειος Βασιλείου
  5. Γιώργος Σιαηλής Κατηγορουμένων ------------- Ημερομηνία: 24 Ιουνίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία : κ. Ν. Κέκκος με κ. Α. X"Κύρου Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Χ. Χ"Λοίζου Για τον κατηγορούμενο 2: κα Μ. Πιερή για κ. Τριανταφυλλίδη και κ. Παυλίδη Για τον κατηγορούμενο 3: κα Θεοφάνους προσωπικά και για κ. Σ. Αγγελίδη και κα Ιγνατίου Για τον κατηγορούμενο 4: κα Ε. Γεωργιάδου προσωπικά και για κ. Γ. Θωμά Για τον κατηγορούμενο 5: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 - παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, μετά την παρουσίαση στο Δικαστήριο 26 μαρτύρων κατηγορίας προς απόδειξη της υπόθεσης της πλευράς του, δήλωσε προς το Δικαστήριο ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δεν προτίθεται να κλητεύσει οποιοδήποτε άλλον από τους μάρτυρες τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Ταυτόχρονα, δήλωσε την ετοιμότητα της πλευράς του να προσφέρει, για σκοπούς αντεξέτασης, όλους τους εναπομείναντες μάρτυρες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, πλην ενός, του Γιώργου Μπάφα, Μ.51 στον κατάλογο μαρτύρων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου αρ. 1, ζήτησε όπως κλητευθεί από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, για σκοπούς αντεξέτασής του από την πλευρά του, ο Θουκιδίδης Χρυσοστόμου, Μ15 στο κατηγορητήριο, πράγμα το οποίο και έγινε. Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του ως άνω μάρτυρα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου αρ. 2, υπέβαλε με τη σειρά του, αίτημα, όπως ο μάρτυρας 51 επί του κατηγορητηρίου, Γιώργος Μπάφας, κλητευθεί από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής για σκοπούς αντεξέτασης του από τον συνήγορο του κατηγορούμενου αρ.
  6. Το αίτημα του, ως εξήγησε στο Δικαστήριο, εδράζεται σε δύο βάσεις. Αφενός, στην υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να κλητεύσει και να παρουσιάσει τον περί ου ο λόγος μάρτυρα, τουλάχιστον για σκοπούς αντεξέτασης, καθ' ην έκταση η ίδια τον συμπεριέλαβε στον κατάλογο των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Αυτή την εξέλιξη, εισηγήθηκε περαιτέρω, επιβάλλει και η αναγκαιότητα όπως η Κατηγορούσα Αρχή κατά την άσκηση των εξουσιών της για το ζήτημα, ενεργεί κατά τρόπο ακριβοδίκαιο για την υπεράσπιση προάγοντας ταυτόχρονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αφετέρου, προέκρινε, το ως άνω αίτημα του στηρίζει στη δυνατότητα που παρέχει προς τούτο το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, με δεδομένο, ως ειδικότερα εξήγησε παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική μαρτυρία, ότι έχει ήδη τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, εξ ακοής μαρτυρία που σχετίζεται και αποδίδεται στον συγκεκριμένο μάρτυρα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, αναφερόμενος στο δικαίωμα της τελευταίας να αποφασίζει ποιους μάρτυρες θα καλεί και την ευρύτητα της εξουσίας που έχει προς τούτο, υπεραμυνόμενος της επιλογής του να μην καλέσει τελικά το συγκεκριμένο μάρτυρα, ούτε να τον κλητεύσει προσφέροντας τον προς αντεξέταση στην υπεράσπιση, προέβαλε ως λόγο προς τούτο το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί το εν λόγω πρόσωπο μη αξιόπιστο μάρτυρα. Η Κατηγορούσα Αρχή, υπέδειξε, δεν έχει υποχρέωση να καλέσει μάρτυρα τον οποίο η ίδια θεωρεί ότι δεν αποτελεί μάρτυρα της αλήθειας ενώ η μαρτυρία του είναι ασυμβίβαστη και εναντίον της υπόθεσης που θέλει να αποδείξει. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του και της κατάληξης του ότι πρόκειται περί αναξιόπιστου μάρτυρα, παρέπεμψε σε αναφορές και τοποθετήσεις του περί ου ο λόγος προσώπου σε καταθέσεις που αυτός προέβη κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, σε συνδυασμό με την εμπλοκή του στην υπό συζήτηση υπόθεση, υποδεικνύοντας ότι σε κάποιο στάδιο σε βάρος του συγκεκριμένου προσώπου εκδόθηκε και διάταγμα προσωποκράτησης ως ύποπτου για τη διάπραξη αδικημάτων σχετικών με την υπό συζήτηση υπόθεση. Αναφερόμενος περαιτέρω στο αίτημα της πλευράς της Υπεράσπισης του κατηγορουμένου αρ.2, όπως κλητευθεί ο περί ου λόγος μάρτυρα για να αντεξεταστεί από την υπεράσπιση του κατηγορούμενου αρ. 2 στη βάση των προνοιών του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, υπέδειξε ότι τούτο, υπό τις περιστάσεις της υπό εξέταση υπόθεσης, θα ήταν τουλάχιστον ανορθόδοξο, αφού με αυτό τον τρόπο θα κλητευθεί ως μάρτυρας της πλευράς του, πρόσωπο που ευθύς εξ' αρχής η πλευρά της κατηγορούσας αρχής δηλώνει ότι πρόκειται για πρόσωπο που δεν λέει την αλήθεια, είναι αναξιόπιστο, στη μαρτυρία του οποίου, είτε αυτή είναι άμεση είτε εξ' ακοής δεν θα καλέσει το Δικαστήριο να στηριχθεί. Αποτέλεσε θέση του πως από τη στιγμή που η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής διαδηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται το συγκεκριμένο μάρτυρα, ούτε θα στηριχτεί στη μαρτυρία και τις αναφορές του, αφού δεν θεωρεί ότι αποτελεί μάρτυρα που θα πει την αλήθεια στο Δικαστήριο, η κλήτευση από την πλευρά της του συγκεκριμένου μάρτυρα, μέσω του μηχανισμού του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως νόμου, ουσιαστικά θα αποτελούσε καταστρατήγηση του δικαιώματος της Κατηγορούσας Αρχής να μην κλητεύσει μάρτυρα που η ίδια θεωρεί αναξιόπιστο. Η πλευρά της Υπεράσπισης, σημείωσε τέλος, έχει κάθε δικαίωμα, αφού πιστεύει ότι μπορεί να βοηθήσει στην παρουσίαση της υπόθεσης της ο περί ου ο λόγος μάρτυρας, να κλητεύσει η ίδια το συγκεκριμένο μάρτυρα. Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, σε συνάρτηση πάντα με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου αρ.2, ότι η εξέταση του όλου ζητήματος που εδώ απασχολεί θα πρέπει να γίνει χωρίς το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του γεγονότα που δεν τέθηκαν ενώπιον του σε προγενέστερο στάδιο, μέσω ανάλογης προς τούτο μαρτυρίας, στα οποία, ως γίνεται κατανοητό, περιλαμβάνει και τις τρείς καταθέσεις του μάρτυρα αρ. 51 στο κατηγορητήριο, που ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της προσπάθειας να δικαιολογήσει την επιλογή του να μην κλητεύσει η Κατηγορούσα Αρχή τον περί ου ο λόγος μάρτυρα, κρίνουμε χρήσιμο να σημειώσουμε πως στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν υπήρξε αμφισβήτηση από οποιονδήποτε παράγοντα της διαδικασίας, της πλευράς του κατηγορουμένου 2 περιλαμβανομένου, της ύπαρξης ή του περιεχομένου των περί ου ο λόγος καταθέσεων, οι οποίες καθηκόντως και από μακρού χρόνου γνωστοποιήθηκαν στην υπεράσπιση. Δεν υπήρξε δηλαδή οποιαδήποτε αμφισβήτηση του πραγματικού υπόβαθρου γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής για να εξηγήσει και να δικαιολογήσει στο Δικαστήριο τον τρόπο άσκησης της εξουσίας της να μην παρουσιάσει ούτε να κλητεύσει και να προσφέρει για αντεξέταση το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν τέτοια ήταν η περίπτωση, της διάστασης δηλαδή θέσεων ως προς πραγματικά γεγονότα στη βάση των οποίων έλαβε την συγκεκριμένη απόφαση η Κατηγορούσα Αρχή, στη βάση καλά καθιερωμένων αρχών και διαδικασιών, το Δικαστήριο θα έπρεπε, αν έκρινε τούτο σκόπιμο και αναγκαίο, να δρομολογήσει διαδικασίες που θα επέτρεπαν την κατάληξη σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα γεγονότα πριν εκδώσει την ετυμηγορία του. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχουμε ήδη υποδείξει σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση μας, η παρουσίαση των εν λόγω καταθέσεων, ή ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητείται, αυτούσιων, έγινε στην προσπάθεια του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής να εξηγήσει και να πείσει, ως όφειλε, για την ορθότητα της επιλογής του να μην κλητεύσει η πλευρά του τον συγκεκριμένο μάρτυρα, ούτε να τον κλητεύσει η ίδια και να τον προσφέρει για σκοπούς αντεξέτασης στην υπεράσπιση. Δεν τέθηκε εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου αρ. 2, οποιαδήποτε αυθεντία, η οποία, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, όπου δεν υπήρξε αμφισβήτηση του πραγματικού υπόβαθρου γεγονότων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, να υποδεικνύει ότι το αδιαμφισβήτητο από τα μέρη γεγονός της ύπαρξης των καταθέσεων του μάρτυρα αρ. 51 στο κατηγορητήριο, θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως μαρτυρικό υλικό, σε ανύποπτο χρόνο και πάντως προγενέστερα, για να μπορεί να παραπέμψει σε αυτό ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής για την επεξήγηση των θέσεων της πλευράς του επί του συγκεκριμένου θέματος που εδώ ενδιαφέρει. Αποτελεί νομολογιακή αρχή, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τους μάρτυρες των οποίων τα ονόματα εμφανίζονται στο κατηγορητήριο. Η ως άνω υποχρέωση όμως, δεν εξυπακούει και την υποχρέωση της κλήσης τους εκ μέρους της για να καταθέσουν. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να αποφασίσει ποιους μάρτυρες θα καλέσει. Σε σχέση με τα πρόσωπα τα ονόματα των οποίων εμφανίζονται ως μάρτυρες στο κατηγορητήριο, η Κατηγορούσα Αρχή, διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια: (α) να τους καλέσει για να καταθέσουν ή (β) να τους καλέσει και να τους προσφέρει προς αντεξέταση ή (γ) να μην τους καλέσει καθόλου. Η ευχέρεια που έχει η Κατηγορούσα Αρχή να μην καλέσει συγκεκριμένο μάρτυρα, αν για καλό λόγο θεωρεί τη μαρτυρία του αναξιόπιστη, είναι συνακόλουθα, δεδομένη. (Βλέπε R. ν. Oliva

(1965)49 Cr. App. R. 298, R. v. Russell - Jones
(1995)1 Cr. App. R. 538, Brown v. R.
(1997)1 Cr. App. R. 112, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 657, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 185 και 210/2016, ημερ. 21.01.2008 και Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 385). Η Κατηγορούσα Αρχή, έχει επίσης νομολογηθεί, δεν έχει υποχρέωση να καλέσει μάρτυρα απλώς για να δώσει στην Υπεράσπιση μαρτυρικό υλικό με το οποίο θα μπορέσει να αμφισβητήσει τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Richard Arthur Smache v. Αστυνομίας (αρ. 1),
(2010)2 Α.Α.Δ. 378, 385 η οποία παραπέμπει στο λόγο της Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706: «Το καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής να καλεί όλους τους μάρτυρες που μπορούν να δώσουν άμεση μαρτυρία ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, δεν επεκτείνεται και σε υποχρέωση να παρουσιάσει μάρτυρα που δεν θεωρεί η ίδια αξιόπιστο. Δεν υπάρχει κανόνας που να υποχρεώνει την Κατηγορούσα Αρχή να καλέσει μάρτυρα απλώς για να βοηθήσει την υπεράσπιση να καταστρέψει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως χαρακτηριστικά υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice
(2015)στην παράγραφο 4-346, κάτω από τον τίτλο Extent of Prosecution Obligation to Call Witnesses, στη σελ. 502: «Subject to what it said below, the question of who should be called to give evidence for the prosecution is for prosecuting counsel to resolve. Where counsel is reluctant to call a witness, it is wrong for the trial judge to insist on the witness being called by the prosecution.» Είναι ωστόσο, σαφές, ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να ασκεί αυτή την ευχέρεια της κατά τρόπο ακριβοδίκαιο για την Υπεράσπιση, αλλά και κατά τρόπο που να προάγει το συμφέρον της δικαιοσύνης. Έχει υποχρέωση, στα πλαίσια του δίκαιου χειρισμού μιας υπόθεσης να καλέσει ένα μάρτυρα έστω και αν η μαρτυρία του δεν συνάδει με την υπόθεση που θέλει να αποδείξει. Δεν έχει όμως την υποχρέωση να προσφέρει ένα μάρτυρα στη μαρτυρία του οποίου δεν προτίθεται να βασιστεί, για να δώσει την ευχέρεια στην Υπεράσπιση να τον χρησιμοποιήσει για να επιτεθεί εναντίον της αξιοπιστίας των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας. Μια τέτοια διαδικασία θα προκαλούσε σύγχυση. Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να έχει αυτούς τους μάρτυρες στη διάθεση της Υπεράσπισης ή να δώσει την ευχέρεια στην Υπεράσπιση να τους καλέσει η ίδια αν αυτή το κρίνει σκόπιμο. Στην υπόθεση Ιωάννου (ανωτέρω), στα πλαίσια της οποίας, μεταξύ άλλων, γίνεται παραπομπή και στο λόγο της απόφασης R. v. Russell-Jones (ανωτέρω), όπου τέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την υποχρέωση της κατηγορούσας Αρχής για την κλήση ή μη ενός μάρτυρα κατηγορίας, κρίθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή είχε καταδείξει καλό λόγο ώστε να μην καλέσει μάρτυρα, θεωρώντας τον αναξιόπιστο, αφού οι καταθέσεις τις οποίες ο ίδιος είχε προβεί ήταν αντιφατικές. Υπεδείχθη παράλληλα, ότι επαφίετο στην Υπεράσπιση, αν το επιθυμούσε, να καλέσει το συγκεκριμένο μάρτυρα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εξήγησε στο Δικαστήριο τους λόγους για τους οποίους η πλευρά που εκπροσωπεί θεωρεί τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρος ως μη ικανή να γίνει πιστευτή. Παρέπεμψε σε συγκεκριμένες αντιφάσεις στις τοποθετήσεις του όπως αυτές περιλαμβάνονται στις καταθέσεις του, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους, δεν θεωρούσε το συγκεκριμένο μάρτυρα αξιόπιστο, ο οποίος ανακρίθηκε και ο ίδιος ως ύποπτος για τη διάπραξη αδικημάτων σχετικών με την υπό εξέταση υπόθεση και ως εκ τούτου, στα πλαίσια της ευχέρειας που είχε, επέλεξε να μην τον καλέσει ως μάρτυρα της πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής στη διαδικασία. Έχοντας κατά νου την ευρεία, ούτως ή άλλως εξουσία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή για το ζήτημα - η οποία θα πρέπει να ασκείται πάντα για τους σωστούς λόγους - συνεκτιμώντας τα στοιχεία που έλαβε υπόψη της για να καθορίσει την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα, πάντα κατά τη θέση της, κρίνουμε ότι η ως άνω επιλογή της, δεν εκφεύγει του πλαισίου των δυνατοτήτων και εξουσιών που έχει προς τούτο. Σημειώνουμε ότι η Υπεράσπιση έχει πάντα το δικαίωμα και τη δυνατότητα, αν χρειαστεί και κρίνει τούτο αναγκαίο, να παρουσιάσει η ίδια το εν λόγω πρόσωπο ως μάρτυρα στη διαδικασία, την ύπαρξη και τα στοιχεία του οποίου γνωρίζει. Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί το αίτημα της πλευράς του κατηγορουμένου αρ. 2 για κλήτευση του Γιώργου Μπάφα προς το σκοπό αντεξέτασης του, εδράζεται περαιτέρω και στις πρόνοιες του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Το άρθρο 26
(1)και
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, προνοεί τα ακόλουθα: «26.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο, το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, με την άδεια του Δικαστηρίου, πριν ο διάδικος που έχει προσάξει την εξ ακοής μαρτυρία κλείσει την υπόθεσή του, να κλητεύει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση με την αρχική του δήλωση: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
(2)Όταν μάρτυρας κλητεύεται, δυνάμει του παρόντος άρθρου, λογίζεται ως εάν είχε κλητευθεί από διάδικο, ο οποίος έχει προσαγάγει την αρχική δήλωση με εξ ακοής μαρτυρία» Παρέχεται συνακόλουθα, στη βάση του ως άνω άρθρου, διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει ή όχι την κλήτευση ως μάρτυρα προσώπου το οποίο φέρεται να έχει προβεί σε αρχική δήλωση για να εξεταστεί. Ανεξάρτητα δε από το γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό κλητεύεται με την άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο, από άλλον, λογίζεται ότι έχει κλητευθεί από την πλευρά που έχει προσαγάγει την αρχική δήλωση με εξ ακοής μαρτυρία. Ζήτημα που εγείρεται και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της ως άνω διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι κατά πόσο η κλήτευση του μάρτυρα που έχει προβεί στην αρχική δήλωση είναι, υπό τις περιστάσεις της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, εύλογη και εφικτή ή αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από την Κατηγορούσα Αρχή ότι οι φερόμενες δηλώσεις και τοποθετήσεις του Γιώργου Μπάφα οι οποίες επισημάνθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου αρ. 2 συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία. Παράλληλα, το αίτημα για κλήτευση του περί ου ο λόγος προσώπου για σκοπούς αντεξέτασης, έχει γίνει κατά το στάδιο που προβλέπεται στο άρθρο 26
(1)δηλαδή πριν η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κλείσει την υπόθεσή της. Στην υπό συζήτηση περίπτωση σαφής και κατηγορηματική είναι η δήλωση της πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής ότι το πρόσωπο του οποίου η μαρτυρία έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο μέσω εξ ακοής μαρτυρίας είναι πρόσωπο που δεν λέει την αλήθεια, αναξιόπιστο και ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δεν προτίθεται να στηριχθεί στη μαρτυρία του, είτε αυτή τίθεται κατά τρόπο άμεσο στο Δικαστήριο είτε ως εξ ακοής μαρτυρία. Αυτός ήταν και ο λόγος που η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, αποφάσισε, το συγκεκριμένο πρόσωπο, ως αναξιόπιστο, να μην το κλητεύσει καν η ίδια στα πλαίσια της παρουσίασης της υπόθεσης της. Η σαφής και κατηγορηματική αυτή δήλωση-δέσμευση της πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, αποτελεί ασφαλώς παράγοντα που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει ή μη την κλήτευση αυτού του προσώπου για σκοπούς αντεξέτασης στη βάση των προνοιών του άρθρου 26 του Κεφ. 9. Εύλογα προκύπτουν σοβαρά ερωτηματικά για τη χρησιμότητα πλέον της κλήτευσης του συγκεκριμένου μάρτυρα για να αντεξεταστεί, επί συγκεκριμένων αναφορών του που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου μέσω εξ ακοής μαρτυρίας, ο οποίος, σύμφωνα με την ως άνω πρόνοια του περί Αποδείξεως νόμου θα θεωρείται μάρτυρας της πλευράς της κατηγορούσας Αρχής, όταν η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή διαδηλώνει την πρόθεση της να μην στηριχθεί σε αυτές αλλά και σε άλλες αναφορές του συγκεκριμένου μάρτυρα. Το Δικαστήριο, έχοντας ήδη αποφασίσει ότι η επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής να μην κλητεύσει τον περί ου ο λόγος πρόσωπο ως μάρτυρα της πλευράς της, αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση επιλογή που θα μπορούσε να ακολουθηθεί, χωρίς να παραβιάζεται οποιοσδήποτε κανόνας διεξαγωγής μιας δίκαιης δίκης, κρίνουμε, ως και η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή, ότι θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, τουλάχιστο οξύμωρο να εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασης του περί ου ο λόγος προσώπου στη βάση των προνοιών του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, καθιστώντας τον, εκ του νόμου πλέον, μάρτυρα της πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής. Τούτο δε, παραγνωρίζοντας τη δυνατότητα που υπάρχει για την πλευρά της Υπεράσπισης, αν το επιθυμεί, να τον κλητεύσει η ίδια για να παρουσιάσει τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Ενόψει των πιο πάνω, η επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής να μην κλητεύσει ή να παρουσιάσει για σκοπούς αντεξέτασης τον περί ου ο λόγος μάρτυρα αρ.51 στο κατηγορητήριο, κρίνεται ότι δεν εκφεύγει της ευρείας εξουσίας που έχει προς τούτο, ενώ παράλληλα, το ταυτόχρονο αίτημα για κλήτευση του Γιώργου Μπάφα στη βάση των προνοιών του άρθρου 26 του Κεφ. 9 για σκοπούς αντεξέτασης, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν φαίνεται εύλογο ούτε αναγκαίο για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. (Υπ.) ................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.