← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λευκής Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 405/13, 7/9/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λευκής Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 405/13, 7/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B61 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 405/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Αφέντρας Κύπριου
  2. Λευκής Δημητρίου Κατηγορούμενων ----------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.9.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για κατηγορούμενη 2: κα Α. Μιχαήλ Κατηγορούμενη 2: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 2η κατηγορούμενη (στο εξής «κατηγορούμενη») αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 το Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία) και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία). Επισημαίνεται ότι, τις ίδιες κατηγορίες αντιμετώπιζε και η 1η κατηγορούμενη. Ωστόσο, αναφορικά με αυτή, η υπόθεση έχει αποσυρθεί λόγω μη επίδοσης. Παρόλα αυτά, η εν λόγω κατηγορούμενη παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατάθεσε ως μάρτυρας για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, καταλογίζεται στις κατηγορούμενες, ότι στις 28/6/2012, στην Πάφο, συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, το αδίκημα που αναφέρεται στη 2η κατηγορία. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι, στις 28/6/2012, στο πολυκατάστημα με την ονομασία «DEBENHAMS», που βρίσκεται στην οδό Δημοκρατίας στην Πάφο, έκλεψαν ένα ζεύγος παπούτσια μάρκας «JANE NORMAN», μαύρου χρώματος, αξίας €64,00, ένα ζεύγος παπούτσια μάρκας «JANE NORMAN», παρδαλού χρώματος, αξίας €81,00, ένα ζεύγος παπούτσια μάρκας «JANE NORMAN», πορτοκαλί χρώματος, αξίας €60,00, ένα eye liner, αξίας €15,36 και δυο κουτιά σκιές, αξίας €24,40, περιουσία του πιο πάνω καταστήματος. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον αστυφύλακα 1314 Αρτέμη Πελεκάνου, τη 2η κατηγορούμενη Αφέντρα Κύπριου, τον Κυριάκο Αχιλλέως και τέλος, το Γιώργο Μαυρίκιο (Μ.Κ.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Η κατηγορούμενη, αφού κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της προέβη σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να παρουσιάσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή της. Σε συντομία, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι η εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, η 1η κατηγορούμενη, η οποία, ουσιαστικά αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών πως είχε διαπράξει το αδίκημα της κλοπής της επίδικης περιουσίας, όταν εντοπίστηκε μέσα στον ανελκυστήρα του καταστήματος Debenhams, από το οποίο είχε κλέψει την εν λόγω περιουσία, την οποία είχε μαζί της, κατονόμασε ως συνεργό της την κατηγορούμενη. Σε συνδυασμό και με διάφορα άλλα στοιχεία άμεσης και περιστατικής μαρτυρίας, η ευθύνη της κατηγορούμενης για τη διάπραξη και των δυο αδικημάτων στοιχειοθετείται πλήρως. Η κατηγορούμενη καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφού κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Ακολουθεί αυτούσια: «Εντιμότατε, δεν έχω καμιά σχέση με την υπόθεση και ποτέ δεν είπα της Αφέντρας να κλέψει.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός, ότι, η κατηγορούμενη επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. - μεταξύ άλλων - Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας.» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και την Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 καθώς και την Iddin (ανωτέρω). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ο αστυφύλακας 1314 Αρτέμης Πελεκάνου (Μ.Κ.1) θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του αναφέρεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Στο πλαίσιο της, πολύ σύντομης, αντεξέτασής του, ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε για τις ενέργειές του καθώς και για τις διάφορες δηλώσεις στις οποίες προέβη στον ίδιο η 1η κατηγορούμενη. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό, ότι οι δηλώσεις στις οποίες έχει προβεί στον ίδιο η 1η κατηγορουμένη, οι οποίες γίνονται δεκτές ως πρωτογενείς, γίνονται αποδεκτές και προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους σε σχέση και με την κατηγορούμενη. Όσα ακολουθούν αναδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους θεωρώ την 1η κατηγορούμενη Αφέντρα Κύπριου (Μ.Κ.2) τόσο αναξιόπιστη ως μάρτυρα, σε βαθμό που το μόνο μέρος της μαρτυρίας της που αποδέχομαι είναι αυτό που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Ειδικότερα: Όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, της υποδείχθηκε κάποιο έγγραφο και ρωτήθηκε αν είναι η κατάθεσή της, δεν απάντησε. Ωστόσο, όταν στη συνέχεια, της υποδείχθηκε μια υπογραφή στο ίδιο έγγραφο και κλήθηκε να πει αν είναι δική της, απάντησε καταφατικά. Ακολούθως, κλήθηκε να επιβεβαιώσει ότι πρόκειται για την κατάθεσή της στην Αστυνομία το εν λόγω έγγραφο. Αφού είχε κάνει κάποια κίνηση με το κεφάλι, που υποδήλωνε άγνοια, ακολούθως ισχυρίστηκε τα εξής: «Έδωσα κατάθεση παραδέχομαι, αλλά τι είπα εκείνο τον καιρό δε θυμάμαι.» Όταν ακολούθως η κα Σάββα, της πρότεινε να της δώσει τη συγκεκριμένη κατάθεση να τη διαβάσει και να πει αν είναι η κατάθεσή της στην Αστυνομία, ισχυρίστηκε ότι της την είχε διαβάσει και είπε πως δε θυμόταν. Η επόμενη ερώτηση που της είχε υποβληθεί ήταν εάν γνωρίζει τη Λευκή, δηλαδή την κατηγορούμενη. Απάντησε αρνητικά. «Δεν υπήρξες ποτέ φίλη με τη Λευκή;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Κάποτε.» απάντησε. «Αν θυμάσαι, το 2012 έτυχε εσύ και η Λευκή να συλληφθείτε από την Αστυνομία για την κλοπή κάποιων αντικειμένων από το Debenhams στην Πάφο;» ήταν η επόμενη ερώτηση. «Θυμάμαι.» απάντησε. Όταν ακολούθως κλήθηκε να πει τι αντικείμενα είχαν κλέψει ισχυρίστηκε και πάλι πως δε θυμόταν. Η τελευταία ερώτηση που της είχε υποβληθεί με την οποία ολοκληρώθηκε και η μαρτυρία της - μιας και δεν έτυχε καθόλου αντεξέτασης από την ευπαίδευτη δικηγόρο της κατηγορούμενης -, ήταν αν θυμάται ποια από τις δυο είχε κλέψει τα εν λόγω αντικείμενα. Απάντησε αρνητικά στην ερώτηση. Με μόνο λόγο ότι η μάρτυρας, όταν κλήθηκε να πει κατά πόσο γνωρίζει την κατηγορούμενη, η οποία, τη στιγμή αυτή βρισκόταν ακριβώς απέναντί της, απάντησε αρνητικά και ευθύς αμέσως, κληθείσα να πει αν υπήρξε ποτέ φίλη με την κατηγορούμενη, απάντησε καταφατικά, αναδεικνύεται το μέγεθος της αναξιοπιστίας της ως μάρτυρος, ως επίσης και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μάρτυρας της αλήθειας για οτιδήποτε ανάφερε το οποίο δεν αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Ειδικά για τις διάφορες ενοχοποιητικές δηλώσεις στις οποίες έχει προβεί προς το Μ.Κ.1, είτε ακόμη και προς το Μ.Κ.3, τόσο για την ίδια όσο και για την κατηγορούμενη και την αποδεικτική τους αξία, θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Προτού υπεισέλθω στη μαρτυρία του Κυριάκου Αχιλλέως (Μ.Κ.3), για λόγους τάξης θεωρώ αναγκαίο να προβώ στην ακόλουθη διευκρίνιση. Ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο τριών γραπτών καταθέσεών του στην Αστυνομία (τεκμήρια 4, 5 και 6, αντίστοιχα.) Σε σχέση με την πρώτη (τεκμήριο 4), επειδή είναι αρκετά δυσανάγνωστη, ενώ είχε γίνει αποδεκτή η κατάθεσή της, εντούτοις, προκειμένου να δοθεί βαρύτητα στο περιεχόμενό της είχε τεθεί εξ αρχής όρος ότι θα έπρεπε να καθαρογραφεί εντός 15 ημερών - από την κατάθεσή της, στις 4/7/2016 -, κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Με αυτό δεδομένο, δεν αποδίδω καθόλου βαρύτητα και αξία στη συγκεκριμένη κατάθεση, για σκοπούς, είτε αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 είτε εξαγωγής συμπερασμάτων για τα γεγονότα της υπόθεσης. Κατά τα λοιπά θεωρώ πως, για οτιδήποτε ανάφερε ο μάρτυρας, που αφορά γεγονότα για τα οποία είχε προσωπική γνώση, ήταν ειλικρινής και έλεγε την αλήθεια. Εξάλλου, συναφώς με αυτά, η μαρτυρία του, εκτός του ότι παρέμεινε αναντίλεκτη, σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται και από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Αναφορικά με τις διάφορες δηλώσεις στις οποίες έχει προβεί η 1η κατηγορούμενη προς τον ίδιο, είτε ακόμη και προς την Αστυνομία, στην παρουσία του και την αποδεικτική τους αξία είναι αυτονόητο πως ισχύει ό,τι έχει λεχθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  1. Για να επαναλάβω, οι εν λόγω δηλώσεις, ενώ γίνονται δεκτές ως πρωτογενείς, υπό την έννοια ότι έχουν γίνει, δε σημαίνει κατ' ανάγκη ότι τις αποδέχομαι και προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους σε σχέση και με την κατηγορούμενη. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3, στην έκταση που έχει αναφερθεί γίνεται αποδεκτή. Ο Γιώργος Μαυρίκιος (Μ.Κ.4) είναι ο τελευταίος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Για σκοπούς κυρίως εξέτασης, υιοθέτησε ως μέρος της, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία (τεκμήριο 7), αναγνώρισε από τις δυο φωτογραφίες (τεκμήριο 3) την επίδικη - κλαπείσα - περιουσία και απάντησε σε μερικές ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Κατά την, πολύ σύντομη, αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη δικηγόρο της κατηγορούμενης αμφισβητήθηκε - καθ' όλα δικαιολογημένα - σε σχέση μόνο με τον ισχυρισμό του - τον οποίο είχε προβάλει απαντώντας σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής -, ότι τα επίδικα παπούτσια ήταν μικρά σε μέγεθος της 1ης κατηγορούμενης. Ο εν λόγω ισχυρισμός του, δεν εδράζεται σε κάποια δοκιμή την οποία έκανε ο μάρτυρας, είτε οποιοδήποτε άλλος, αλλά, σε απλή υπόθεση/εκτίμηση του μάρτυρα. Επομένως δεν μπορώ να το δεχθώ. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων μου θεωρώ ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Ο Γιώργος Μαυρίκιος (Μ.Κ.4) στον ουσιώδη χρόνο ήταν υποδιευθυντής του καταστήματος Debenhams στην Πάφο. Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν και ο έλεγχος του προσωπικού, ενώ ήταν και υπεύθυνος πωλήσεων του καταστήματος. Στις 28/6/2012 γύρω στις 13:30 τηλεφώνησε στο μάρτυρα ο υπεύθυνος ασφαλείας του καταστήματος, Κυριάκος Αχιλλέως (Μ.Κ.3) και του ανάφερε ότι μια νεαρή κοπέλα (η 1η κατηγορούμενη - Μ.Κ.2 -) είχε εγκλωβιστεί μέσα στον ανελκυστήρα του προσωπικού του καταστήματος. Ο μάρτυρας μετέβηκε αμέσως στο μέρος οπότε και είδε την 1η κατηγορούμενη μέσα στον ανελκυστήρα - η οποία στο μεταξύ, με τη βοήθεια του τεχνικού του καταστήματος είχε απεγκλωβιστεί -, έχοντας στην κατοχή της σε μια τσάντα που κρατούσε, τα καλλυντικά προϊόντα και στον ανελκυστήρα, τα τρία ζευγάρια παπούτσια, όλα, συνολικής αξίας €244,76, περιουσία του καταστήματος. Διαπίστωσε ο μάρτυρας, ότι, τόσο από τα παπούτσια όσο και από τα καλλυντικά είχαν αφαιρεθεί οι ετικέτες καθώς και ο συναγερμός. Από έλεγχο που έκανε αργότερα διαπίστωσε ότι όλα τα αντικείμενα που είχαν βρεθεί στην κατοχή της 1ης κατηγορούμενης, προηγουμένως εκτίθονταν προς πώληση στο γυναικείο τμήμα του καταστήματος και η 1η κατηγορούμενη, τα είχε κλέψει χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους υπαλλήλους του καταστήματος. Όταν ο μάρτυρας ζήτησε από την 1η κατηγορούμενη να του δώσει αποδείξεις πληρωμής της επίδικης περιουσίας, αυτή κλαίγοντας, του είπε πως δεν είχε. Τότε, ο μάρτυρας της είπε να παραμείνει στο μέρος οπότε και ειδοποίησε την Αστυνομία. Πέντε λεπτά αργότερα μετέβη στο μέρος για εξετάσεις ο αστυφύλακας 1314 Αρτέμης Πελεκάνου (Μ.Κ.1). Ανακρινόμενη από το μάρτυρα η 1η κατηγορούμενη, του ανάφερε πως λίγη ώρα προηγουμένως είχε κλέψει την επίδικη περιουσία από το κατάστημα, μαζί με την κατηγορούμενη. Τα ίδια ακριβώς επανέλαβε και στο πλαίσιο θεληματικής κατάθεσης η οποία της λήφθηκε αργότερα από το μάρτυρα και συγκεκριμένα, μεταξύ των ωρών 15:50 - 16:
  2. Η 1η κατηγορούμενη, στις 17:20 περίπου την ίδια μέρα συνελήφθηκε από το μάρτυρα στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Όταν ο μάρτυρας της επέστησε την προσοχή στο νόμο, απάντησε «Εν η Λευκή.», δηλαδή, η κατηγορούμενη. Προστίθενται και τα εξής: Καθ' ον χρόνο η 1η κατηγορούμενη βρισκόταν μέσα στον ανελκυστήρα - και αφού στο μεταξύ είχε απεγκλωβιστεί - ο Μ.Κ.3 εντόπισε την κατηγορούμενη έξω από το κατάστημα, η οποία προσπαθούσε επίμονα να τηλεφωνήσει κάπου. Την ίδια ώρα χτυπούσε και το κινητό τηλέφωνο της 1ης κατηγορούμενης, στην οποία, ωστόσο, δεν επιτράπηκε από την Αστυνομία να το απαντήσει. Τότε, ο μάρτυρας πλησίασε την κατηγορούμενη και τη ρώτησε αν περιμένει κάποια φίλη της η οποία είναι μέσα στο κατάστημα και αυτή του απάντησε καταφατικά. Ο μάρτυρας, της είπε τότε, ότι η φίλη της θα καθυστερήσει επειδή είχαν καλέσει Αστυνομία. Η κατηγορούμενη τον ακολούθησε στο κατάστημα και όταν οι δυο κατηγορούμενες συναντήθηκαν προέκυψε ότι γνωρίζονταν, αφού χαιρέτισαν ονομαστικά, η μια την άλλη. Εκεί, στον ανελκυστήρα, 1η κατηγορούμενη ανάφερε στο μάρτυρα πως είχε κλέψει την επίδικη περιουσία για λογαριασμό της κατηγορούμενης. Το ίδιο ανάφερε και στο Μ.Κ.1, με την προσθήκη ότι την είχε βάλει η κατηγορούμενη να διαπράξει το αδίκημα. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), με αναφορά στο αδίκημα της κλοπής, ως το ουσιαστικό αδίκημα, για το οποίο αντιμετωπίζει τη 2η κατηγορία. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134): «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28 - 4.» Και λίγο παρακάτω: «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and king [1966] Crim. L. R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker, [1962] Crim. L. R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28 - 9).» Περαιτέρω, στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 γίνεται εκτενής αναφορά στο αδίκημα της κλοπής, κατά το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Για ό,τι μας αφορά, το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής.» Τέλος, το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα - το οποίο περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος και των δυο κατηγοριών - προνοεί ότι: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο στη βάση των παραπάνω γεγονότων έχει αποδειχθεί ότι, στις 28/6/2012 (ουσιώδης χρόνος), καταρχήν, υπήρξε συμπληρωμένη συμφωνία μεταξύ των δυο κατηγορούμενων να διαπράξουν το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Ακολούθως, ότι το αδίκημα της κλοπής, που αναμφίβολα έχει διαπραχθεί από την 1η κατηγορούμενη, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι διαπράχθηκε και από την κατηγορούμενη. Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Αρχίζω με την εξής διαπίστωση. Η απόφαση στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δεν βοηθά καθόλου την υπόθεσή της για το λόγο που την επικαλείται. Το θέμα της, υπό προϋποθέσεις, καταδίκης ενός προσώπου η οποία στηρίζεται σε προφορική του ομολογία, το οποίο πραγματεύεται η παραπάνω υπόθεση είναι τελείως διαφορετικό, από την περίπτωσή μας, όπου η κατηγορούσα αρχή, επικαλούμενη τις διάφορες ενοχοποιητικές δηλώσεις της 1ης κατηγορούμενης (Μ.Κ.2) προς τους Μ.Κ. 1 και 3 για την κατηγορούμενη, σε συνδυασμό ασφαλώς και με διάφορα άλλα στοιχεία μαρτυρίας επιχειρεί να θεμελιώσει την καταδίκη της τελευταίας. Επαναλαμβάνω ότι στην περίπτωσή μας, το θέμα είναι τελείως διαφορετικό. Αναπτύσσεται σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό, στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)», 1994, σελ. 180 - 182. Κάτω από τον τίτλο «Συνεργοί», οι κύριες θέσεις που προβάλλονται οι οποίες συνθέτουν και την αρχή που διέπει το θέμα είναι οι εξής: Η απλή ερμηνεία της λέξης «συνεργός» υποδηλώνει ένα πρόσωπο που με κάποιο τρόπο έχει αναμειχθεί στη διάπραξη ενός αδικήματος. Συχνά, το πρόσωπο αυτό κατηγορείται με τον κατηγορούμενο, αλλά αργότερα, είτε γιατί παραδέχεται ενοχή είτε γιατί η διαδικασία εναντίον του διακόπτεται καθίσταται ικανός μάρτυρας και καλείται να καταθέσει εναντίον του πρώην συγκατηγορούμενού του. Πολλές φορές, τέτοια πρόσωπα δέχονται να καταθέσουν εναντίον του συγκατηγορούμενού τους, με ανταλλαγή την αναστολή της δίωξης εναντίον τους ή την αντικατάσταση της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν με μια πιο ήπια κατηγορία. Επειδή, προστίθεται, σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις, το Κοινοδίκαιο διείδε τον προφανή κίνδυνο που προέρχεται από την επιθυμία εκμηδένισης της ευθύνης για τη συμμετοχή ενός μάρτυρα στο έγκλημα, με ταυτόχρονη επίρριψη της ευθύνης στους ώμους του άλλου συνεργού, υιοθετήθηκε η ανάγκη ότι θα ήταν επικίνδυνο για ένα Δικαστήριο, να βασισθεί στη μαρτυρία ενός συνεργού, χωρίς να προειδοποιηθεί για τους κινδύνους που υπάρχουν. Καθιερώθηκε λοιπόν η αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να καταδικαστεί με τη χωρίς ενίσχυση μαρτυρία συνεργού - νοουμένου φυσικά ότι η μαρτυρία του συνεργού κριθεί πειστική -, εκτός αν το Δικαστήριο προειδοποιήσει τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Σε τέτοια περίπτωση, η ενισχυτική μαρτυρία, θα είναι ικανοποιητική για σκοπούς θεμελίωσης της καταδίκης, αν μπορεί να επιβεώσει τη μαρτυρία του συνεργού, σε δυο βασικά σημεία. Το πρώτο είναι η διάπραξη του αδικήματος, και το δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος ενέχεται στη διάπραξή του. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η 1η κατηγορούμενη, αναμφίβολα αποτελεί συνεργό, τη εννοία όσων αναφέρονται στο ίδιο σύγγραμμα (κατ' ακρίβεια πρόκειται για τη φυσική αυτουργό, κατά το άρθρο 20(α) του Ποινικού Κώδικα), υπεισέρχομαι αμέσως στις αρχές που θα πρέπει να τηρούνται σε περιπτώσεις όπου συνεργοί καταθέτουν ενόρκως εναντίον ενός κατηγορούμενου, όπως αυτές παρατίθενται στο ίδιο σύγγραμμα και αντλούνται από την απόφαση Δημητρίου (Λαζαρής) ν. Δημοκρατίας
(1961)CLR 309:
(1)Το Δικαστήριο θα πρέπει να αντιληφθεί ότι επιβάλλεται η ενίσχυση της μαρτυρίας συνεργού,
(2)Το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε διαπίστωση κατά πόσο έχει εντοπιστεί ενισχυτική μαρτυρία και τι είδους,
(3)Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει αν ένας μάρτυρας είναι συνεργός, και
(4)Το Δικαστήριο αν αποφασίσει να αποδεχθεί μια μαρτυρία ενός συνεργού, θα πρέπει να υποδείξει καθαρά αν θα βασισθεί στη μαρτυρία αυτή επειδή υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία ή θα βασισθεί πάνω σε αυτή ανεξάρτητα από ενισχυτική μαρτυρία. Παρατηρώ τα εξής: Με μόνο λόγο ότι η 1η κατηγορούμενη κρίθηκε αναξιόπιστη ως μάρτυρας, έστω κι αν έχω δεχθεί ότι προέβηκε στις διάφορες ενοχοποιητικές δηλώσεις, τόσο για την ίδια όσο και για την κατηγορούμενη, από αυτές, προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, δέχομαι μόνο όσες αφορούν την ίδια, αφού, η αλήθεια του περιεχομένου τους αποδεικνύεται από σωρεία στοιχείων αξιόπιστης μαρτυρίας, τα οποία οδηγούν σε ασφαλή συμπεράσματα για την ενοχή της. Εξάλλου - για να επαναλάβω - αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι αυτή διέπραξε το αδίκημα της κλοπής της επίδικης περιουσίας. Ωστόσο, δεδομένης της αναξιοπιστίας της ως μάρτυρος, δεν μπορώ να δεχθώ ότι οι διάφορες ενοχοποιητικές δηλώσεις στις οποίες έχει προβεί εναντίον της κατηγορούμενης, ανταποκρίνονται στην αλήθεια, τη στιγμή μάλιστα, που ούτε καν τις έχει υιοθετήσει ενόρκως στο Δικαστήριο. Ούτε και αποκλείεται να προέβη σ' αυτές, υπό το βάρος της ενοχής της για τη διάπραξη του αδικήματος, με την ελπίδα, είτε να αποστεί πλήρως της ευθύνη της γι' αυτό, είτε να τη μετριάσει. Ό,τι απομένει είναι να εξεταστεί κατά πόσο, με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων άμεσης, πραγματικής και περιστατικής μαρτυρίας σε συνδυασμό ασφαλώς και με διάφορες δηλώσεις της κατηγορούμενης που περιέχονται στην ανακριτική της κατάθεση, τις οποίες είμαι διατεθειμένος να αποδεχθώ έχει αποδειχθεί η διάπραξη από αυτή των αδικημάτων που της καταλογίζονται. Ειδικότερα: Στον ουσιώδη χρόνο, η 1η κατηγορούμενη εντοπίστηκε μέσα στον ανελκυστήρα του καταστήματος Debenhams, έχοντας στην κατοχή της την επίδικη περιουσία που είχε κλέψει λίγο νωρίτερα, από το γυναικείο τμήμα του καταστήματος. Έχει αποδειχθεί (το παραδέχεται και η κατηγορούμενη στην ανακριτική της κατάθεση - τεκμήριο 8 -) ότι εκείνη την περίοδο, οι δυο κατηγορούμενες ήταν μεταξύ τους φίλες. Καθ' ον χρόνο η 1η κατηγορούμενη βρισκόταν ακόμη μέσα στον ανελκυστήρα του καταστήματος, η κατηγορούμενη βρισκόταν έξω από το κατάστημα. Όταν εντοπίστηκε από το Μ.Κ.3, καθ' ομολογία της (βλ. την ανακριτική της κατάθεση) ανάμενε την 1η κατηγορούμενη, με την οποία, προηγουμένως είχαν μεταβεί στο κατάστημα Debenhams. Σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης, όταν μαζί με την 1η κατηγορούμενη μπήκαν στο κατάστημα πήγαν και είδαν κάτι ρούχα και παπούτσια. Η κατηγορούμενη, καθ' ον χρόνο η 1η κατηγορούμενη βρισκόταν εγκλωβισμένη μέσα στον ανελκυστήρα, έχοντας στην κατοχή της και την κλαπείσα περιουσία - καθ' ομολογία της πάντοτε -σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της, αυτή κλαίγοντας, της είπε ότι κλειδώθηκε μέσα στον ανελκυστήρα. Όταν μισή περίπου ώρα αργότερα, η πρώτη, τηλεφώνησε ξανά στη δεύτερη, αυτή, της ανάφερε ότι δεν την άφηναν να φύγει, επειδή είχαν βρει κάτω στον ανελκυστήρα τα (προφανώς κλεμμένα) παπούτσια. Τέλος, η κατηγορούμενη, όταν η 1η κατηγορούμενη, της ανάφερε κλαίγοντας ότι κλειδώθηκε μέσα στον ανελκυστήρα, αντί να επιστρέψει στο κατάστημα και να προβεί σε κάποιες ενέργειες για σκοπούς απεγκλωβισμού της - μιας και ήταν φίλες και είχαν πάει μαζί στο κατάστημα - και ακολούθως, όταν την πληροφόρησε πως δεν την άφηναν να φύγει, επειδή κάτω στον ανελκυστήρα είχαν βρει τα (κλεμμένα) παπούτσια, καθ' ομολογία της πάντοτε, της είπε ότι θα φύγει από το μέρος. Δέχομαι όλες τις παραπάνω δηλώσεις/αναφορές της κατηγορούμενης - από την ανακριτική της κατάθεση -, επειδή αυτές είναι ενάντια στα συμφέροντά της και παρότι, όταν αυτή κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, εντούτοις, η ανακριτική της κατάθεση κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο κατά τη δίκη, η ίδια, ουδέποτε απέστη καθοιονδήποτε τρόπο του περιεχομένου της κατάθεσής της, ενώ, στο σύνολό τους σχεδόν οι πιο πάνω δηλώσεις της, επιβεβαιώνονται και από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Όλα τα παραπάνω στοιχεία και ιδιαίτερα, η εν πολλοίς, αφύσικη και μη λογικά αναμενόμενη συμπεριφορά που είχε εκδηλώσει στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, αφότου ενημερώθηκε από την 1η κατηγορούμενη ότι είχε εγκλωβιστεί στον ανελκυστήρα και μετέπειτα, καθιστούν το ενδεχόμενο να είχε υπόψη της για ποιο λόγο η 1η κατηγορούμενη είχε παραμείνει στο κατάστημα, τη στιγμή που η ίδια είχε βγει έξω από αυτό και την ανάμενε, ως το πλέον πιθανό. Παρόλα αυτά, επειδή η δίκη είναι ποινική και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) δεν επιτρέπονται αποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή, η οποία θα πρέπει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, είτε την ύπαρξη συμπληρωμένης συμφωνίας μεταξύ των δυο κατηγορούμενων να διαπράξουν το αδίκημα της κλοπής της επίδικης περιουσίας είτε ακόμη, ότι η κατηγορούμενη συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο στη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής της εν λόγω περιουσίας, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, ενώ έχει αποδειχθεί ότι πρόκειται για την 1η κατηγορούμενη το πρόσωπο που διενήργησε την πράξη, η οποία συνιστά το αδίκημα της κλοπής της επίδικης περιουσίας (άρθρο 20(α)), δεν έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη διάπραξε ή παρέλειψε να κάνει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος από την 1η κατηγορούμενη, είτε ακόμη, ότι της παρείχε οποιαδήποτε βοήθεια για τη διάπραξή του, είτε τέλος, ότι την παρακίνησε ή συμβούλευσε ή προήγαγε να το διαπράξει (άρθρο 20(β)(γ)(δ)). Μολονότι δεν αποκλείεται να συνέβηκε οτιδήποτε από τα παραπάνω, η θέση της κατηγορούμενης ότι δεν έχει καμιά σχέση με τις επίδικες κατηγορίες, δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η 2η κατηγορούμενη αθωώνονται και στις δυο κατηγορίες. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal /Final Αναφορά: συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.