Aστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανθούλλας Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 11365/13, 27/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 11365/13 Aστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- Ανθούλλας Γεωργίου
- Thi Muoi Nguyen Κατηγορούμενων ------------------------------ Ημερομηνία: 27/6/2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τις κατηγορούμενες 1 και 2: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενες 1 και 2: παρούσες Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και Κ.Δ.Π.242/72 (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι στις 3/9/2013, σε δημόσιο δρόμο του χωριού Λεμόνα της επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσε παράνομα τη 2η κατηγορούμενη, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η 2η κατηγορούμενη, αλλοδαπή από το Βιετνάμ αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράβασης όρων άδειας εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(κ) του ίδιου Νόμου, Κεφ. 105 (ανωτέρω) και Κ.Δ.Π.242/72 καν. 9
(1)(β) και 11 (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ είναι αλλοδαπή από το Βιετνάμ η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 18/4/2007, με άδεια παραμονής και εργασίας, μέχρι τις 18/4/2014 στην Ελένη Κυριάκου Μαργαρίτη στη Λεμόνα, εργαζόταν κατά παράβαση των όρων της άδειάς της για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε ως μάρτυρα τον αστυφύλακα 6 Γιώργο Παπαγεωργίου. Οι κατηγορούμενες, αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να καλέσουν κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή τους. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης (τεκμήριο 7) του αστυφύλακα Παπαγεωργίου (ανωτέρω), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Με αυτή, ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην ΥΑΜ Πάφου και ήταν τοποθετημένος στο γραφείο επιχειρήσεων. Στις 3/9/2013 γύρω στις 10:30, μαζί με το συνάδελφό του, αστυφύλακα 2351 μετέβηκαν στο χωριό Λεμόνα, για διερεύνηση πληροφορίας ότι σε δρόμους του χωριού εργάζεται παράνομα αλλοδαπή. Αφού έφθασαν στο χωριό, πλησίον της εκκλησίας, μετά από παρακολούθηση δυο λεπτών, ο μάρτυρας είδε μια αλλοδαπή, ασιατικής καταγωγής, να ασχολείται με το σκούπισμα δρόμου. Αφού την προσέγγισε και της αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και ιδιότητα, της ζήτησε να του παρουσιάσει τα στοιχεία ταυτότητάς της. Αυτή, του ανάφερε το όνομά της και ότι είναι από το Βιετνάμ. Όταν τη ρώτησε αν έχει άδεια να εργάζεται του απάντησε, «εγώ βοηθήσει.» Μετά από εξετάσεις και τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο μάρτυρας με μέλος της ΥΑΜ Πάφου διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τη 2η κατηγορούμενη, αλλοδαπή από το Βιετνάμ, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 18/4/2007, με άδεια παραμονής και εργασίας, ως οικιακή εργάτρια, στην Ελένη Κυριάκου Μαργαρίτη, με ισχύ - η άδεια - μέχρι και τις 18/4/2014. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα, στις 10:40, ο μάρτυρας πληροφόρησε τη 2η κατηγορούμενη για το αδίκημα που διέπραττε και συγκεκριμένα ότι εργαζόταν παράνομα, χωρίς την άδεια της Λειτουργού Μετανάστευσης. Αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε, «γιαγιά κρίμα.» Στις 10:45, τη συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης απασχόλησης και της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο, χωρίς αυτή να δώσει καμιά απάντηση. Πέντε λεπτά αργότερα ήρθε κοντά στο μάρτυρα και τη 2η κατηγορούμενη, η 1η κατηγορούμενη, η οποία ανάφερε στο μάρτυρα ότι είναι η σύζυγος του κοινοτάρχη του χωριού και ότι έφερε την αλλοδαπή για να τη βοηθήσει επειδή θα είναι το πανηγύρι του χωριού της. Τότε, ο μάρτυρας, της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, της ανάφερε την ιδιότητά του και της ζήτησε τα στοιχεία ταυτότητάς της, ενώ η 2η κατηγορούμενη, την υπέδειξε ως εργοδότριά της. Αφού την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε και συγκεκριμένα, ότι εργοδοτούσε την αλλοδαπή, χωρίς την άδεια της Λειτουργού Μετανάστευσης και της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε, «δεν την πληρώνω μόνο βοηθά με που μόνη της.» Και οι δυο κατηγορούμενες καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφού κλήθηκαν σε απολογία προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση (τεκμήρια 8 και 9, αντίστοιχα), η οποία περικλείει την εκδοχή τους στην κατηγορία που τους προσάπτεται. Το περιεχόμενο και των δυο ανώμοτων δηλώσεων ακολουθεί αυτούσιο. Αρχίζω με αυτή της 1ης κατηγορούμενης, η οποία ανάφερε τα εξής: «Εγώ η Ανθούλλα Γεωργίου δηλώνω ότι ποτέ δεν εργοδότησα την Nguyen Thi Muoi από το Βιετνάμ. Στις 03/09/13 ενώ σκούπιζα τον δρόμο έξω από την εκκλησία του χωριού μου, με πλησίασε η Βιετναμέζα και με ρώτησε αν ήθελα βοήθεια και της είπα αν θέλεις βοήθα πράγμα που έκανε.» Με τη σειρά της, η 2η κατηγορούμενη, με τη δική της ανώμοτη δήλωση ανάφερε τα εξής: «Εκείνη την ημέρα είδα την κυρία Ανθούλλα να σκουπίζει το δρόμο έξω από την εκκλησία, την λυπήθηκα γιατί ήταν γριά και πήρα την σκούπα από το χέρι της και συνέχισα για λίγο να σκουπίζω. Ποτέ δεν δούλεψα για την κυρία Ανθούλλα. Σκούπισα λίγο γιατί την λυπήθηκα.» Φυσικά, ενώπιόν μου βρίσκονται και οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων (τεκμήρια 3 και 4, αντίστοιχα), στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ αργότερα. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας στο σύνολό του. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τον αστυφύλακα 6 Γιώργο Παπαγεωργίου ενώ έδινε μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς του λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης του αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με τις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορούμενων και την αποδεικτική τους αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παραπέμπω ακόμη και στην εντελώς πρόσφατη απόφαση, από την υπόθεση Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, στην οποία, με αναφορά στην Anastasiades (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι, σε ό,τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήνει τον εαυτό του να δει τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του με διαφορετικό φως. Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός ότι οι κατηγορούμενες επέλεξαν να ασκήσουν το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ). Αναφορικά με το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων των κατηγορούμενων λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Δηλώνω ευθέως ότι θεωρώ καθ' όλα αξιόπιστο μάρτυρα τον αστυφύλακα 6 Γιώργο Παπαγεωργίου, ο οποίος είμαι βέβαιος ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει και είπε την αλήθεια, για ό,τι αντιλήφθηκε και έκανε στον ουσιώδη χρόνο. Το σύνολο των ενεργειών του καθώς και οι διαπιστώσεις του σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρονται στη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίας καθώς ήδη έχει αναφερθεί υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Μολονότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των κατηγορούμενων, εντούτοις, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του, επί της ουσίας όσων ανάφερε. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, η μαρτυρία του, επί της ουσίας πάντοτε, σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας, αυτό έγινε με έωλες υποβολές του ευπαίδευτου δικηγόρου των κατηγορούμενων. Ο μάρτυρας, όπως είναι φυσιολογικό υπέπεσε και σε κάποιες αντιφάσεις. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, επειδή αφορούν σε μικρολεπτομέρεις και είναι τόσο ασήμαντες, οπότε, όχι μόνο δεν είναι ικανές να αποδυναμώσουν την αξιοπιστία της μαρτυρίας του, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Τέλος είναι και το γεγονός, πως δε βλέπω για ποιο λόγο ο μάρτυρας θα μπορούσε είτε να ψευσθεί είτε να παραποιήσει τα γεγονότα. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, γίνεται αποδεκτή. Σε ό,τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις καθώς και τις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων και ειδικά για τις δεύτερες, έχοντας υπόψη και την πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου εκτός Δικαστηρίου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προς ενοχοποίηση συγκατηγορούμενού του, αλλά, μόνο σε ό,τι αφορά τον ίδιο (βλ. μεταξύ άλλων, Θεοχάρους κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφεσεις Αρ. 49/13, 50/13 και 51/13, ημερομηνίας 26/4/2014) παρατηρώ τα εξής: στο βαθμό και την έκταση που τα όσα αναφέρουν οι κατηγορούμενες, είτε με την ανακριτική τους κατάθεση, είτε με την ανώμοτη τους δήλωση, δε συνάδουν με τη μαρτυρία του αστυφύλακα Παπαγεωργίου, δεν αποδίδω καθόλου βαρύτητα σε όσα αναφέρουν οι κατηγορούμενες και τούτο, επειδή, εκτός του ότι ο μάρτυρας κατάθεσε ενόρκως και για λόγους που έχουν αναφερθεί κρίθηκε καθ' όλα αξιόπιστος είναι και το γεγονός, ότι, το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης και των δυο κατηγορούμενων, σε σημαντικό βαθμό αποκλίνει του περιεχομένου της ανακριτικής τους κατάθεσης. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ. Ισχυρίζεται η 1η κατηγορούμενη με την ανώμοτη της δήλωση, ότι, ενώ σκούπιζε το δρόμο έξω από την εκκλησία του χωριού, την πλησίασε η 2η κατηγορούμενη και τη ρώτησε αν ήθελε βοήθεια και της είπε «αν θέλεις βοήθα», πράγμα που έκανε. Φυσικά, στην ανακριτική της κατάθεση (τεκμήριο 3), η οποία της λήφθηκε στις 3/9/2013, δηλαδή, στον ουσιώδη χρόνο, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: ενώ σκούπιζε το δρόμο έξω από την εκκλησία της Λεμόνας, γιατί στις 6/9/2013 ήταν η γιορτή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, πέρασε από εκεί η 2η κατηγορούμενη και της ζήτησε τη σκούπα για να ρίξει κάτι περιστέρια («πεζουνούθκια» είναι κατά ακρίβεια η λέξη που αναφέρει) από ένα σπίτι ακατοίκητο και να τα πιάσει. Της έδωσε τη σκούπα, τελικά όμως δεν είχε περιστέρια και η 2η κατηγορούμενη επέστρεψε να της φέρει τη σκούπα. Τότε, τη ρώτησε αν ήθελε να τη βοηθήσει και της είπε, «αν θέλεις βοήθα» οπότε και άρχισε να σκουπίζει. Όταν ήρθε η Αστυνομία στο μέρος, η 2η κατηγορούμενη, τους είπε ότι τη βοηθούσε γιατί είναι γειτόνισσά της. Χωρίς να σημαίνει ότι αλλάζει κάτι δραματικά επί της ουσίας της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη, ακόμη κι αν αποδεχόμουν οποιαδήποτε από τις παραπάνω εκδοχές της, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες, η 2η κατηγορούμενη, τη βοηθούσε στο σκούπισμα του δρόμου, εντούτοις, επειδή επιχειρήθηκε - ανεπιτυχώς - να πληγεί η αξιοπιστία του αστυφύλακα Παπαγεωργίου σε σχέση με μέρος όσων αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση, το περιεχόμενο της οποίας - για να επαναλάβω - ο μάρτυρας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, θεωρώ ότι αυτό που ισχύει ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες η 2η κατηγορούμενη, στον ουσιώδη χρόνο καταλείφθηκε από το μάρτυρα να σκουπίζει το δρόμο είναι αυτό που η 1η κατηγορούμενη, εντελώς αυθόρμητα ανάφερε στο μάρτυρα, καθ' ον χρόνο αυτή πήγε κοντά του καθώς και στη 2η κατηγορούμενη. Συγκεκριμένα, ότι είναι η σύζυγος του κοινοτάρχη του χωριού και ότι έφερε την αλλοδαπή - 2η κατηγορούμενη για να τη βοηθήσει επειδή θα είναι το πανηγύρι του χωριού της. Το τελευταίο συνάδει και με τον ισχυρισμό της στην ανακριτική της κατάθεση, ότι η ίδια σκούπιζε το δρόμο έξω από την εκκλησία, γιατί στις 6/9/2013 είναι η γιορτή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ότι η 2η κατηγορούμενη τη βοηθούσε από μόνη της και ότι δεν την πλήρωνε, το ανάφερε στο μάρτυρα υπό μορφή απάντησης, όταν την πληροφόρησε ότι διέπραττε αδίκημα και συγκεκριμένα, ότι εργοδοτούσε τη 2η κατηγορούμενη, χωρίς άδεια της Λειτουργού Μετανάστευσης και της επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Αυτή η απάντησή της, που εν μέρει συνάδει με το περιεχόμενο, τόσο της ανώμοτης της δήλωσης όσο και της ανακριτικής της κατάθεσης, αναδεικνύει ακόμη ένα λόγο για τον οποίο θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα τον αστυφύλακα Παπαγεωργίου. Εάν ο μάρτυρας ήταν τόσο ανέντιμος και δεν έλεγε την αλήθεια, ισχυριζόμενος πως, όταν το συνάντησε η 1η κατηγορούμενη, του ανάφερε ότι είναι η σύζυγος του κοινοτάρχη του χωριού και ότι έφερε την αλλοδαπή, δηλαδή, τη 2η κατηγορούμενη, για να τη βοηθήσει επειδή θα είναι το πανηγύρι του χωριού της, και αποτελούσε γεγονός αυτό που του είχε υποβληθεί από τον κ. Σιαηλή, συγκεκριμένα, ότι έγραψε μόνος του στην κατάθεσή του τη συγκεκριμένη αναφορά της 1ης κατηγορούμενης, διερωτώμαι τι λόγο είχε ο μάρτυρας να καταγράψει την απάντηση που του έδωσε όταν την πληροφόρησε ότι διέπραττε το αδίκημα που της είχε αναφέρει, την οποία (απάντηση), η τελευταία είναι φανερό ότι έδωσε, επειδή έκρινε ότι, θεωρούμενη ως αληθής η απάντησή της αποτελεί υπεράσπιση στην κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού. Προφανώς, εάν ο μάρτυρας ήθελε να της αποδώσει ισχυρισμούς που δεν προέβαλε και φράσεις που δεν είπε, απλώς και μόνο για να την ενοχοποιήσει θα μπορούσε να της αποδώσει διαφορετική απάντηση από αυτή που του είχε δώσει. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι με την απάντησή της παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος, ενδεχομένως και ότι απολογήθηκε γι αυτό, είτε ακόμη, ότι απάντησε ακριβώς αντίθετα απ' ό,τι απάντησε. Συγκεκριμένα, ότι προσέλαβε τη 2η κατηγορούμενη για να τη βοηθήσει, επί πληρωμή. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Υπεισέρχομαι τώρα και στην εκδοχή της 2ης κατηγορούμενης, η οποία - για να επαναλάβω - με την ανώμοτη της δήλωση ισχυρίζεται ότι στον ουσιώδη χρόνο είδε την 1η κατηγορούμενη να σκουπίζει το δρόμο έξω από την εκκλησία, τη λυπήθηκε γιατί ήταν γριά και πήρε τη σκούπα από το χέρι της και συνέχισε για λίγο να σκουπίζει, ως επίσης και ότι ποτέ δε δούλεψε γι αυτή. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε στην ανακριτική της κατάθεση απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις του ανακριτή και πόσο συνάδουν αυτά με τους παραπάνω ισχυρισμούς της. Ειδικότερα: Η 1η κατηγορούμενη είναι γειτόνισσά της και πηγαίνει και τη βοηθά κάποτε γιατί είναι ηλικιωμένη και δεν μπορεί να κάνει τις δουλειές της. Τη βοηθά όποτε μπορεί. Στις 3/9/2013 και ώρα 10:40 (ουσιώδης χρόνος) βοηθούσε την 1η κατηγορούμενη να καθαρίσει το πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι της, γιατί αυτή είναι αρκετά ηλικιωμένη και δεν μπορούσε. Τη λυπάται και τη βοηθά. Ωστόσο, αυτή, ποτέ δεν πληρώνει γι αυτό. Έχει πολύ καιρό να πάει να τη βοηθήσει και πήγε σήμερα, γιατί την είδε πολύ κουρασμένη και τη λυπήθηκε. Αυτή είναι όλη μέρα σπίτι και δεν εργάζεται πουθενά. Παρότι, ούτε και στην περίπτωση της 2ης κατηγορούμενης αλλάζει κάτι επί της ουσίας της κατηγορίας που αντιμετωπίζει, είτε τη μια εκδοχή της λάβω υπόψη, είτε την άλλη, εντούτοις, το γεγονός ότι προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, με περιεχόμενο, τόσο διαφορετικό αυτού της ανακριτικής της κατάθεσης, χωρίς να έχει αποκηρύξει οποτεδήποτε το τελευταίο, δε μου επιτρέπει να αποδώσω αποδεικτική αξία σε οτιδήποτε έχει αναφέρει είτε στην μια περίπτωση, είτε στην άλλη, το οποίο, δεν αποδεικνύεται από τη μόνη - αξιόπιστη μαρτυρία, που είναι αυτή του αστυφύλακα Παπαγεωργίου. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, επί τη βάσει όσων ανάφερε ενόρκως ο αστυφύλακας 6 Γιώργος Παπαγεωργίου (ανωτέρω). Συνοψίζοντάς τα είναι τα εξής: Ο μάρτυρας, ο οποίος στον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην ΥΑΜ Πάφου και ήταν τοποθετημένος στο γραφείο επιχειρήσεων, στις 3/9/2013 γύρω στις 10:30, μαζί με το συνάδελφό του, αστυφύλακα 2351 μετέβηκαν στο χωριό Λεμόνα, για διερεύνηση πληροφορίας ότι σε δρόμους του χωριού εργάζεται παράνομα αλλοδαπή. Εν μέρει, η πληροφορία αποδείχθηκε βάσιμη, αφού, όταν έφθασαν στο χωριό και συγκεκριμένα, κοντά στην εκκλησία, μετά από παρακολούθηση δυο λεπτών, ο μάρτυρας είδε τη 2η κατηγορούμενη, η οποία αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι είναι αλλοδαπή από το Βιετνάμ (βλ. τη γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 2965 Ν. Χριστοφή - τεκμήριο 1- ) να ασχολείται με το σκούπισμα δρόμου. Αφού την προσέγγισε και της αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και ιδιότητα, της ζήτησε να του παρουσιάσει τα στοιχεία ταυτότητάς της. Αυτή, του ανάφερε το όνομά της και ότι είναι από το Βιετνάμ. Όταν τη ρώτησε αν έχει άδεια να εργάζεται του απάντησε, «εγώ βοηθήσει.» Μετά από εξετάσεις και τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο μάρτυρας με μέλος της ΥΑΜ Πάφου διαπιστώθηκε ότι η 2η κατηγορούμενη αφίχθηκε στην Κύπρο, στις 18/4/2007, με άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή εργάτρια στην Ελένη Κυριάκου Μαργαρίτη, στη Λεμόνα, με ισχύ - η άδεια - μέχρι και τις 18/4/2014. Όταν στη συνέχεια και συγκεκριμένα, στις 10:40, ο μάρτυρας πληροφόρησε τη 2η κατηγορούμενη ότι διέπραττε αδίκημα και συγκεκριμένα, ότι εργαζόταν παράνομα, χωρίς την άδεια της Λειτουργού Μετανάστευσης και της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε, «γιαγιά κρίμα.» Στις 10:45, τη συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης απασχόλησης και της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο, χωρίς αυτή να δώσει καμιά απάντηση. Όταν πέντε λεπτά αργότερα ήρθε κοντά στο μάρτυρα και τη 2η κατηγορούμενη, η 1η κατηγορούμενη, η τελευταία ανάφερε στο μάρτυρα ότι είναι η σύζυγος του κοινοτάρχη του χωριού και ότι έφερε την αλλοδαπή για να τη βοηθήσει επειδή θα είναι το πανηγύρι του χωριού της. Τότε, ο μάρτυρας, της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, της ανάφερε την ιδιότητά του και της ζήτησε τα στοιχεία ταυτότητάς της, ενώ η 2η κατηγορούμενη, την υπέδειξε ως εργοδότριά της. Όταν ο μάρτυρας πληροφόρησε την 1η κατηγορούμενη για το αδίκημα που διέπραττε και συγκεκριμένα, ότι εργοδοτούσε τη 2η κατηγορούμενη, χωρίς την άδεια της Λειτουργού Μετανάστευσης και της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε, «δεν την πληρώνω, μόνο βοηθά με που μόνη της.» Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, το οποίο δημιουργεί το αδίκημα που καταλογίζεται στην 1η κατηγορούμενη, για ό,τι μας αφορά - έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας - προνοεί ότι: «
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούµενη από το Νόµο άδεια.............................., συνιστά αδίκηµα....» Τα συστατικά του στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η εργοδότηση, δεύτερο, αλλοδαπού. Εάν τα παραπάνω στοιχεία αποδειχθούν και ο κατηγορούμενος προβάλλει ως υπεράσπιση ότι είναι κάτοχος της απαιτούμενης από το Νόμο άδειας, θα πρέπει να αποδείξει τον εν λόγω ισχυρισμό και τούτο, επειδή, οι λεπτομέρειες της συγκεκριμένης υπεράσπισης αποτελούν στοιχεία που βρίσκονται μόνο στην προσωπική γνώση ή κατοχή του και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο για την κατηγορούσα αρχή να το αντικρούσει (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)», 1994, σελ. 72 και 73). «Αλλοδαπός» σύμφωνα με τη σχετική ερμηνεία της λέξης, δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 105 σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Ότι η 2η κατηγορούμενη δεν είναι Κύπρια υπήκοος, αλλά, αλλοδαπή και συγκεκριμένα, υπήκοος Βιετνάμ, όχι απλώς έχει αποδειχθεί αλλά, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Ακολουθεί ότι το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που καταλογίζεται στην 1η κατηγορούμενη έχει αποδειχθεί. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αυτό που έκανε στον ουσιώδη χρόνο η αλλοδαπή - 2η κατηγορούμενη αποτελεί εργασία και αν ναι, κατά πόσο η 1η κατηγορούμενη θεωρείται ότι της είχε αναθέσει την εργασία αυτή, δηλαδή, την εργοδότησε. Προτού αποφανθώ για τα παραπάνω, αναγκαιεί να επισημάνω τα εξής: Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, οι οποίες αφορούν αδικήματα παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, με την αυστηρή έννοια που δίδει στο όρο το αστικό δίκαιο. Αξιόποινη, σύμφωνα με το Νόμο, Κεφ. 105 είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδοτούμενου, υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Από τη φύση της, η αποδοχή απασχόλησης, με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό, χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες και ευτελείς, όπου πιθανόν να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι, το μόνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δε χρειάζεται να αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης, στενός έλεγχος από εργοδότη ή η καταβολή ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161, που αφορούσαν τον κανονισμό 38 των κανονισμών του 1972 - Κ.Δ.Π. 242/72 -). Επιπλέον, στην υπόθεση Sea Island v. K.O.T.
(1995)2 A.A.Δ. 196, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού αναφέρεται ως παράδειγμα αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Βλέπε και την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279. Παραπέμπω ακόμη και στην Θεοχάρους (ανωτέρω), όπου, με αναφορά στην Karaoglanian (ανωτέρω επίσης) υποδεικνύεται η ανάγκη για στενή ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας, χάριν της ευόδωσης των σκοπών του Νόμου. Όμως, όπως υποδεικνύεται στη Mariano (ανωτέρω επίσης), χωρίς, ωστόσο, με κανένα τρόπο να ξεφύγουμε του μέτρου. Σε περιπτώσεις, προστίθεται, όπου ο αλλοδαπός εργοδοτείται από στενό οικογενειακό πρόσωπο, οι ανακριτικές αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν την κοινή λογική και να εξετάζουν πρωτίστως κατά πόσο η περίπτωση εμπίπτει στο πνεύμα και τους σκοπούς του Νόμου. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ίδια απόφαση (Mariano): «Στην Κύπρο, λόγω των στενών οικογενειακών δεσμών που υπάρχουν μεταξύ των οικογενειών, μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις που τα γεγονότα τυπικά να μπορούν να ενταχθούν στον Νόμο, αλλά στην ουσία να ξεφεύγουν των σκοπών του.» Παρατηρώ τα εξής: Η περίπτωσή μας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της τελευταίας υπόθεσης και τούτο, επειδή τα γεγονότα ανάμεσα στις δυο υποθέσεις είναι τελείως διαφορετικά. Στη Mariano (ανωτέρω), ο αλλοδαπός - εφεσείοντας 1, στον ουσιώδη χρόνο είχε άδεια να εργάζεται ως οικιακός βοηθός στην κατοικία του πεθερού του εφεσείοντα 2 και έγινε αντιληπτός από την Αστυνομία να αδειάζει κάποιο υγρό στα φυτά του κήπου του τελευταίου, για αδιευκρίνιστο χρονικό διάστημα, όπως κρίθηκε κατ' έφεση. Θεωρήθηκε πενιχρό το συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό, το οποίο προερχόταν από την πολύ σύντομη μαρτυρία ενός, μόνο, μάρτυρα, του οποίου οι απαντήσεις επί των κρίσιμων σημείων είχαν δοθεί μονολεκτικά μετά από καθοδηγητικές ερωτήσεις, και που όπως υποδεικνύεται στην εφετειακή απόφαση, όπως είναι καλά γνωστό, το σθένος της μαρτυρίας αδυνατίζει όταν προέρχεται από καθοδηγητικές ερωτήσεις, με συνακόλουθες επιπτώσεις στη μαρτυρία. Με αυτά τα δεδομένα, σε συνδυασμό και με διάφορα άλλα, κρίθηκε ότι δεν είχε αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης, έστω και με την ευρεία έννοια του όρου «εργοδότηση», όπως νομολογήθηκε σε αριθμό υποθέσεων (οι οποίες αναφέρονται). Στην περίπτωσή μας, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Καταρχήν, ουδεμία σχέση συγγένειας προέκυψε ότι υπάρχει μεταξύ, είτε των δυο κατηγορούμενων, είτε οποιασδήποτε από αυτές και της Ελένης Κυριάκου Μαργαρίτη, στην οποία, η 2η κατηγορούμενη, στον ουσιώδη χρόνο είχε άδεια εργασίας, ως οικιακή εργάτρια. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, η 1η κατηγορούμενη, καθ' ομολογία της είναι σύζυγος του κοινοτάρχη του χωριού και στον ουσιώδη χρόνο είχε πάρει τη 2η κατηγορούμενη στο σημείο όπου είχε εντοπιστεί να σκουπίζει το δρόμο, για να τη βοηθήσει, επειδή θα ήταν το πανηγύρι του χωριού της. Μπορεί ο χρόνος που η 2η κατηγορούμενη καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω από την Αστυνομία να σκουπίζει το δρόμο να ήταν μόλις δυο λεπτά, ωστόσο, βάσει της παραπάνω δήλωσης της 1ης κατηγορούμενης (στην οποία - για να επαναλάβω - αυτή προέβη τελείως αυθόρμητα προς τον αστυφύλακα Παπαγεωργίου, οπότε και την αποδέχομαι ως αληθή και για τον επιπλέον λόγο ότι είναι σαφώς ενοχοποιητική για την ίδια και ενάντια στα συμφέροντά της) αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η 2η κατηγορούμενη είχε αρχίσει να σκουπίζει το δρόμο από προηγουμένως. Εξάλλου, η Αστυνομία μετέβη στο μέρος, μετά από πληροφορία ότι στους δρόμους του χωριού Λεμόνα εργάζεται παράνομα αλλοδαπή. Πληροφορία η οποία, εν μέρει, όπως θα διαφανεί αμέσως αποδείχθηκε βάσιμη. Το γεγονός ότι η αλλοδαπή - 2η κατηγορούμενη, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες έγινε αντιληπτή να σκουπίζει το δρόμο του χωριού, έστω για το λόγο που ανάφερε η 1η κατηγορούμενη αποτελεί ασφαλώς εργασία τη εννοία του Νόμου. Σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, το πρόσωπο που της είχε αναθέσει τη συγκεκριμένη εργασία, δηλαδή την εργοδότησε είναι η 1η κατηγορούμενη, η ευθύνη της τελευταίας για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού στοιχειοθετείται πλήρως, αφού αυτή, ούτε απέδειξε μα ούτε και ισχυρίστηκε πως είχε άδεια από την αρμόδια αρχή, για σκοπούς νόμιμης εργοδότησης της αλλοδαπής - 2ης κατηγορούμενης. Το γεγονός ότι δεν έχει αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης μεταξύ των δυο, είτε ακόμη, συμφωνία για καταβολή ημερομισθίου από την 1η κατηγορούμενη στη 2η κατηγορούμενη, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί στοιχείο αδιάφορο για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος. Προστίθενται και τα εξής: Επειδή, η 1η κατηγορούμενη, με την ανώμοτη της δήλωση ισχυρίζεται ότι στον ουσιώδη χρόνο, ενώ σκούπιζε το δρόμο έξω από την εκκλησία του χωριού, την πλησίασε η 2η κατηγορούμενη και τη ρώτησε αν ήθελε βοήθεια και της είπε η ίδια: «αν θέλεις βοήθα» πράγμα που έκανε θεωρώ πως, ακόμη και να ήταν κάτω από αυτές τις συνθήκες που η 2η κατηγορούμενη ανέλαβε τη συγκεκριμένη εργασία, το γεγονός ότι η 1η κατηγορούμενη, της επέτρεψε να την αναλάβει δεν άρει το αξιόποινο της πράξης της, υπό την έννοια ότι, αυτό που ανέλαβε να κάνει και έκανε η 2η κατηγορούμενη, θα αποτελούσε και πάλιν εργασία, με την 1η κατηγορούμενη και σ' αυτή την περίπτωση, να θεωρείται ότι την είχε εργοδοτήσει. Το άρθρο 14Β του Νόμου, Κεφ. 105 ποινικοποιεί την εργοδότηση αλλοδαπού, χωρίς την απαιτούµενη από το Νόµο άδεια. Κατά πόσο η εργοδότηση προέκυψε κατόπιν προσφοράς του εργοδότη προς τον αλλοδαπό - εργοδοτούμενο ή κατόπιν αιτήματος του δεύτερου προς τον πρώτο και αποδοχής του αιτήματος από αυτόν, ουδεμία σχέση έχει για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος, υπό εξής έννοια: και στις δυο περιπτώσεις, αυτός που αναθέτει την εργασία στον άλλο αποτελεί τον εργοδότη, ενώ η εργασία που του ανατίθεται συνιστά εργοδότηση. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Η 2η κατηγορούμενη καθώς ήδη έχει αναφερθεί αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράβασης των όρων άδειας εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(κ) του Νόμου, Κεφ. 105 (ανωτέρω) και Κ.Δ.Π.242/72 καν. 9
(1)(β) και 11. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ είναι αλλοδαπή από το Βιετνάμ, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 18/4/2007, με άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι τις 18/4/2014, στην Ελένη Κυριάκου Μαργαρίτη στη Λεμόνα, εργαζόταν κατά παράβαση των όρων της άδειάς της για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Το άρθρο 19
(1)(κ) του Νόμου, Κεφ. 105 που μας αφορά προνοεί ότι: «Πρόσωπο το οποίο — (α) ................ (κ) αν και είναι κάτοχος άδειας που χορηγήθηκε βάσει του Νόµου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισµών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαµβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του ∆ιευθυντή δυνάµει του Κανονισµού 11 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισµών· ............. είναι ένοχο ποινικού αδικήµατος..» Θα είμαι σύντομος. Η 2η κατηγορούμενη δικαιούται να αθωωθεί στη σχετική - 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει για τους ίδιους ακριβώς λόγους που αθωώθηκε κατ' έφεση και ο εφεσείοντας Mariano (ανωτέρω), ο οποίος αντιμετώπιζε ακριβώς την ίδια κατηγορία. Συγκεκριμένα, ενώ καταλογίζεται στην 2η κατηγορούμενη ότι στον ουσιώδη χρόνο, ενώ βρισκόταν με άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελένη Κυριάκου Μαργαρίτη μέχρι και τις 18/4/2014 - στοιχείο που έχει αποδειχθεί -, εργαζόταν κατά παράβαση των όρων της άδειάς της για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει αναφορικά με τους όρους της εν λόγω άδειας, προκειμένου να ελεγχθεί και εξακριβωθεί κατά πόσο η 2η κατηγορούμενη, με το να εργάζεται για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης παραβίασε οποιοδήποτε - συγκεκριμένο - όρο της άδειας παραμονής και εργασίας της. Στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου, που αποτελεί ασφαλώς συστατικό στοιχείο του αδικήματος που καταλογίζεται στη 2η κατηγορούμενη, σε εφαρμογή και όσων αναφέρονται συναφώς με το θέμα, μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, η σχετική κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή της 1ης κατηγορούμενης στη σχετική - 1η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάτι που δεν ισχύει για τη 2η κατηγορούμενη, η οποία αντιμετωπίζει τη 2η κατηγορία. Ακολουθεί ότι η 1η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη, ενώ η 2η κατηγορούμενη αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 και παράβαση των όρων άδειας εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(κ) του ίδιου Νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο