← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευριπίδη Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9965/13, 5/7/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ευριπίδη Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9965/13, 5/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9965/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Ευριπίδη Χαραλάμπους
  2. Γεώργιου Χαραλάμπους
  3. Χαραλαμπίας Φραγκιαδάκη
  4. Κυριάκου Δημητρίου Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5/7/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Χουβαρτάς Για τον κατηγορούμενο 4: εμφανίζεται προσωπικά Κατηγορούμενοι 2 και 4: παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 372 και 20 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), την κατηγορία της απείθειας κατά νομίμων διαταγών, κατά παράβαση των άρθρων 137 και 20 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία), την κατηγορία της απείθειας σε διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση των άρθρων 18

(1)(α)(β)
(2)(α)
(4)και
(7)του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία) και τέλος, την κατηγορία λειτουργίας κέντρου αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των άρθρων 5, 6 και 18 του ίδιου Νόμου (Ν.29/85, ανωτέρω)(4η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, στις 24/11/2012, στην Πάφο, συνωμότησε με τον 1ο κατηγορούμενο να διαπράξουν πλημμελήματα, δηλαδή «τα αδικήματα που αναφέρονται στις πιο κάτω κατηγορίες.» Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, στις 24/11/2012, στην Πάφο, παρέλειψε να υπακούσει σε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 5/11/2012 - το οποίο εκδόθηκε - στη υπόθεση με αριθμό 16077/2012, στην οποία διατασσόταν όπως διακοπεί η λειτουργία του κέντρου αναψυχής με την ονομασία «ΡΟΔΟΝ LIVE» Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, στις 24/11/2012 και ώρα 01:25, στην οδό Αδαμάντιου Κοραή, στην Πάφο, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε στις 5/11/2012 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στην ποινική υπόθεση με αριθμό 16077/2012, το οποίο διέτασσε όπως διακοπεί η λειτουργία του κέντρου αναψυχής με την ονομασία «ΡΟΔΟΝ LIVE», δηλαδή λειτουργούσε το εν λόγω κέντρο. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, στις 24/11/2012 και ώρα 01:25, στην οδό Αδαμάντιου Κοραή, στην Πάφο, λειτουργούσε το κέντρο με την ονομασία «ΔΕ ΡΟΔΟΝ LIVE», χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, τις δυο πρώτες κατηγορίες αντιμετώπιζε και ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως και η 3η κατηγορούμενη αντιμετώπιζαν και τις κατηγορίες 3 και 4. Αναφορικά με αυτούς, η υπόθεση έχει συμπληρωθεί προγενέστερα. Με τη σειρά του, ο 4ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της εσκεμμένης παρακώλυσης αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξεως, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα (8η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 4η κατηγορία, εσκεμμένα παρακώλυσε το λοχία 1883 Ι. Χριστοδούλου του Ο.Π.Ε. Πάφου, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τους εξής μάρτυρες: την εξετάστρια της υπόθεσης, αστυφύλακα 1114 Μαρία Απτουλάχατ, τον αστυφύλακα 2622 Ευέλθων Μίτα, το λοχία 1833 Ιωάννη Χριστοδούλου και τέλος, το λοχία 2235 Χριστάκη Χρίστου (Μ.Κ.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής υποβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους του 2ου κατηγορούμενου ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Η εισήγηση - όπως την αντιλαμβάνομαι - εντάσσεται στον πρώτο, από τους δυο λόγους, για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στην παραπάνω εισήγηση υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Σε αντίθεση με τον κ. Χουβαρτά, ο οποίος, για λόγους που έχει αναφέρει ζήτησε την αθώωση του κατηγορούμενου σ' όλες τις κατηγορίες, η κα Παπαλαζάρου, για λόγους που επίσης έχει αναφέρει ζήτησε την κλήση του σε απολογία. Ο 4ος κατηγορούμενος, ο οποίος είναι δικηγόρος και χειρίζεται προσωπικά την υπόθεσή του - κατά τη γνώμη μου, πολύ ορθά - δεν υπόβαλε ανάλογη εισήγηση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας - περιλαμβανομένων και των παραδεκτών γεγονότων - και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Mariano κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 112/2014 και 113/2014, ημερομηνίας 20.11.2015, στην οποία επαναλαμβάνονται όλες οι παραπάνω αρχές: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ.Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα».» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας καταλογίζεται στο 2ο κατηγορούμενο καθώς και στον 1ο κατηγορούμενο, ότι συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα πλημμελήματα, «δηλαδή τα αδικήματα που αναφέρονται στις πιο κάτω κατηγορίες.» Υποθέτω ότι η φράση «.στις πιο κάτω κατηγορίες.» παραπέμπει σε όσες κατηγορίες αντιμετωπίζουν και οι δυο κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα, στις κατηγορίες 2, 3 και 4. Έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, βασικά, αυτό που καταλογίζεται στους δυο κατηγορούμενους είναι ότι, στον ουσιώδη χρόνο συνωμότησαν μεταξύ τους, καταρχήν, να παραλείψουν να συμμορφωθούν προς το επίδικο διάταγμα (τεκμήριο 2). Ακολούθως, να λειτουργήσουν το επίδικο κέντρο με την ονομασία «ΔΕ ΡΟΔΟΝ LIVE», χωρίς άδεια από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Το μέρος του επίδικου διατάγματος που μας ενδιαφέρει, ημερομηνίας 5/11/2012, το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 16077/12 ακολουθεί αυτούσιο: «Μεταξύ:- ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ΚΑΙ ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ (Δ.Τ. 632491), από την Πάφο, Οικονόμου Δοσιθέου 24Β Κατηγορούμενου ................................................ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η αναστολή λειτουργίας του κέντρου αναψυχής με την ονομασία «ΡΟΔΟΝ LIVE», που βρίσκεται στην οδό Αδαμάντιου Κοραή στην Πάφο, μέχρι την εξασφάλιση της σχετικής άδειας λειτουργίας ως Κέντρου Αναψυχής, από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Τα τρία μεγάφωνα, ένας ενισχυτής ήχου, ένα μικρόφωνο, δέκα μπουκάλια ουίσκι, 3 μπουκάλια βότκα, 2 μπουκάλια κρασί και 3 μπουκάλια ζιβανία να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. Δόθηκε την 5.11.12 Συντάχτηκε την 8.11.12 ......................... ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ:- Εάν εσείς ο κατηγορούμενος ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ (Δ.Τ. 632491), από την Πάφο, αμελήσετε να υπακούσετε στο διάταγμα τούτο αμέσως, εσείς μεν υπόκειστε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.» Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134): «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28 - 4.» Και λίγο παρακάτω: «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and king [1966] Crim. L. R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker, [1962] Crim. L. R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28 - 9).» Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι, στις 24/11/2012 (ουσιώδης χρόνος) υπήρξε συμπληρωμένη συμφωνία μεταξύ των δυο κατηγορούμενων για διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 2, 3 και
  1. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό. Το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε στις 5/11/2012, στην παρουσία του 1ου κατηγορούμενου μα όχι και του 2ου κατηγορούμενου. Εκδόθηκε στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης, με κατηγορούμενο τον 1ο κατηγορούμενο και μ' αυτό, πράγματι, διατάσσεται η αναστολή (και όχι διακοπή, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 2 και 3) λειτουργίας του επίδικου κέντρου με την ονομασία «ΡΟΔΟΝ LIVE», μέχρι την εξασφάλιση της σχετικής άδειας λειτουργίας ως κέντρου αναψυχής, από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Οκτώ μέρες αργότερα και συγκεκριμένα, στις 13/11/2012, δυνάμει της γραπτής συμφωνίας (τεκμήριο 3), η οποία συνάφθηκε μεταξύ των δυο κατηγορούμενων, ο πρώτος φέρεται να εκχωρεί διά μισθώσεως στο δεύτερο, τα δικαιώματα διεύθυνσης και εκμετάλλευσης της επιχείρησης του επίδικου κέντρου, για περίοδο ενός έτους. Συγκεκριμένα, από τις 13/11/2012 μέχρι και τις 13/11/
  2. Όταν η Αστυνομία στις 24/11/2012 εισήλθε στο επίδικο κέντρο, δυνάμει του δικαστικού εντάλματος έρευνας (τεκμήριο 11), λειτουργούσε το κέντρο. Εκεί βρισκόταν ο 1ος κατηγορούμενος, όχι όμως και ο 2ος κατηγορούμενος. Αναμφίβολα, ο 1ος κατηγορούμενος είχε γνώση του περιεχομένου του επίδικου διατάγματος, αφού - για να επαναλάβω - ήταν παρών στο Δικαστήριο κατά την έκδοσή του, στις 5/11/2012, κάτι που δεν ισχύει για το 2ο κατηγορούμενο, για τον οποίο, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει κατά πόσο το εν λόγω διάταγμα του έχει επιδοθεί ή έστω, κατά πόσο έλαβε γνώση για την ύπαρξή του καθώς και για το περιεχόμενό του οποτεδήποτε, μ' οποιοδήποτε τρόπο. Στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου, που όπως θα διαφανεί στη συνέχεια αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που περικλείουν οι κατηγορίες 2 και 3, στην καλύτερη περίπτωση για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αυτό που μπορεί να λεχθεί σε σχέση με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας είναι το εξής: Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των παραπάνω στοιχείων άμεσης, πραγματικής και περιστατικής μαρτυρίας, ο 1ος κατηγορούμενος, επειδή γνώριζε ότι εξαιτίας της έκδοσης του επίδικου διατάγματος, δεν μπορούσε να λειτουργεί νόμιμα το επίδικο κέντρο, συνήψε με το 2ο κατηγορούμενο τη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων (τεκμήριο 3), προκειμένου να μπορεί να καταστρατηγεί το επίδικο διάταγμα, δηλαδή, κατά παράβασή του, να εξακολουθεί να λειτουργεί το επίδικο κέντρο, χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού και όταν αυτό διαπιστωνόταν, επικαλούμενος το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας, να ισχυρίζεται ό,τι ισχυρίστηκε και στο Μ.Κ.2, όταν, στον ουσιώδη χρόνο, του επέστησε την προσοχή στο νόμο. Συγκεκριμένα, ότι ο ίδιος δεν έχει σχέση με το μαγαζί (βλ. τη γραπτή κατάθεση του μάρτυρα - τεκμήριο 12 - το περιεχόμενο της οποία υιοθετήθηκε από αυτόν, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της). Όλα αυτά τα στοιχεία μαρτυρίας, ενώ δημιουργούν την ισχυρή υποψία, ότι ο 1ος κατηγορούμενος ενήργησε με τον πιο πάνω τρόπο, σε συνεννόηση με το 2ο κατηγορούμενο, εν γνώσει και του δεύτερου για την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος καθώς και του περιεχομένου του, στην απουσία απόδειξης του τελευταίου αυτού στοιχείου, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, κατά τη γνώμη μου, δεν αρκούν για τη δημιουργία υπόθεσης ενοχής, εκ πρώτης όψεως, ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε γνώση αυτού του στοιχείου και συνήψε μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο τη συμφωνία (τεκμήριο 3), συνωμοτικά, για σκοπούς διάπραξης των αδικημάτων των κατηγοριών 2, 3 και
  3. Είναι φανερό, ότι, για σκοπούς δημιουργίας υπόθεσης ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον του 2ου κατηγορούμενου (βλ. την Ευσταθίου, ανωτέρω) ότι διέπραξε το αδίκημα της συνωμοσίας, απαιτείται να γίνει υπόθεση, ότι αυτός, στον ουσιώδη χρόνο γνώριζε ότι υπήρχε το επίδικο διάταγμα καθώς και το περιεχόμενό του. Ωστόσο, η δίκη είναι ποινική και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμπληρωμένη συμφωνία μεταξύ των δυο κατηγορούμενων για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος. Και, με δεδομένο ότι το στοιχείο αυτό (η ύπαρξη ολοκληρωμένης συμφωνίας) αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνωμοσίας, η σχετική - 1η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Το αδίκημα της ανυπακοής (ή απείθειας, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος) σε νόμιμες διαταγές, για το οποίο ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη 2η κατηγορία, δημιουργεί το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος, θα πρέπει να αποδειχθεί πρώτο, η ύπαρξη του επίδικου δικαστικού διατάγματος, με περιεχόμενο, ως εκτίθεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας και δεύτερο, ανυπακοή σ' αυτό εκ μέρους του κατηγορούμενου. Το συγκεκριμένο αδίκημα, προφανώς, δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability), αλλά, αδίκημα που έχει τόσο αντικειμενική υπόσταση (actus reus) όσο και υποκειμενική υπόσταση (mens rea). Η πρώτη συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη η οποία παραβιάζει το δικαστικό διάταγμα και η δεύτερη, σε ηθελημένη ανυπακοή ή διαφορετικά, σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του δικαστικού διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Μαύρος ν. Στυλιανού κ.ά.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2389). Και ενώ η ύπαρξη του διατάγματος, με περιεχόμενο, ως εκτίθεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας έχει αποδειχθεί με μόνη διαφορά, ότι, το διάταγμα διατάσει την αναστολή και όχι διακοπή λειτουργίας του επίδικου κέντρου, με μόνο λόγο, ότι - για να επαναλάβω - δεν έχει αποδειχθεί ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε γνώση ότι υπήρχε το διάταγμα καθώς και γνώση του περιεχομένου του, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η σύναψη της συμφωνίας (τεκμήριο 3) μεταξύ των κατηγορούμενων 1 και 2, σε εφαρμογή και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος της 2ης κατηγορίας, καθιστά το 2ο κατηγορούμενο συναυτουργό του 1ου κατηγορούμενου, σ' ό,τι αφορά την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος - έχοντας υπόψη ότι ο 2ος κατηγορούμενος, στον ουσιώδη χρόνο δε βρισκόταν στο επίδικο κέντρο -, εκείνο που σίγουρα δεν μπορεί να λεχθεί για το 2ο κατηγορούμενο είναι ότι επέδειξε ηθελημένη ανυπακοή ή πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του δικαστικού διατάγματος. Προφανώς, αυτός, δεν μπορεί να είχε εκδηλώσει εκ προθέσεως ανυπακοή σε ένα διάταγμα που δεν είχε υπόψη του και δε γνώριζε το περιεχόμενό του. Ακολουθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, γεγονός το οποίο, με απλά λόγια σημαίνει ότι, ο 2ος κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί και σ' αυτή την κατηγορία. Για τον ίδιο λόγο που ο κατηγορούμενος θα αθωωθεί στη 2η κατηγορία, θα αθωωθεί και στην 3η κατηγορία, η οποία, βασικά περικλείει το ίδιο αδίκημα, με μόνη διαφορά, ότι, σ' αυτή την περίπτωση, το αδίκημα δημιουργεί το άρθρο 18
(1)(β)
(2)(α) και
(4)του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε. Το άρθρο 18
(1)(α) προνοεί ότι κάθε πρόσωπο που διατηρεί ή λειτουργεί κέντρο, χωρίς άδεια λειτουργίας είναι ένοχο αδικήματος, το οποίο τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση ή και με τις δυο αυτές ποινές. Το εδάφιο 2(α) του ίδιου άρθρου διαλαμβάνει για την εξουσία του Δικαστηρίου όπως, πέραν από την ποινή που θα επιβάλει σε περίπτωση καταδίκης για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), διατάξει τη διακοπή της λειτουργίας του κέντρου σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε το αδίκημα, για τέτοιο χρονικό διάστημα, όσο το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον. Τέλος, το εδάφιο
(4)του ίδιου, πάντοτε, άρθρου προνοεί ότι κάθε πρόσωπο που δε συμμορφώνεται προς διάταγμα το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)είναι ένοχο αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το επίδικο διάταγμα είναι σαφές, ότι εκδόθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης με αριθμό 16077/12 που αντιμετώπιζε ο 1ος κατηγορούμενος, σε εφαρμογή του εδαφίου
(2)(α), πέραν της ποινής που του επιβλήθηκε σε αριθμό κατηγοριών. Είναι ακόμη σαφές, ότι, η παράλειψη συμμόρφωσης προς το διάταγμα, που δυνάμει του εδαφίου
(4)αποτελεί αδίκημα έχει και πάλιν την έννοια της ηθελημένης ανυπακοής ή πρόθεσης ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος. Για να το πω και διαφορετικά, το συγκεκριμένο αδίκημα, όπως και το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, κατά το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα έχει τόσο αντικειμενική υπόσταση (actus reus) όσο και υποκειμενική υπόσταση (mens rea). Η πρώτη συνίσταται στην παράλειψη συμμόρφωσης προς το δικαστικό διάταγμα και η δεύτερη, σε ηθελημένη ανυπακοή ή διαφορετικά, σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος (βλ. τη Μαύρος (ανωτέρω)). Και, με δεδομένο ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι το επίδικο διάταγμα έχει επιδοθεί στο 2ο κατηγορούμενο, είτε ακόμη, ότι αυτός, έστω έλαβε γνώση της ύπαρξής του καθώς και του περιεχομένου του, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να του καταλογίζεται ότι απείθησε στο εν λόγω διάταγμα (βλ. τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 3ης κατηγορίας). Ακολουθεί ότι και η 3η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Το αδίκημα της λειτουργίας κέντρου αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας δημιουργείται από τις σχετικές πρόνοιες του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου 29/85 (ανωτέρω). Ειδικότερα: Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω νόμου: «Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν εκ του κειμένου προκύπτη διάφορος έννοια- "άδεια λειτουργίας" σημαίνει άδειαν λειτουργίας κέντρου εκδιδομένην δυνάμει του άρθρου 6· "Γενικός Διευθυντής" σημαίνει τον Γενικόν Διευθυντήν του Οργανισμού· "Διοικητικόν Συμβούλιον" σημαίνει το Διοικητικόν Συμβούλιον του Οργανισμού· ................................... "επιχειρηματίας" σημαίνει το πρόσωπον, φυσικόν ή νομικόν, επ' ονόματι του οποίου εκδίδεται η άδεια λειτουργίας κέντρου, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 6· ................................... "κέντρον" σημαίνει κατάστημα- (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών· ή (β) λειτουργούν εκτός των ως άνω περιοχών και το οποίον το Διοικητικόν Συμβούλιον θέλει ορίσει ονομαστικώς λόγω της μορφής των υπ' αυτού προσφερομένων υπηρεσιών ή λόγω τοποθεσίας, συγκεντρώσεως ή κινήσεως πελατών, ταξιδιωτών, περιηγητών ή παραθεριστών, εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα: ................................... "Οργανισμός" σημαίνει τον Κυπριακόν Οργανισμόν Τουρισμού τον καθιδρυθέντα δυνάμει των περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμων του 1969 έως 1985· "πελάτης" σημαίνει παν πρόσωπον εις το οποίον παρέχεται παρά κέντρου υπηρεσία ως προνοείται εν τω παρόντι Νόμω· "υπηρεσία" σημαίνει- (α) παροχήν εστιάσεως ή πάσης φύσεως φαγητών, ποτών ή γλυκισμάτων, ανεξαρτήτως του εάν προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα· ...................................» Το άρθρο 5 του ίδιου νόμου προνοεί ότι: «
(1)Δι' έκαστον κέντρον, εξαιρουμένων των λειτουργούντων εντός αδειούχων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, διενεργείται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά τον καθοριζόμενον τρόπον και διαδικασίαν, κατάταξις αναλόγως της φύσεως των υπ' αυτού παρεχομένων υπηρεσιών και εφ' όσον πληρούνται οι οικείοι Κανονισμοί, εις μίαν ή περισσοτέρας των ακολούθων κατηγοριών- (α) εστιατόριον ή ταβέρνα, (β) καφετηρία ή πιτσαρία, (γ) μπυραρία ή μπαρ, (δ) μουσικοχορευτικόν, (ε) δισκοθήκη, (στ) σνακ μπαρ, (ζ) καμπαρέ.
(2)..................... ...........
(3)...............................» Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του ίδιου, πάντοτε, νόμου: «
(1)Ουδείς λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας εκδιδομένης συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών.» Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 4ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος, μεταξύ άλλων, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, στον ουσιώδη χρόνο, στο επίδικο «κέντρο» (κατ' ακρίβεια κατάστημα) παρέχονταν επί πληρωμή εστίαση ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξάρτητα εάν σ' αυτό προσφερόταν μουσική ή καλλιτεχνικό πρόγραμμα. Στο ερώτημα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί αυτό το στοιχείο, που αποτελεί ασφαλώς συστατικό στοιχείο του αδικήματος της λειτουργίας κέντρου, χωρίς άδεια λειτουργίας παρατηρώ τα εξής: Όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 15), ο λοχίας 1833 Ιωάννης Χριστοδούλου (Μ.Κ.3), κατά την είσοδό τους στο επίδικο μοσικοχορευτικό κέντρο, υπήρχαν περί τους 9 θαμώνες, οι οποίοι κάθονταν σε τραπέζια και είχαν μπροστά τους ποτήρια με ποτά. Επίσης, σε ένα τραπέζι που κάθονταν θαμώνες πρόσεξε ένα μπουκάλι ουίσκι. Παράλληλα, στο κέντρο βρισκόταν μια τραγουδίστρια στη σκηνή και τραγουδούσε με τη χρήση μικροφώνου που μετέδιδε μουσική, μέσω μεγαφώνων. Αυτό που δε λέει ο μάρτυρας και ούτε ανάφερε οποιοσδήποτε μάρτυρας κατά τη δίκη είναι κατά πόσο τα ποτά που υπήρχαν στα τραπέζια που κάθονταν οι θαμώνες καθώς και το μπουκάλι με το ουίσκι, τους είχαν προσφερθεί από το κατάστημα επί πληρωμή, υπό την έννοια ότι τα είχε παραγγείλει κάποιος θαμώνας - πελάτης του καταστήματος, ο οποίος τα πλήρωσε ή θα τα πλήρωνε. Ίχνος τέτοιας μαρτυρίας υπάρχει και επειδή, η πληρωμή των ποτών ή η προοπτική πληρωμή τους αποτελεί αναγκαίο όρο για να μπορεί να θεωρηθεί «κέντρο» τη εννοία του νόμου, κάποιο κατάστημα στο οποίο προσφέρονται ποτά, στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου, δηλαδή, ότι το επίδικο κατάστημα στον ουσιώδη χρόνο αποτελούσε κέντρο, ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για λειτουργία κέντρου, χωρίς άδεια λειτουργίας. Και τούτο, επειδή, η λειτουργία του καταστήματος ως κέντρου αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της λειτουργίας κέντρου, χωρίς άδεια λειτουργίας. Ακολουθεί ότι και η 4η κατηγορία θα πρέπει να απορριφθεί αφού και αυτή - όπως και οι άλλες τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος - αντιμετωπίζει πρόβλημα εξ αντικειμένου στοιχειοθέτησης. Και προφανώς, ο κατηγορούμενος δε θα πρέπει να κληθεί σε απολογία, για να συμπληρώσει τα σοβαρά κενά που παρουσιάζει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, συμβάλλοντας έτσι ο ίδιος στην ενοχοποίησή του. Έπεται ότι η εισήγηση του 2ου κατηγορούμενου επιτυγχάνει. Σ' ό,τι αφορά τον 4ο κατηγορούμενο, ο οποίος αντιμετωπίζει την 4η κατηγορία, η θέση μου είναι τελείως αντίθετη. Αναφορικά με αυτόν θεωρώ ότι υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία αξιόπιστης μαρτυρίας (credible evidence) τέτοιας φύσεως, από τα οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής, εκ πρώτης όψεως, επομένως, αυτός, θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για να προβάλει την υπεράσπισή του. Έχοντας υπόψη τι ακολουθεί δε θα ήθελα να επεκταθώ (βλ. τη Mariano (ανωτέρω) και την Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του 2ου κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία, κάτι που δεν ισχύει για τον 4ο κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια, ο 2ος κατηγορούμενος αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες, ενώ ο 4ος κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 372 και 20 του Ποινικού Κώδικα, απείθεια κατά νομίμων διαταγών, κατά παράβαση των άρθρων 137 και 20 του Ποινικού Κώδικα, απείθεια σε διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση των άρθρων 18
(1)(α)(β)
(2)(α)
(4)
(7)του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, λειτουργία κέντρου αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των άρθρων 5, 6 και 18 του ίδιου Νόμου (29/85, ανωτέρω) και τέλος, εσκεμμένη παρακώλυση αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα. - εκ πρώτης όψεως υπόθεση -. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.