Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Adam Beard, Aρ. Υπόθεσης: 2687/16, 23/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B53 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 2687/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Adam Beard Ημερομηνία: 23.6.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Καραμανής Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά την διάρκεια της νύκτας κατά παράβαση των άρθρων 291, 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία) και στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 17.4.16 διέρρηξε και εισήλθε στο δωμάτιο με αριθμό 120 του ξενοδοχείου ΑΚΤΙ που βρίσκεται στην Χλώρακα της επαρχίας Πάφου και διέπραξε μέσα σε αυτό κακούργημα, ήτοι την κλοπή που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία (πρώτη κατηγορία) και ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο έκλεψε από το προαναφερόμενο δωμάτιο ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ALCATEL, ένα ζεύγος γυαλιά ηλίου μάρκας DIESEL, ένα IPAD μάρκας BELKIN, ένα σετ περιποίησης νυχιών, μια ρούχινη τσάντα, ένα αντιηλιακό, ένα τηλεχειριστήριο τηλεόρασης μάρκας PHILIPS, ένα τηλεχειριστήριο κλιματιστικού μάρκας FUJICO, όλα συνολικής αξίας Ευρώ 924,00 σεντ, καθώς και το χρηματικό ποσό των 19.000 ρουβλιών, περιουσία του Malyaev Vladimir από την Ρωσία και του ξενοδοχείου ΑΚΤΙ. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτά παρουσιάσθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή σε γραπτή μορφή και συγκεκριμένα με την παρουσίαση Έκθεσης Γεγονότων η οποία βρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Από τα εν λόγω γεγονότα προκύπτει ότι περιουσία του ξενοδοχείου ΑΚΤΙ αποτελούν μόνο τα δύο τηλεχειριστήρια, ενώ η υπόλοιπη κλαπείσα περιουσία ανήκει στον Malyaev Vladimir, κατά τον ουσιώδη χρόνο ένοικο στο προαναφερόμενο ξενοδοχείο ΑΚΤΙ. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται αρκετά σοβαρά. Η μέγιστη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας είναι ποινή φυλάκισης 10 ετών, ενώ για το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας ποινή φυλάκισης 5 ετών. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινόμενου. Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίσθηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα, γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Κρίνω, επίσης, σκόπιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση Dos Santos v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 297. Η εν λόγω υπόθεση παρόλο που αφορούσε σε προμήθεια ναρκωτικών είναι ενδεικτική καθότι σε αυτήν εκφράζεται η ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες αμυνόμενους να αλλάξουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πώς δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες». Οι πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών, πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Συμπεριφορές όπως αυτή που επέδειξε ο Κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία των πολιτών με τρόπο αποτελεσματικό. Στην υπόθεση Glodan Andrian Petrica v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/2012, ημερομηνίας 28.3.13 την οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επικαλέσθηκε στα πλαίσια της αγόρευσής του για μετριασμό της ποινής ο κατηγορούμενος/εφεσείων βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην κατηγορία της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά την διάρκεια της νύκτας και στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύκτας κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Κατηγορείτο ειδικότερα ότι την 1.2.12 μαζί με συγκατηγορούμενους του διέρρηξαν και εισήλθαν σε χρυσοχοείο από το οποίο έκλεψαν κοσμήματα συνολικής αξίας Ευρώ 500,00 σεντ κατά την διάρκεια της νύκτας (πρώτη κατηγορία), ενώ το βράδυ της 4.2.12 βρέθηκαν στην κατοχή τους διαρρηκτικά εργαλεία. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας 18 ετών και είχε έλθει στην Κύπρο από την χώρα καταγωγής του, την Ρουμανία, επειδή δεν είχε τόπο διαμονής, με σκοπό να εξεύρει εργασία. Αφού απολύθηκε από τις Κεντρικές Φυλακές, όπου είχε εκτίσει ποινή φυλάκισης, η οποία, όμως, δεν αποτελούσε προηγούμενη καταδίκη, συνελήφθηκε και αντιμετώπισε τα αδικήματα που αφορούσαν στην έφεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού διαπίστωσε την σοβαρότητα των αδικημάτων και αφού έλαβε υπόψη όλα τα ελαφρυντικά που αναφέρθηκαν, ήτοι το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, την παραδοχή του στο Δικαστήριο και την ηλικία του, επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης δύο ετών για το αδίκημα της διάρρηξης εν καιρώ νυκτός και ενός έτους για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων. Ο συνήγορος του εφεσείοντα επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο εφεσείων, ο οποίος αντιμετώπιζε μαζί με τον τότε πρώτο κατηγορούμενο, κατηγορίες παρόμοιας φύσης αδικημάτων στα πλαίσια άλλης ποινικής υπόθεσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, δεν είχε ζητήσει, επειδή δεν εκπροσωπείτο από συνήγορο, να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της προαναφερόμενης υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και η κρινόμενη υπόθεση. Θέση του ήταν ότι αν λαμβάνονταν υπόψη ενδεχόμενα η ποινή που θα του επιβάλλονταν να ήταν διαφορετική. Στον τότε πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος αντιμετώπιζε την ίδια κατηγορία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με τον εφεσείοντα, για τον οποίο είχε ληφθεί υπόψη η κρινόμενη υπόθεση καθώς και ακόμα τέσσερις υποθέσεις τις οποίες αντιμετώπιζε, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών. Το Εφετείο μείωσε, αν και με δισταγμό, την 2ετή ποινή φυλάκισης σε 15μηνη ποινή φυλάκισης καθότι θεώρησε ότι ο εφεσείων ενδεχόμενα να αντιμετωπιζόταν με μεγαλύτερη επιείκεια αν η παρούσα υπόθεση λαμβανόταν υπόψη στην προαναφερόμενη υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η ποινή στην άλλη κατηγορία παρέμεινε ως είχε. Παρατηρείται ότι η παρούσα υπόθεση διαφέρει από την πιο πάνω αναφερόμενη σε δύο ουσιώδη σημεία. Στην τελευταία ο εφεσείων ήταν πολύ νεαρότερο πρόσωπο από τον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση και συνέτρεχε ιδιαίτερος λόγος που η 2ετής ποινής φυλάκισης στην κατηγορία της διάρρηξης εν καιρώ νυκτός μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Λόγος ο οποίος δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα: το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί, δεν ήταν πλήρης. Συγκεκριμένα μετά την μεταφορά του στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου την ίδια ημέρα ο Κατηγορούμενος φώναζε και αντιδρούσε στο να του ληφθεί γραπτή κατάθεση. Επίσης, στις 19.4.16 όταν επιχειρήθηκε εκ νέου να του ληφθεί γραπτή κατάθεση ο Κατηγορούμενος και πάλι αντιδρούσε με αποτέλεσμα να μην γίνει κατορθωτό να του ληφθεί γραπτή κατάθεση. Λαμβάνω, όμως, υπόψη μου ότι στις 18.4.16 ανακρινόμενος προφορικά ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την διάπραξη της διάρρηξης και της κλοπής αν και όχι την κλοπή του χρηματικού ποσού. Έδωσε, επίσης, την γραπτή του συγκατάθεση για την λήψη παρειακών επιχρισμάτων καθώς και παλαμικών και δακτυλικών αποτυπωμάτων. ότι πλην του χρηματικού ποσού των 19.000 ρουβλιών η υπόλοιπη κλαπείσα περιουσία ανευρέθηκε. Η ανεύρεση της κλαπείσας περιουσίας συνιστά ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Bekiz Ahmet Abit v. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 318) ότι η αξία των κλαπέντων δεν ήταν πολύ μεγάλη. Συγκεκριμένα η συνολική αξία των κλαπέντων αντικειμένων ανέρχεται στα Ευρώ 924,00 σεντ και το χρηματικό ποσό των 19.000 ρουβλιών αντιστοιχεί με Ευρώ 230,00 σεντ περίπου την απουσία οποιουδήποτε προσχεδιασμού, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (Βλ. Lungu κ.α. ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 545) τις ιδιάζουσες περιβάλλουσες συνθήκες διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων. Ο Κατηγορούμενος δύο ημέρες πριν την διάπραξη έπεσε θύμα κλοπής. Άγνωστοι έκλεψαν τις αποσκευές και το πορτοφόλι του με αποτέλεσμα, όπως και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρεται, να στερηθεί της πιστωτικής του κάρτας και να μην μπορεί να κάνει ανάληψη από το ποσό που είχε αποταμιευμένο σε Τράπεζα της Αγγλίας. Αναγκάσθηκε, έτσι, να εγκαταλείψει τον ξενώνα όπου διέμενε και να μείνει άστεγος. Ήταν, επίσης, άνεργος αφού ερχόμενος στην Κύπρο δεν κατάφερε να εργοδοτηθεί. Δεν παραγνωρίζω ότι σε μια παρανομία δεν πρέπει να απαντάς με άλλη παρανομία. Στην κρινόμενη, όμως, περίπτωση αυτό που αναδύεται ως ελαφρυντικό για τον Κατηγορούμενο είναι η απελπιστική κατάσταση στην οποία, όπως υποδεικνύει και ο ευπαίδευτος συνήγορος του στην αγόρευσή του, βρέθηκε ο Κατηγορούμενος μετά από ό,τι του είχε επισυμβεί η οποία είχε ως αποτέλεσμα να χαλαρώσουν οι αντιστάσεις του και να καταστεί ευάλωτος στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα, επίσης, υπόψη μου τις δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές καταμαρτυρούνται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάσθηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης για νομική αρωγή και το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση ο Κατηγορούμενος κατάγεται από την Αγγλία, είναι ηλικίας 39 ετών και άγαμος. Πριν την σύλληψή του ήταν άστεγος και συντηρείτο οικονομικά από αποταμιεύσεις ύψους 4.000 Λιρών που έχει σε Τράπεζα στην Αγγλία. Προέρχεται από συγκροτημένη πολυμελή οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Έχει 12 αδέλφια τα οποία είναι όλα μεγαλύτερα από αυτόν. Η μητέρα του απεβίωσε πριν από ένα χρόνο σε ηλικία 70 ετών από προβλήματα υγείας και τον πατέρα του ηλικίας 85 ετών με προβλήματα υγείας φροντίζει θυγατέρα του στην Αγγλία. Για τα αδέλφια του δεν γνωρίζει οτιδήποτε καθότι από τα 16 του δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία με αυτούς. Φοίτησε σε σχολείο στο Λονδίνο μέχρι την ηλικία των 15. Ο λόγος που στα 15 διέκοψε την σχολική φοίτηση ήταν γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα με κυκλώματα συμμοριών. Στην ηλικία των 16 μετά από απόφαση των γονιών του εγκατέλειψε την πατρική οικία. Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχε σταθερό τόπο διαμονής και για κάλυψη των αναγκών του απασχολείτο ως εργάτης στις οικοδομές. Το 1998 σύναψε σχέση και συμβίωνε με γυναίκα ηλικίας σήμερα 38 ετών. Χώρισαν μετά πάροδο 15 ετών λόγω προβλημάτων που παρουσιάσθηκαν στην σχέση τους. Στην Κύπρο ήρθε στις 11.4.16 για σκοπούς εργασίας. Διέμενε σε ξενοδοχείο στην Πάφο και συντηρείτο οικονομικά από τις αποταμιεύσεις του. Δυο μέρες πριν την σύλληψή του άγνωστοι έκλεψαν τις αποσκευές και το πορτοφόλι του. Για τον λόγο αυτό εγκατέλειψε το ξενοδοχείο στο οποίο διέμενε και έκτοτε δεν είχε σταθερό τόπο διαμονής. Είναι χρήστης ηρωίνης και κοκαΐνης από τα 23 του. Αν και για 4 χρόνια πριν τον θάνατο της μητέρας του είχε διακόψει την οποιαδήποτε χρήση. Με τον θάνατό της, όμως, άρχισε ξανά. Στην χώρα του παρακολουθείτο από αρμόδιο ψυχίατρο και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Στην Φυλακή έχει συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επικαλέσθηκε ακόμα ως ελαφρυντικό την ψυχοπνευματική κατάσταση του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ειδικότερα ανέφερε ότι η εξάρτησή του στην φαρμακευτική στήριξη, την οποία, προδήλως, ο Κατηγορούμενος στερήθηκε με τον ερχομό του στην Κύπρο του δημιούργησαν προβλήματα κρίσης και έλλειψης αντίληψης της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε. Η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός κατηγορούμενου όπως αυτή αξιολογείται μέσα από τα περιστατικά που συνθέτουν την διάπραξη ενός αδικήματος είναι ενδεικτική του μεγέθους της υπαιτιότητας του και, κατ' επέκταση, είναι σχετική με την επιμέτρηση της ποινής. Γενικά, άτομα που πάσχουν από προβλήματα ψυχικής υγείας ή διανοητικά ή παρόμοιας φύσης προβλήματα δικαιούνται στη επιείκεια του Δικαστηρίου. Η μειωμένη αίσθηση της ευθύνης δεν συνιστά υπεράσπιση. Αποτελεί, όμως, μετριαστικό παράγοντα ένεκα της μειωμένης αντίληψης που έχει ένας κατηγορούμενος να αναλογισθεί τις συνέπειες των πράξεών του (Βλ. Sentencing in Cyprus του Γεώργιου Πική, 2η έκδοση, σελίδες 66-67 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Στην υπόθεση Soteris Antoni Demetriou v. The Republic
(1984)2 CLR 323 λέχθηκε ότι η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός κατηγορούμενου αποτελεί σχετικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής. Αν ο κατηγορούμενος έχει μειωμένη την αίσθηση της ευθύνης για λόγους πέραν του ελέγχου του, τότε, αυτό αποτελεί παράγοντα, ο οποίος μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός της σοβαρότητας του αδικήματος (Βλ., επίσης, Andreas Foka Costa v. The Republic
(1966)2 CLR 87). Υπό το φως όλων των πιο πάνω είμαι διατεθειμένος να δεχθώ την ψυχοπνευματική κατάσταση υπό την οποία ο Κατηγορούμενος τελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως παράγοντα που τείνει να μετριάσει την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επικαλέσθηκε ως μετριαστικό παράγοντα ότι το υποστατικό που διαρρήχθηκε ήταν ένα δωμάτιο ξενοδοχείου και, επομένως, όχι μόνιμη κατοικία. Δεν θεωρώ ότι χωρεί διαχωρισμός μεταξύ των δύο από άποψης σοβαρότητας. Συνακόλουθα δεν μπορώ να δεχθώ την πιο πάνω θέση ως ελαφρυντικό. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον δεύτερο Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 μηνών Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Το Νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Οι επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης θα αρχίζουν από τις 19.4.16 ημερομηνία από την οποία ο Κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης. Οι δειγματοληψίες και τα παρειακά επιχρίσματα να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Το κομμάτι μάρμαρο και η ρούχινη τσάντα με το περιεχόμενό της να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Διάρρηξη και Κλοπή Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο