Δημοκρατία ν. Μιχαλάκη Ευθυμίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης.: 10642/15, 26/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2016:10 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ, Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης.: 10642/15 Δημοκρατία Εναντίον
- Μιχαλάκη Ευθυμίου
- Μαρίας Λοΐζου
- Χρυστάλλας Ανδρέου
- Χριστόδουλου Χαραλάμπους κατηγορουμένων -------------------- Ημερομηνία: 26 Ιουλίου, 2016 Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος Για Κατηγορούμενο 1: κ. Αλ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 1 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση και προώθηση του κατηγορητηρίου της ως άνω υπόθεσης, ως έχει διαμορφωθεί, οι κατηγορούμενοι, στο σύνολο τους, αντιμετώπιζαν την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες 2, 3 και 4, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 1), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄, (κοκαΐνης) κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30, 31 και 31(Α) του Νόμου 29/1977, ως έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 2), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄, (κοκαΐνης) με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(3), 30(Α), 31 και 31(Α) του Νόμου 29/1977, ως έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 3), της κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος (φαινακετίνη) για το οποίο δεν έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 9
(1), 99
(1)(α)(i) και 101 του Περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) νόμος, Ν.70
(1)/2001, όπως έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (βλ. κατηγορία 4) και της κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος (λεβαμισόλης) για το οποίο δεν έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 9
(1), 99
(1)(α)(i) και 101 του Περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας Προμήθειας και Τιμών) νόμος, Ν.70
(1)/2001, όπως έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 5). Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η τελευταία απέτυχε να αποδείξει, εκ πρώτης όψεως, υπόθεση σε σχέση με τους κατηγορουμένους 2, 3 και 4, αθωώνοντας τους τελευταίους από το σύνολο των κατηγοριών που αυτοί αντιμετώπιζαν. Αθωώθηκε επίσης, από εκείνο το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και ο κατηγορούμενος 1, (στο εξής ο κατηγορούμενος) σε σχέση με την ως άνω κατηγορία αρ. 1. Κατά την πρόοδο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο βάση του άρθρου 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, σειρά γεγονότων που αφορούν σε διάφορες συνιστώσες του ανακριτικού έργου και της υπόθεσης γενικότερα. Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και άλλων ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) και κρίνοντας τα καθηκόντως, ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και άλλων ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Από τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και όσα οι πλευρές δήλωσαν ότι είτε δεν αμφισβητούνται είτε ότι αποτελούν κοινό τόπο, προκύπτει ότι στις 05.12.2015 εκδόθηκε ένταλμα έρευνας για δύο οικίες, ισόγεια και ανώγεια, τις υπ΄ αριθμό 10Α και 10Β, που βρίσκονται στην οδό Ελλάδος 10, στη Μαραθούντα. Οι ως άνω οικίες είναι κτισμένες στο τεμάχιο 1010 του Φ. Σχ. 45/61, που αποτελεί ιδιοκτησία της (πρώην) τρίτης κατηγορούμενης, η οποία είναι η μητέρα της (πρώην) δεύτερης και του (πρώην) τέταρτου κατηγορούμενου. Στις 06.12.2015, μέλη της ΥΚΑΝ στη βάση των ως άνω ενταλμάτων έρευνας προέβησαν σε έρευνα των ως άνω κατοικιών, αρχικά στην ανώγεια κατοικία και στη συνέχεια στην ισόγειο κατοικία, χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το ενοχοποιητικό. Έρευνα που διενεργήθηκε στη συνέχεια στους εξωτερικούς χώρους των εν λόγω οικιών, είχε ως αποτέλεσμα τον εντοπισμό στο έδαφος της αυλής, με τη χρήση «τσάπας», τριών πλαστικών δοχείων, (τεκμήρια 1, 8 και 12) εντός των οποίων εντοπίστηκαν ποσότητες κοκαΐνης, λεβαμισόλης και φαινακετίνης (Τεκμήρια 2-7, 9-11 και 14-18 αντίστοιχα σε κάθε ένα από τα πιο πάνω πλαστικά δοχεία - τεκμήρια). Η φαινακετίνη αποτελεί αναλγητικό φάρμακο ενώ η λεβαμισόλη αντιπαρασιτικό φάρμακο. Και τα δύο χρησιμοποιούνται σαν αραιωτικό της κοκαίνης. Η κυκλοφορία της φαινακετίνης είναι απαγορευμένη και στην Κύπρο, λόγω αρνητικών επιδράσεων στην υγεία του ανθρώπου (καρκινογόνο, προκαλεί βλάβες στα νεφρά κ.λ.π.) ενώ η λεβαμισόλη, επίσης δεν έχει άδεια κυκλοφορίας και στην Κύπρο, λόγω αρνητικών επιδράσεων στην υγεία του ανθρώπου (καταστροφή ανοσοποιητικού συστήματος κ.λ.π). Επιστημονικές εξετάσεις, σε επίπεδο γενετικού υλικού, οι οποίες έγιναν σε τεκμήρια της υπόθεσης (τεκμήρια 1-19, 21, 23, 25 και 27) στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, δεν κατέδειξαν οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τόσο τον κατηγορούμενο και τους τρεις πρώην συγκατηγορούμενους του, όσο και τρίτο πρόσωπο, την Ευτυχία Ιωάννου, η οποία ήταν επισκέπτρια στην οικία με αρ. 10Β στην οδό Ελλάδος στη Μαραθούντα κατά τη στιγμή της έρευνας. Ομοίως, δακτυλοσκοπικός έλεγχος στα τρία πλαστικά δοχεία, (Τεκμήρια 1, 8 και 12) δεν κατέδειξε οποιοδήποτε αξιοποιήσιμο αποτύπωμα. Αποτελεί, συνοπτικώς, εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι ως άνω ναρκωτικές ουσίες (κοκαΐνη) συνολικής ποσότητας 441,8745 γραμμαρίων, ως επίσης τα φαρμακευτικά προϊόντα φαινακετίνης, συνολικού βάρους 72,5432 γραμμαρίων και λεβαμισόλης, συνολικού βάρους 248,5534 γραμμαρίων, ανήκουν και/ή σχετίζονται με τον πρώτο κατηγορούμενο, ως η δική του παραδοχή κατά την εξέλιξη της ως άνω έρευνας, κατά τρόπο που να στοιχειοθετούνται σε βάρος του οι κατηγορίες 2, 3, 4 και 5 που του αποδίδονται στο κατηγορητήριο. Η πλευρά του κατηγορούμενου, δεν αμφισβητεί τον εντοπισμό των πιο πάνω ναρκωτικών και φαρμακευτικών προϊόντων στα πλαίσια της έρευνας στις ως άνω οικίες, ωστόσο, αποτελεί θέση του τελευταίου ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση έχει με τα ως άνω ανευρεθέντα, απορρίπτοντας κατηγορηματικά τη θέση ότι κατά την διάρκεια της ως άνω έρευνας, ο ίδιος προέβη σε παραδοχές-ενοχοποιητικές ομολογίες που δηλώνουν την σύνδεση και εμπλοκή του, κατά τον αξιόποινο τρόπο που του αποδίδεται, με τα ως άνω ναρκωτικά και φαρμακευτικά προϊόντα. Η Κατηγορούσα Αρχή για την απόδειξη της υπόθεσης της, πέραν από τα παραδεκτά γεγονότα τα στοιχεία και τη μαρτυρία που εκ συμφώνου τέθηκαν από τις δύο πλευρές, κάλεσε πέντε μάρτυρες κατηγορίας. Πρόκειται για αστυφύλακες οι οποίοι έλαβαν μέρος στην ως άνω έρευνα, στα πλαίσια της οποίας εντοπίστηκαν οι πιο άνω ναρκωτικές ουσίες και φαρμακευτικά προϊόντα. Ο κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ως οι πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, επέλεξε να προβεί σε δήλωση, ανωμοτί, χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας όπως και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν, ως επίσης η δήλωση του κατηγορούμενου αξιοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν αυτά δεν διατυπώνονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της. (Βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου και άλλων
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88, 92, Paphos Stone C. Estates v. Ζαβρού και άλλου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854, 1859). Εκείνο που καθηκόντως πράξαμε είναι να προσδιορίσουμε τα επίδικα θέματα, να τα συναρθρώσουμε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και να καταλήξουμε σε σαφή και σχετικά ευρήματα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1399, 1406). Παραθέτουμε σε πρώτο στάδιο σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας για να καταστεί αντιληπτό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης, κατά την οπτική της Κατηγορούσας Αρχής. Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστυφύλακας 2364 Κ. Χριστοφόρου. Σύμφωνα με την κατάθεση (Έγγραφο Α) που έδωσε στην αστυνομία, ήταν αυτός που παρέλαβε από τον Μ.Κ.5 σχετικά με την υπό συζήτηση υπόθεση τεκμήρια, τα οποία αναγράφονται στο τεκμήριο 29, προωθώντας τα για επιστημονικές εξετάσεις στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας, στο Τμήμα Τηλεπικοινωνιών του Αρχηγείου Αστυνομίας, στο Γενικό Χημείο του Κράτους και στο Εργαστήριο Διερεύνησης ΥΠΕΓΕ. Η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση όλων των τεκμηρίων μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο, ως αποτέλεσε επίσης παραδεκτό γεγονός, (τεκμήριο 28) έγινε ορθά και νομότυπα, χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε, πλην για τις επιστημονικές εξετάσεις στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Κατέθεσε, καθ΄ ον χρόνο βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα, τα Τεκμήρια 1-27 τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στο έντυπο παραλαβής και διακίνησης τεκμηρίων ( Έγγραφο Α1) το οποίο ο ίδιος ετοίμασε. Όταν ο ίδιος έφτασε στο χώρο όπου διεξαγόταν η έρευνα, περί το μεσημέρι της 06.12.2015, είχαν ήδη βρεθεί οι ναρκωτικές ουσίες. Ως εκ τούτου, δε γνώριζε για οτιδήποτε τυχόν είχε λεχθεί πριν την άφιξη του. Ούτε του αναφέρθηκε ότι κάποιος από τους κατηγορούμενους, είχε ομολογήσει οτιδήποτε. Καθ΄ όν χρόνο ο ίδιος βρισκόταν στο χώρο, η έρευνα συνεχίστηκε με σκάψιμο πίσω από την αυλή της διώροφης κατοικίας, σε χώρο όπου βρίσκονταν κότες και παγώνια. Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Λοχίας με αριθμό μητρώου 514, Παναγιώτης Ταμπούρας, επικεφαλής της έρευνας, Μ.Κ.3 ο αστυφύλακας με αριθμό μητρώου 1244, Στέλιος Στυλιανού, ο οποίος, στην εξέλιξη της έρευνας, κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τον επικεφαλή της έρευνας, Μ.Κ.2 έλαβε φωτογραφίες της οικίας και των σημείων που είχαν εντοπιστεί τα πλαστικά δοχεία με τα ναρκωτικά και τα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (τεκμήριο 35), Μ.Κ.4 ο αστυφύλακας με αριθμό μητρώου 2791, Χαράλαμπος Γιαννακού, ο οποίος έλαβε επίσης μέρος στην έρευνα και Μ.Κ.5, ο αστυφύλακας με αριθμό μητρώου 2986, Κυριάκος Λουκά ο οποίος ορίστηκε ως εξεταστής της υπόθεσης. Οι ως άνω μάρτυρες, εξήγησαν το ρόλο, την εμπλοκή και τη συμμετοχή τους, τόσο στην έρευνα που έλαβε χώρα στις 06.12.2015 στις ως άνω οικίες και την αυλή τους, όσο και γενικότερα στο ανακριτικό έργο που αφορά την υπό συζήτηση υπόθεση. Σύμφωνα με τις γραπτές καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, (Έγγραφα Β, Γ, Δ και Ε αντίστοιχα), οι οποίες κατ' απαίτηση τους κατέστησαν μέρος της κυρίως εξέτασής τους, στις 06.12.2015, στη βάση πληροφορίας και δικαστικών ενταλμάτων έρευνας, μαζί με τον αστυφύλακα με αριθμό μητρώου 2790, αλλά και με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, ερεύνησαν κατοικίες στην οδό Ελλάδος αρ. 10 στη Μαραθούντα για ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών. Στην κοινή αυλή του «δίπατου» κτίσματος, υπήρχαν τρεις σκύλοι, οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι γαύγιζαν με άγριες διαθέσεις, δεν τους επιτέθηκαν. Αρχικά, αποκάλυψαν την ιδιότητα τους στους ενοίκους, υποδεικνύοντας τις αστυνομικές τους ταυτότητες ενώ ο Μ.Κ.5 υπέδειξε τα δικαστικά εντάλματα έρευνας. Η έρευνα στην ανώγεια κατοικία έγινε μεταξύ των ωρών 09:30 με 10:05 στην παρουσία των Μιχαλάκη Ευθυμίου, (κατηγορούμενου), και της Μαρίας Λοΐζου, (πρώην 2ης κατηγορούμενης) οι οποίοι συμβιώνουν, διαμένοντας μαζί στην ανώγεια κατοικία, ως επίσης της Ευτυχίας Ιωάννου. Η τελευταία, ως ενημερώθηκαν, είχε διανυκτερεύσει στην εν λόγω κατοικία το προηγούμενο βράδυ. Η έρευνα στην ισόγεια κατοικία έγινε μεταξύ των ωρών 10:07 με 10:30, στην παρουσία της Χρυστάλας Ανδρέου (πρώην κατηγορούμενης αρ. 3 στην παρούσα υπόθεση και μητέρας της Μαρίας Λοΐζου) και του γιου της, Χριστόδουλου Χαραλάμπους, (πρώην κατηγορούμενου αρ.4 στην παρούσα υπόθεση και αδελφού της Μαρίας Λοίζου). Κατά τις προαναφερόμενες έρευνες δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Στη συνέχεια η έρευνα συνεχίστηκε στους εξωτερικούς χώρους των δύο κατοικιών, στην παρουσία των προαναφερόμενων πέντε προσώπων. Η ώρα 10:35, σε σημείο όπου υπάρχει υπόστεγο με τσίγκους, στην πίσω αυλή των δύο κατοικιών, ακριβώς δίπλα από μεταλλικό στύλο του υπόστεγου και επειδή το χώμα στο συγκεκριμένο σημείο φαινόταν φρεσκοσκαμμένο, ο αστυφύλακας Κ. Λουκά (Μ.Κ.5) έσκαψε με τσάπα και βρήκε θαμμένο στο έδαφος ένα πλαστικό κυλινδρικό δοχείο, με κίτρινο πώμα (τεκμήριο 1). Εντός του δοχείου υπήρχαν, πέραν από τεμάχιο διαφανούς νάιλον σακουλιού, δύο νάιλον διαφανή σακούλια τα οποία περιείχαν άσπρη συμπαγή ουσία, ομοιάζουσα με κοκαΐνη, καθώς και δύο άλλα νάιλον διαφανή σακούλια, κλειστά διά καψίματος, που επίσης περιείχαν άσπρη σκόνη ομοιάζουσα με κοκαΐνη. Με υπόδειξη του Λοχία Π. Ταμπούρα, (Μ.Κ.2) διενεργήθηκε προκαταρκτικός έλεγχος από το Μ.Κ.5, σε ένα από τα σακούλια, το αποτέλεσμα του οποίου ήταν θετικό στην κοκαΐνη. Τότε, ο Μ.Κ.5 υπέδειξε τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν στα πέντε πιο πάνω πρόσωπα πληροφορώντας τα ότι πιθανόν η άσπρη σκόνη να ήταν κοκαΐνη, εφιστώντας την προσοχή τους στο Νόμο. Όλοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάμιξη με τα ανευρεθέντα. Ο κατηγορούμενος και οι πρώην συγκατηγορούμενοι του 2 και 4 ανέφεραν ότι δεν γνώριζαν οτιδήποτε ενώ η Χρυστάλα Ανδρέου, (πρώην) κατηγορούμενη 3, δεν απάντησε οτιδήποτε και κουνούσε το κεφάλι της με απορία, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ότι ούτε αυτή γνώριζε οτιδήποτε για τα ανευρεθέντα. Ο Μ.Κ.2 με την ανεύρεση του ως άνω δοχείου (τεκμήριο 1) άρχισε να παίρνει σημειώσεις συμπληρώνοντας ημερολόγιο ενεργείας, (Έγγραφο Β1) καταγράφοντας τα ανευρεθέντα τεκμήρια, τις επιστήσεις που γίνονταν καθώς και τις απαντήσεις που έδιναν τα παριστάμενα πέντε πρόσωπα. Περαιτέρω, έδωσε οδηγίες στο Μ.Κ.4 να λαμβάνει φωτογραφίες από την οικία και από το σημείο που είχε βρεθεί το πρώτο δοχείο μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας. Το ημερολόγιο ενεργείας, (Έγγραφο Β1) μετά την συμπλήρωση της πρώτης καταχώρησης σε αυτό, υπεγράφη από το Λοχία Μ.Κ.2 και τους αστυφύλακες Μ.Κ.3, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
- Η ώρα 10:45, συνεχίζοντας ο Μ.Κ.5 το σκάψιμο, βρήκε και πάλι θαμμένο στο έδαφος, σε κοντινή απόσταση από το πρώτο δοχείο, (5 περίπου μέτρων) ένα πλαστικό κυλινδρικό δοχείο, με άσπρο πώμα, με την επιγραφή «ΚAOURIS», (τεκμήριο 8) μέσα στο οποίο υπήρχαν τρία διαφανή νάιλον σακούλια, δεμένα κόμπο, τα οποία περιείχαν ποσότητα άσπρης σκόνης, ομοιάζουσας με κοκαΐνη. Μεταξύ του πώματος και του δοχείου υπήρχε τεμάχιο διαφανούς νάιλον σακουλιού. Ο Μ.Κ.5 υπέδειξε και πάλι τα ανευρεθέντα στα ως άνω πέντε παριστάμενα πρόσωπα, πληροφορώντας τα ότι η άσπρη σκόνη που υπήρχε στα σακούλια πιθανόν να ήταν κοκαΐνη και αφού τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο απάντησε μόνο ο κατηγορούμενος, λέγοντας «εν δικά μου». Τότε, ο Μ.Κ.2 τον ενημέρωσε ότι μπορούσε, αν επιθυμούσε, να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με το δικηγόρο του. Ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά λέγοντας του ότι πιθανόν να το έπραττε αργότερα. Ο Μ.Κ.2, έχοντας καταγράψει στο ημερολόγιο ενεργείας, την απάντηση που είχε δώσει προηγουμένως ο κατηγορούμενος, ζήτησε από τον τελευταίο να υπογράψει επί του ημερολογίου ενεργείας. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν επιθυμούσε να υπογράψει οτιδήποτε προτού συμβουλευθεί το δικηγόρο του, κάτι που θα έκανε αργότερα. Το ημερολόγιο ενεργείας (Έγγραφο Β1) υπεγράφη και πάλι από το Λοχία Μ.Κ.2 και τους αστυφύλακες Μ.Κ.3, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
- Η ώρα 11:05, ο Μ.Κ.5, συνεχίζοντας το σκάψιμο, βρήκε και πάλι θαμμένο στο έδαφος, σε απόσταση 3 περίπου μέτρων από το δεύτερο δοχείο, ένα πλαστικό τετράγωνο δοχείο, με μπλε πώμα, με την επιγραφή «LORDOS», (τεκμήριο 12) μέσα στο οποίο υπήρχε ένα διαφανές νάιλον σακούλι δεμένο κόμπο, εντός του οποίου υπήρχαν πέντε νάιλον διαφανή σακούλια, επίσης δεμένα κόμπο, τα οποία περιείχαν ποσότητα άσπρης συμπαγούς ουσίας και άσπρης σκόνης ομοιάζουσας με κοκαΐνη. Μεταξύ του πώματος και του δοχείου υπήρχε τεμάχιο διαφανούς νάιλον σακουλιού. Ο Μ.Κ.5, υπέδειξε και πάλι τα ανευρεθέντα, στα πέντε παριστάμενα πρόσωπα, πληροφορώντας τα ότι η άσπρη σκόνη πιθανόν να ήταν κοκαΐνη και τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο. Απάντησε μόνο ο κατηγορούμενος, λέγοντας «εν δικό μου, ποιου εν που ένει, εν ούλλα εμένα του άχρηστου, τούτον έσιη μέσα μισό κιλό». Ο Μ.Κ.5 ενημέρωσε εκ νέου τον κατηγορούμενο ότι μπορούσε, αν επιθυμούσε, να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με το δικηγόρο του όμως και πάλι ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά. Τον κάλεσε να υπογράψει την απάντηση που έδωσε, την οποία ο Μ.Κ.2 είχε καταγράψει στο ημερολόγιο ενεργείας, όμως ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει, λέγοντας ότι δεν επιθυμούσε να υπογράψει οτιδήποτε. Το ημερολόγιο ενεργείας (Έγγραφο Β1) και σε αυτή την περίπτωση υπεγράφη από το Λοχία Μ.Κ.2 και τους αστυφύλακες Μ.Κ.3, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
- Η έρευνα συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε η ώρα 12:
- Τα τέσσερα πρόσωπα που διέμεναν στις δύο οικίες κλήθηκαν από το Μ.Κ.2 να ακολουθήσουν τα μέλη της ΥΚΑΝ για σκοπούς ανάκρισης, κάτι που αποδέχθηκαν. Ο Λοχίας Μ.Κ.2, ο αστυφύλακας Μ.Κ.5, ο οποίος είχε στην κατοχή του τα ανευρεθέντα, και ο αστυφύλακας Μ.Κ.4, οδήγησαν με υπηρεσιακό όχημα στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου τον κατηγορούμενο και το Χαραλάμπους, ενώ μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, με άλλο υπηρεσιακό όχημα, συνόδευσαν τη Λοίζου και την Ανδρέου, οδηγώντας τις επίσης στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου. Στις 12:48 της ίδιας ημέρας, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με δικηγόρο στο τηλέφωνο με αριθμό
- Η ώρα 13:25 της 06.12.2015, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου, ο Μ.Κ.5 συνέλαβε τα αμέσως προαναφερόμενα τέσσερα πρόσωπα δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων. Όταν τους εξήγησε τους λόγους της σύλληψης τους, όλοι απάντησαν «όχι». Αμέσως μετά τη σύλληψη τους, ο Μ.Κ.5 τους ενημέρωσε γραπτώς για όλα τα δικαιώματα που είχαν, ως κρατούμενοι. Όλοι επικοινώνησαν με τους δικηγόρους τους. Ο Μ.Κ.5 στις 06.12.2015, μεταξύ των ωρών 13:50 με 14:20, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου, συσκεύασε και σφράγισε όλα τα ανευρεθέντα, κατά την έρευνα, τεκμήρια στην παρουσία του κατηγορούμενου, της Λοίζου, της Ανδρέου και του Χαραλάμπους, αφού προηγουμένως τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο. Τους εξήγησε δε τη διαδικασία συσκευασίας και σφράγισης και όλοι υπέγραψαν τη σχετική σφράγιση οπότε ο μάρτυρας έθεσε όλα τα τεκμήρια της αστυνομίας υπό την ασφαλή του φύλαξη. Αργότερα, την ίδια μέρα, δόθηκε νέα πληροφορία, στην ΥΚΑΝ, σύμφωνα με την οποία οι συλληφθέντες είχαν στην κατοχή τους και άλλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών καθώς και παράνομο οπλισμό, τον οποίο απέκρυπταν σε συγκεκριμένο χώρο των πιο πάνω οικιών και υποστατικών τους. Μετά από αυτή τη πληροφορία, εξασφαλίστηκε νέο δικαστικό ένταλμα έρευνας των οικιών και υποστατικών στην οδό Ελλάδος αρ. 10, στη Μαραθούντα, καθώς και μίας άλλης οικίας που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό. Ακολούθησε, ως εκ τούτου, νέα έρευνα στα ως άνω υποστατικά, με επιπρόσθετους αστυνομικούς, περιλαμβανομένου και του υπεύθυνου του κλιμακίου της ΥΚΑΝ Πάφου, Υπαστυνόμου Στ. Αριστείδου, η οποία διεξήχθη και με τη βοήθεια ανιχνευτικών σκύλων, χωρίς ωστόσο να ανευρεθεί οτιδήποτε επιλήψιμο. Ο αστυφύλακας Μ.Κ.3, στις 06.12.2015, με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή και συσκευής αντιγραφής, εμφάνισε τις φωτογραφίες που ο ίδιος ενωρίτερα έλαβε κατά το στάδιο της έρευνας, κατόπιν οδηγιών του υπεύθυνου για τη διεξαγωγή της έρευνας λοχία Μ.Κ.2 (τεκμήριο 35). Ως έχει ήδη σημειωθεί, ο κατηγορούμενος, ως είχε κάθε δικαίωμα, καλούμενος να προβάλει την υπεράσπιση του, επέλεξε όπως προβεί σε δήλωση, ανωμοτί. Ενόψει της συντομίας της, μεταφέρεται αυτούσια. Δήλωσε: «Εντιμότατοι, θέλω να δηλώσω στο σεβαστό σας Δικαστήριο ότι είμαι αθώος. Επίσης θέλω να σας πω ότι τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στις 6/12/15 στον εξωτερικό χώρο των συγκεκριμένων κατοικιών δεν έχουν σχέση με το άτομο μου. Επίσης θέλω να σας πω ότι όσον αφορά τις δηλώσεις των αστυνομικών που έχουν κάνει προς το άτομο μου, δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα, είναι όλα ψέματα και δεν είναι αλήθεια. Σας ευχαριστώ.» Η ευπαίδευτη συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, με την εισήγηση της υποστήριξε τη θέση ότι η μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου (συνολικώς αποτιμούμενη) δεν αφήνει καμία λογική αμφιβολία περί της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων από αυτόν. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, επιχειρηματολόγησε, προκρίνοντας πρωτίστως ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να κριθεί ως μία κατασκευασμένη μαρτυρία σε βάρος του κατηγορούμενου, εισηγούμενος ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον του πελάτη του στον απαιτούμενο βαθμό. Τόσο η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο δικηγόρος του κατηγορούμενου εφοδίασαν το Δικαστήριο με κείμενο της αγόρευσης τους, κάτι που βοήθησε στην καλύτερη κατανόηση των θέσεων που ανέπτυξαν συμβάλλοντας ταυτόχρονα, στην συγκεκριμένη περίπτωση, στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε ότι τούτο είναι αναγκαίο, χωρίς ασφαλώς να θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες (υπό τις περιστάσεις) επιχείρημα (βλέπε κατ' αναλογία Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, 495) ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικά απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ' αναλογία Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671, 686). Είναι, πιστεύουμε, αυτονόητο πως εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμαστε να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται προφανώς του δικαστικού έργου (βλ. κατ' αναλογία Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224). Πριν από την ενασχόληση με τις ουσιαστικότερες πτυχές της υπόθεσης, στρέψαμε κατά προτεραιότητα την προσοχή μας στη θέση της υπεράσπισης ότι για την προώθηση της ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορούμενου, αναφορικά με τις κατηγορίες 4 και 5, απαιτείτο μαρτυρία ως προς τη συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα προς τούτο. Στη βάση των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση η ως άνω θέση απορρίπτεται ως αβάσιμη. Προφανώς, προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας απαιτείται, όταν κατήγορος είναι τρίτη Αρχή. Την υπό συζήτηση ποινική υπόθεση, αυτός που την προωθεί είναι ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας, κατά τρόπο που η καταχώρηση του κατηγορητηρίου εκ μέρους του και η προώθηση της υπόθεσης από τον ίδιο, από μόνη της, καταδεικνύει τη συναίνεσή του. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Αξιολογώντας τη μαρτυρία δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας είτε αυτή προερχόταν από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 254, 260 και Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες (και τον κατηγορούμενο ασφαλώς), που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Πριν συνεχίσουμε με μια πιο λεπτομερή αιτιολόγηση της κατάληξης μας για την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας - στο σύνολό τους αστυνομικών οργάνων - θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι προσεγγίσαμε τη μαρτυρία τους με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη και κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στη Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169, 180-182, έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν όλα όσα αυτοί ανέφεραν, εξέφραζαν πιστά και με ακρίβεια την πραγματικότητα χωρίς να επιτρέψουν σε παράγοντες, κίνητρα και συναισθήματα ξένα από αυτά που πρέπει να χαρακτηρίζουν ένα ειλικρινή μάρτυρα, όπως για παράδειγμα αισθήματα εκδικητικότητας και εμπάθειας ή ακόμα εξαιτίας τυχόν υπερβάλλοντος ζήλου για την επιτέλεση του καθήκοντος τους, να επιδράσουν στην ποιότητα της μαρτυρίας τους. Ειδικότερα στην υπό συζήτηση περίπτωση, όπου οι αστυνομικοί μάρτυρες κατηγορίας αποτέλεσαν τελικά τους μοναδικούς μάρτυρες στη διαδικασία οι οποίοι μετέφεραν στο Δικαστήριο τις δηλώσεις παραδοχής -ομολογίες του κατηγορούμενου για την εμπλοκή του στη διάπραξη αδικημάτων που του αποδίδονται, η προσέγγιση της μαρτυρίας τους, επιβάλλεται, όπως γίνει με ιδιαίτερη προσοχή, διερευνητική διάθεση, επιφυλακτικότητα έως και καχυποψία. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι πυρήνας της εκδοχής της υπεράσπισης είναι πως η μαρτυρία που τείνει να εμπλέξει προσωπικά τον κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδονται, αποτελεί μαρτυρία η οποία κατασκευάστηκε και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να ενοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος. Θέση της υπεράσπισης είναι ότι ο ίδιος ουδέποτε προέβη στις δηλώσεις παραδοχής - ομολογίες που του αποδίδονται από τους αστυνομικούς μάρτυρες κατηγορίας, καθ΄ ον χρόνο βρισκόταν σε εξέλιξη η έρευνα, υποδεικνύοντας ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δήλωση του προς το δικαστήριο ότι: « ....όσον αφορά τις δηλώσεις των αστυνομικών που έχουν κάνει προς το άτομο μου, δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, είναι όλα ψέματα και δεν είναι αλήθεια. .» Κρίνουμε ότι όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες-αστυνομικοί απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και χωρίς να διαπιστώνεται ότι διακατέχονταν από υπερβάλλοντα ζήλο, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων κατέθεσαν (βλ. κατ΄ αναλογίαν Fournaris and Another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 28, 36). Δε διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ο κάθε ένας από αυτούς, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι περιήλθε στην αντίληψη του χωρίς διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, στο σύνολο της, ως περιλαμβάνεται στις γραπτές τους καταθέσεις, τις οποίες ετοίμασαν πριν την παρουσίαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο, σε συνδυασμό θεωρούμενες πάντα με τις τοποθετήσεις τους από το εδώλιο του μάρτυρα, προκύπτει κατά την κρίση μας ενιαία και συμπαγής εικόνα σε όλα τα ουσιώδη και σημαντικά γεγονότα, χωρίς να διαπιστώνονται αντιφάσεις, αυτοαναιρέσεις ή άλλα κλονιστικά στοιχεία, ικανά να πλήξουν την αξιοπιστία τους και γενικότερα την καθόλα θετική ποιότητα της μαρτυρίας τους. Άλλωστε, τυχόν μικροαντιφάσεις, που αφορούν σε δευτερεύοντα θέματα και επουσιώδεις λεπτομέρειες, ως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, (βλέπε υπόθεση Κ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166) στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων. Με εμφανή και γνήσιο αυθορμητισμό, άνεση στις τοποθετήσεις τους και όχι επιτηδευμένα, λόγω και της αναμενόμενης τριβής τους με τις δικαστικές διαδικασίες απόρροια του επαγγέλματος τους - παράμετρο που είχαμε πάντα κατά νου - αναφέρθηκαν σε πλείστες όσες λεπτομέρειες κατά τρόπο που δεν αφήνουν, στον ανεξάρτητο παρατηρητή, οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αποτελούσαν μάρτυρες της αλήθειας. Με λόγο πειστικό, και φανερά αυθεντική αφήγηση, μη διστάζοντας να αναγνωρίσουν τυχόν λάθη ή παραλείψεις τους σε διαδικαστικής φύσης ζητήματα, έπειθαν για την ειλικρίνεια τους. Η ζωντανή παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, ο πηγαίος τρόπος με τον οποίο κατέθεσαν, οι αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν, κατά τη μακρά και εξαντλητική σε κάποιες περιπτώσεις αντεξέταση που όλοι έτυχαν, επιρρώνουν, ανάμεσα σε άλλα, την αντίληψη μας, χωρίς καμία αμφιβολία περί του αντιθέτου, ότι τα λεγόμενα τους ήταν η επανάληψη των όσων αυτοί αντιλήφθηκαν να διαδραματίζονται και βίωσαν στις 06.12.2015, από τη στιγμή που εισήλθαν στο χώρο εντός των δύο κατοικιών αλλά και για ό,τι επακολούθησε καθ΄ όλη τη διάρκεια των ερευνών ή εξετάσεων. Παρά την αυστηρή αξιολογική διύλιση των αναφορών και των τοποθετήσεων τους, για όλους τους πιο πάνω λόγους που αναφέραμε, δεν εντοπίζουμε στις αναφορές και στις τοποθετήσεις τους οποιαδήποτε τάση υπερβολής ή κίνητρα αλλότρια, ξένα προς το καθήκον τους να βοηθήσουν το δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας, προκειμένου να παρουσιάσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και τα οποία θα μπορούσαν να έχουν αρνητική συνέπεια για την υπόθεση του κατηγορούμενου. Τίποτε δεν τέθηκε εξ' άλλου υπόψη του Δικαστηρίου, ικανό να κλονίσει την ως άνω θεώρηση μας για την αξιοπιστία τους και γενικότερα την ποιότητα της μαρτυρίας τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης προέκρινε διάφορους λόγους οι οποίοι, κατά την εισήγηση του, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κρίνει πειστική τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και ειδικότερα, ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις δηλώσεις ομολογίας που του αποδίδονται στο χώρο της έρευνας. Έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου, ανάμεσα σε άλλα, στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, παρά τις φερόμενες ομολογίες, δεν συνελήφθηκε αμέσως από τα αστυνομικά όργανα. Σημείωσε το γεγονός ότι το ημερολόγιο ενεργείας (Έγγραφο Β1) το οποίο κατά την εκδοχή της αστυνομίας καταρτίστηκε κατά την εξέλιξη της έρευνας και στο οποίο αποτυπώνονται οι παραδοχές του, δεν φέρει την υπογραφή του. Παραπέμποντας στο Εντύπο Αστ. 161 - αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων, (τεκμήριο 29) σημείωσε το γεγονός ότι στο σύντομο ιστορικό που σε αυτό καταγράφεται, περιλαμβάνεται η αναφορά ότι «ανακρινόμενα προφορικά στο μέρος και τα 4 πιο πάνω πρόσωπα αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάμιξη με την παρούσα υπόθεση...». Σημείωσε παράλληλα το γεγονός ότι συγκρινόμενο το ημερολόγιο ενεργείας (Έγγραφο Β1), ειδικότερα στην καταχώρηση αριθμός 3, με τις καταθέσεις των αστυνομικών, οι οποίοι το υπογράφουν, παρουσιάζει διαφορά, αφού ως προς τη φερόμενη δήλωση ομολογίας του κατηγορούμενου κατά τον εντοπισμό του τρίτου δοχείου, δεν αναφέρεται στο ως άνω ημερολόγιο ενεργείας η λέξη «μέσα», όπως αυτή περιλαμβάνεται στις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών. Υποστήριξε ακόμη ότι το γεγονός πως το ημερολόγιο ενεργείας (Έγγραφο Β1) δεν υπογράφηκε από τους αστυνομικούς της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, οι οποίοι ήταν παρόντες κατά την έρευνα, παρά μόνο από άντρες της ΥΚΑΝ Πάφου, ενισχύει τη θέση του ότι η μαρτυρία σε βάρος του πελάτη του είναι κατασκευασμένη. Το γεγονός εξάλλου, σημείωσε, ότι επί του ως άνω ημερολογίου ενεργείας, δεν καταγράφηκαν οι απαντήσεις που έδωσαν τα υπόλοιπα 4 παριστάμενα πρόσωπα κατά τον εντοπισμό των τριών δοχείων με τις ναρκωτικές ουσίες, θα πρέπει επίσης να προβληματίσει. Όπως θα πρέπει να προβληματίσει το γεγονός, κατά την εισήγηση του, ότι σε μεγάλο βαθμό οι καταθέσεις των αστυνομικών Μ.Κ.2, 3 και 4 αποτελούν αντιγραφή η μία της άλλης. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο να διερωτηθεί γιατί ο κατηγορούμενος, ο οποίος όπως όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας παραδέχθηκαν, ήταν συνεργάσιμος, εντούτοις, δεν υπέγραψε το ημερολόγιο ενεργείας στο οποίο περιλαμβάνονταν οι δήθεν δηλώσεις-ομολογίες του. Η απάντηση, υποστήριξε, έγκειται στο γεγονός ότι ποτέ δεν έγιναν τέτοιες δηλώσεις. Αυτός είναι ο λόγος που ο κατηγορούμενος δεν τις υπέγραψε, ενώ όταν ανακρινόταν γραπτώς τοποθετήθηκε επί του θέματος, δηλώνοντας ότι πρόκειται περί ψεύδους της αστυνομίας. Έχουμε υπόψη μας το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, κάθε στοιχείο και λεπτομέρειά της, στα οποία στρέψαμε τη προσοχή μας. Με πολύ προσοχή, επίσης, έχουμε προσεγγίσει και εξετάσει το σύνολο των ζητημάτων στα οποία έστρεψε την προσοχή μας η υπεράσπιση καλώντας το Δικαστήριο να τα αξιοποιήσει πριν εξάξει τα τελικά συμπεράσματα του για τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Ανάλογα σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω και στον επιτρεπόμενο πάντα βαθμό αξιοποιώντας τα, δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε τη θέση της υπεράσπισης, ότι δηλαδή στην υπό συζήτηση περίπτωση η μαρτυρία σε βάρος του κατηγορούμενου είναι «κατασκευασμένη» με πρόθεση και στόχο όλων των μαρτύρων κατηγορίας να ενοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος. Διερωτάται κανείς, αν αυτή ήταν η πρόθεση των αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας, στα πλαίσια της «ενορχηστρωμένης» προσπάθειας τους, γιατί οι τελευταίοι να μην υποστήριζαν ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε δηλώσεις ενοχής - ομολογία σε σχέση με το περιεχόμενο και του πρώτου δοχείου (τεκμήριο 1). Αντίθετα, τόσο στο ημερολόγιο ενεργείας, (Έγγραφο Β1) το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης ότι συμπληρωνόταν από τον επικεφαλή της έρευνας (ΜΚ2) κατά την εξέλιξή της και κατά το χρόνο που σε αυτό κατά περίπτωση αναφέρεται, όσο και από τη μαρτυρία των παριστάμενων αστυνομικών - μαρτύρων κατηγορίας, οι όποιες δηλώσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο περιορίζονται σε σχέση με το περιεχόμενο του δεύτερου και τρίτου δοχείου (τεκμήρια 8 και 12). Κατά τον ίδιο τρόπο και στα πλαίσια μάλιστα μιας οργανωμένης προσπάθειας της αστυνομίας να κατασκευάσει μαρτυρία σε βάρος του κατηγορούμενου, ως εισηγείται η υπεράσπιση, θα ανέμενε κανείς ότι ο ΜΚ5, κατά το στάδιο εκτέλεσης του εντάλματος συλλήψεως σε βάρος του κατηγορούμενου στις 06.12.2015 και ώρα 13:25, (τεκμήριο 43) πριν να ληφθεί κατάθεση από τον τελευταίο, (τεκμήριο 38) - εξέλιξη που έλαβε χώρα η ώρα 20:00 της 06.12.2015 - οπισθογραφώντας την απάντηση του κατηγορούμενου κατά το στάδιο της σύλληψης του, να κατέγραφε και σε αυτήν, παραμένοντας συνεπής στην «ενορχηστρωμένη» προσπάθεια εμπλοκής και διασύνδεσης του κατηγορούμενου με τις ουσίες που εντοπίστηκαν, (ως είναι ο ισχυρισμός της υπεράσπισης για το περιεχόμενο του Εγγράφου Β1) ενοχοποιητικές για τον κατηγορούμενο δηλώσεις. Σε σχέση άλλωστε με τον τρόπο συμπεριφοράς και αντίδρασης του κατηγορούμενου κατά την εξέλιξη της έρευνας και τις δηλώσεις που του αποδίδονται ότι προέβη σε σχέση με τα ανευρεθέντα στα τεκμήρια 8 και 12, δεν διαλανθάνει της προσοχής μας η αναφορά του Μ.Κ.2, Λοχία Ταμπούρα, ότι ο κατηγορούμενος προβαίνοντας στις δηλώσεις που τον εμπλέκουν και τον συνδέουν με τα ανευρεθέντα, έπραξε τούτο με εμφανή ανησυχία, κρατώντας σε κάποιο στάδιο το πρόσωπο του με τα χέρια του. Ο ΜΚ2, προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού παρέπεμψε στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 35, με ειδικότερη αναφορά στη φωτογραφία αρ. 8 του εν λόγω τεκμηρίου. Πέραν του γεγονότος ότι η ως άνω θέση και επεξηγήσεις εκ μέρους του ΜΚ2 της συγκεκριμένης φωτογραφίας σε συνάρτηση με την συμπεριφορά και στάση του κατηγορούμενου κατά την εξέλιξη της έρευνας και ειδικότερα καθ' ον χρόνο προέβαινε στις δηλώσεις που του αποδίδονται, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, στο βαθμό που τούτο μπορεί να διαπιστωθεί - με μοναδικό εφόδιο πάντα τη δυνατότητα της παρατήρησης των σχετικών φωτογραφιών - η ως άνω θέση του ΜΚ2 φαίνεται να ενισχύεται από αυτές. Είναι σημαντικό πιστεύουμε να σημειωθεί και τούτο. Ο κατηγορούμενος, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς να αμφισβητηθεί, είναι ο μόνος από τους παριστάμενους ενοίκους των κατοικιών αλλά και της επισκέπτριας Ευτυχίας Ιωάννου, που συμφώνησε να συμμετέχει στη φωτογράφηση των σκηνών εντοπισμού των τριών δοχείων, (τεκμήρια 1, 8 και 12) κάτι που οι υπόλοιποι ως άνω παριστάμενοι, ενώ τους ζητήθηκε, αρνήθηκαν. Ούτε διαλανθάνει της προσοχής ότι στην καταχώρηση αρ. 3 του ημερολόγιου ενεργείας, (Έγγραφο Β1) καταγράφεται και η δήλωση του κατηγορούμενου, ότι το τρίτο δοχείο (τεκμήριο 12) περιείχε «μισό κιλό», τοποθέτηση του κατηγορούμενου που μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο και μέσω των αστυνομικών μαρτύρων. Οι αστυνομικοί - μάρτυρες, σε εκείνο το χρονικό σημείο και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η έρευνα, δεν γνώριζαν ασφαλώς το συνολικό βάρος του περιεχομένου του τρίτου δοχείου (τεκμήριο 12) που αμέσως προηγουμένως εντοπίστηκε. Εκ των πραγμάτων δηλαδή, δεν θα μπορούσαν να κατασκευάσουν αυτή τη δήλωση, καταγράφοντας αυτή τη λεπτομέρεια-στοιχείο και να την αποδώσουν στον κατηγορούμενο. Το στοιχείο αυτό, εκ των υστέρων, ως καταδεικνύεται από τα παραδεκτά γεγονότα φαίνεται να επιβεβαιώνεται, μετά το ζύγισμα του συνολικού περιεχομένου του τεκμηρίου 12 στα πλαίσια εργαστηριακών ελέγχων όπου και καταδείχτηκε ότι το συνολικό βάρος των ουσιών του τρίτου δοχείου ανέρχεται σε 493.6918 γραμμάρια (συνολική ποσότητα τεκμηρίων 14 έως 18). Ούτε το γεγονός ότι στο ημερολόγιο ενεργείας (Έγγραφο Β1) ειδικότερα στην καταχώρηση αρ. 3, δεν περιλαμβάνεται η λέξη «μέσα», ως μέρος της φερόμενης δήλωσης-ομολογίας του κατηγορούμενου, όταν αυτός τοποθετήθηκε μετά την ανεύρεση του τρίτου δοχείου, ενώ στις γραπτές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 καταγράφηκε ότι υπήρχε στη σχετική δήλωση του κατηγορούμενου όπως και επαναλήφθηκε από αυτούς καθ' ον χρόνο κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνουμε ότι από μόνο του δικαιολογεί την υιοθέτηση της θέσης περί κατασκευασμένης μαρτυρίας στα πλαίσια μιας ενορχηστρωμένης προσπάθειας των αστυνομικών αρχών να εμπλέξουν ειδικά τον κατηγορούμενο. Αποδεχόμαστε ως καθόλα λογική την εξήγηση που έδωσε ο Μ.Κ.2, του οποίου την κατάθεση ως παραδέχθηκαν οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 συμβουλεύθηκαν για να ετοιμάσουν τις δικές τους. Αναγνώρισε πως ουσιαστικά επρόκειτο για παράλειψη του ιδίου κατά τη σύνταξη από αυτόν του ημερολογίου ενεργείας στο χώρο της έρευνας και πως θυμόταν, πολύ καλά, ολόκληρη τη δήλωση του κατηγορούμενου την οποία και κατέγραψε στην κατάθεση του, επαναλαμβάνοντας την και από το εδώλιο του μάρτυρα. Η απουσία της συγκεκριμένης λέξης από τη σχετική καταγραφή στο Έγγραφο Β1, υπό τις περιστάσεις, δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα αφού συνυφασμένη και αντικριζόμενη στο σύνολο της δήλωσης του κατηγορούμενου, ουδόλως είναι δυνατό να ερμηνευθεί ότι αλλάζει με οποιοδήποτε τρόπο το νόημα της τοποθέτησης του. Δεν έχει αποκαλυφθεί οποιαδήποτε πρόθεση του Μ.Κ.2 (και κατ΄ επέκταση των Μ.Κ.3 και 4) να προσθέσει στην κατάθεση του τη συγκεκριμένη λέξη, αν αυτή δεν είχε ειπωθεί. Το ίδιο νόημα και ίδια σημασία κρίνουμε πως θα είχε η δήλωση και χωρίς αυτή τη λέξη. Αντίθετα, καταδεικνύεται και μέσω αυτής της εξέλιξης το ανεπιτήδευτο και μη κατασκευασμένο της μαρτυρίας της πλευράς της Εισαγγελικής Αρχής επί του ζητήματος. Δεν μπορεί παρά να σημειώσουμε, ταυτόχρονα, ότι η λέξη «μέσα», ως μέρος της δήλωσης του κατηγορούμενου, περιλήφθηκε από τον Μ.Κ.5 ήδη από τις 06.12.2015, κατά το στάδιο της οπισθογράφησης της εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας, (τεκμήριο 36Γ) σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο από την ετοιμασία της κατάθεσης του Μ.Κ.2 (Έγγραφο Β ημερ. 08.12.2015), θέση που ο Μ.Κ.5 επανέλαβε και στην κατάθεση του ημερ. 10.06.
- Αναφορικά με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε συλληφθεί αμέσως μετά τις φερόμενες δηλώσεις ενοχής-ομολογίες του, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν θεωρούμε ότι τούτο θα μπορούσε να ενισχύσει την εισήγηση της υπεράσπισης περί κατασκευασμένης μαρτυρίας. Άλλωστε, έχουν δοθεί ικανοποιητικές εξηγήσεις από τους μάρτυρες κατηγορίας για αυτή την εξέλιξη. Δήλωσαν πως αυτή είναι η πρακτική η οποία ακολουθείται κατόπιν οδηγιών του υπεύθυνου της ΥΚΑΝ Πάφου, εκτός και αν πρόκειται για περίπτωση κάνναβης, όπου υπάρχει σχετική βεβαιότητα για το είδος των ναρκωτικών. Όταν πρόκειται για άλλο είδος ναρκωτικών, επειδή δεν μπορεί να υπάρχει βεβαιότητα, παρά τη διενέργεια προκαταρκτικής δοκιμής με ειδική συσκευή (tester) που έχουν στη διάθεσή τους, υπάρχει ο κίνδυνος να μην πρόκειται για ναρκωτική ουσία που έχουν υπόψη τους, ως εκ τούτου αποφεύγουν τη σύλληψη πριν εξασφαλίσουν δικαστικό ένταλμα. Παρεμβάλουμε πως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, επιβεβαίωσαν την ορθότητα των λεγομένων των μαρτύρων κατηγορίας, σε σχέση με την αβεβαιότητα που υπάρχει σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση, αναφορικά με τις ουσίες που εντοπίστηκαν και τι αυτές αποτελούσαν, αφού, όπως διαφάνηκε στις ουσίες που εντοπίστηκαν στα τρία δοχεία, πέραν της κοκαΐνης που κατέδειξε ο προκαταρκτικός έλεγχος, υπήρχε λεβαμισόλη αλλά και φαινακετίνη, κάτι που δεν εντοπίστηκε με τη σχετική προκαταρκτική δοκιμή. Περαιτέρω, ως τέθηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος, ακολουθώντας τους στο τέλος, οικειοθελώς, στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Συνελήφθηκε στη συνέχεια, την ίδια μέρα, στη βάση δικαστικού εντάλματος που στο μεταξύ εξασφαλίστηκε. Οι υποβολές της υπεράσπισης περί μη ύπαρξης τέτοιας πρακτικής από την ΥΚΑΝ Πάφου, αφενός μεν απορρίφθηκαν κατηγορηματικά από το σύνολο των μαρτύρων κατηγορίας, αφετέρου δε, παρέμειναν αόριστες θέσεις, μετέωρες, χωρίς να υποστηριχθούν από οποιαδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία και επομένως έκθετες σε απόρριψη. Είναι σημαντικό αισθανόμαστε να σημειωθεί και τούτο. Η σύλληψη κάποιου προσώπου δεν είναι αυτοσκοπός ούτε πάντα, νομοτελειακή απόληξη μιας κατάστασης πραγμάτων. Εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν μία συγκεκριμένη εξέλιξη γεγονότων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κατάσταση φαίνεται να ήταν πλήρως ελεγχόμενη από την αστυνομία, οι παριστάμενοι, μεταξύ τους και ο κατηγορούμενος, ήταν πλήρως συνεργάσιμοι, χωρίς να δημιουργείται προφανώς οποιοδήποτε πρόβλημα ή ζήτημα στη διεξαγωγή του ανακριτικού έργου. Αντικειμενικά ιδωμένων των πραγμάτων, υπό τις περιστάσεις που επικρατούσαν στο χώρο που διεξαγόταν η έρευνα, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, με παριστάμενους τόσους πολλούς αστυνομικούς και τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων προσώπων, δε φαίνεται να ήταν αναγκαία η άμεση σύλληψη, στην τυπική της έκφανση, του συνεργάσιμου κατηγορούμενου. Το γεγονός ασφαλώς ότι το ημερολόγιο ενεργείας (Έγγραφο Β1) δεν φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου, από μόνο του, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων ούτε μπορεί να οδηγήσει, αβίαστα, στο συμπέρασμα, ότι ο λόγος που το συγκεκριμένο ημερολόγιο ενεργείας δεν φέρει την υπογραφή του, έγκειται αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο τελευταίος δεν προέβη στις δηλώσεις που του αποδίδονται. Η επιλογή του κατηγορούμενου να μην υπογράψει το ημερολόγιο ενεργείας, επιλογή που είχε πάντα στη διάθεση του, θα μπορούσε να οφείλεται σε μια πλειάδα παραγόντων που αφορούν και τον ίδιο. Όπως τέθηκε υπόψη μας από τους μάρτυρες κατηγορίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος εξήγησε ότι θα εξέταζε τελικά το ζήτημα της υπογραφής ή μη του συγκεκριμένου εγγράφου, αφού μιλούσε με το δικηγόρο του. Σύμφωνα δε με όσα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος είχε τηλεφωνική συνομιλία με δικηγόρο στις 12:48 της 06.12.2015, (τεκμήριο 45) όταν πλέον είχε μεταφερθεί στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου. Το γεγονός ότι επί του τεκμηρίου 29 (αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων) δε γίνεται λόγος για τις ομολογίες του κατηγορούμενου σε σχέση με το δεύτερο και τρίτο δοχείο, δεν θεωρούμε επίσης ότι είναι ικανό να κλονίσει τη θετική εικόνα που αποκομίσαμε γενικότερα για όλους τους μάρτυρες κατηγορίας και ειδικότερα από τον ΜΚ5 που το συνέταξε. Πολύ δε περισσότερο, να καταδείξει τούτο εκ μέρους τους, οποιαδήποτε προσπάθεια εμπλοκής του κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδονται. Είναι αυτόδηλο ότι η αναφορά επί του Τεκμηρίου 29 «.πως ανακρινόμενα προφορικά στο μέρος και τα τέσσερα πιο πάνω πρόσωπα.», μεταξύ αυτών και ο κατηγορούμενος, αρνήθηκαν ανάμιξη στην υπόθεση, αφορά το περιεχόμενο του πρώτου δοχείου (τεκμήριο 1). Ο Μ.Κ.5 εντόπισε το γεγονός ότι δεν κατέγραψε στο συγκεκριμένο τεκμήριο τις τοποθετήσεις του κατηγορούμενου μετά την ανεύρεση του δεύτερου και τρίτου δοχείου και του περιεχομένου τους, αναγνωρίζοντας μάλιστα ότι θα ήταν ίσως προτιμότερο να κατέγραφε και τούτο, αποδίδοντας το σε παράλειψη του. Δεν έχουμε καμία δυσκολία να αποδεχθούμε την εξήγηση που ο μάρτυρας πρόβαλε. Παράλληλα, δεν μπορούμε εξαιτίας αυτής της παράλειψης να εντοπίσουμε ή να ανιχνεύσουμε διαθέσεις εχθρικές προς τον κατηγορούμενο, εντασσόμενες μάλιστα σε ένα καλά ενορχηστρωμένο σχέδιο των αστυνομικών και ανακριτικών αρχών να ενοχοποιήσουν τον κατηγορούμενο. Διερωτόμαστε, εν πάση περιπτώσει, για την αναγκαιότητα να περιλαμβάνονται και τα πιο πάνω σε μια αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων, όπως είναι το τεκμήριο
- Η ορθότητα των αποτελεσμάτων μιας επιστημονικής εξέτασης, όπως αυτής που ζητείτο μέσω του τεκμηρίου 29, δεν θα μπορούσε ασφαλώς να εξαρτηθεί από τη συγκεκριμένη πληροφορία. Για ένα ύποπτο, ως ο κατηγορούμενος, η μη αναφορά της όποιας εκδοχής του, δεν πρέπει να ενδιαφέρει εκείνον που στη βάση επιστημονικών κριτηρίων και καλά καθιερωμένων μεθόδων και παραμέτρων, ανάλογα με την περίπτωση και την εξέταση, θα προβεί σε εξέταση των τεκμηρίων. Το γεγονός άλλωστε ότι το ημερολόγιο ενεργείας δεν υπογράφτηκε και από τα παρόντα μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου παρά μόνο από τα μέλη της ΥΚΑΝ Πάφου, δεν θα μπορούσε να ενισχύσει τη γενικότερη εκδοχή του κατηγορουμένου περί κατασκευασμένης μαρτυρίας. Οι αστυνομικές αρχές αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν έχει τεθεί υπόψη μας οποιοσδήποτε κανόνας ή πρακτική η οποία επιβάλλει ότι σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση θα πρέπει λίγοι, περισσότεροι ή όλοι οι παριστάμενοι αστυνομικοί να υπογράφουν ημερολόγιο ενεργείας που καταρτίζεται. Δεν είναι θέμα αριθμού των αστυνομικών που υπέγραψαν το συγκεκριμένο τεκμήριο και που κλήθηκαν να καταθέσουν στο Δικαστήριο αλλά ζήτημα ποιότητας της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, για την οποία ουδεμία αμφιβολία διατηρούμε. Δε συμμεριζόμαστε ακόμη τη σημασία που η Υπεράσπιση προσπαθεί να αποδώσει, στο γεγονός ότι επί του ημερολογίου ενεργείας (Έγγραφο Β1) ο Μ.Κ.2 κατέγραψε μόνο τις απαντήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος και όχι τις απαντήσεις και των υπολοίπων ενοίκων - παρευρισκομένων κατά την έρευνα. Στο ως άνω έγγραφο καταχωρείται ουσιαστικά η αρνητική τοποθέτηση όλων των ως άνω παρευρισκομένων αμέσως μετά τον εντοπισμό του πρώτου δοχείου (τεκμήριο 1). Η επιλογή του Μ.Κ.2 στη συνέχεια να καταγράφει τις δηλώσεις-ομολογίες του κατηγορούμενου, ο οποίος μάλιστα συγκατατέθηκε, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, να φωτογραφηθεί στα σημεία που εντοπίστηκαν τα δοχεία, χωρίς να τον απασχολούν οι αναφορές των υπολοίπων οι οποίοι επαναλάμβαναν ότι δεν γνώριζαν οτιδήποτε, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ικανό να καταδείξει την προσπάθεια κατασκευής μαρτυρίας σε βάρος του κατηγορουμένου σε οποιοδήποτε στάδιο. Προκύπτει όντως πως το περιεχόμενο των καταθέσεων - Έγγραφα Β, Γ και Δ - των Μ.Κ. 2, 3 και 4 αντίστοιχα, παρουσιάζει ομοιότητες ως προς την περιγραφή των γεγονότων. Δόθηκαν εξηγήσεις για αυτό από τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
- Παραδέχθηκαν πως αυτό οφείλεται στην προσπάθεια τους να αντλήσουν στοιχεία για τα ονόματα, διευθύνσεις και δελτία ταυτότητας και γι' αυτό συμβουλεύθηκαν την κατάθεση και το ημερολόγιο ενεργείας που ετοίμασε ο Μ.Κ.2 και αυτό σε γνώση του τελευταίου. Εξήγησε περαιτέρω ο Μ.Κ.4 πως είναι σύνηθες, στα πλαίσια χρήσης της ίδιας τακτικής ως προς τη σύνταξη καταθέσεων και αναφοράς γεγονότων, να συμβαίνει αυτό το φαινόμενο. Παρότι η λανθασμένη αυτή πρακτική των αστυνομικών πρέπει να αποφεύγεται, ούτως ώστε να μην δημιουργούνται υπόνοιες για προσυνεννόηση ως προς τις τοποθετήσεις τους σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων τα οποία καταγράφονται στις καταθέσεις τους, έχοντας κατά νου τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο τούτο έγινε, δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η ως άνω λανθασμένη πρακτική, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ακολουθήθηκε στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του στόχου της κατασκευής μαρτυρίας κατόπιν συνεννόησης των προαναφερόμενων μαρτύρων. Όταν οι μάρτυρες αντιλήφθηκαν την επανάληψη λανθασμένων πληροφοριών και τοποθετήσεων που αναπαρήγαγαν ο ένας από τον άλλο, χωρίς κανένα δισταγμό εξήγησαν τι προηγήθηκε και δεν δίστασαν να προβούν σε ανάλογες διορθώσεις, όπως για παράδειγμα σε σχέση με την απόσταση του πρώτου από το τρίτο δοχείο, οι οποίες και επιβεβαιώνονται είτε από τα παραδεκτά γεγονότα είτε από μη αμφισβητούμενα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου (βλέπε τεκμήρια 31, 37 και φωτογραφίες του τεκμηρίου 35). Αφέθηκε ακόμη, εκ μέρους της υπεράσπισης, να πλανάται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, η πιθανότητα, λόγω του ότι το ακίνητο εντός της αυλής του οποίου εντοπίστηκαν οι ουσίες δεν ήταν περιφραγμένο, κάποιος άγνωστος, εχθρός πάντως του κατηγορούμενου, να εισήλθε στο χώρο με ευκολία και να τοποθέτησε τις ανευρεθείσες ουσίες, με απώτερο σκοπό να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο. Τούτο, συνυφασμένο με υποβολές ότι η αστυνομία διενήργησε μια στοχευμένη έρευνα, πηγαίνοντας κατ' ευθεία για σκάψιμο στα τρία συγκεκριμένα σημεία όπου εντοπίστηκαν τα τεκμήρια 1, 8 και
- Αδυνατούμε να αντιληφθούμε πολύ περισσότερο να δεχθούμε, πως κάποιος ο οποίος ήθελε να εμπλέξει με αυτό τον τρόπο τον κατηγορούμενο, θα έθετε τον εαυτό του σε κίνδυνο και δεύτερη φορά (στην περίπτωση που θα τοποθετούσε πρώτα το ένα δοχείο και μετά τα άλλα δύο) αν όχι και τρίτη (ξεχωριστή φορά για κάθε ένα από τα τρία δοχεία), εισερχόμενος σε ξένη αυλή δύο κατοικιών με μόνιμους ενοίκους και τρία σκυλιά, προκειμένου να κρύψει τόσο μεγάλη ποσότητα ουσιών, διαχωρίζοντας και προστατεύοντας την, κατά τρόπο μάλιστα, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, που θα δυσκόλευε τον εντοπισμό της («αεροστεγώς» με τη χρήση νάιλον σακουλιών). Η τεθείσα άλλωστε υπόψη του Δικαστηρίου μαρτυρία, για τον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας, κάθε άλλο παρά υποστηρίζει την εισήγηση για στοχευμένη έρευνα των αστυνομικών αρχών στα τρία σημεία. Η θεωρία της διαζευκτικής εκδοχής λειτουργεί προς όφελος του κατηγορούμενου εκεί όπου τίθενται γεγονότα υπόψη του Δικαστηρίου, με ανάλογη μαρτυρία, χωρίς να παραμένουν μετέωρες πιθανολογήσεις και θεωρίες άσχετες με το υλικό που τίθεται υπόψη του Δικαστηρίου. (βλ. κατ' αναλογία Σταυρινού v Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 706 και Κωνσταντίνου v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 296, 306-308) Σ΄ αυτό το στάδιο κρίνουμε ορθό να ασχοληθούμε με την εκδοχή του κατηγορούμενου η οποία προβάλλεται μέσα από την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία - τεκμήριο 38 - μετά τη σύλληψη του αλλά και μέσα από την ανωμοτί δήλωσή του. Στην κατάθεση του (τεκμήριο 38) ο κατηγορούμενος, εκτός από την απάντηση αρ. 9, στην οποία αναφέρει ότι δε συμφωνεί πως όταν εντοπίστηκαν τα τρία δοχεία ανέφερε ότι ήταν δικά του, όσο και στην ερώτηση αρ. 10 που απάντησε ότι δεν ανέφερε, κατά τον εντοπισμό του τρίτου δοχείου, πως επρόκειτο για μισό κιλό, λέγοντας ότι ψεύδεται ο αστυφύλακας, στις υπόλοιπες ερωτήσεις, πλην της ερώτησης αρ. 12, στην οποία απάντησε «δεν ξέρω, δεν γνωρίζω», απαντούσε στερεότυπα «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Πρόκειται για εκδοχή με την οποία σαφώς αρνείται ότι προέβη στη διατύπωση των δηλώσεων ομολογίας που του αποδίδονται. Έχουμε αξιολογήσει το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου και την εκδοχή που προκύπτει μέσα από αυτήν. Κρίνουμε πως, στην έκταση που σε αυτήν τοποθετείται κατά τρόπο ουσιαστικό στα ζητήματα που του τίθενται, δεν μπορούμε να την αποδεχτούμε και την απορρίπτουμε. Έχουμε ήδη εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους κρίναμε, αφού πρώτα διεξήλθαμε με κάθε δυνατή προσοχή, εγρήγορση και επιφυλακτικότητα, την αξιοπιστία των Μ.Κ.2, 3, 4 και 5. Δεν έχουμε οποιοδήποτε ενδοιασμό, πως ο κατηγορούμενος, αντίθετα με τις ως άνω αναφορές του, όντως τοποθετήθηκε κατά τον τρόπο που του αποδίδεται από τους μάρτυρες αστυνομικούς μετά τον εντοπισμό του δεύτερου και τρίτου δοχείου (τεκμήρια 8 και 12). Όσον αφορά στην δήλωση του, ανωμοτί, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η ανωμοτί δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλέπε Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Μαυρικίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, 367). Περαιτέρω, ότι η δήλωση έγινε χωρίς όρκο και επομένως δεν τέθηκε στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Το περιεχόμενο της δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία (Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 134/13, ημερομηνίας 02.05.2014) παρά το ότι συνεξετάζεται κατά την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Κοφτερός ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 83, 84-85). Εντός αυτών των παραμέτρων, εντάξαμε και τα όσα λέχθηκαν στη Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 110/12, ημερομηνίας 18.07.2013, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, συγκεφαλαίωσε το ζήτημα ως ακολούθως: «Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη σχετική με το συγκεκριμένο θέμα νομολογία, μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Όπως ενδεικτικά λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Cambell
(1979)69 Cr. App. R. 221: "... μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ' ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση." Εκτενής ανάλυση και ιστορική αναδρομή για το δικαίωμα δήλωσης ανωμοτί εκ μέρους κατηγορούμενου, γίνεται στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερομηνίας 22.06.2016. Σε κάθε περίπτωση, ειπώθηκε στην εν λόγω υπόθεση, ότι: «ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να προσδοθεί σε ανωμοτί δήλωση, είναι αναπόφευκτη η εξέταση της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δε χωρούν αμφισβήτηση (βλέπε Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου (βλέπε Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 354)». Στην δική του δήλωση, ανωμοτί, ο κατηγορούμενος προβάλλει ομοίως την εκδοχή ότι δεν έχει σχέση με τα ναρκωτικά που έχουν ανευρεθεί στις 06.12.2015, καθώς και ότι οι δηλώσεις των αστυνομικών σχετικά με το άτομο του είναι όλα ψέματα χωρίς να έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Έχουμε εξετάσει το περιεχόμενο της ως άνω δήλωσης του κατηγορούμενου και κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να δώσουμε οποιαδήποτε πειστικότητα σ΄ αυτήν. Πρόκειται για κάθετα αντίθετη θέση με τα όσα έχουμε αποδεχθεί, κατόπιν ενδελεχούς αξιολόγησης των μαρτύρων κατηγορίας η αξιοπιστία των οποίων έχει δοκιμασθεί εξαντλητικά μέσα από μακρά, έντονη και επίμονη αντεξέταση. Η γενικότητα της θέσης του κατηγορούμενου, ως παρέμεινε, δεν είναι ικανή για να κλονίσει την καθ΄ όλα αληθινή μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Στη βάση όλων των πιο πάνω, με δεδομένη την αντίληψη του Δικαστηρίου σε σχέση με την ποιότητα της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας, αποτέλεσμα της προηγηθείσας αξιολόγησης, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τα παραδεκτά γεγονότα και το σύνολο των στοιχείων τα οποία το Δικαστήριο κατά τρόπο παραδεκτό είναι δυνατό να λάβει υπόψη του στα πλαίσια διαδικασίας ως η υπό συζήτηση, διατυπώνουμε στη συνέχεια τα ευρήματα και συμπεράσματα μας για τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλουν και αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση. Στις 06.12.2015 οι Μ.Κ.1-5, αστυφύλακες της ΥΚΑΝ Πάφου, μαζί με πέντε άλλους αστυνομικούς της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, κατόπιν εξασφάλισης σχετικών δικαστικών ενταλμάτων, ερεύνησαν ισόγεια και ανώγεια κατοικίες στην οδό Ελλάδος 10, στη Μαραθούντα της Πάφου, για πιθανή ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών. Οι δύο οικίες, είναι κτισμένες στο τεμάχιο 1010 του Φ./Σχ. 45/61 της Κοινότητας Μαραθούντας, το οποίο είναι ιδιοκτησίας της Χρυστάλλας Ανδρέου, πρώην 3ης κατηγορούμενης. Ερευνήθηκε πρώτα η ανώγια κατοικία στην οποία εντοπίστηκαν να διαμένουν ο Μιχαλάκης Ευθυμίου (κατηγορούμενος) και η Μαρία Λοΐζου, (πρώην κατηγορούμενη αρ.2) οι οποίοι συμβιώνουν, έχοντας αποκτήσει δύο ανήλικα παιδιά. Στην εν λόγω οικία την εν λόγω ημέρα εντοπίστηκε επίσης η Ευτυχία Ιωάννου, η οποία είχε επισκεφθεί τους πιο πάνω. Στη συνέχεια ερευνήθηκε η ισόγειος κατοικία, στην παρουσία της Χρυστάλλας Ανδρέου ( πρώην κατηγορούμενης αρ.3 και μητέρα της Μαρίας Λοίζου) και του Χριστόδουλου Χαραλάμπους (πρώην κατηγορούμενου αρ.4 και αδελφού της Μαρίας Λοίζου). Εντός των δύο προαναφερόμενων κατοικιών δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Στη συνέχεια η έρευνα επεκτάθηκε στην αυλή του κτιρίου, στην παρουσία των Μιχαλάκη Ευθυμίου - κατηγορούμενου - της Μαρίας Λοίζου, της Χρυστάλλας Ανδρέου, του Χριστόδουλου Χαραλάμπους και της Ευτυχίας Ιωάννου. Κατά την έρευνα στους εξωτερικούς χώρους, εντός του τεμαχίου γης που βρίσκονται οι δύο ως άνω κατοικίες, ήτοι του τεμαχίου 1010, Φ.Σχ. 45/61 στη Μαραθούντα, εντοπίστηκαν διαδοχικά μετά από σκάψιμο με τσάπα, θαμμένα σε κάποιο βάθος στο έδαφος, τρία πλαστικά δοχεία, (τεκμήρια 1, 8 και 12) τα οποία περιείχαν άσπρη σκόνη που όπως διαπιστώθηκε, είναι κοκαΐνη, λεβαμισόλη και φαινακετίνη. Το πρώτο σημείο που εντοπίστηκε το τεκμήριο 1 με το περιεχόμενο του (τεκμήρια 2 έως 7) βρίσκεται 2,5 μέτρα εντός του ως άνω τεμαχίου (φωτογραφία αρ. 9 τεκμηρίου 35). Το δεύτερο σημείο που εντοπίστηκε το τεκμήριο 8 με το περιεχόμενο του (τεκμήρια 9 έως 11) βρίσκεται 3 μέτρα εντός του ως άνω τεμαχίου (φωτογραφία αρ. 19 τεκμηρίου 35). Το τρίτο σημείο που εντοπίστηκε το τεκμήριο 12 με το περιεχόμενο του (τεκμήρια 13 έως 18) βρίσκεται 4 μέτρα εντός του ως άνω τεμαχίου (φωτογραφία αρ. 26 τεκμηρίου 35). Και τα τρία σημεία υποδεικνύονται σε σχετικό σχέδιο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όπου εμφαίνεται το ως άνω τεμάχιο 1010 στην κοινότητα Μαραθούντας στην Πάφο (τεκμήριο 37). Με τον εντοπισμό του πρώτου δοχείου (τεκμήριο 1) και αφού επιστήθηκε η προσοχή των πέντε προσώπων στο νόμο, απάντησαν ότι δε γνώριζαν οτιδήποτε. Με τον εντοπισμό του δεύτερου δοχείου (τεκμήριο 8) και αφού επιστήθηκε η προσοχή των πέντε προσώπων στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε με τις λέξεις «εν δικά μου». Με τον εντοπισμό του τρίτου δοχείου (τεκμήριο 12) και αφού πάλι επιστήθηκε η προσοχή των πέντε προσώπων στο νόμο, απάντησε και πάλι ο κατηγορούμενος: «εν δικό μου, ποιου εν που ένει, εν ούλλα εμένα του άχρηστου, τούτον έσιη μέσα μισό κιλό.» Ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε ξεχωριστά στις δύο περιπτώσεις, μετά από τις ως άνω δηλώσεις-παραδοχές του, ότι είχε δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο πλην όμως ανέφερε ότι θα ασκούσε το εν λόγω δικαίωμα αργότερα. Επίσης, ο κατηγορούμενος κλήθηκε να υπογράψει το ημερολόγιο ενεργείας που τηρούσε ο υπεύθυνος για τη διεξαγωγή της έρευνας λοχίας της αστυνομίας, (Μ.Κ.2) πλην όμως ανέφερε στην πρώτη περίπτωση ότι δεν επιθυμούσε να υπογράψει οτιδήποτε προτού συμβουλευθεί το δικηγόρο του, κάτι που θα έκανε αργότερα, ενώ στη δεύτερη περίπτωση αρνήθηκε και πάλι να το πράξει, λέγοντας ότι δεν επιθυμούσε να υπογράψει οτιδήποτε. Από την ανεύρεση του πρώτου δοχείου - τεκμήριο 1 - ο Μ.Κ.3 έλαβε αριθμό φωτογραφιών - τεκμήριο 35 - στις οποίες εμφαίνονται μεταξύ άλλων, τα σημεία όπου εντοπίστηκαν τα τρία δοχεία καθώς και ο κατηγορούμενος με τον Μ.Κ.5 (βλέπε φωτογραφίες 8, 9, 19 και 26). Η έρευνα συνεχίστηκε και μετά την ανεύρεση των τριών δοχείων με σκάψιμο του εδάφους, όπου αυτό ήταν εφικτό, και σε άλλα σημεία της αυλής. Όταν ολοκληρώθηκε η έρευνα, πλην της Ευτυχίας Ιωάννου, τα υπόλοιπα τέσσερα πρόσωπα κλήθηκαν από την αστυνομία όπως ακολουθήσουν τους αστυνομικούς στα γραφεία της ΥΚΑΝ, πράγμα που αποδέχτηκαν. Μεταφέρθηκαν με υπηρεσιακά οχήματα της αστυνομίας συνοδευόμενοι στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου. Ο κατηγορούμενος, στις 12:48 της 06.12.2015 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με δικηγόρο. Η ώρα 13:25 της ίδιας ημέρας, αφού εξασφαλίστηκαν σχετικά δικαστικά εντάλματα τα τέσσερα πιο πάνω πρόσωπα συνελήφθηκαν και ενημερώθηκαν γραπτώς για όλα τα δικαιώματα που είχαν ως κρατούμενοι. Όλοι τους επικοινώνησαν με τους δικηγόρους τους. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.5, μεταξύ των ωρών 13:50 με 14:20, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου, συσκεύασε και σφράγισε όλα τα ανευρεθέντα, κατά την έρευνα τεκμήρια, στην παρουσία του κατηγορούμενου, της Λοίζου, της Ανδρέου και του Χαραλάμπους (πρώην κατηγορούμενοι 2, 3 και 4), αφού προηγουμένως τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο. Τους εξήγησε δε τη διαδικασία συσκευασίας και σφράγισης. Όλοι υπέγραψαν τη σχετική σφράγιση, οπότε ο μάρτυρας έθεσε όλα τα τεκμήρια της αστυνομίας υπό την ασφαλή του φύλαξη. Η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση όλων των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν από τη σκηνή, μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο, έγινε ορθά και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση από οποιονδήποτε, πλην για επιστημονικές εξετάσεις σε επίπεδο γενετικού υλικού και δακτυλοσκοπικού ελέγχου, στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Επιστημονικές εξετάσεις σε τεκμήρια της υπόθεσης σε επίπεδο γενετικού υλικού, (τεκμήρια 1-19, 21, 23, 25 και 27) στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, δεν κατέδειξαν οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τόσο τον κατηγορούμενο και τους πρώην συγκατηγορούμενους του, όσο και τρίτο πρόσωπο, την Ευτυχία Ιωάννου, η οποία ήταν επισκέπτρια στην οικία με αρ.10Β στην οδό Ελλάδος στη Μαραθούντα κατά τη στιγμή της έρευνας. Ομοίως, δακτυλοσκοπικός έλεγχος στα τρία πλαστικά δοχεία, (Τεκμήρια 1, 8 και 12) δεν κατέδειξε οποιοδήποτε αξιοποιήσιμο αποτύπωμα. Την ίδια μέρα, ήτοι στις 06.12.2015, δόθηκε νέα πληροφορία στην ΥΚΑΝ Πάφου, ότι οι συλληφθέντες είχαν στην κατοχή τους και άλλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών καθώς και παράνομο οπλισμό, τον οποίο απέκρυπταν στο χώρο και τα υποστατικά των πιο πάνω οικιών. Μετά από αυτή τη πληροφορία εξασφαλίστηκε νέο δικαστικό ένταλμα έρευνας των οικιών και υποστατικών στην οδό Ελλάδος αρ. 10, στη Μαραθούντα, καθώς και μίας άλλης οικίας που υπήρχε πληροφορία ότι διατηρούσε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό στην οποία διέμενε επίσης, μαζί με τη σύζυγο του και τα παιδιά τους. Ακολούθησε, νέα έρευνα στην οδό Ελλάδος 10, στη Μαραθούντα με επιπρόσθετους αστυνομικούς, περιλαμβανομένου και του υπεύθυνου του κλιμακίου της ΥΚΑΝ Πάφου, υπαστυνόμου Στέλιου Αριστείδου, η οποία διεξήχθη και με τη βοήθεια ανιχνευτικών σκύλων, χωρίς ωστόσο να ανευρεθεί οτιδήποτε άλλο επιλήψιμο. Ούτε στην έρευνα που διεξήχθη στην οικία που διατηρεί ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό και στην οποία διαμένει επίσης με τη σύζυγο και τα παιδιά τους, ανευρέθηκε οτιδήποτε επιλήψιμο. Εντός του πρώτου δοχείου (τεκμήριο 1) εντοπίστηκαν τα τεκμήρια 2 έως 7. Το τεκμήριο 2 είναι συνολικού βάρους 4,5761 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 2,9058 γραμμάρια και 1,6703 γραμμάρια λεβαμισόλης. Το τεκμήριο 4 είναι συνολικού βάρους 7,9981 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 5,0788 γραμμάρια και 1,9102 γραμμάρια λεβαμισόλης. Το τεκμήριο 5 είναι συνολικού βάρους 5,2335 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 3,3233 γραμμάρια και 1,9102 γραμμάρια λεβαμισόλης. Το τεκμήριο 7 είναι συνολικού βάρους 3,2545 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 2,0666 γραμμάρια και 1,1879 γραμμάρια λεβαμισόλης. Εντός του δεύτερου δοχείου (τεκμήριο 8) εντοπίστηκαν τα τεκμήρια 9 έως 11. Το τεκμήριο 9 είναι συνολικού βάρους 98,7255 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 58,4751 γραμμάρια και 40,2504 γραμμάρια λεβαμισόλης. Το τεκμήριο 10 είναι συνολικού βάρους 76,9464 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 45,5754 γραμμάρια και 31,3710 γραμμάρια λεβαμισόλης. Το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11 συνιστά φαινακετίνη, συνολικού βάρους 72,5432 γραμμαρίων. Εντός του τρίτου δοχείου (τεκμήριο 12) εντοπίστηκαν τα τεκμήρια 14 έως 18. Το τεκμήριο 14 είναι συνολικού βάρους 98,9327 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 67,1061 γραμμάρια και 31,8266 γραμμάρια λεβαμισόλης. Το τεκμήριο 15 είναι συνολικού βάρους 98,8761 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 67,0677 γραμμάρια και 31,8084 γραμμάρια λεβαμισόλης. Το τεκμήριο 16 είναι συνολικού βάρους 99,6637 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 67,6019 γραμμάρια και 32,0618 γραμμάρια λεβαμισόλης. Το τεκμήριο 17 είναι συνολικού βάρους 97,9884 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 66,4655 γραμμάρια και 31,5229 γραμμάρια λεβαμισόλης. Το τεκμήριο 18 είναι συνολικού βάρους 98,2309 γραμμαρίων κοκαΐνης αναμεμειγμένη με λεβαμισόλη με περιεκτικότητα κοκαΐνης 66,6300 γραμμάρια και 31,6009 γραμμάρια λεβαμισόλης. Το συνολικό βάρος των ουσιών που εντοπίστηκαν θαμμένα στο έδαφος, και στα τρία δοχεία (τεκμήρια 1, 8 και 12), ειδικότερα στα τεκμήρια 2, 4, 5, 7, 9, 10, 11, 14, 15, 16, 17 και 18 που εντοπίστηκαν στα ως άνω τρία δοχεία, συνίστανται, ως αποτελεί τούτο παραδεκτό γεγονός, (τεκμήριο 52) σε 452.2962 γραμμάρια κοκαΐνης, σε 238.1297 γραμμάρια λεβαμισόλης και σε 72.5432 γραμμάρια φαινακετίνης. Σύμφωνα με βασική αρχή του δικαίου μας, σε ποινικές υποθέσεις, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλέπε υποθέσεις Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 363 και Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1980)2 C.L.R. 102-119). Τα γεγονότα θα πρέπει να αποδειχθούν από την Κατηγορούσα Αρχή με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλέπε Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης προκύπτει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου, για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (βλέπε υποθέσεις Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτης Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97). Με αναφορά στη νομική πτυχή που υποστηρίζει το κατηγορητήριο θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε τις πρόνοιες των πιο κάτω διατάξεων αλλά και σχετική νομολογία η οποία ασχολήθηκε με την ερμηνεία τους. Τα άρθρα 6, 7, 30Α του Νόμου 29/1977 Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών, προνοούν τα ακόλουθα: Άρθρο 6 «6.-
(1)Τηρουμένων οιωνδήποτε δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εκάστοτε εν ισχύι κανονισμών, δεν είναι νόμιμον δι' οιονδήποτε πρόσωπον να προμηθεύεται ή να έχη ελεγχόμενον φάρμακον εν τη κατοχή αυτού.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου και του εδαφίου
(4)κατωτέρω, αποτελεί αδίκημα δι' οιονδήποτε πρόσωπον να αγοράζει ή προμηθεύεται ή να έχη εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενον φάρμακον κατά παράβασιν του εδαφίου
(1)ανωτέρω.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου, αποτελεί αδίκημα δι' οιονδήποτε πρόσωπον να αγοράζει ή προμηθεύεται ή να έχη εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενον φάρμακον νομίμως ή μη προς τον σκοπόν όπως προμηθεύση τούτο εις έτερον πρόσωπον κατά παράβασιν του άρθρου 5
(1)του παρόντος Νόμου.
(4).................................
(5)..................................
(6)Ουδέν των εν τω εδαφίω
(4)ή
(5)ανωτέρω διαλαμβανομένων θέλει επηρεάσει οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να εγείρη, ανερξαρτήτως των εν λόγω εδαφίων, πρόσωπον τι κατηγορούμενον δι' αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου.» Σχετική ανάλυση, γενικά του όρου «κατοχή», γίνεται στην υπόθεση Χριστάκης Ιωάννου άλλως «Τίτος» ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409. Η υπόθεση Χ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388, πραγματεύθηκε, μεταξύ άλλων, το στοιχείο της κατοχής ναρκωτικών. Αποφασίστηκε ότι ο εφεσείοντας ήταν ένοχος παρόλο που δεν είχε φυσική επαφή με τα ναρκωτικά που εισήχθηκαν στην Κύπρο, αποδείχθηκε ωστόσο ότι εκ μέρους του υπήρχε κατοχή, εν τη εννοία του νόμου, όπως έχει ερμηνευθεί νομολογιακά ο συγκεκριμένος όρος. Σε ό,τι αφορά στην κατοχή των επίδικων ναρκωτικών και στην κατοχή με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, παρατηρούμε ότι η κατοχή προϋποθέτει φυσικό έλεγχο ή φύλαξη ενός πράγματος (από ένα πρόσωπο), γνώση από το συγκεκριμένο πρόσωπο ότι έχει αυτό το πράγμα υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του και γνώση για τη φύση του αντικειμένου της κατοχής (βλ. Queiss v Republic
(1987)2 CLR 49 και Καϊμης ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662). Στην υπόθεση R v McNamara 87 Cr App R 246, υποδεικνύεται ότι πρέπει να στοιχειοθετηθεί τόσο το φυσικό στοιχείο όσο και το νοητικό στοιχείο της κατοχής. Κατά τη νομολογία - αλλά και κατά το άρθρο 2
(3)του Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 - πρόσωπο θεωρείται ότι έχει στην κατοχή του αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο του μολονότι τα αντικείμενα αυτά βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Η νομολογία εξήγησε και επεξέτεινε τη νομοθετική τούτη πρόβλεψη καθιστώντας εφικτή την κατοχή ναρκωτικών από πρόσωπα που δεν έχουν φυσική κατοχή των ναρκωτικών ή του όποιου άλλου συναφούς επίδικου αντικείμενου (βλ. κατ' αναλογίαν, Κούκος ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64 και Αθηνής ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256). Άρθρο 30Α «30Α. Εφόσον ήθελε αποδειχθεί ότι πρόσωπο καλλιέργησε, ή κατείχε ή μετέφερε ελεγχόμενο φάρμακο ή ουσία, που αναφέρεται στην πρώτη στήλη, σε ποσότητα που υπερβαίνει την καθοριζόμενη στη δεύτερη στήλη, θεωρείται ότι καλλιέργησε, ή κατείχε ή μετέφερε το ελεγχόμενο αυτό φάρμακο ή την ουσία με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο.» Στην υπόθεση MARIO HURBANEK v. Αστυνομίας
(2007)2 A.A.Δ. 524 αποφασίστηκε ότι το άρθρο 30Α δημιουργεί μαχητό τεκμήριο πως κατηγορούμενος που διαπιστώνεται ότι κατέχει παράνομη ουσία, πέραν της καθορισμένης ποσότητας, δέον να δείξει πως δεν την κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Στην υπόθεση Ν. Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, αναφέρθηκε πως σε ποινικές υποθέσεις η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου δεν μπορεί, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να μεταθέσει το βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο. Επαναλήφθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χ. Χρυσάνθου, Ποινική Έφεση 137/2015, ημερομηνίας 02.06.2016, ότι «..ο κατηγορούμενος έχει απλώς το βάρος να δημιουργήσει λογική αμφιβολία, χωρίς όμως να υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθείς ή βάσιμοι. Δεν είναι συνεπώς αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσαγάγει μαρτυρία προκειμένου να δημιουργήσει λογική αμφιβολία. Η μαρτυρία μπορεί να προέρχεται είτε από τον ίδιο είτε από την Κατηγορούσα Αρχή». Στον Περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμος 70(Ι)/2001, άρθρο 99
(1)(α) προνοείται ότι: «99.—
(1)Πρόσωπο το οποίο αυτοπροσώπως ή διά υπαλλήλου του ή άλλου εκπροσώπου του- (α) Κυκλοφορεί στην επικράτεια της Δημοκρατίας- (i) Φαρμακευτικό προϊόν για το οποίο δεν έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση του εδαφίου
(1)του άρθρου 9· ....................................... είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 50.000,00 λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και, επιπρόσθετα, το Δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση, δύναται να διατάξει την κατάσχεση των φαρμακευτικών προϊόντων αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα, άνευ επηρεασμού της εξουσίας του Συμβουλίου Φαρμάκων να ανακαλέσει ή αναστείλει την άδεια κυκλοφορίας, παρασκευής ή χονδρικής πώλησης σε περίπτωση που ο καταδικασθείς είναι κάτοχος της εν λόγω άδειας.» Λαμβάνοντας υπόψη τη νομική πτυχή που διέπει την παρούσα υπόθεση, καθώς και τα ευρήματα επί των πραγματικών γεγονότων, εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο αποδείχθηκαν οι επίδικες κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Ηλιάδη και Σάντη, στις σελ. 888 και επ., με παραπομπή σε ανάλογη νομολογία τόσο των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων, δεν υπάρχουν στεγανά στον τρόπο ταξινόμησης μιας δήλωσης ή συμπεριφοράς ως ομολογίας, αφού οι εκάστοτε περιστάσεις που την περιβάλλουν, είναι αδύνατο να προκαθοριστούν. Μια τέτοια ομολογία θα μπορούσε να προκύψει από κάποια γραπτή ή προφορική δήλωση, ως αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς ή ακόμη και από παρεμφερείς δηλώσεις που δεν ισοδυναμούν με άμεση ομολογία ή παραδοχή. Η ομολογία ή παραδοχή δε, αλλά και κάθε άλλης μορφής ενοχοποιητική δήλωση μπορεί να είναι γραπτή ή προφορική, χωρίς κατ΄ ανάγκη καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία να είναι ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, το Δικαστήριο, ανάμεσα σε άλλα, πραγματεύτηκε και το συγκεκριμένο ζήτημα. Παραθέτουμε σε κάποια έκταση σχετικό απόσπασμα, αφού κρίνουμε ότι ο λόγο της, συνοψίζει και αποτυπώνει καλά καθιερωμένες αρχές και νομολογιακές προσεγγίσεις για το ζήτημα που και εδώ ενδιαφέρει και απασχολεί. «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169 τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Mάρτιν v. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 A.A.Δ. 65. Στην υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Η καταδίκη του κατηγορουμένου για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία τους στηρίχθηκε κυρίως στις προφορικές παραδοχές ενοχής. Το αγγλικό εφετείο τόνισε πως δε συνάγεται, ως θέμα αρχής, από τη νομολογία ότι η προφορική ομολογία ενοχής δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Αξίζει να μεταφέρουμε τη σύνοψη της υπόθεσης: "Held, as to that ground, there was no principle to be gathered from the authorities, of universal or general application, that a convinction wholly or mainly resting on evidence of an oral confession could never be safe or satisfactory. It must in every case be a question to be decided on the particular facts." To παραπάνω κείμενο μπορεί να αποδοθεί ως εξής στα ελληνικά: "Αποφασίστηκε, αναφορικά με το λόγο εκείνο, ότι δεν υπάρχει αρχή δικαίου που συνάγεται από τις αυθεντίες, καθολικής ή γενικής εφαρμογής, ότι καταδίκη η οποία εξολοκλήρου ή κυρίως βασίζεται σε μαρτυρία προφορικής ομολογίας δε θα μπορούσε ποτέ να είναι ασφαλής ή ικανοποιητική. Πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται στο πλαίσιο των ιδιαίτερων περιστατικών της." Το όλο θέμα παρουσιάζεται σε σχόλιο που ακολουθεί στην ίδια σελίδα. Το παραθέτουμε για τη λακωνική πυκνότητα του: "Commentary. It has been said that "when a confession is well proved it is the best evidence that can be produced": Baldry [1852] 1 Den 430, per Erle J. Scepticism about the reliability of confessions has increased in modern times but it remains true that a truly voluntary confession may be cogent evidence of guilt. Like other types of evidence, its value may vary greatly according to the circumstances and, if serious doubt is cast on the reliability of a confession, conviction based on that alone would no doubt, be regarded as unsafe and unsatisfactory. It is only in exceptional cases that English law requires corroboration of particular types of evidence and confessions have never been held to require corroboration either by law or practice." To μεταφράζουμε: "Έχει λεχθεί ότι "όταν μια ομολογία αποδεικνύεται σωστά αυτό αποτελεί την καλύτερη μαρτυρία που μπορεί να προσαχθεί": Baldry [1852] 1 Den 430, από τον Erle, Δ. Ο σκεπτικισμός αναφορικά με την αξιοπιστία ομολογιών ενοχής έχει ενταθεί τη σημερινή εποχή αλλά εξακολουθεί να είναι αλήθεια ότι μια πραγματικά εκούσια κατάθεση δυνατό να συνιστά πειστική μαρτυρία ενοχής. Όπως άλλες μορφές μαρτυρίας η αξία της μπορεί να κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις περιστάσεις, και αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της, καταδίκη που βασίστηκε μόνο σ' αυτήν, θα μπορούσε αναμφίβολα, να θεωρηθεί επισφαλής ή μη ικανοποιητική. Είναι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που το αγγλικό δίκαιο απαιτεί ενίσχυση ιδιαίτερων μορφών μαρτυρίας αλλά ουδέποτε αποφασίστηκε ότι οι ομολογίες χρειάζονται ενισχυτική μαρτυρία είτε ως θέμα νόμου είτε ως θέμα πρακτικής." Το Κακουργιοδικείο δεν παρέλειψε να θέσει το ερώτημα αν η επίμαχη δήλωση ήταν αληθινή. Και στην εκκαλούμενη απόφαση του επεσήμανε τα δεδομένα που την επαλήθευαν. Συγκεκριμένα την προηγούμενη προφορική εισήγηση του εφεσείοντα στους αστυνομικούς να μεταβούν στη Λεμεσό. Και την ανεύρεση στους τόπους που υπέδειξε του πιστολιού, των σφαιρών και του παράνομου υλικού, που τους προανάγγειλε. Όπως εύστοχα παρατηρεί η πρωτόδικη απόφαση τα δεδομένα αυτά: ".....εύγλωττα και πραγματικά πλέον δείχνουν τη γνώση και την εμπλοκή του με αυτά ώστε οι δηλώσεις του να μην είναι γυμνές και απομονωμένες αλλά να προσλαμβάνουν σημασία και βαρύτητα. Οι υποδείξεις αυτές, για τις οποίες έχουμε απορρίψει την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος απλώς γνώριζε για τα ανευρεθέντα μέσω του Ανθία συνιστούν ξεκάθαρη ενίσχυση της αλήθειας των δηλώσεων του." Η λακωνικότητα δεν αποτελεί μειονέκτημα. Είναι συνώνυμη με τη σαφήνεια. Εδώ η δήλωση δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος. Ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις που την πλαισιώνουν, οι οποίες μόλις έχουν αναφερθεί. Ούτε το πρωτόδικο δικαστήριο είχε ταλαντεύσεις.» Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, αναφέρθηκε ότι: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι' αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Στην πρόσφατη υπόθεση A.K. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 177/2013, ημερομηνίας 14.05.2015, επαναλαμβάνεται ότι: «Η αξία της ομολογίας είναι θέμα πραγματικό και συναρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στο κορμό της λοιπής μαρτυρίας, το Δικαστήριο στο τέλος προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής (Χριστάκης Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 και Πάνοβιτς ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 310). Από την θεώρηση της νομολογίας προκύπτει με σαφήνεια ότι μια εκούσια και σαφής ομολογία μπορεί αφ΄ εαυτής να θεμελιώσει καταδίκη. Όμως όσο θεληματική και αν είναι μια κατάθεση ενός κατηγορουμένου είναι πάντοτε φρόνιμο να αναζητείται, στο βαθμό που είναι δυνατόν σε κάθε περίπτωση, ενίσχυση του περιεχομένου της (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65, Καύκαρος ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, Ιωσηφίδης (Ππαϊλας) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 204).» Έχουμε ήδη καταλήξει, στα ευρήματά μας, ότι οι ως άνω δηλώσεις-ομολογίες του κατηγορούμενου σε σχέση με την εμπλοκή και τη διασύνδεση του με τις ναρκωτικές ουσίες και τα φαρμακευτικά προϊόντα που εντοπίστηκαν κατά την διάρκεια της έρευνας στην αυλή της κατοικίας την οποία ο τελευταίος χρησιμοποιούσε για να διαμένει με τη συμβία του, ήταν εθελούσιες και αληθινές, συνιστώντας ουσιαστικά θεληματικές δηλώσεις ενοχής και ομολογίες. Τούτου δοθέντος, είναι ξεκάθαρο στη βάση των ως άνω νομολογιακών αρχών και προσεγγίσεων, ότι από μόνες τους, στην κατάλληλη πάντα περίπτωση, μπορούν να αποτελέσουν ικανοποιητικό βάθρο για καταδίκη. Τέτοια, ανεπιφύλακτα κρίνουμε, πως είναι η υπό συζήτηση περίπτωση, έχοντας πλήρη επίγνωση της σοβαρότητας του εγχειρήματος. Υπό το σύνολο των περιστάσεων της υπό συζήτηση υπόθεσης, οι ως άνω δηλώσεις του κατηγορουμένου είναι τόσο ισχυρές, σαφείς και κατηγορηματικές, που από μόνες τους επιτρέπουν την κατάληξη, στο βαθμό που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, πέρα από κάθε λογική αμφιβολία, για την ενοχή του τελευταίου. Δεν παραβλέπουμε τις νουθεσίες της νομολογίας και την υπόδειξη ότι είναι πάντοτε φρόνιμο να αναζητείται ενίσχυση του περιεχομένου μιας ομολογίας. Όσο εκούσια και σαφής μπορεί αφ' εαυτής μια παραδοχή-ομολογία να είναι. Τούτο βεβαίως, ως συμπληρώνει η νομολογία των Δικαστηρίων, στο βαθμό που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι δυνατόν. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μας όσον αφορά την βαρύτητα που αποδεχόμαστε ότι προσλαμβάνουν οι δηλώσεις ενοχής - παραδοχές του κατηγορούμενου στην υπό εξέταση περίπτωση, δυνάμενες από μόνες τους να σφραγίσουν την κατάληξη του δικαστηρίου σε σχέση με την εμπλοκή του κατηγορούμενου σε αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, αναζητήσαμε και στην υπό συζήτηση υπόθεση στοιχεία ενισχυτικά του περιεχομένου τους. Παρά το γεγονός ότι τα γεγονότα που τέθηκαν υπόψη μας, ως έγιναν αποδεκτά να περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, κατατάσσουν αυτήν στις περιπτώσεις που δεν επιτρέπουν τον εντοπισμό πληθώρας τέτοιων ενισχυτικών στοιχείων, δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε ότι τέτοιο αποτελεί, η εκ των υστέρων επιβεβαίωση του κατηγορούμενου ότι το βάρος των ουσιών που εντοπίστηκαν στο τρίτο δοχείο (τεκμήριο 12) ήταν, μετά την ζύγιση τους και κατά το στάδιο της επιστημονικής ανάλυσης τους, όσο κατ΄ ουσίαν ευθύς εξαρχής το είχε καθορίσει ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της δήλωσης του, όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, αμέσως μετά τον εντοπισμό τους στο έδαφος. Το γεγονός εξάλλου, ότι εντοπίστηκαν οι ουσίες που παραδέχθηκε ότι του ανήκουν στην αυλή της «απομονωμένης» κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε στο Δικαστήριο οικίας που ο ίδιος χρησιμοποιεί για να διαμένει, εντός της αυλής της οποίας υπήρχαν οι τρεις σκύλοι, αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο που τείνει να ενδυναμώνει την δήλωση παραδοχής του. Η επανάληψη εξ' άλλου της παραδοχής του σε σχέση με την εμπλοκή και σχέση του με ουσίες που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα η μία από την άλλη, ως και η συμμετοχή του με τον τρόπο που εξηγήθηκε στο δικαστήριο στην υπόδειξη των σχετικών σημείων, δεν αφήνουν αδιάφορο το Δικαστήριο. Ζήτημα που απασχολεί ωστόσο, με δεδομένη την εξέλιξη των γεγονότων ως έγιναν αποδεκτά και τις δηλώσεις-παραδοχές του κατηγορούμενου, είναι η έκταση της ευθύνης η οποία μπορεί να αποδοθεί στον τελευταίο, στη βάση των ως άνω δηλώσεων ενοχής - παραδοχής του. Φρονούμε ότι στον κατηγορούμενο, δεν μπορεί παρά να αποδοθεί ευθύνη για ότι ξεκάθαρα και χωρίς ενδοιασμό αυτός έχει ουσιαστικά και απερίφραστα παραδεχτεί και ομολογήσει. Τίποτα περισσότερο. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ως αυτά έχουν υιοθετηθεί από το Δικαστήριο, δεν επιτρέπεται η αβασάνιστη υιοθέτηση ερμηνειών που δόθηκαν στις δηλώσεις του, όπως για παράδειγμα από το Μ.Κ.5, ότι δηλαδή οι αναφορές και οι τοποθετήσεις του καθ΄ ον χρόνο εντοπιζόταν το δεύτερο και τρίτο δοχείο (τεκμήρια 8 και 12) και του εφίστατο η προσοχή του στο Νόμο για το περιεχόμενο των συγκεκριμένων δοχείων, οι δηλώσεις του αφορούσαν το σύνολο των ουσιών που εντοπίστηκαν και στα τρία δοχεία κατά την έρευνα. Τούτο μάλιστα, καθ΄ ην έκταση ο κατηγορούμενος ρητά έχει απορρίψει οποιαδήποτε σχέση ή διασύνδεση με το περιεχόμενο του πρώτου δοχείου (τεκμήριο 1). Επέκταση των δηλώσεων του κατά τρόπο που να καλύπτουν, ως γίνεται κατανοητό ότι εισηγείται η κατηγορούσα αρχή, το σύνολο των ουσιών που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση κρίνουμε ότι θα ήταν όχι μόνο ακροσφαλής αλλά νομικά απαράδεκτη και λανθασμένη. Συνακόλουθα, κρίνουμε πως οποιαδήποτε ουσία εντοπίστηκε να βρίσκεται εντός του πρώτου δοχείου (τεκμήριο 1) για το οποίο ο κατηγορούμενος, όχι μόνο δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενοχοποιητική δήλωση - ομολογία, αλλά αντίθετα, ρητά απέκλεισε οποιαδήποτε σχέση μαζί του, δεν μπορεί, για τις συγκεκριμένες ουσίες, να αποδοθεί σε αυτόν οποιαδήποτε ευθύνη, κατά τον τρόπο που του αποδίδεται στο κατηγορητήριο. Η ποσότητα κοκαΐνης 13,3742 γραμμαρίων και η ποσότητα λεβαμισόλης, 7,6877 γραμμαρίων, που αποτελούν το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2, 4, 5 και 7 τα οποία βρέθηκαν εντός του πρώτου δοχείου, (τεκμήριο 1) δεν θα προσμετρήσει ως ποσότητα ευρισκόμενη στην κατοχή του κατηγορούμενου. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε αποτελεί κατάληξη μας ότι η συνολική ποσότητα κοκαΐνης που ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του κατά τον τρόπο που του αποδίδεται στην κατηγορία αρ. 2, ανέρχεται σε 438.9217 γραμμάρια. Την εν λόγω ποσότητα κοκαΐνης, ο κατηγορούμενος, ως η κατηγορία αρ. 3 του αποδίδει, κατείχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα. Ο εντοπισμός της ως άνω ποσότητας σε διάφορες συσκευασίες, σε συνδυασμό με την μεγάλη ποσότητα της, σε συνάρτηση τούτο με τα νομολογηθέντα όπως τα έχουμε παραθέσει προγενέστερα αναφορικά με το άρθρο 30Α του Ν.29/77, δεν αφήνουν οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας ως προς το σκοπό που κατέχονταν από τον κατηγορούμενο οι συγκεκριμένες ναρκωτικές ουσίες. Σημειώνεται άλλωστε η μη προώθηση θέσης εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι τη συγκεκριμένη ποσότητα κοκαΐνης κατείχε για δική του χρήση. Ομοίως, στη βάση της ως άνω κατάληξης μας, από την ποσότητα του αντιπαρασιτικού φαρμάκου λεβαμισόλης, που ως η κατηγορία αρ. 5, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι είχε στην κατοχή του, θα πρέπει να αφαιρεθεί η συνολική ποσότητα του εν λόγω φαρμακευτικού προϊόντος που εντοπίστηκε στο πρώτο δοχείο (τεκμήριο 1). Η ποσότητα λεβαμισόλης που ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του, κατά τον τρόπο που του αποδίδεται στην κατηγορία αρ. 5, βρίσκουμε ότι ανέρχεται σε 230.4420 γραμμάρια. Με δεδομένο ότι στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος, Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμου, Ν.70(Ι)/2001, καθορίζεται ότι «κυκλοφορία», σε σχέση με φαρμακευτικά προϊόντα σημαίνει: «...κάθε δραστηριότητα που συνίσταται στην κατοχή, προσφορά, διανομή ή διάθεση στην αγορά και «κυκλοφορώ» θα ερμηνεύεται ανάλογα∙», σε συνδυασμό με το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι για το αναλγητικό φάρμακο φαινακετίνη και το αντιπαρασιτικό φάρμακο λεβαμισόλης, (και τα δύο χρησιμοποιούνται σαν αραιωτικά της κοκαΐνης) τα οποία είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δεν έχει δοθεί η εκ του Νόμου απαιτούμενη άδεια κυκλοφορίας, αποτελεί κατάληξη μας ότι έχουν αρκούντως αποδειχθεί σε βάρος του κατηγορούμενου, τόσο η 4η όσο και η 5η κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έχοντας υπόψη ότι οι ως άνω ποσότητες κοκαΐνης και λεβαμισόλης περιλαμβάνονται στις ποσότητες των ως άνω ουσιών που αφορούν οι κατηγορίες αρ. 2, 3, και 5 στο κατηγορητήριο αντίστοιχα, ως επίσης και την γραμμή υπεράσπισης που προέβαλε ο κατηγορούμενος, η οποία δεν ήταν σε καμία περίπτωση συνδεδεμένη με την ακριβή ποσότητα των ουσιών που εντοπίστηκαν, κρίνουμε ότι ο τελευταίος μπορεί να καταδικαστεί σε αυτές τις κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου. (Άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, Issa and another v The Republic
(1989)2 C.L.R. 39 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458). Ως ειδικότερα αποφασίστηκε στην υπόθεση Issa and Another, (ανωτέρω) σε περιπτώσεις όπου στις λεπτομέρειες αδικήματος γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικών πλην όμως από τη μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα σε σχέση με μικρότερη ποσότητα, το Δικαστήριο μπορεί, εφαρμόζοντας το άρθρο 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, να προχωρήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου για διάπραξη του αδικήματος για τη μικρότερη ποσότητα, χωρίς να είναι αναγκαία η τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Συνακόλουθα, αποτελεί κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται από αυτήν, σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 2η, 3η, 4η και 5η κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, πλην όμως για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, σε σχέση με τις κατηγορίες αρ. 2, 3 και 5 για μικρότερη ποσότητα από αυτή που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, βρίσκουμε τον κατηγορούμενο ένοχο στην 2η και 3η κατηγορία για ποσότητα 438.9217 γραμμαρίων κοκαΐνης, και στην 5η κατηγορία για ποσότητα 230.4420 γραμμαρίων του φαρμακευτικού προϊόντος λεβαμισόλης. Σε σχέση με την 4η κατηγορία, κρίνεται ένοχος ως η συγκεκριμένη κατηγορία του αποδίδεται. (Υπ.) ................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο