← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστα Αργυρού κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 2163/13, 8/7/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κώστα Αργυρού κ.α., Αρ. Υπόθεσης : 2163/13, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 2163/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Κώστα Αργυρού
  2. Walid Ibrahim Haj Shamo
  3. Nouri Hamki
  4. Ali Mohamad Remmogharibo
  5. Hussein Kourdou Κατηγορούμενων ------------------------------ Ημερομηνία: 8/7/2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τoν 1ο κατηγορούμενο: κ. Ν. Τσιαπαλής 1ος κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1ος κατηγορούμενος (στο εξής «κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε και Κ.Δ.Π.242/72 (1η, 2η, 3η και 4η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, στις 19/2/2013, στη λεωφόρο Αγίου Γεωργίου, στην Πέγεια, της επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσε παράνομα τους: 2ο, 3ο,4ο και 5ο κατηγορούμενους (κατ' αντιστοιχία κατηγορίας) σε ανεγειρόμενη οικοδομή που βρίσκεται στην πιο πάνω λεωφόρο, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τους αστυφύλακες: 3033 Πέτρο Σάββα (Μ.Κ.1) και 3491 Χάρη Χρυσοστόμου (Μ.Κ.2). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως, χωρίς να καλέσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Σε συντομία, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι η εξής: Στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, στις 19/2/2013 γύρω στις 10:00, μέλη της ΥΑΜ Πάφου, ανάμεσά τους και οι Μ.Κ.1 και 2, σε συνεργασία με λειτουργούς του γραφείου εργασίας, μετά από πληροφορία μετέβηκαν σε ανεγειρόμενη οικοδομή που βρισκόταν στη λεωφόρο Αγίου Γεωργίου στην Πέγεια, για έλεγχο αλλοδαπών. Μετά από παρακολούθηση πέντε λεπτών, οι δυο μάρτυρες εντόπισαν αλλοδαπούς άνδρες να ασχολούνται με το καλούπωμα μίας κολώνας στην οικοδομή. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν προέκυψε ότι επρόκειτο για τους κατηγορούμενους 2 μέχρι 5, όλοι, αλλοδαποί από τη Συρία, οι οποίοι βρίσκονταν στην Κύπρο, τελώντας υπό καθεστώς, ως ακολούθως: Ο 2ος κατηγορούμενος βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής ασύλου. Το αίτημά του απορρίφθηκε, στις 19/12/2008 υπόβαλε αίτηση στην αναθεωρητική αρχή προσφύγων, η οποία, στις 20/7/2009, επίσης απορρίφθηκε και έκτοτε διέμενε παράνομα στην Κύπρο. Ο 3ος κατηγορούμενος, στις 9/2/2012 απελάθηκε από την Κύπρο και τα στοιχεία του εντοπίζονται στον κατάλογο προσώπων ΣΤΟΠ - ΛΙΣΤ, ως απαγορευμένος μετανάστης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αφίχθηκε εκ νέου παράνομα στη Δημοκρατία, το καλοκαίρι του
  6. Ο 4ος κατηγορούμενος βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Η αίτησή του, στις 30/7/2011 απορρίφθηκε και έκτοτε διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Τα στοιχεία και αυτού εντοπίζονται στον κατάλογο ΣΤΟΠ - ΛΙΣΤ, ως αναζητούμενο πρόσωπο. Τέλος, ο 5ος κατηγορούμενος, καθ' ομολογία του εισήλθε στην Κύπρο μέσω κατεχομένων, στις 2/2/2007 και έκτοτε διέμενε στη Δημοκρατία παράνομα. Τα στοιχεία του δεν είναι καταχωρημένα στο ηλεκτρονικό σύστημα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης μα ούτε και στον κατάλογο αφιξοαναχωρήσεων των εγκεκριμένων λιμανιών και αεροδρομίων της Δημοκρατίας. Και οι τέσσερεις αλλοδαποί, αφού συνελήφθηκαν από τους μάρτυρες (οι δυο πρώτοι από το Μ.Κ.1 και οι άλλοι δυο από το Μ.Κ.2) υπέδειξαν ως εργοδότη τους τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν στην είσοδο της οικοδομής. Όταν, ευθύς αμέσως και συγκεκριμένα, στις 10:30, ο Μ.Κ.1 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που εξετάζονταν, αυτός του ανάφερε και για τους τέσσερεις αλλοδαπούς ότι μετέβησαν στη δουλεία εκείνη την ημέρα και ότι προτίθετο να πληρώσει στον καθένα τους, €50,00 ημερησίως. Ο κατηγορούμενος, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφού κλήθηκε σε απολογία κατάθεσε ενόρκως. Η εκδοχή του για όσα του καταλογίζονται με τις επίδικες κατηγορίες περικλείεται στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 11), το περιεχόμενο της οποία υιοθετήθηκε από αυτόν, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Με αυτή, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Είναι εργολάβος καλουπιών και το Φεβρουάριο του 2013 ασχολιόταν με τα καλούπια μιας διώροφης κατοικίας στην περιοχή της Πέγειας, όπου πήγαινε καθημερινά, μαζί με τους υπαλλήλους του. Στις 19/2/2013 γύρω στις 06:00 έφυγε από το σπίτι του για να πάει να μαζέψει το προσωπικό του και να πάει στο εργοτάξιο. Εργοδοτούσε έξι άτομα και για τη μετάβασή τους στη δουλειά, ο ίδιος πήρε το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο και ένας υπάλληλός του, ονόματι Βασίλης πήρε το φορτηγό. Και τα δυο οχήματα ήταν δικά του. Εκείνη την ημέρα, θα ασχολούνταν με το καλούπωμα των κολώνων του ορόφου. Αφού μάζεψαν τους υπαλλήλους, μεταξύ των ωρών 06:30 - 06:45 πήγαν στο εργοτάξιο. Γύρω στις 09:00, ο ίδιος πήρε το διπλοκάμπινο και πήγε στην Πάφο για να κάνει κάποια δουλειά που είχε στην τράπεζα καθώς και για να αγοράσει κάποια υλικά που χρειάζονταν για τη δουλεία. Ενώ βρισκόταν στην Πάφο, του τηλεφώνησε ο Βασίλης που ήταν επιστάτης και υπεύθυνος του εργοταξίου και του είπε ότι εκεί βρίσκονταν κάποιοι ξένοι που ήθελαν δουλειά και ζήτησε οδηγίες. Του είπε ότι σε κανένα μισάωρο θα είναι πίσω και αν θέλουν να περιμένουν να τους δει. Όταν επέστεψε στο εργοτάξιο είδε κόσμο να μπαίνει σε δυο τρία αυτοκίνητα που ήταν έξω από το εργοτάξιο. Κατέβηκε αμέσως και πηγαίνοντας μέσα στο εργοτάξιο είδε μια κοπέλα που το όνομά της ήταν Μαρία Τεμπριώτη και ήξερε ότι εργαζόταν στο γραφείο εργασίας και τη ρώτησε τι συμβαίνει. Αυτή, του απάντησε πως ήταν με κλιμάκιο του τμήματος αλλοδαπών και του γραφείου εργασίας και έκαναν έλεγχο για παράνομη και αδήλωτη εργασία και ότι βρέθηκαν στο εργοτάξιο τέσσερεις παράνομοι, τους οποίους συνέλαβαν οι αστυνομικοί του τμήματος αλλοδαπών και ξεκίνησαν να τους μεταφέρουν στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Εν τω μεταξύ, πλησίασε και Βασίλης και του εξήγησε ότι ήταν αυτοί για τους οποίους του είχε τηλεφωνήσει. Από την πλευρά του εξήγησε στην κοπέλα πως είχαν τα πράγματα. Αυτή, αφού έλεγξε το προσωπικό του και πήρε τα στοιχεία του, έφυγε από το εργοτάξιο. Μετά από μερικές ώρες, τον πήραν τηλέφωνο από την Αστυνομία και του είπαν ότι έπρεπε να πάει να δώσει κατάθεση. Ρώτησε για ποιο λόγο και του ανάφεραν ότι ήταν για τους τέσσερεις αλλοδαπούς που βρέθηκαν στο εργοτάξιό του στην Πέγεια. Τους ανάφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση, αλλά, ο αστυνομικός επέμενε και έτσι πήγε στο σταθμό για κατάθεση. Τους συγκατηγορούμενούς του, τους είδε για πρώτη φορά εδώ στο Δικαστήριο, όταν παρουσιάστηκε για την υπόθεση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας στο σύνολό του. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους δυο μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Σε ό,τι αφορά τις κατ' ισχυρισμό των δυο μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, δηλώσεις των κατηγορούμενων 2 μέχρι 5 προς τους ίδιους καθώς και όσα αυτοί αναφέρουν στις ανακριτικές τους καταθέσεις (τεκμήρια 4 μέχρι 7, κατ' αντιστοιχία κατηγορούμενου), ασφαλώς λαμβάνω υπόψη και την πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου εκτός Δικαστηρίου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προς ενοχοποίηση συγκατηγορούμενού του, αλλά, μόνο σε ό,τι αφορά τον ίδιο (βλ. μεταξύ άλλων, Θεοχάρους κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 49/13, 50/13 και 51/13, ημερομηνίας 26/4/2014 και το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)», 1994, σελ.334 και 335). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Σε γενικές γραμμές, θα έλεγα ότι θεωρώ αξιόπιστους και τους δυο αστυνομικούς μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, οι οποίοι είμαι βέβαιος, ότι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με πρόθεση να πουν και είπαν την αλήθεια, για όσα διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Το σύνολο των ενεργειών τους καθώς και οι διαπιστώσεις τους αναφέρονται στη γραπτή κατάθεσή τους (τεκμήρια 8 και 9, αντίστοιχα), το περιεχόμενο της οποίας και οι δυο υιοθέτησαν για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Μολονότι αντεξετάστηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις, με μια μόνο εξαίρεση, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία τους, επί της ουσίας όσων ανάφεραν. Στο βαθμό δε που αμφισβητήθηκαν, αυτό, σε σημαντικό βαθμό έγινε με ατεκμηρίωτες υποβολές του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, είτε ακόμη και με αντιφατικό τρόπο. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια θεωρώ τον κατηγορούμενο - με τη μαρτυρία του οποίου αντιπαραβάλλεται η μαρτυρία και των δυο μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής - εντελώς αναξιόπιστο, ως μάρτυρα. Το μόνο στοιχείο της μαρτυρίας και των δυο μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, που δεν μπορώ να δεχθώ λόγω αμφιβολιών, αφορά στον ισχυρισμό τους, πως όταν στον ουσιώδη χρόνο συνελήφθηκαν οι κατηγορούμενοι 2 μέχρι 5 και υπέδειξαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν στην είσοδο της οικοδομής, ως εργοδότη τους, αφού ο Μ.Κ.1 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που εξετάζονταν, αυτός, του ανάφερε και για τους τέσσερεις αλλοδαπούς - κατηγορούμενους, ότι μετέβηκαν στη δουλειά εκείνη την ημέρα και ότι προτίθετο να πληρώσει τον καθένα τους με το ποσό των €50,00, ημερησίως. Ενώ δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο σημείο που ανάφεραν οι μάρτυρες και ότι είχε κάποια συνομιλία με το Μ.Κ.1., στην παρουσία του Μ.Κ.2, δε δέχομαι οτιδήποτε άλλο και οι δυο ανάφεραν. Καταρχήν, στο βαθμό που φέρουν τους κατηγορούμενους 2 μέχρι 5 να υποδεικνύουν τον κατηγορούμενο, ως εργοδότη τους, το σχετικό μέρος της μαρτυρίας τους, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, έχοντας υπόψη, ότι, η κατ' ισχυρισμό τους υπόδειξη του κατηγορούμενου από τους αλλοδαπούς, ως εργοδότη τους, υπέχει θέση ενοχοποιητικής δήλωσης, η οποία, ενώ μπορεί να ληφθεί υπόψη προς ενοχοποίηση των κατηγορούμενων 2 μέχρι 5, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προς ενοχοποίηση του συγκατηγορούμενου τους, αφού έγινε εκτός Δικαστηρίου και αυτοί δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν ενόρκως (βλ. τη Θεοχάρους, και το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη, ανωτέρω). Και βέβαια, αυτό ισχύει για κάθε άλλη τέτοια - ενοχοποιητική - δήλωση των κατηγορούμενων 2 μέχρι
  1. Στο βαθμό τώρα που φέρουν τον κατηγορούμενο να δηλώνει στο Μ.Κ.1, ότι οι αλλοδαποί - κατηγορούμενοι μετέβηκαν στη δουλειά την επίδικη μέρα και ότι προτίθετο να πληρώσει στον καθένα τους το ποσό των €50,00, ημερησίως, για λόγους που θα αναφέρω αμέσως, δεν είμαι απολύτως βέβαιος, ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε τέτοια δήλωση, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη και η δραστικότητά της, σε περίπτωση αποδοχής της, για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης, επί όλων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Εξηγώ αμέσως γιατί δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην παραπάνω δήλωση προς το Μ.Κ.
  2. Όπως και οι δυο μάρτυρες αναφέρουν στη γραπτή κατάθεσή τους, ο κατηγορούμενος προέβη στη συγκεκριμένη δήλωση, όταν ο Μ.Κ.1 του επέστησε την προσοχή στο νόμο και τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που εξετάζονταν. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ο μάρτυρας, με αναφορά στον εν λόγω ισχυρισμό του, κληθείς να πει τι ακριβώς είπε στον κατηγορούμενο, ισχυρίστηκε ότι του είπε πως εξέταζε αδικήματα παράνομης απασχόλησης, παράνομης παραμονής και παράνομης εργοδοτησης. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος, στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος, ποτέ δεν προέβη σ' οποιαδήποτε παραδοχή για τα αδικήματα που κατηγορείται, «Δεν είπα εγώ ποτέ ότι παραδέχθηκε το αδίκημα.» απάντησε. Ακολούθησε η εξής υποβολή, με την οποία, βασικά συμπληρώθηκε και η μαρτυρία του: «Σου υποβάλλω ότι ποτέ δεν παραδέχθηκε ότι εργοδότησε αυτά τα τέσσερα πρόσωπα.» Και η απάντησή του: «Δεν ανάφερα ποτέ ότι παραδέχθηκε.» Προφανώς, δεν μπορεί να ισχύουν και οι δυο θέσεις του μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος, είτε του ανάφερε ότι οι αλλοδαποί - κατηγορούμενοι μετέβησαν στη δουλειά εκείνη την ημέρα και προτίθετο να πληρώσει στον καθένα τους, το ποσό των €50,00, ημερησίως, φράση που αποτελεί σαφή παραδοχή ότι τους είχε εργοδοτήσει και ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού - αν ληφθεί υπόψη ότι φέρεται να προέβη στη συγκεκριμένη δήλωση, ευθύς αμέσως, όταν ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε ότι εξεταζόταν και το συγκεκριμένο αδίκημα -, είτε δεν παραδέχθηκε το εν λόγω αδίκημα και συγκεκριμένα ότι είχε εργοδοτήσει τους τέσσερεις αλλοδαπούς - κατηγορούμενους. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο και το γεγονός, ότι, ο Μ.Κ.2 επιβεβαιώνει το Μ.Κ.1, στο βαθμό που ισχυρίζεται ότι η ενοχοποιητική δήλωση του κατηγορούμενου προς το Μ.Κ.1 είχε γίνει στην παρουσία και εις επήκοον του, δεν αναιρεί την αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο τελευταίος. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων γίνεται αποδεκτή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου, ως μάρτυρα είναι τελείως αρνητική. Και τούτο, επειδή υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς και θέσεις που δεν υποβλήθηκαν στους δύο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν, ενώ υπήρξαν περιπτώσεις, που άλλα υπόβαλλε ο δικηγόρος του στους δυο τελευταίους και άλλα ισχυριζόταν ο ίδιος. Για όλους αυτούς τους λόγους - χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι -, με εξαίρεση, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή που συντίθεται από ισχυρισμούς, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, την κρίση μου, για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του, ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμήριο 11) που έχει ετοιμάσει. Με αυτή μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Για το τι έγινε στον ουσιώδη χρόνο, τον ενημέρωσαν όταν επέστρεψε στο εργοτάξιο, η Μαρία Τεμπριώτη, του γραφείου εργασίας καθώς και ο υπάλληλός του, επιστάτης και υπεύθυνος του εργοταξίου, ονόματι Βασίλης. Επισημαίνεται απλώς, πως τίποτε από αυτά υποβλήθηκε στους δυο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, των οποίων ο ισχυρισμός ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος ήταν στην είσοδο της οικοδομής παρέμεινε αναντίλεκτος. Και φυσικά τίθεται και το ερώτημα, γιατί δεν παρουσίασε ως μάρτυρες τα δυο αυτά πρόσωπα, για να τον επιβεβαιώσουν, στην έκταση που τα επικαλείται; Η απάντηση είναι εύκολη. Επειδή, πολύ απλά, εάν τους παρουσίαζε δε θα τον επιβεβαίωναν. Και τούτο, επειδή δεν έλεγε την αλήθεια, για όσα τους αποδίδει είτε να έχουν κάνει είτε να του είπαν. Και ειδικά για το Βασίλη, αμφιβάλλω κατά πόσο αποτελεί υπαρκτό πρόσωπο. Ερωτηθείς από το δικηγόρο του εάν εκείνη την ημέρα μίλησε με τους Μ.Κ. 1 και 2 απάντησε αρνητικά. Ωστόσο, ο ισχυρισμός και των δυο αυτών μαρτύρων, ότι ο Μ.Κ.1, εκεί στο χώρο του εργοταξίου και συγκεκριμένα στην είσοδο της επίδικης οικοδομής, τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που εξετάζονταν και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο παρέμεινε αναντίλεκτος, έστω κι αν, για λόγους που έχω αναφέρει δε δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην απάντηση που του αποδίδεται από τους εν λόγω μάρτυρες. Αυτό είναι που δεν αποδέχομαι και όχι ότι ο Μ.Κ.1 συνομίλησε με τον κατηγορούμενο στον ουσιώδη χρόνο, στην παρουσία του Μ.Κ.
  3. Για το ίδιο θέμα προστίθενται και τα εξής: Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2 κλήθηκε από τον κ. Τσιαπαλή να πει εάν συμφωνεί ότι ο κατηγορούμενος είναι με το Μ.Κ.1 που είχε μιλήσει. Λίγο αργότερα, ο ίδιος μάρτυρας ρωτήθηκε και πάλιν από τον κ. Τσιαπαλή, κατά πόσο ο Μ.Κ.1 ήταν πιο κοντά στον κατηγορούμενο όταν μιλούσε παρά ο ίδιος. Τέλος, ο κ. Τσιαπαλής υπόβαλε στο μάρτυρα, ότι ο Μ.Κ.1 ήταν σε καλύτερη θέση να ακούει γιατί εκείνος μιλούσε με τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς γιατί αυτά που είπε στο Δικαστήριο, δεν τα είπε και στην Αστυνομία όταν έδινε κατάθεση, απάντησε ως εξής: «Εγώ πρώτα πρώτα, εάν ήταν να εργοδοτούσα παράνομα, το πρώτο πράγμα έπρεπε να με συλλάβει η Αστυνομία αυτόφωρο. Δεύτερο σχόλασα από τη δουλεία και μετά από μερικές ώρες, μου τηλεφώνησαν να πάω, χωρίς να έχω ιδέα. Ο αστυνομικός που μου τηλεφώναν επέμενε ότι έπρεπε να πάω κάτω.» Καταρχήν διερωτώμαι σε ποια Αστυνομία αναφέρεται ότι έπρεπε να το συλλάβει για αυτόφωρο, δεδομένης της θέσης του - στο στάδιο της αντεξέτασης και πάλιν - ότι, στον ουσιώδη χρόνο δεν είδε Αστυνομία, γιατί έλειπε; Ακολούθως, εκτός του ότι είμαι βέβαιος, ότι προέβαλε το νομικό επιχείρημα περί αυτόφωρου επειδή είχε ακούσει το δικηγόρο του να αντεξετάζει σχετικά με το θέμα και τους δυο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής είναι και το γεγονός, ότι, η νομική θέση, ότι, στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, οι δυο αστυνομικοί μάρτυρές της, θα έπρεπε να είχαν συλλάβει τον κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα, κατά τη γνώμη μου είναι εσφαλμένη. Και τούτο, επειδή, πολύ απλά, ενώ το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης που διέπρατταν οι τέσσερεις αλλοδαποί κατηγορούμενοι ήταν όντως αυτόφωρο, αφού αυτοί καταλήφθηκαν επ' αυτοφώρω να εργάζονται στην επίδικη οικοδομή, οπότε, οι μάρτυρες είχαν δικαίωμα να τους συλλάβουν αμέσως, χωρίς δικαστικό ένταλμα, δεν ισχύει το ίδιο για τον κατηγορούμενο, ο οποίος, κατά τον ίδιο χρόνο, εξ αντικειμένου ήταν απλώς ύποπτος ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης των αλλοδαπών, αφού, η κατ' ισχυρισμό των αστυνομικών μαρτύρων εργοδότησή τους από τον κατηγορούμενο, δεν είχε γίνει στην παρουσία τους. Όπως είπε χαρακτηριστικά ο Μ.Κ.1, όταν του υποβλήθηκε από τον κ. Τσιαπαλή ότι θα έπρεπε να συλλάβει επί τόπου τον κατηγορούμενο, εάν αποτελούσε γεγονός ότι οι τέσσερεις αλλοδαποί τον υποδείκνυαν ως εργοδότη τους και αυτός παραδεχόταν ότι τους εργοδοτούσε, η μαρτυρία που είχε ήταν από τους αλλοδαπούς και δεν είδε με τα μάτια του τον κατηγορούμενο να τους προσλαμβάνει. Έπειτα τίθεται και το ερώτημα, πώς μπορεί ο κατηγορούμενος να ισχυρίζεται ότι σχόλασε και μετά από μερικές ώρες, του τηλεφώνησαν να πάει για κατάθεση, τη στιγμή που, ενώ ο ίδιος τοποθετείται από τους δυο μάρτυρες στην επίδικη οικοδομή, στις 10:30, η ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 2) αποτελεί παραδεκτό γεγονός (βλ. την κατάθεση του αστυφύλακα 1882 Π. Κούλουμου - τεκμήριο 1- ) του είχε ληφθεί μεταξύ των ωρών 14:30 - 15:10; Ο ισχυρισμός του ότι οι τέσσερεις αλλοδαποί δε δούλευαν στον ουσιώδη χρόνο, καταρρίπτεται από τον περί αντιθέτου ισχυρισμό και των δυο αστυνομικών μαρτύρων, τους οποίους θεωρώ αξιόπιστους μάρτυρες και επί του προκειμένου. Ο ισχυρισμός του - στο στάδιο της αντεξέτασης - ότι ο λόγος που δεν ανάφερε στην ανακριτική του κατάθεση όσα είπε ενόρκως στο Δικαστήριο είναι γιατί ο αστυνομικός που θα του λάμβανε την κατάθεση ήταν ανένδοτος και επέμενε να δηλώσει ενοχή «αμάν αμάν» και αυτό το πράγμα δεν το ήθελε, ένιωθε ότι τον αδικούσε, αναδεικνύει και την ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος καθώς και μία ουσιώδη αντίφαση στην οποία υπέπεσε. Καταρχήν, - για να επαναλάβω - το περιεχόμενο της κατάθεσης του αστυφύλακα Κούλουμου, ο οποίος, ουσιαστικά, επιχείρησε να τον ανακρίνει αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο λόγος που δεν ξεκαθάρισε τη θέση του ανακρινόμενος - αφού είναι γεγονός, ότι, σε όλες τις ερωτήσεις του υποβάλλονταν απαντούσε στερεότυπα με τη φράση: «ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο» - είναι γιατί ο αστυνομικός που θα του λάμβανε την κατάθεση ήταν ανένδοτος και επέμενε να δηλώσει ενοχή «αμάν αμάν», ξεχνώντας, ότι, λίγο νωρίτερα ισχυρίστηκε πως ο αστυνομικός επέμενε ότι βρήκε παράνομους στο εργοτάξιο, ο ίδιος επέμενε ότι δεν υφίσταται κάτι τέτοιο, δεν ήταν άνθρωποι δικοί του και ότι κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του, είπε στο ανακριτή, πως ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο καθώς και ότι δεν ήθελε να δώσει κατάθεση, από τη στιγμή που ένιωθε αθώος. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Εν πάση περιπτώσει, το τι έγινε συναφώς με το θέμα αποδεικνύεται από την ίδια την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, το περιεχόμενο της οποίας το διαψεύδει πανηγυρικά. Απλή ανάγνωσή της αποκαλύπτει ότι του λήφθηκε με βάση το δικαστικό κανόνα II. Συγκεκριμένα, της υποβολής των διαφόρων ερωτήσεων που του έγιναν από τον ανακριτή προηγήθηκε η νενομισμένη και αναγκαία προειδοποίησή του. Συγκεκριμένα, του αναφέρθηκε από τον ανακριτή ότι διερευνά υπόθεση παράνομης εργοδότησης των τεσσάρων αλλοδαπών (οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά), η ημερομηνία, ώρα και τόπος του αδικήματος. Ακολούθως, ο ανακριτής, του ανάφερε ότι έχει μαρτυρία που του δημιουργεί εύλογη βάση για υποψία ότι ενέχεται και ότι προτίθεται να τον ανακρίνει. Τέλος, τον ενημερώνει για το δικαίωμά του πως δεν είναι υπόχρεος να πει οτιδήποτε εκτός αν θέλει να το κάνει καθώς και για τη συνεπεία σε περίπτωση που πει οτιδήποτε που είναι η πιθανότητα καταγραφής του και να δοθεί ως μαρτυρία. Ακολούθως, του υποβλήθηκαν επτά ερωτήσεις, στις οποίες απάντησε με τη φράση που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) και στο τέλος προέβηκε ιδιοχείρως στη σχετική βεβαίωση δυνάμει του δικαστικού κανόνα IV, με την οποία βεβαιώνει πως έχει διαβάσει την κατάθεση και πληροφορήθηκε ότι μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε διόρθωση, αλλαγές ή προσθήκες στο περιεχόμενο της, η οποία - κατάθεση - είναι αληθινή και την έκανε ελεύθερα και με τη θέλησή του. Κατά τα άλλα, όπως είπε, ο αστυνομικός που θα του λάμβανε την κατάθεση ήταν ανένδοτος και επέμενε να δηλώσει ενοχή «αμάν αμάν». Όμως, ότι ψευδόταν προβάλλοντας τον εν λόγω ισχυρισμό καταφαίνεται και από το εξής: εάν ευσταθούσε ο εν λόγω ισχυρισμός του, θεωρώ ότι ο αστυνομικός που του έλαβε την κατάθεση, πέραν από τις επτά ερωτήσεις που του είχε υποβάλει, λογικό θα ήταν να του υπόβαλλε και ότι στον ουσιώδη χρόνο εργοδοτούσε παράνομα του τέσσερεις αλλοδαπούς, κάτι που δεν έκανε παρά μόνο, με τη 2η ερώτηση που του υπόβαλε, το ρώτησε απλώς εάν αυτό αποτελούσε γεγονός. Συγκεκριμένα, το ρώτησε εάν εργοδοτούσε παράνομα σε ανεγειρόμενη οικοδομή στον Άγιο Γεώργιο Πέγειας, του τέσσερεις αλλοδαπούς. Φυσικά, για το ίδιο θέμα, ότι ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα, όταν ισχυριζόταν ότι ο ανακριτής επέμενε να δηλώσει ενοχή αποδεικνύεται και από το εξής: όταν ευθύς αμέσως, του υποβλήθηκε από την κα Παπαλαζάρου, ότι αυτό δεν είναι αλήθεια και ότι το μόνο που του είχε πει ο ανακριτής είναι πως ό,τι πει θα γραφτεί σαν μαρτυρία και πως δεν του είπε να πει ότι εργοδοτούσε του αλλοδαπούς, «Ευθέως όχι.» απάντησε. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του, ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, βασικά είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Συνοψίζοντάς τα είναι τα εξής: Στις 19/2/2013 γύρω στις 10:00, τέσσερα μέλη της ΥΑΜ Πάφου, ανάμεσά τους και οι Μ.Κ.1 και 2, σε συνεργασία με λειτουργούς του γραφείου εργασίας, μετά από πληροφορία μετέβηκαν σε ανεγειρόμενη οικοδομή που βρισκόταν στην λεωφόρο Αγίου Γεωργίου, στην Πέγεια, για έλεγχο αλλοδαπών. Μετά από παρακολούθηση πέντε λεπτών, οι μάρτυρες εντόπισαν αλλοδαπούς άνδρες να ασχολούνται με το καλούπωμα μίας κολώνας στην οικοδομή. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν προέκυψε ότι επρόκειτο για τους κατηγορούμενους 2 μέχρι 5 αυτοί, όλοι αλλοδαποί από τη Συρία, οι οποίοι βρίσκονταν στην Κύπρο παράνομα και τελούσαν υπό καθεστώς, ως εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Δε μου διαφεύγει ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης και των δυο μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, επιχείρησε να τους αμφισβητήσει αναφορικά με τον ισχυρισμό τους ότι οι κατηγορούμενοι 2 μέχρι 5 είναι αλλοδαποί από τη Συρία. Μολονότι το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας και των δυο μαρτύρων αποτελεί ασφαλώς εξ ακοής μαρτυρία, εντούτοις, την αποδέχομαι και τούτο, επειδή, εκτός του ότι και οι δυο μάρτυρες ανάφεραν με ιδιαίτερα πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο, με ποιο τρόπο έλεγξαν και εξακρίβωσαν τα στοιχεία των αλλοδαπών και διαπίστωσαν ότι πρόκειται για τους κατηγορούμενους 2 μέχρι 5 από τη Συρία, οι οποίοι βρίσκονταν στην Κύπρο με το καθεστώς που ανάφεραν οι μάρτυρες είναι και το γεγονός, ότι, εν μέρει, το σχετικό μέρος της μαρτυρίας, έστω έμμεσα επιβεβαιώνεται και από τον κατηγορούμενο. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε τι ανάφερε ο ίδιος παραπέμπω απλώς σε μία μόνο υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου του προς το Μ.Κ.
  4. Συγκεκριμένα, ο κ. Τσιαπαλής υπόβαλε στο μάρτυρα, πως, όταν μετέβη στην επίδικη οικοδομή, ο Nouri Hamki (δηλαδή, ο 3ος κατηγορούμενος), του ανάφερε ότι και οι τέσσερεις κατηγορούμενοι, μισή περίπου, ώρα, προηγουμένως πήγαν στο εργοτάξιο, ψάχνοντας δουλειά. Το γεγονός αυτό, δηλαδή, ότι το όνομα του 3ου κατηγορούμενου, όπως το υπόβαλε ο κ. Τσιαπαλής στο μάρτυρα είναι ίδιο με αυτό του ενός από τους τέσσερεις αλλοδαπούς που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι εργοδοτούσε είναι αρκούντος ικανοποιητικό, προκειμένου να αναδειχτούν οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ ασφαλές να βασιστώ σε εξ ακοής μαρτυρία, για σκοπούς εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος, αναφορικά, τόσο με την ταυτότητα των κατηγορούμενων 2 μέχρι 5 όσο και για το καθεστώς παραμονής τους στη Δημοκρατία στον ουσιώδη χρόνο. Σ' αυτά προστίθεται και το εξής, το οποίο προέκυψε και πάλιν από την αντεξέταση του Μ.Κ.
  5. «Δεν μπορείς όμως να είσαι βέβαιος ότι τα πρόσωπα αυτά σου έδωσαν τα δικά τους στοιχεία και όχι κάποιου άλλου.» ήταν μια από τις ερωτήσεις του κ. Τσιαπαλή προς το μάρτυρα, ο οποίος απάντησε ως εξής: «Θεωρώ ότι ήταν τα δικά τους, καθότι, δεν υπήρχε άλλος λόγος να μου αναφέρουν άλλα στοιχεία, τη στιγμή που ήταν και παράνομοι. Εξάλλου, μετά στο σταθμό γίνεται νέος έλεγχος για διαπίστωση των στοιχείων.» Για να συνεχίσω με τα γεγονότα και οι τέσσερεις αλλοδαποί κατηγορούμενοι, μισή περίπου ώρα αργότερα συνελήφθηκαν από τους μάρτυρες, οι οποίοι, προηγουμένως, τους πληροφόρησαν για τα αδικήματα που διέπρατταν και τους επέστησαν την προσοχή στο νόμο. Τη στιγμή αυτή, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην είσοδο της οικοδομής. Μολονότι δέχομαι ότι είχε κάποια συνομιλία με το Μ.Κ.1, ο οποίος, στην παρουσία του Μ.Κ.2, του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που εξετάζονταν, ανάμεσά τους και αυτό της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, για λόγους που έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας και των δυο μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο κατηγορούμενος απάντησε με τη φράση που του αποδίδεται. Συγκριμένα, ότι οι τέσσερεις αλλοδαποί μετέβησαν στη δουλεία εκείνη την ημέρα και ότι προτίθετο να πληρώσει τον καθένα τους με το ποσό των €50,00, ημερησίως. Απάντηση, η οποία, ουσιαστικά ισοδυναμεί με ομολογία ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης των κατηγορούμενων 2 και 5, αδίκημα για το οποίο αντιμετωπίζει τις επίδικες κατηγορίες. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, το οποίο δημιουργεί το αδίκημα που καταλογίζεται στον 1ο κατηγορούμενο, για ό,τι μας αφορά - έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος και των τεσσάρων κατηγοριών - προνοεί ότι: «
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούµενη από το Νόµο άδεια.............................., συνιστά αδίκηµα....» Τα συστατικά του στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η εργοδότηση, δεύτερο, αλλοδαπού. Εάν τα παραπάνω στοιχεία αποδειχθούν και ο κατηγορούμενος προβάλλει ως υπεράσπιση ότι είναι κάτοχος της απαιτούμενης από το Νόμο άδειας, θα πρέπει να αποδείξει τον εν λόγω ισχυρισμό και τούτο, επειδή, οι λεπτομέρειες της συγκεκριμένης υπεράσπισης αποτελούν στοιχεία που βρίσκονται μόνο στην προσωπική γνώση ή κατοχή του και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο για την κατηγορούσα αρχή να το αντικρούσει (βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)», 1994, σελ. 72 και 73). «Αλλοδαπός» σύμφωνα με τη σχετική ερμηνεία της λέξης, δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 105 σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος. Ότι οι κατηγορούμενοι 2 μέχρι 5 δεν είναι Κύπριοι υπήκοοι, αλλά, αλλοδαποί από τη Συρία καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποδείχθηκε. Ακολουθεί ότι το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αυτό που έκαναν οι αλλοδαποί - κατηγορούμενοι 2 μέχρι 5 στον ουσιώδη χρόνο αποτελεί εργασία και αν ναι, κατά πόσο πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που τους είχε αναθέσει την εργασία αυτή, δηλαδή, τους εργοδότησε. Προτού αποφανθώ για τα παραπάνω, αναγκαιεί να επισημάνω τα εξής: Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, οι οποίες αφορούν αδικήματα παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, με την αυστηρή έννοια που δίδει στο όρο το αστικό δίκαιο. Αξιόποινη, σύμφωνα με το Νόμο, Κεφ. 105 είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδοτούμενου, υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Από τη φύση της, η αποδοχή απασχόλησης, με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό, χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες και ευτελείς, όπου πιθανόν να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι, το μόνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δε χρειάζεται να αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης, στενός έλεγχος από εργοδότη ή η καταβολή ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161, που αφορούσαν τον κανονισμό 38 των κανονισμών του 1972 - Κ.Δ.Π. 242/72 -). Επιπλέον, στην υπόθεση Sea Island v. K.O.T.
(1995)2 A.A.Δ. 196, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού αναφέρεται ως παράδειγμα αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Βλέπε και την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279. Παραπέμπω ακόμη και στην Θεοχάρους (ανωτέρω), όπου, με αναφορά στην Karaoglanian (ανωτέρω επίσης) υποδεικνύεται η ανάγκη για στενή ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας, χάριν της ευόδωσης των σκοπών του Νόμου. Όμως, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, χωρίς, ωστόσο, με κανένα τρόπο να ξεφύγουμε του μέτρου. Σε περιπτώσεις, προστίθεται, όπου ο αλλοδαπός εργοδοτείται από στενό οικογενειακό πρόσωπο, οι ανακριτικές αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν την κοινή λογική και να εξετάζουν πρωτίστως κατά πόσο η περίπτωση εμπίπτει στο πνεύμα και τους σκοπούς του Νόμου. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ίδια απόφαση (Mariano): «Στην Κύπρο, λόγω των στενών οικογενειακών δεσμών που υπάρχουν μεταξύ των οικογενειών, μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις που τα γεγονότα τυπικά να μπορούν να ενταχθούν στον Νόμο, αλλά στην ουσία να ξεφεύγουν των σκοπών του.» Παρατηρώ τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί στον ουσιώδη χρόνο, οι αλλοδαποί - κατηγορούμενοι 2 μέχρι 5 καταλήφθηκαν επ' αυτοφώρω από τους Μ.Κ.1 και 2 να ασχολούνται με το καλούπωμα μίας κολώνας στην επίδικη οικοδομή. Η συγκεκριμένη ενέργεια αποτελεί ασφαλώς εργασία τη παραπάνω εννοία. Στο ερώτημα, κατά πόσο πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που τους είχε αναθέσει την εργασία αυτή, δηλαδή, τους εργοδότησε, απαντώ ευθέως. Δεν έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο και τούτο, επειδή, το μόνο στοιχείο που κατέτεινε σε απόδειξη αυτού του στοιχείου είναι η κατ' ισχυρισμό και των δυο μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, απάντηση του κατηγορούμενου, όταν ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που εξετάζονταν και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, σύμφωνα με την οποία, οι κατηγορούμενοι 2 μέχρι 5 μετέβησαν στη δουλεία εκείνη την ημέρα και προτίθετο να πληρώσει στον καθένα τους, €50,00, ημερησίως, απάντηση, την οποία, για να επαναλάβω δεν μπορώ να δεχθώ ότι έδωσε ο κατηγορούμενος. Δε μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Ωστόσο, αυτά, δεν αρκούν άνευ άλλου για την εξαγωγή ενοχοποιητικών συμπερασμάτων. Και αυτό επειδή καθώς ήδη έχει αναφερθεί (βλ. την Αλ - Χάματ, ανωτέρω), η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου, που αποτελεί ασφαλώς συστατικό στοιχείο του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, σε εφαρμογή και όσων αναφέρονται συναφώς με το θέμα, μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, και οι τέσσερεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι έκθετες σε απόρριψη. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή του 1ου κατηγορούμενου, σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Ακολουθεί ότι αυτός αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 και Κ.Δ.Π. 242/72. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.