Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λουκά Λουκά, Αρ. Υπόθεσης: 8894/13, 19/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8894/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λουκά Λουκά Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/8/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (για ν' ακούσει απόφαση, κα Σάββα) Για τον κατηγορούμενο: κ. Ε. Ερωτοκρίτου (για ν' ακούσει απόφαση, κ. Παναγή) Κατηγορούμενος: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απείθειας σε διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση των άρθρων 18
(1)(α)(β)
(2)(α)
(4)και
(7)του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, την 3η Ιουλίου, 2013 και ώρα 23:55, στην οδό Οθέλλου 10, στην Πάφο, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε στις 13/11/2012 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στην ποινική υπόθεση με αριθμό 3797/2012, το οποίο τον διέτασσε όπως διακοπεί η λειτουργία του κέντρου αναψυχής με την ονομασία «ΜΥΚΟΝΟΣ», δηλαδή λειτουργούσε το εν λόγω κέντρο. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής εδράζεται στα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: Το επίδικο διάταγμα (τεκμήριο 1) εκδόθηκε στις 13/11/2012. Στις 3/7/2013, ο αστυφύλακας 1361 το επέδωσε στον κατηγορούμενο Λουκά Λουκά. Στις 3/7/2013, το υποστατικό με την ονομασία «ΜΥΚΟΝΟΣ ΜΠΑΡ» λειτουργούσε με την παρουσία θαμώνων που διασκέδαζαν, άκουγαν μουσική και κατανάλωναν οινοπνευματώδη ποτά. Τέλος, στις 3/7/2013, το συγκεκριμένο υποστατικό λειτουργούσε ο Λουκάς Λουκά. Ο Αντώνης Λουκά απουσίαζε κατά την ώρα επίδοσης του διατάγματος. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η οποία - για να επαναλάβω - εδράζεται στο περιεχόμενο των παραπάνω παραδεκτών γεγονότων υποβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους του κατηγορούμενου ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του στην επίδικη κατηγορία. Η εισήγηση - όπως την αντιλαμβάνομαι - εντάσσεται στον πρώτο, από τους δυο λόγους, για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στην παραπάνω εισήγηση υπήρξε αντίθετη. Σε αντίθεση με τον κ. Ερωτοκρίτου, ο οποίος, για λόγους που αναφέρει στη γραπτή αγόρευσή του ζητά την αθώωση του κατηγορούμενου, η κα Σάββα, διατύπωσε τη λιτή θέση ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Mariano κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 112/2014 και 113/2014, ημερομηνίας 20.11.2015, στην οποία επαναλαμβάνονται όλες οι παραπάνω αρχές: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ.Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα».» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας, περιλαμβανομένων και των παραδεκτών γεγονότων στις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Για να επαναλάβω, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, ότι, την 3η Ιουλίου, 2013 και ώρα 23:55, στην οδό Οθέλλου 10, στην Πάφο, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε στις 13/11/2012 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στην ποινική υπόθεση με αριθμό 3797/2012, το οποίο τον διέτασσε όπως διακοπεί η λειτουργία του κέντρου αναψυχής με την ονομασία «ΜΥΚΟΝΟΣ», δηλαδή λειτουργούσε το εν λόγω κέντρο. Το μέρος του επίδικου διατάγματος (τεκμήριο 1) που μας ενδιαφέρει, το οποίο πράγματι εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στις 13/11/2012, στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 3797/12 ακολουθεί αυτούσιο: «ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Αρ. Ποινικής: 3797/12 Μεταξύ:- ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ΚΑΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΟΥΚΑ (Δ.Τ. 147082), από την Πάφο, Γεροσκήπου, Παλλάδος 27 Κατηγορούμενου ................................................ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η αναστολή λειτουργίας του κέντρου αναψυχής με την ονομασία «ΜΥΚΟΝΟΣ», που βρίσκεται στην οδό Οθέλλου 10 στην Πάφο, μέχρι την εξασφάλιση της σχετικής άδειας λειτουργίας ως Κέντρου Αναψυχής, από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. ......................... Δόθηκε την 13.11.12 Συντάχτηκε την 26.11.12 ......................... ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ:- Εάν εσείς ο κατηγορούμενος ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΟΥΚΑ (Δ.Τ. 147082), από την Πάφο, Γεροσκήπου αμελήσετε να υπακούσετε στο διάταγμα τούτο αμέσως, εσείς μεν υπόκειστε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.» Το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο δημιουργεί το άρθρο 18
(1)(β)
(2)(α) και
(4)του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε. Το άρθρο 18
(1)(α) προνοεί ότι κάθε πρόσωπο που διατηρεί ή λειτουργεί κέντρο, χωρίς άδεια λειτουργίας είναι ένοχο αδικήματος, το οποίο τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση ή και με τις δυο αυτές ποινές. Το εδάφιο 2(α) του ίδιου άρθρου διαλαμβάνει για την εξουσία του Δικαστηρίου όπως, πέραν από την ποινή που θα επιβάλει σε περίπτωση καταδίκης για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), διατάξει τη διακοπή της λειτουργίας του κέντρου σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε το αδίκημα, για τέτοιο χρονικό διάστημα, όσο το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον. Τέλος, το εδάφιο
(4)του ίδιου, πάντοτε, άρθρου προνοεί ότι κάθε πρόσωπο που δε συμμορφώνεται προς διάταγμα το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)είναι ένοχο αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος, θα πρέπει να αποδειχθεί πρώτο, η ύπαρξη του δικαστικού διατάγματος, με περιεχόμενο, ως εκτίθεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας και δεύτερο, παράλειψη συμμόρφωσης σ' αυτό εκ μέρους του κατηγορούμενου, υπό την εξής έννοια. Το συγκεκριμένο αδίκημα, προφανώς, δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability), αλλά, αδίκημα που έχει τόσο αντικειμενική υπόσταση (actus reus) όσο και υποκειμενική υπόσταση (mens rea). Η πρώτη συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη η οποία παραβιάζει το δικαστικό διάταγμα και η δεύτερη, σε ηθελημένη ανυπακοή ή διαφορετικά, σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του δικαστικού διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Μαύρος ν. Στυλιανού κ.ά.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2389). Παρατηρώ τα εξής: Το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 3797/12, την οποία αντιμετώπιζε κάποιος Αντώνης Λουκά (δηλαδή, άλλο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης), σε εφαρμογή του εδαφίου
(2)(α) του άρθρου 18 (ανωτέρω), πέραν της ποινής που του είχε επιβληθεί σε αριθμό κατηγοριών. Με αυτό διατασσόταν η αναστολή - και όχι διακοπή, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας - λειτουργίας του επίδικου κέντρου. Απ' εκεί και πέρα, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι το εν λόγω διάταγμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, στις 3/7/2013, ημερομηνία κατά την οποία αυτός λειτουργούσε το επίδικο υποστατικό, στη απουσία του Αντώνη Λουκά, κατά την ώρα της επίδοσης του διατάγματος. Στο ερώτημα, κατά πόσο στη βάση των παραπάνω γεγονότων αποδείχθηκε είτε το πρώτο είτε το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, απαντώ αρνητικά. Καταρχήν, αφής στιγμής το διάταγμα αφορούσε άλλο πρόσωπο από τον κατηγορούμενο, δεν μπορεί να καταλογίζεται στον τελευταίο ότι απείθησε σε διάταγμα το οποίο τον διέτασσε όπως διακοπεί η λειτουργία του επίδικου κέντρου κ.ο.κ. Αυτό ακριβώς αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας. Ακολούθως και, ανεξάρτητα από το γεγονός αυτό, έχοντας υπόψη ότι το διάταγμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, στις 3/7/2013, ημερομηνία κατά την οποία του καταλογίζεται και ότι απείθησε σ' αυτό, χωρίς να προκύπτει από τη μαρτυρία, κατά πόσο ο ίδιος την ημέρα αυτή λειτουργούσε το επίδικο κέντρο προ, κατά ή μετά την επίδοση του διατάγματος, δεν μπορεί βάσιμα να γίνεται λόγος για απείθεια εκ μέρους του προς το διάταγμα, υπό την έννοια ότι επέδειξε ηθελημένη ανυπακοή ή πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του εν λόγω δικαστικού διατάγματος. Προφανώς, ο κατηγορούμενος, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να λεχθεί ότι είχε εκδηλώσει εκ προθέσεως ανυπακοή σε ένα διάταγμα, τη στιγμή που δεν αποδειχθεί κατά πόσο είχε υπόψη του την ύπαρξή του και γνώριζε το περιεχόμενό του, καθ' ον χρόνο λειτουργούσε το επίδικο κέντρο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Στην απουσία απόδειξης των παραπάνω στοιχείων, που αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος, σε εφαρμογή και όσων αναφέρονται μεταξύ άλλων και στη Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) η σχετική κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Έπεται ότι η σχετική εισήγηση επιτυγχάνει. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην επίδικη κατηγορία. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: απείθεια σε διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση των άρθρων 18
(1)(α)(β)
(2)(α)
(4)
(7)του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε. - εκ πρώτης όψεως υπόθεση -. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο