← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Χατζηπαναγιώτου, Aρ. Υπόθεσης: 8818/15, 28/9/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Χατζηπαναγιώτου, Aρ. Υπόθεσης: 8818/15, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B64 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 8818/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Γεώργιος Χατζηπαναγιώτου Ημερομηνία: 28.9.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικήτα Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 7.10.15 στην Χλώρακα της επαρχίας Πάφου παρέλειψε να υπακούσει στο διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 39/15 ημερομηνίας 22.9.15 σύμφωνα με το οποίο απαγορεύονταν στον Κατηγορούμενο να εισέρχεται και/ή με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιεί την συζυγική κατοικία/οικογενειακή στέγη που βρίσκεται στην οδό Καλιάδες αρ. 17 περιοχή Μέλανος, αποκλειστική χρήση του οποίου έχει η Ελένη Κυριάκου Οικονόμου από την Χλώρακα (πρώτη κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και δεύτερη κατηγορία στην οποία αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στην πρώτη κατηγορία οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή πέντε συνολικά μάρτυρες, ήτοι η Χρύσω Κάιζερ (ΜΚ 1), ο Ε/Αστ 5063, Γεώργιος Γεωργίου (ΜΚ 2), ο Α/Αστ 3142, Πανίκος Ζωττής, (ΜΚ 3), ο Σάββας Παπαλουκάς (ΜΚ 4) και η Ελένη Οικονόμου (ΜΚ 5). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η Υπεράσπιση κάλεσε, επίσης, τρεις μάρτυρες Υπεράσπισης, ήτοι την Ιωάννα Παυλίδου (ΜΥ 2), την Μαρία Παλέξα (ΜΥ 3) και τον Σπύρο Φρουξίδη (ΜΥ 4). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτη μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε η Χρύσω Κάιζερ, η οποία στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή της και τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια ως ακολούθως:
  1. πιστό αντίγραφο του προσωρινού διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 22.9.15 - Δικαιοδοσία Χρήσης Οικογενειακής Στέγης - στην Αίτηση με αριθμό 39/15 - Τεκμήριο 1 - από τώρα και στο εξής «το επίδικο διάταγμα»
  2. Ένορκη Δήλωση Επίδοσης του Σάββα Παπαλουκά, ιδιώτη επιδότη, ημερομηνίας 2.10.15 - Τεκμήριο
  3. Σε αυτήν επισυνάπτονται πιστό αντίγραφο του επίδικου διατάγματος - Τεκμήριο 1 - καθώς και πιστό αντίγραφο της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 18.9.15 στην βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα μαζί με ένορκο δήλωση που την συνοδεύει καθώς και συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 τα πιο πάνω έγγραφα, ήτοι το επίδικο διάταγμα και η αίτηση μαζί με τις ένορκες δηλώσεις που την υποστηρίζουν, επιδόθηκαν στον Κατηγορούμενο την 1.10.15 αφήνοντας τα στην παρουσία του και έναντι της υπογραφής του. Από τα πιο πάνω έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα. Στην βάση μονομερούς αιτήσεως η οποία υποβλήθηκε στις 18.9.15 στα πλαίσια της Αίτησης με αριθμό 39/15 από τον δικηγόρο Κ. Σιαηλή εκ μέρους της Ελένης Κυριάκου Οικονόμου/Αιτήτριας εκδόθηκε στις 22.9.15 από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου - Δικαιοδοσία Χρήσης Οικογενειακής Στέγης - το επίδικο διάταγμα με το οποίο (α) παραχωρείται στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση της συζυγικής κατοικίας/οικογενειακής στέγης η οποία βρίσκεται στην οδό Καλιάδες αρ. 17 στον Μέλανο της επαρχίας Πάφου, (β) ο Κατηγορούμενος ως καθ' ου η αίτηση διατάσσεται να εγκαταλείψει την συζυγική κατοικία/οικογενειακή στέγη και (γ) απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο/καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται και/ή με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιεί την συζυγική κατοικία/οικογενειακή στέγη μέχρι τις 2.10.15 ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος εδύνατο να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δείξει λόγο γιατί το διάταγμα δεν έπρεπε να εξακολουθήσει να ισχύει
  4. πιστό αντίγραφο του τελικού διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 13.10.15 - Δικαιοδοσία Χρήσης Οικογενειακής Στέγης - στην Αίτηση με αριθμό 39/15 - Τεκμήριο
  5. Προκύπτει από το Τεκμήριο 3 ότι στις 13.10.15 και στην απουσία του Κατηγορούμενου/καθ' ου η αίτηση τα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 22.9.15 και, κατ' επέκταση, το επίδικο διάταγμα κατέστη απόλυτο. Εκδόθηκαν, έτσι, τα ακόλουθα διατάγματα: (α) διάταγμα με το οποίο παραχωρείται στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση της κατοικίας η οποία βρίσκεται στην οδό Καλιάδες αρ. 17 στον Μέλανο της επαρχίας Πάφου και η οποία χρησιμοποιείται ως οικογενειακή στέγη της Αιτήτριας και του Κατηγορούμενου/καθ' ου η αίτηση, διάταγμα με το οποίο ο Κατηγορούμενος/καθ' ου η αίτηση διατάσσεται να εγκαταλείψει αμέσως την πιο πάνω κατοικία και διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο/καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται και/ή χρησιμοποιεί την οικογενειακή στέγη που βρίσκεται στην οδό Καλιάδες αρ. 17 στον Μέλανο της επαρχίας Πάφου. Από τώρα και στο εξής η επίδικη οικία που αναφέρεται στα Τεκμήρια 1 και 3 θα αναφέρεται ως «η οικία». Στα πλαίσια της αντεξέτασής της η μάρτυρας ανέφερε ότι το τελικό διάταγμα ημερομηνίας 13.10.15 επιδόθηκε προσωπικά στον Κατηγορούμενο/καθ' ου η αίτηση στις 14.10.
  6. Στα πλαίσια της επανεξέτασης της μάρτυρος κατατέθηκε χωρίς ένσταση από την Υπεράσπιση πιστό αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης του Χάρη Αντωνίου, ιδιώτη επιδότη, ημερομηνίας 19.10.15 στο οποίο επισυνάπτεται πιστό αντίγραφο του τελικού διατάγματος ημερομηνίας 13.10.
  7. Τα δύο πιο πάνω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  8. Το Τεκμήριο 4 επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της μάρτυρος ότι το τελικό διάταγμα ημερομηνίας 13.10.15 επιδόθηκε προσωπικά στον Κατηγορούμενο/καθ' ου η αίτηση στις 14.10.
  9. Η μαρτυρία της μάρτυρος ήταν τυπική και περιορίσθηκε στην κατάθεση εγγράφων τα οποία έχει στην κατοχή της υπό την ιδιότητά της ως Πρωτοκολλητής. Δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και η αντεξέταση ήταν διευκρινιστικής φύσης. Υπό το φως των πιο πάνω δέχομαι την μαρτυρία της μάρτυρος στην ολότητά της και δη τα ακόλουθα: (α) ότι το Τεκμήριο 1 εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου - Δικαιοδοσία Χρήσης Οικογενειακής Στέγης - στα πλαίσια της Αίτησης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 39/15 κατά την ημερομηνία που αυτό φέρει ως ημερομηνία έκδοσής του, ήτοι την 22.9.15, (β) ότι κατατέθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου από τον ιδιώτη επιδότη Σάββα Παπαλουκά η ένορκη δήλωση - Τεκμήριο 2 - κατά την ημερομηνία που αυτή φέρει ως ημερομηνία καταχώρησής της, και (γ) ότι το επίδικο διάταγμα επιδόθηκε προσωπικά στον Κατηγορούμενο την 1.10.15 μαζί με την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 18.9.15 και τις ένορκες δηλώσεις που την υποστηρίζουν με ημερομηνίες 18.9.15 και 22.9.
  10. Σημειώνεται ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ιδιώτη επιδότη Σάββα Παπαλουκά, ΜΚ 4 - Τεκμήριο 2 - επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο ενόρκως και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Δεύτερος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Ε/Αστ 5063 Γεώργιος Γεωργίου ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Πάφου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού πρώτα υιοθέτησε το περιεχόμενό της την γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 7.10.15 - Τεκμήριο 5 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Έδωσε, επίσης, προφορική μαρτυρία και εν τέλει αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Στην γραπτή του κατάθεση ο μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 7.10.15 και περί ώρα 19:15 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην Πάφο μαζί με την Αστ 5796, Κ. Χ΄΄Χριστοφή, έλαβε μήνυμα ότι στην οδό Καλιάδων 17 στην Χλώρακα της επαρχίας Πάφου βρισκόταν ο Κατηγορούμενος και ενοχλούσε την εν διαστάσει σύζυγό του Έλενα Οικονόμου. Φθάνοντας στο μέρος οι δύο αστυνομικοί εντόπισαν την Έλενα Οικονόμου και εντός της αυλής της οικίας τον Κατηγορούμενο. Η Οικονόμου πληροφόρησε τον μάρτυρα και την άλλη αστυφύλακα ότι εναντίον του Κατηγορούμενου υπήρχε σε ισχύ διάταγμα που απαγόρευε στον Κατηγορούμενο την είσοδο και χρήση της οικίας. Αμέσως ο μάρτυρας πλησίασε τον Κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε ότι εναντίον του υπήρχε σε ισχύ διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου και ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το μέρος. Τότε ο Κατηγορούμενος ανέφερε: «Κάτι μου έδωκαν και υπόγραψα αλλά ήμουν χαπωμένος». Την ίδια ώρα ο μάρτυρας επικοινώνησε με τον Α/Αστ 3142, Π. Ζωττή, του Γραφείου Μικροπαραβάσεων Πάφου ζητώντας να πληροφορηθεί κατά πόσο το διάταγμα ήταν σε ισχύ. Ο Α/Αστ 3142 τον πληροφόρησε ότι είχε προσέλθει στον Σταθμό ο δικηγόρος κύριος Κώστας Σιαηλής και παρουσίασε το επίδικο διάταγμα και ότι σύμφωνα με τον πιο πάνω δικηγόρο το εν λόγω διάταγμα είχε επιδοθεί την 1.10.15 και κατέστη τελικό από το Δικαστήριο στις 2.10.15 και, επομένως, βρισκόταν σε ισχύ. Ακολούθως και περί ώρα 19:45 στην οδό Καλιάδων 17 ο μάρτυρας εξήγησε στον Κατηγορούμενο ότι με την παραμονή του στην αυλή της οικίας διέπραττε το αδίκημα της ανυπακοής σε δικαστικό διάταγμα και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Τότε ο Κατηγορούμενος απάντησε: «ήμουν ντίρλα στα φάρμακα και δεν ήξερα τι έκανα όταν μου έδωκαν το διάταγμα». Την ίδια ώρα ο μάρτυρας συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για το πιο πάνω αδίκημα και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε: «Εντάξει φίλε μου». Ακολούθως και όταν ο μάρτυρας τον ενημέρωσε προφορικά για τα δικαιώματα επικοινωνίας ο Κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει με τον δικηγόρο του. Στην συνέχεια και με την συνδρομή της Αστ 5796 ο μάρτυρας μετέφερε τον Κατηγορούμενο στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό όπου και τέθηκε υπό κράτηση. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Όταν ο μάρτυρας έφθασε στην οικία μαζί με την Αστ 5796 βρήκαν την Έλενα Οικονόμου και τον Κατηγορούμενο εντός της αυλής της οικίας. Ο Κατηγορούμενος πρέπει, όμως, πριν φθάσουν στο μέρος ο μάρτυρας και η Αστ 5796, να είχε εισέλθει και εντός του κτηρίου της οικίας αφού εντός του κτηρίου εντοπίσθηκε η βαλίτσα του. Ο Κατηγορούμενος ήθελε να παραμείνει στην οικία και παρουσίαζε ότι ήταν με την ιδέα ότι μπορούσε να διαμένει σε αυτήν. Ανέφερε στον μάρτυρα ότι παίρνει ουσίες και ισχυρά χάπια, ότι είχε έρθει από την Λεμεσό όπου πήγε για θεραπεία και ότι πριν φθάσει στην οικία είχε πάρει φάρμακα για να είναι ήρεμος. Όταν ο μάρτυρας τον ενημέρωσε ότι εναντίον του εκκρεμούσε δικαστικό διάταγμα ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον μάρτυρα ότι δεν θυμόταν αν είχε υπογράψει οτιδήποτε ή αν τον είχαν ενημερώσει για οτιδήποτε καθότι βρισκόταν υπό την επήρεια ουσιών και χαπιών και δεν καταλάβαινε. Ο Κατηγορούμενος δεν δημιούργησε οποιαδήποτε πρόβλημα και δεν ήρθε σε σύγκρουση με τον μάρτυρα ή την Αστ
  11. Όταν δε του εξήγησαν ότι παρανομούσε το αντιλήφθηκε και έγινε πιο ήρεμος. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, το ύφος και γενικά τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ο μάρτυρας ήταν θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του και απαντούσε αυθόρμητα χωρίς να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά την μαρτυρία του και η αντεξέταση ήταν κυρίως διευκρινιστικού χαρακτήρα. Δεν μου διαφεύγει ότι σε κάποια σημεία η μαρτυρία του μάρτυρα δεν συνάδει με την μαρτυρία του ΜΚ
  12. Αναφέρω ενδεικτικά τα ακόλουθα τα οποία ο μάρτυρας υποστήριξε αντεξεταζόμενος. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία ενημερώθηκε από τον ΜΚ 3 για το επίδικο συμβάν καθώς και για το ότι υπήρχε διάταγμα σε ισχύ που απαγόρευε στον Κατηγορούμενο να εισέλθει εντός της οικίας. Ο ΜΚ 3 ανέφερε, επίσης, στον μάρτυρα ότι ανέμενε εντός της ημέρας να του παρουσιάσουν το επίδικο διάταγμα στον Σταθμό. Ο ΜΚ 3 ενημερώθηκε για το επίδικο διάταγμα από την οικογένεια της Έλενας Οικονόμου και από τον δικηγόρο της Έλενας Οικονόμου, τον κύριο Κώστα Σιαηλή. Την ίδια ημέρα ο μάρτυρας είχε και δεύτερη τηλεφωνική συνομιλία με τον ΜΚ 3, αυτή την φορά, από την οικία της Έλενας Οικονόμου. Αυτή έγινε από τον μάρτυρα για να εξακριβωθεί αν το επίδικο διάταγμα είχε εν τέλει προσκομισθεί στον ΜΚ
  13. Κατά την δεύτερη αυτή τηλεφωνική συνομιλία ο ΜΚ 3 ανέφερε στον μάρτυρα ότι ο κύριος Σιαηλής είχε παρουσιασθεί στον Σταθμό και ότι ακόμα βρισκόταν στον Σταθμό όταν ο ΜΚ 3 μιλούσε μαζί του από το τηλέφωνο. Ότι ο κύριος Σιαηλής παρέδωσε στον ΜΚ 3 το επίδικο διάταγμα στον Σταθμό και ότι το επίδικο διάταγμα επιδόθηκε την 1.10.15 και ότι κατέστη τελικό στις 2.10.
  14. Ο κύριος Σιαηλής μάλλον ειδοποιήθηκε για το επίδικο συμβάν από την οικογένεια της Έλενας Οικονόμου. Του ζητήθηκε, επίσης, από την οικογένεια της Έλενας Οικονόμου να παρουσιάσει το επίδικο διάταγμα στην Αστυνομία. Στην διά ζώσης μαρτυρία του ο ΜΚ 3 πρόβαλε άλλους ισχυρισμούς. Υποστήριξε ότι δεν ήταν αυτός το πρόσωπο που έδωσε οδηγίες στον μάρτυρα και την Αστ 5796 να μεταβούν στην οικία, αλλά μάλλον ο Αξιωματικός Υπηρεσίας. Ο μάρτυρας τηλεφώνησε στον ΜΚ 3 για να εξακριβώσει αν υπήρχε εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα σε ισχύ. Ο ΜΚ 3 ενημέρωσε τον μάρτυρα ότι υπήρχε διάταγμα σε ισχύ ημερομηνίας 22.9.15 και ότι αυτό επιδόθηκε προσωπικά στον Κατηγορούμενο την 1.10.15 σύμφωνα με τον κύριο Σιαηλή με τον οποίο ο ΜΚ 3 είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς. Το επίδικο διάταγμα δεν είχε παρουσιασθεί στον ΜΚ 3 από τον κύριο Σιαηλή την ημέρα εκείνη, αλλά βρισκόταν αναρτημένο στον Πίνακα Ανακοινώσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου και το είχε προσκομίσει στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου ο εν λόγω δικηγόρος σε άγνωστο για τον ΜΚ 3 χρόνο. Ο ΜΚ 3 πριν ρωτηθεί από τον μάρτυρα δεν γνώριζε για την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος. Έλαβε γνώση για πρώτη φορά για την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος όταν αφού πληροφορήθηκε για το επίδικο συμβάν από τον μάρτυρα ερεύνησε και το είδε αναρτημένο στον Πίνακα Ανακοινώσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου. Στον βαθμό που οι διά ζώσης ισχυρισμοί του μάρτυρα καθώς και αυτοί που αναφέρονται στην γραπτή του κατάθεση δεν συνάδουν με την μαρτυρία του ΜΚ 3 αυτοί δεν είναι αποδεκτοί. Αποδεκτοί είναι οι ισχυρισμοί του ΜΚ 3 ο οποίος είχε προσωπική γνώση για τα όσα ο ίδιος υπέδειξε στην μαρτυρία του, ότι, δηλαδή, πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος για πρώτη φορά όταν έλαβε το τηλεφώνημα από τον μάρτυρα, ότι έλαβε γνώση για το περιεχόμενο του επίδικου διατάγματος από τον Πίνακα Ανακοινώσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου στον οποίο το επίδικο διάταγμα ήταν αναρτημένο, ότι στις 7.10.15 ο κύριος Σιαηλής δεν παρουσιάσθηκε σε αυτόν προσκομίζοντας του το διάταγμα στον Σταθμό και ότι για την επίδοση του διατάγματος πληροφορήθηκε από τον κύριο Σιαηλή την ίδια ημέρα τηλεφωνικώς. Ο μάρτυρας, προδήλως παρανόησε τι ακριβώς είχε αναφερθεί σε αυτόν από τον ΜΚ 3 και δεν θυμόταν καλά ότι το πρόσωπο από το οποίο έλαβε οδηγίες για να μεταβεί στην οικία δεν ήταν ο ΜΚ 3 αλλά κάποιος άλλος. Δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι υποστήριξε τα όσα υποστήριξε και που δεν συνάδουν με την μαρτυρία του ΜΚ 3 ωθούμενος από αλλότρια κίνητρα. Άλλωστε, δεν βλέπω ποιο αλλότριο κίνητρο θα εξυπηρετούσε η προβολή των πιο πάνω ισχυρισμών του. Οι ανακρίβειες που παρατηρούνται στην μαρτυρία του κρίνω πως είναι αποτέλεσμα γνήσιας σύγχυσης ή παρανόησης του μάρτυρα των λεχθέντων του ΜΚ 3 και ως τέτοιες δεν είναι ικανές να κλονίσουν την εν γένει αξιοπιστία του. Ανακριβής, επίσης, θα πρέπει να εκληφθεί και ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι ο ΜΚ 3 του ανέφερε ότι το διάταγμα κατέστη τελικό στις 2.10.
  15. Αφού, αφενός, όπως από το Τεκμήριο 13 προκύπτει, αυτό κατέστη τελικό στις 13.10.15, αφετέρου, και, κατ' επέκταση, ούτε ο ΜΚ 3 αλλά ούτε και ο δικηγόρος κύριος Κώστας Σιαηλής θα ήταν σε θέση στις 7.10.15 να γνωρίζουν ότι το επίδικο διάταγμα είχε καταστεί τελικό αφού μέχρι τις 7.10.15 αυτό δεν είχε ακόμα καταστεί τελικό. Η Υπεράσπιση υπέβαλε στον μάρτυρα την θέση ότι η σύλληψη του Κατηγορούμενου ήταν παράνομη για τον λόγο ότι ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση του περιεχομένου του επίδικου διατάγματος αφού δεν το είχε δει και πληροφόρηση για το περιεχόμενό του άντλησε τηλεφωνικώς από τον ΜΚ
  16. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και υπέδειξε ότι υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων είχε κάθε δικαίωμα να συλλάβει τον Κατηγορούμενο. Διαφωνώ με την υπό της Υπεράσπισης υποβληθείσα θέση. Το κριτήριο για το νόμιμο της σύλληψης ήταν αυτή καθ' εαυτή η ύπαρξη του επίδικου διατάγματος η οποία σε συνδυασμό με την ενέργεια του Κατηγορούμενου να εισέλθει εντός της οικίας, τόσο εντός της αυλής όσο και εντός του κτηρίου, σύμφωνα με την ΜΚ 5, και, έτσι, να παραβιάσει τις πρόνοιες του επίδικου διατάγματος έδιναν το δικαίωμα στον μάρτυρα να συλλάβει τον Κατηγορούμενο. Το ότι ο μάρτυρας κατά τον χρόνο της σύλληψης δεν είχε το επίδικο διάταγμα στην κατοχή του, αυτό, δεν αναιρεί το νόμιμο της σύλληψης. Σημειώνεται, επίσης, ότι σύμφωνα με τον ΜΚ 3 ο τελευταίος ανάγνωσε στον μάρτυρα το περιεχόμενο του επίδικου διατάγματος μέσω του τηλεφώνου ως ακριβώς αυτό είχε. Οπότε ο μάρτυρας είχε ακριβή εικόνα του περιεχομένου του και, επομένως, ήταν σε θέση να κρίνει ο ίδιος αν χωρούσε σύλληψη. Και χωρούσε σύλληψη αφ' ης στιγμής ο Κατηγορούμενος με το να εισέλθει εντός της οικίας είχε παραβιάσει το επίδικο διάταγμα. Σημειώνεται ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι ο Κατηγορούμενος στις 7.10.15 παραβίασε το επίδικο διάταγμα και, επομένως, ότι στην βάση των προνοιών του χωρούσε σύλληψη. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία του μάρτυρα, τόσο την διά ζώσης όσο και την γραπτή του κατάθεση, που δεν αποδέχομαι η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Τρίτος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Α/Αστ 3142, Πανίκος Ζωττής ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είναι αποσπασμένος στο Γραφείο Μικροπαραβάσεων Πάφου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού πρώτα υιοθέτησε το περιεχόμενό της την γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 8.10.15 - Τεκμήριο 6 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, την γραπτή ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο στις 8.10.15 μεταξύ των ωρών 00:15 και 00:25 - Τεκμήριο
  17. Μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 7 - ο μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 7.10.15 και περί ώρα 19:25 ενώ βρισκόταν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου ρωτήθηκε μέσω τηλεφώνου από τον Αστ 5063, Γ. Γεωργίου της Τροχαίας Πάφου, ΜΚ 2, κατά πόσο βρισκόταν σε ισχύ διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου με διάδικους την Έλενα Οικονόμου και τον Κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας ενημέρωσε τον Γεωργίου ότι προηγουμένως προσκομίσθηκε στον Σταθμό το διάταγμα στην Αίτηση με αριθμό 39/15 το οποίο έφερε ο δικηγόρος Κ. Σιαηλής. Και ότι ο εν λόγω δικηγόρος ανέφερε ότι το διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ και ότι επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο την 1.10.
  18. Ενημέρωσε, επίσης, τον Γεωργίου ότι σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός της οικίας υπήρχε στην βάση του διατάγματος εξουσία να προβεί στην σύλληψη του Κατηγορούμενου εάν και εφόσον οι συνθήκες το επέβαλλαν. Την ίδια ημέρα και η ώρα 20:00 επέδωσε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα κρατουμένων στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό και αφού ο Κατηγορούμενος τα ανέγνωσε και στην συνέχεια τα υπέγραψε ο μάρτυρας παραχώρησε στον Κατηγορούμενο σχετικό αντίγραφο όλων των σελίδων. Στις 8.10.15 και μεταξύ των ωρών 00:15 και 00:25 ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στο Γραφείο Μικροπαραβάσεων Πάφου με την μορφή ερωτοαπαντήσεων αφού προηγουμένως τον είχε πληροφορήσει για την υπόθεση που διερευνούσε και του είχε επιστήσει την προσοχή του στον Νόμο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Το επίδικο διάταγμα ήρθε εις γνώση του μάρτυρα όταν ρωτήθηκε σχετικά με αυτό από τον Αστ 5063, ΜΚ
  19. Ήταν αναρτημένο στον Πίνακα Ανακοινώσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου και το είχε προσκομίσει στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου ο δικηγόρος κύριος Κώστας Σιαηλής. Τέτοιας φύσης διατάγματα όπως το επίδικο προσκομίζονται στον Σταθμό από τα πρόσωπα ή εκ μέρους των προσώπων προς όφελος των οποίων εκδίδονται ώστε σε περίπτωση παραβίασής τους η Αστυνομία να έχει γνώση και να προβαίνει σε σχετικές καταχωρήσεις. Για την επίδοση του επίδικου διατάγματος είχε ενημερωθεί τηλεφωνικώς από τον κύριο Κώστα Σιαηλή στα πλαίσια τηλεφωνήματος που έκανε ο ίδιος ο μάρτυρας στον εν λόγω δικηγόρο για να εξακριβώσει το θέμα της επίδοσης. Ο κύριος Σιαηλής τον ενημέρωσε ότι το επίδικο διάταγμα είχε επιδοθεί στον Κατηγορούμενο την 1.10.
  20. Δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τον κύριο Σιαηλή οπότε και ενημέρωσε δεόντως τον Αστ 5063 όταν ο τελευταίος του τηλεφώνησε για να πληροφορηθεί σχετικά. Ότι, δηλαδή, υπήρχε διάταγμα σε ισχύ και ότι αυτό είχε επιδοθεί στον Κατηγορούμενο. Μάλιστα, μετέφερε ακριβώς στον Αστ 5063 το περιεχόμενο του διατάγματος διαβάζοντάς του το από το τηλέφωνο. Του είπε, επίσης, ότι δυνάμει του διατάγματος είχε εξουσία να συλλάβει τον Κατηγορούμενο αν αυτός είχε εισέλθει εντός της κατοικίας της Οικονόμου. Ο Κατηγορούμενος όταν προσήχθη στον Σταθμό δεν ήταν βίαιος. Επίσης, δεν προέβαλε αντίσταση όταν δόθηκαν οδηγίες από τον μάρτυρα να μεταφερθεί στα κρατητήρια και ήταν απόλυτα συνεργάσιμος κατά την λήψη της κατάθεσής του. Ο μάρτυρας ήταν θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του. Στην ουσία η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ό,τι αμφισβήτησε ήταν σε κάποια σημεία την ορθότητα των ενεργειών του. Για παράδειγμα, υπέβαλε στον μάρτυρα ότι όφειλε να λάβει κατάθεση και από την Αστ 5796, Κ. Χ΄΄Χριστοφή, μιας και εκείνη ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου συμβάντος. Και όχι μόνο από τον Αστ 5063, Γ. Γεωργίου, ΜΚ
  21. Ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι κάθε μαρτυρία και κυρίως αυτή των αυτόπτων μαρτύρων είναι σχετική για σκοπούς διακρίβωσης της αλήθειας. Εις απάντηση ο μάρτυρας υπέδειξε ότι η κατάθεση του ΜΚ 2 και της Έλενας Οικονόμου, ΜΚ 5, ήταν ικανοποιητική μαρτυρία για να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Έκρινε, έτσι, ότι η λήψη κατάθεσης από την Αστ 5796, Κ. Χ΄΄Χριστοφή, δεν ήταν απαραίτητη. Υποβόσκει δε στην πιο πάνω θέση του μάρτυρα ότι η μαρτυρία της Χ΄΄Χριστοφή δεν θα πρόσθετε οτιδήποτε σε αυτά που είχαν ήδη αναφερθεί από τον ΜΚ 2 και την ΜΚ 5 στα πλαίσια των δικών τους καταθέσεων. Από την μαρτυρία του ΜΚ 2 διεφάνη ότι η Αστ 5796, Κ. Χ΄΄Χριστοφή, δεν προέβη σε διαφορετικές ενέργειες από ό,τι ο ΜΚ
  22. Ό,τι δε και οι δύο πιο πάνω αστυνομικοί είχαν καθήκον να πράξουν ήταν να διακριβώσουν την φυσική παρουσία του Κατηγορούμενου εντός της οικίας και αν, κατ' επέκταση, ο τελευταίος είχε παραβιάσει τις πρόνοιες δικαστικού διατάγματος. Κρίνω δε ως ουσιώδους σημασίας στην υπόθεση ότι η φυσική παρουσία του Κατηγορούμενου εντός της οικίας και η παραβίαση του επίδικου διατάγματος από τον Κατηγορούμενο, που ήταν ό,τι οι δύο πιο πάνω αστυνομικοί ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον να ερευνήσουν, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η μη λήψη γραπτής κατάθεσης από την Αστ 5796, Κ. Χ΄΄Χριστοφή, δεν προκάλεσε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην Υπεράσπιση. Εισήγηση, πάντως, περί του αντιθέτου δεν προβλήθηκε από την Υπεράσπιση. Η Υπεράσπιση υπέβαλε, επίσης, στον μάρτυρα ότι τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του δεν ήταν ικανοποιητικά ώστε να αναφέρει στον Αστ 5063, ΜΚ 2, αυτά που είχε αναφέρει στον τελευταίο και που εν τέλει οδήγησαν στην σύλληψη του Κατηγορούμενου. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι ο μάρτυρας όφειλε να προβεί ο ίδιος σε έλεγχο για να εξακριβώσει αν όντως το επίδικο διάταγμα είχε επιδοθεί στον Κατηγορούμενο και όχι να στηριχθεί στις διαβεβαιώσεις του κατονομαζόμενου δικηγόρου. Σημειώνεται ότι η επίδοση του επίδικου διατάγματος δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Καταδείχθηκε δε με την μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη Σάββα Παπαλουκά, ΜΚ
  23. Επομένως, και αν ακόμα κρίνονταν ότι ο μάρτυρας λανθασμένα στηρίχθηκε στις διαβεβαιώσεις του κύριου Σιαηλή δεν θεωρώ ότι υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στην σύλληψη του Κατηγορούμενου - και εκεί ήταν που στόχευε η Υπεράσπιση όπως από την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Υπεράσπισης προκύπτει - αφού εν τέλει το επίδικο διάταγμα είχε όντως επιδοθεί και, μάλιστα, προσωπικά στον Κατηγορούμενο σύμφωνα με τον ΜΚ
  24. Η μαρτυρία του μάρτυρα είναι αποδεκτή στην ολότητά της. Τέταρτος μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε ο Σάββας Παπαλουκάς, ιδιώτης επιδότης. Ο μάρτυρας αναγνώρισε την ένορκό του δήλωση ημερομηνίας 2.10.15, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 2, καθώς και την υπογραφή του η οποία εμφαίνεται σε αυτήν. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι στις 2.10.15 ορκίσθηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου την δήλωση - Τεκμήριο 2 - σύμφωνα με την οποία την 1.10.15 επέδωσε στον Κατηγορούμενο, τον οποίο και αναγνώρισε στο εδώλιο του κατηγορούμενου, το επίδικο διάταγμα καθώς και την αίτηση ημερομηνίας 18.9.
  25. Διά ζώσης επιβεβαίωσε, επίσης, το αληθές της ένορκής του δήλωσης ημερομηνίας 2.10.
  26. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η επίδοση έλαβε χώρα στο προαύλιο του νέου Αστυνομικού Σταθμού Πάφου. Στον εν λόγω Σταθμό ο μάρτυρας ζήτησε τον Κατηγορούμενο και ένας αστυνομικός του τον υπέδειξε. Ακολούθως, ο μάρτυρας προσέγγισε τον Κατηγορούμενο μαζί με τον οποίο βρίσκονταν δύο αστυνομικοί και ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν έφερε το όνομα που στο επίδικο διάταγμα εμφανίζεται ως ο καθ' ου η αίτηση. Ο Κατηγορούμενος του απάντησε καταφατικά. Τότε, ο μάρτυρας πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι είχε κάποια έγγραφα να του επιδώσει. Ο Κατηγορούμενος παρέλαβε από τον μάρτυρα τα έγγραφα του Τεκμηρίου 2 και ακολούθως και κατόπιν υπόδειξης του μάρτυρα υπέγραψε ότι τα παρέλαβε. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Οδηγίες για να επιδώσει στον Κατηγορούμενο έλαβε από τον δικηγόρο κύριο Κώστα Σιαηλή ο οποίος τον ενημέρωσε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό. Ο μάρτυρας παρέλαβε τα προς επίδοση έγγραφα από τον κύριο Σιαηλή και τα επέδωσε στον Κατηγορούμενο χωρίς καθυστέρηση καθότι η επίδοση ήταν επείγουσα όπως του είχε αναφέρει ο προαναφερόμενος δικηγόρος. Κατά τον χρόνο της επίδοσης ο Κατηγορούμενος ήταν «μια χαρά». Στεκόταν φυσιολογικά και υπέγραψε την παραλαβή των εγγράφων κανονικά. Το σώμα του δεν έκανε οποιεσδήποτε στερεότυπες ή επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Ούτε έτρεμε το χέρι του όταν υπέγραφε. Επίσης, δεν έφερε χειροπέδες. Ο Κατηγορούμενος υπέγραψε για την παραλαβή των προς επίδοση εγγράφων θέτοντας την υπογραφή του επί του διατάγματος ημερομηνίας 22.9.
  27. Η υπογραφή του είναι αυτή που φαίνεται κάτω από την ημερομηνία «1/10/15» που, επίσης, φαίνεται αναγραμμένη επί του Τεκμηρίου
  28. Δεν γνώριζε να πει τι ήταν οι δύο γραμμές που φαίνονται ενωμένες, δίπλα από την υπογραφή του Κατηγορούμενου και στα αριστερά, από ποιον σύρθηκαν και γιατί. Εξ' όσων θυμόταν ο Κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 1 αφού το τοποθέτησε πάνω στην παλάμη του. Ο μάρτυρας έβλεπε τον Κατηγορούμενο την ώρα που υπέγραφε. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία του και η αντεξέταση ήταν κυρίως διευκρινιστικής φύσης. Δέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα στην ολότητά της. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της επίδοσης ήταν «μια χαρά» θεωρώ πως αυτός δηλώνει ότι σύμφωνα με την προσωπική εκτίμηση του μάρτυρα ο Κατηγορούμενος δεν παρουσίαζε οτιδήποτε στην συμπεριφορά του που να δίνει σε κάποιο τρίτο την εντύπωση ότι δεν ήταν σε καλή ψυχοπνευματική κατάσταση. Θεωρώ ειλικρινή την πιο πάνω εντύπωση που αποκόμισε ο μάρτυρας. Με την μαρτυρία του ο μάρτυρας ανέδειξε ενδεικτικά σημεία που δικαιολογούν την εντύπωσή του αυτή. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι όταν ο Κατηγορούμενος ρωτήθηκε αν έφερε το όνομα που φέρει ο Κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά. Επίσης, ο Κατηγορούμενος παρέλαβε τα προς επίδοση έγγραφα και υπέγραψε την παραλαβή τους με τρόπο που όπως από την μαρτυρία του μάρτυρα συνάγεται ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν τι ακριβώς έκανε. Επίσης, στεκόταν καλά στα πόδια του, το χέρι του δεν έτρεμε και το σώμα του δεν έκανε στερεότυπες ή επαναλαμβανόμενες κινήσεις που εύλογα παραπέμπουν σε διαταραχή ακόμα και στον μη ειδικό. Υπενθυμίζεται ότι η υπό συζήτηση θέση του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, όπως ούτε και οι ισχυρισμοί του στους οποίους αυτή στηρίζεται. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης ήταν «σε αφασία» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η μαρτυρία του μάρτυρα είναι αποδεκτή στην ολότητά της. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε η Έλενα Οικονόμου. Η μαρτυρία της μάρτυρος ήταν μακρά, γι' αυτό και θα παραθέσω μόνο τα σημεία εκείνα που κρίνω σκόπιμο. Σημειώνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της καταλαμβάνει η αντεξέταση. Η μάρτυρας είναι η εν διαστάσει σύζυγος του Κατηγορούμενου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε αφού πρώτα υιοθέτησε το περιεχόμενό της την γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 7.10.15 - Τεκμήριο 8 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής της σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στην συνέχεια και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας έδωσε περαιτέρω προφορική μαρτυρία. Εν τέλει αντεξετάσθηκε από την Υπεράσπιση. Στην γραπτή της κατάθεση η μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η μάρτυρας παντρεύτηκε τον Κατηγορούμενο στις 7.7.2001 και μαζί του απέκτησε τρία παιδιά ηλικίας 11 ετών, τα δίδυμα, και 9 ετών το μικρότερο. Με τον Κατηγορούμενο βρίσκεται σε διάσταση τον τελευταίο μήνα. Έχει υποβάλει αίτηση για διαζύγιο τόσο στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο όσο και στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το διάταγμα που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο στις 22.9.15 στα πλαίσια της Αίτησης 39/15 και το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ - το επίδικο διάταγμα - επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο την 1.10.15 στην Αστυνομία ενώ ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό σύλληψη δυνάμει άλλου Δικαστικού διατάγματος. Στις 7.10.15 και περί ώρα 16:30 ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην μάρτυρα από την Ψυχιατρική Κλινική στην Λεμεσό και της είπε ότι θα ερχόταν στο σπίτι είτε υπήρχε διάταγμα σε ισχύ είτε όχι, ότι δεν φοβόταν το διάταγμα ή την Αστυνομία και ότι η μάρτυρας δεν θα γλύτωνε από εκείνον εύκολα. Η μάρτυρας του έκλεισε το τηλέφωνο και επικοινώνησε αμέσως με την ψυχίατρο Χ΄΄Ιωάννου. Η Χ΄΄Ιωάννου είπε στην μάρτυρα ότι ο Κατηγορούμενος έπρεπε να μείνει για νοσηλεία πλην όμως η νοσηλεία ήταν προαιρετική και, έτσι, δεν μπορούσε να τον εμποδίσει να φύγει. Είπε, επίσης, στην μάρτυρα ότι είχε συμβουλεύσει τον Κατηγορούμενο να μην πλησιάσει την μάρτυρα και ότι αν ο Κατηγορούμενος έπραττε αντίθετα θα είχε να υποστεί τις συνέπειες του Νόμου. Την ίδια ημέρα και περί 19:00 ενώ η μάρτυρας βρισκόταν στην οικία μαζί με τον πεθερό της ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της οικίας από την πισινή είσοδο. Ο πεθερός της και πατέρας του Κατηγορούμενου είπε στον Κατηγορούμενο να φύγει καθότι εναντίον του βρισκόταν διάταγμα σε ισχύ. Ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις τους. Παρέμεινε στην οικία και εντός του κτηρίου αυτής και πήρε από την μάρτυρα το κινητό τηλέφωνο που η μάρτυρας κρατούσε στα χέρια της λέγοντας της ότι δεν θα τηλεφωνούσε σε κανένα. Λογομάχησε, επίσης, με τον πατέρα του. Ο Κατηγορούμενος αντιδρούσε έντονα στις υποδείξεις τους να φύγει και αρνείτο να εγκαταλείψει την οικία. Στην συνέχεια έφθασε η Αστυνομία και ένας από τους αστυνομικούς επικοινώνησε με τον Σταθμό και επιβεβαίωσε τα λεχθέντα της μάρτυρος και συγκεκριμένα ότι εναντίον του Κατηγορούμενου υπήρχε διάταγμα σε ισχύ το οποίο απαγόρευε στον Κατηγορούμενο την είσοδο, χρήση και παραμονή στην οικία. Μετά από αυτό η Αστυνομία συνέλαβε τον Κατηγορούμενο και τον μετέφερε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό όπου τελούσε υπό κράτηση. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την είσοδο του Κατηγορούμενου στην οικία αυτή και ο πεθερός της κάθονταν έξω στην βεράντα που βρίσκεται στο πίσω μέρος της οικίας που είναι ο κήπος. Είδαν τον Κατηγορούμενο να εισέρχεται από την πισινή είσοδο της οικίας, η οποία συνήθως είναι ανοικτή, κρατώντας μια τσάντα. Ο Κατηγορούμενος εμφανίσθηκε με άγριες διαθέσεις. Της πήρε το κινητό τηλέφωνο και λογομάχησε με τον πατέρα του. Η μάρτυρας τον φοβόταν και του μιλούσε με ήρεμο τρόπο για να μην αντιδράσει πιο έντονα μέχρι να φθάσει η Αστυνομία. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Μετά το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο η μάρτυρας κατέφυγε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό όπου αργότερα εντός της ίδιας ημέρας έδωσε την γραπτή της κατάθεση για να ζητήσει προστασία από την Αστυνομία τόσο για την ίδια όσο και τα παιδιά της από την επικείμενη κάθοδο του Κατηγορούμενου στην οικία. Ζήτησε, επίσης, όπως η οικία περιπολείται από την Αστυνομία σε τακτά χρονικά διαστήματα όπως αναφέρει και στην γραπτή της κατάθεση - Τεκμήριο
  29. Η Αστυνομία της υπέδειξε να τηλεφωνήσει μόλις ερχόταν ο Κατηγορούμενος στην οικία οπότε και θα έστελλαν περίπολο. Η Αστυνομία ήταν γνώστης για τα προβλήματα που η μάρτυρας αντιμετώπιζε με τον Κατηγορούμενο αφού και στο παρελθόν η μάρτυρας ουκ ολίγες φορές είχε ζητήσει προστασία από την Αστυνομία εξ' αιτίας της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου. Η μάρτυρας έδιωξε τον Κατηγορούμενο από την οικία τον Αύγουστο του 2015 μετά από χρήση κάνναβης που έκανε μπροστά στα παιδιά τους. Την 1.10.15 ο Κατηγορούμενος είχε συλληφθεί δυνάμει Δικαστικού διατάγματος που διέτασσε τον εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας ο Κατηγορούμενος παρέμεινε κάποιες μέρες και ακολούθως η νοσηλεία του συνεχίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού μέχρι τις 7.10.
  30. Όταν της τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος ήταν επιθετικός. Επίσης, το τηλεφώνημα έγινε η ώρα 16:30 και ο Κατηγορούμενος έφθασε στην οικία στην Πάφο η ώρα 19:
  31. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν πιστεύει ότι ο Κατηγορούμενος είχε βρει ναρκωτικά και έκανε χρήση. Όταν έφθασε στην οικία ο Κατηγορούμενος δεν μύριζε αλκοόλ. Ο Κατηγορούμενος δεν παρέμεινε μόνο στην αυλή αλλά εισήλθε και εντός του κτηρίου της οικίας όπου και έβγαλε και τα πράγματά του από την τσάντα του. Η μάρτυρας τον ακολούθησε γιατί είχε την έγνοια των παιδιών της τα οποία όταν αντιλήφθηκαν την άφιξη του Κατηγορούμενου στην οικία κλείσθηκαν μέσα στα δωμάτιά τους. Προσπαθούσε, επίσης, να ηρεμήσει τον Κατηγορούμενο μέχρι να φθάσει στην οικία η Αστυνομία. Μάταια, όμως, αφού ο Κατηγορούμενος γινόταν όλο και πιο έξαλλος, ιδιαίτερα, με τον πατέρα του. Με την άφιξη της Αστυνομίας στην οικία η μάρτυρας και ο πεθερός της βρίσκονταν στην αυλή. Προφανώς έξω στην αυλή βρισκόταν και ο Κατηγορούμενος. Με την άφιξη της Αστυνομίας στην οικία ο Κατηγορούμενος «άλλαξε πρόσωπο». Ήταν συνεργάσιμος με την Αστυνομία, όπως είναι πάντοτε, και καθόλου επιθετικός. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος αφού συν τοις άλλοις του το υπενθύμισε και η ιατρός Χ΄΄Ιωάννου η οποία και τον είχε, επίσης, προειδοποιήσει για τις συνέπειες από τυχόν μη συμμόρφωσή του. Ήταν, επίσης, σε θέση να αντιληφθεί όλα τα πιο πάνω αφού κατά την προαιρετική νοσηλεία στην Λεμεσό ήταν υπό την επίβλεψη της ψυχιάτρου και λάμβανε σωστά τα φάρμακα του. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης καταπιάνεται με το θέμα της χρήσης από μέρους του Κατηγορούμενου με ναρκωτικά και ψυχοφάρμακα, τις διάφορες προσπάθειες που ο Κατηγορούμενος έκανε για αποτοξίνωση και διάφορα άλλα περιστατικά που έχουν σχέση με το θέμα αυτό. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας της μάρτυρος δεν θα με απασχολήσει ιδιαίτερα για λόγους που θα διαφανούν σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης. Από το μέρος αυτό της μαρτυρίας της μάρτυρος παραθέτω μόνο εκείνους τους ισχυρισμούς της μάρτυρος που κρίνω σκόπιμο. Σύμφωνα με την μάρτυρα ο Κατηγορούμενος το 2011 αλλά και μετέπειτα έκανε χρήση σκληρών ναρκωτικών, όπως κοκαίνης και crystal. Έπαιρνε, επίσης, και φάρμακα όπως Xanax και Lorans. Έκανε ταυτόχρονη κατανάλωση ναρκωτικών, φαρμάκων και αλκοόλ. Έπαιρνε ανεξέλεγκτες ποσότητες φαρμάκων παρακούοντας τις οδηγίες των ιατρών. Ο Κατηγορούμενος εξετάσθηκε από διάφορους ιατρούς. Με κάποιους από αυτούς είχε προσωπική επικοινωνία και η μάρτυρας. Οι διαγνώσεις ήταν διάφορες, όπως τοξικομανής, έξυπνος ψυχοπαθής και διπολικότητα. Στο Νοσοκομείο, όμως, της Αθαλάσσας τους είπαν ότι ο Κατηγορούμενος δεν πάσχει από οποιοδήποτε ψυχιατρικό πρόβλημα και ότι το μοναδικό του πρόβλημα είναι τα ναρκωτικά. Γι' αυτό και τις 15 περίπου φορές που στάληκε στο Ψυχιατρείο της Αθαλάσσας με δικαστικό διάταγμα δεν τον κρατούσαν και τον έδιωχναν από εκεί. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απάντησε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν η μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν θετική και σταθερή στην μαρτυρία της και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση. Απαντούσε, επίσης, αυθόρμητα και χωρίς να υπολογίζει τις απαντήσεις της. Η μαρτυρία της ως προς το ουσιώδες μέρος της υπόθεσης, ήτοι την είσοδο του Κατηγορούμενου εντός της οικίας, η οποία και σηματοδοτεί την παραβίαση του επίδικου διατάγματος, έτυχε επιβεβαίωσης και από τον ΜΚ 2 ο οποίος με την μαρτυρία του υποστήριξε, όπως ενωρίτερα σημειώθηκε, ότι όταν έφθασε στην οικία διαπίστωσε ιδίοις όμμασι την φυσική παρουσία του Κατηγορούμενου εντός της αυλής της οικίας. Ορθή, επίσης, κρίνεται η κρίση της μάρτυρος ότι μεταξύ του χρονικού διαστήματος που ο Κατηγορούμενος πήρε εξιτήριο από το ιατρικό ίδρυμα στην Λεμεσό και μέχρι να φθάσει στην οικία δεν είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών παρά τις θέσεις της Υπεράσπισης που άφηναν αιχμές για το αντίθετο. Αφού και σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του ΜΚ 2 ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον ΜΚ 2 ότι πριν φθάσει στην οικία είχε πάρει φάρμακα για να είναι ήρεμος. Δεν του ανέφερε ότι είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή αλκοόλ. Αναφορικά με το τελευταίο υποδεικνύεται ότι η μάρτυρας υπέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος δεν μύριζε αλκοόλ. Ούτε και διά ζώσης ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι μέσα στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την στιγμή που έφυγε από την κλινική στην Λεμεσό και μέχρι να φθάσει στην οικία έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών. Αποδεκτός είναι και ο ισχυρισμός της μάρτυρος ότι μόλις είδε τους αστυφύλακες ο Κατηγορούμενος «άλλαξε πρόσωπο» και έπαυσε να δείχνει έξαλλος και απειλητικός. Η μαρτυρία της αυτή βρίσκει ενίσχυση από την μαρτυρία του ΜΚ 2 ο οποίος μίλησε για ένα Κατηγορούμενο ο οποίος δεν δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα και δεν ήρθε σε σύγκρουση ούτε με τον ίδιο, δηλαδή, τον ΜΚ 2, ούτε με την Αστ. 5796, Κ. Χ΄΄Χριστοφή. Μάλιστα, σύμφωνα με τον ΜΚ 2 όταν του εξήγησαν ότι παρανομούσε ο Κατηγορούμενος το αντιλήφθηκε και έγινε πιο ήρεμος. Βρίσκει δε ενίσχυση και από την μαρτυρία του ΜΚ 3 ο οποίος στην δική του μαρτυρία υπέδειξε ότι όταν ο Κατηγορούμενος προσάχθηκε στον Σταθμό ήταν συνεργάσιμος και κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης απόλυτα συνεργάσιμος. Ορθή, επίσης, κρίνεται η κρίση της μάρτυρος ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που εισήλθε εντός της οικίας ήταν σε θέση να έχει αντίληψη για το τι είχε διαδραματισθεί. Επιβεβαιωτικά για το ορθό της πιο πάνω κρίσης είναι η συμπεριφορά που ο Κατηγορούμενος επέδειξε στους δύο αστυνομικούς που έφθασαν στο μέρος. Άλλαξε αμέσως συμπεριφορά μόλις τους είδε, άφησε κατά μέρος τις απειλές, τους εκφοβισμούς και την βία, έγινε ήρεμος και ανταποκρινόταν πλήρως προς τις υποδείξεις τους. Προδήλως, για να μην έρθει σε αντιπαράθεση ή σύγκρουση μαζί τους και, έτσι, να επιφορτισθεί με περισσότερες κατηγορίες. Φρονώ πως ο Κατηγορούμενος επέδειξε ένα είδος «χειριστικής», για να χρησιμοποιήσω και δική του λέξη, συμπεριφοράς προς τους αστυνομικούς η οποία συνεχίσθηκε και όταν μεταφέρθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Ήταν απόλυτα συνεργάσιμος σύμφωνα με τον ΜΚ
  32. Συμπεριφορά η οποία συνάδει με την συμπεριφορά που του απέδωσε ο ΜΥ 4 επικαλούμενος αν και με όχι εξειδικευμένο τρόπο τις σημειώσεις του Κατηγορούμενου από το προσωπικό του τετράδιο. Και συγκεκριμένα ότι στα διάφορα θεραπευτικά κέντρα στα οποία κατέφυγε κατάφερνε να ξεγελά τους ιατρούς για να του χορηγούν ψυχοφάρμακα. Κάτι που σύμφωνα με τον ΜΥ 4 χαρακτηρίζει όλους τους εθισμένους χρήστες τους οποίους ο εν λόγω μάρτυρας χαρακτήρισε ως «manipulators». Τότε ήταν που ο Κατηγορούμενος με σκοπό να αντιληφθεί το Δικαστήριο την έννοια της λέξης εκστόμισε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου την λέξη «χειριστικός» ως ερμηνευτική της αντίστοιχης Αγγλικής. Επίσης, απαντούσε με τρόπο φυσιολογικό στις παρατηρήσεις του ΜΚ 2 και, μάλιστα, με τρόπο που υπερασπίζονταν τον εαυτό του. Ενδεικτικά ο ΜΚ 2 υπέδειξε ότι όταν πλησίασε τον Κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε ότι εναντίον του υπήρχε σε ισχύ διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου και ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το μέρος ο Κατηγορούμενος ανέφερε: «Κάτι μου έδωκαν και υπόγραψα αλλά ήμουν χαπωμένος». Με την πιο πάνω δήλωσή του, προδήλως, ήθελε να δείξει ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης τελούσε υπό τέτοια ψυχοπνευματική κατάσταση που δεν είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο του επίδικου διατάγματος και, επομένως, ότι δεν ήταν ένοχος για ανυπακοή σε δικαστικό διάταγμα. Το ίδιο ήθελε να μεταδώσει και με άλλη δήλωσή του στον ΜΚ
  33. Συγκεκριμένα όταν ο ΜΚ 2 εξήγησε στον Κατηγορούμενο ότι με την παραμονή του στην αυλή της οικίας διέπραττε το αδίκημα της ανυπακοής σε δικαστικό διάταγμα και του επίστησε την προσοχή του στον Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε: «ήμουν ντίρλα στα φάρμακα και δεν ήξερα τι έκανα όταν μου έδωκαν το διάταγμα». Όταν ο ΜΚ 2 τον συνέλαβε και του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επίστησε την προσοχή του στον Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε: «Εντάξει φίλε μου». Τέλος, όταν ο ΜΚ 2 τον ενημέρωσε προφορικά για τα δικαιώματα επικοινωνίας ο Κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει με τον δικηγόρο του. Κρίνω ότι η πιο πάνω συμπεριφορά και στάση καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος είχε πλήρη αντίληψη και επίγνωση για το τι λάμβανε χώρα κατά το επίδικο συμβάν. Το αξιοθαύμαστο δε είναι ότι όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν και την σημασία της διά επίδοσης γνώσης δικαστικού διατάγματος για το υπό εκδίκαση αδίκημα. Αν και δεν έχει νομικές γνώσεις. Όλα τα πιο πάνω μόνο σε ένα συμπέρασμα παραπέμπουν. Ότι ο Κατηγορούμενος είχε πολύ καλή αντίληψη για το τι έλαβε χώρα εντός της οικίας, κάτι το οποίο επαληθεύει περίτρανα την μάρτυρα. Επίσης, το αληθές του ισχυρισμού της μάρτυρος ότι ο Κατηγορούμενος έπαιρνε ανεξέλεγκτες ποσότητες φαρμάκων παρακούοντας τις οδηγίες των ιατρών επιβεβαιώνεται μέσα από την δική του μαρτυρία από την οποία κάτι τέτοιο προκύπτει πλέον ξεκάθαρα. Από την μαρτυρία της μάρτυρος δεν δέχομαι τα ακόλουθα σημεία: · ότι η ιατρός Χ΄΄Ιωάννου υπέδειξε στον Κατηγορούμενο να μην παραβιάσει το επίδικο διάταγμα. Η μαρτυρία αυτή είναι εξ' ακοής και άπτεται σημείου που είναι ουσιώδες για την υπόθεση. Η ιατρός Χ΄΄Ιωάννου δεν κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας ώστε και η Υπεράσπιση να έχει την δυνατότητα να την αντεξετάσει με σκοπό να διακριβώσει το αληθές της υπό συζήτηση δήλωσης. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ ασφαλές να προσδώσω βαρύτητα στην πιο πάνω μαρτυρία · τα όσα η μάρτυρας υπέδειξε για τις διαγνώσεις που έγιναν κατά καιρούς από τους διάφορους ιατρούς που έχουν εξετάσει τον Κατηγορούμενο. Για λόγους που θα διαφανούν σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης η υπό συζήτηση μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή καθότι προσκρούει στον κανόνα της σχετικότητας και, επομένως, είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα. Και αν ακόμα, όμως, δεν προσέκρουε στον πιο πάνω κανόνα και πάλι δεν θα την αποδεχόμουνα. Εν' όψει της πολύ καλής εντύπωσης που μου δημιούργησε η μάρτυρας δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι οι πιο πάνω δηλώσεις έγιναν από τους ιατρούς. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ την αλήθεια τους. Όπως την διάγνωση του έξυπνου ψυχοπαθούς ή της διπολικότητας. Ή ακόμα και το ότι ο Κατηγορούμενος δεν πάσχει από ψυχιατρικό νόσημα σύμφωνα με τους ιατρούς του Νοσοκομείου Αθαλάσσας. Κατ' αρχή, η μαρτυρία αυτή είναι εξ' ακοής και χωρίς να καταθέσουν οι ίδιοι οι ιατροί δεν κρίνω ασφαλές να την δεχθώ. Χώρια που από την μάρτυρα υποδείχθηκαν πέραν της μια διάγνωσης οπότε και θα ήταν αδύνατο στην βάση της μαρτυρίας της και μόνο να καταλήξω ποια είναι η αποδεκτή για το Δικαστήριο. Το ακροσφαλές της αποδοχής της μαρτυρίας της μάρτυρος καθίσταται δε πιο ακροσφαλές από τον ισχυρισμό της ότι από το Νοσοκομείο Αθαλάσσας υποδείχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν πάσχει από ψυχιατρικό νόσημα. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία της μάρτυρος που δεν αποδέχθηκα η υπόλοιπη μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο Κατηγορούμενος. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Το 1999 άρχισε να κάνει περιστασιακή χρήση ινδικής κάνναβης και στην συνέχεια κατέφυγε στα σκληρά ναρκωτικά. Έφθασε στο σημείο να κάνει ταυτόχρονα χρήση φαρμάκων, σκληρών ναρκωτικών, όπως crystal ice και κοκαΐνη, και αλκοόλ. Όταν έκανε ταυτόχρονα χρήση κοκαΐνης με Xanax πάθαινε αμνησία και γινόταν παρορμητικός. Δεν είχε έλεγχο των πράξεών του και ταυτόχρονα βασανιζόταν από σύνδρομο καταδίωξης. Τα φάρμακα τα λαμβάνει καθότι πάσχει από διαταραχή προσωπικότητας σύμφωνα με τους ιατρούς στο Νοσοκομείο της Αθαλάσσας. Επίσης, σύμφωνα με τον ιατρό Ηλία Νικολαίδη πάσχει από διπολική διαταραχή κοινώς γνωστή ως μανιοκατάθλιψη. Το Xanax είναι πολύ εθιστικό φάρμακο και ο Κατηγορούμενος έκανε χρήση του εν λόγω φαρμάκου λαμβάνοντάς το και μόνο του χωρίς, δηλαδή, να το αναμειγνύει με αλκοόλ ή ναρκωτικές ουσίες σε βαθμό κατάχρησης. Το Xanax, όπως και οι υπόλοιπες βενζοδιαζεπίνες, όταν λαμβάνονται σε μεγάλες δόσεις προκαλούν αμνησία και κάνουν τον χρήστη παρορμητικό. Ο εθισμός του στο συγκεκριμένο φάρμακο ήταν τόσο μεγάλος που ο Κατηγορούμενος έσπαζε 8 δισκία των 1000 mg και τα λάμβανε από την μύτη. Η ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων και αλκοόλ του προκαλούσε σύγχυση και σύνδρομο καταδίωξης. Είχε την αίσθηση ότι τον καταδίωκαν για να του κάνουν κακό. Η ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων, ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ του προκαλούσε σύγχυση. Δεν ήξερε τι έκανε, γινόταν παρορμητικός και δεν είχε επίγνωση των πράξεών του. Την 1.10.15 τα χαράματα επέστρεψε από το Άγιο Όρος όπου είχε πάει. Μόλις εισήλθε στην οικία περί τις 2 η ώρα το πρωί ζήτησε από την σύζυγό του να του δώσει Xanax για να μπορέσει να κοιμηθεί. Πήρε όσα δισκία χρειαζόταν για να κοιμηθεί. Συγκεκριμένα όλα τα ψυχοφάρμακα που υπήρχαν μέσα στο σπίτι καθώς και τα φάρμακα που υπήρχαν για τα παιδιά καταναλώνονας τα όλα μαζί. Το πρωί που ξύπνησε η σύζυγός του φώναζε. Αυτό του προκάλεσε απαγοήτευση και έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Δεν θυμόταν αν την 1.10.15 τον είχε συλλάβει η Αστυνομία καθότι από την μεγάλη ποσότητα φαρμάκων που είχε καταναλώσει την ημέρα εκείνη ήταν σε «αφασία». Ούτε θυμάται να του επέδωσε οτιδήποτε οποιοσδήποτε επιδότης. Δεν θυμάται αν μεταξύ 1.10.15 και 7.10.15 είχε νοσηλευθεί στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας αν και θυμάται ότι το Φθινόπωρο του 2015 είχε εισαχθεί πολλές φορές στο εν λόγω Νοσοκομείο. Επίσης, δεν θυμάται καθόλου αν νοσηλεύθηκε στην Ψυχιατρική Μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού κατά την πιο πάνω περίοδο ή αν ήρθε καθόλου σε επικοινωνία με την ιατρό Χ΄΄Ιωάννου. Στις 7.10.15 πήγε στο σπίτι του καθότι (α) δεν είχε πού αλλού να πάει, (β) από συνήθεια και (γ) γιατί δεν αντιλαμβανόταν ότι έπαιρνε ρίσκο πράττοντας έτσι. Δεν είχε επίγνωση ότι υπήρχε διάταγμα απομάκρυνσης. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Δεν θυμόταν αν στις 7.10.15 ο πατέρας του τον προέτρεψε να φύγει από την οικία, δεν θυμόταν την παρουσία των αστυνομικών στην οικία και δεν θυμόταν πώς είχε συμπεριφερθεί στην σύζυγό του. Υποστήριξε ότι δεν είχε καμία ανάμνηση των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην οικία του στις 7.10.
  34. Κατά την αντεξέταση η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε τις ακόλουθες θέσεις στον μάρτυρα: · όταν του επιδόθηκε το επίδικο διάταγμα το διάβασε και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του. Εις απάντηση ο Κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι έθεσε την υπογραφή του σε ένα χαρτί το οποίο ακολούθως έβαλε μέσα στην τσάντα του. Όταν μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας του πήραν την τσάντα και έτσι δεν είχε πρόσβαση στο έγγραφο. Επίσης, στην Αθαλάσα δεν θυμόταν καν ότι είχε παραλάβει οποιοδήποτε έγγραφο · κατά τον χρόνο της επίδοσης δεν ήταν υπό την επήρεια φαρμάκων καθότι δεν είχε κάνει χρήση φαρμάκων. Ο Κατηγορούμενος αντέτεινε ότι το πρωί της ίδιας ημέρας είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα φαρμάκων · η ιατρός Χ΄΄Ιωάννου τον συμβούλευσε να μην πάει στο σπίτι του ώστε να μην παραβιάσει το επίδικο διάταγμα. Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η Χ΄΄Ιωάννου δεν είχε ιδέα για το επίδικο διάταγμα αφού αυτό βρισκόταν μέσα στην τσάντα του · συνειδητά παραβίασε το επίδικο διάταγμα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επανέλαβε την πάγια θέση του ότι δεν γνώριζε τι έκανε και ότι δεν είχε επίγνωση των πράξεών του. Ο Κατηγορούμενος δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Κατ' αρχή, ο ισχυρισμός που πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση ότι δεν θυμόταν να του επέδωσε οποιοσδήποτε επιδότης οποιοδήποτε έγγραφο έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό που πρόβαλε αντεξεταζόμενος και συγκεκριμένα ότι θυμόταν ότι είχε θέσει την υπογραφή του σε ένα χαρτί το οποίο, ακολούθως, έβαλε μέσα στην τσάντα του. Δήλωση η οποία συνάδει με τις δηλώσεις του προς τον ΜΚ 2 κατά τον επίδικο χρόνο σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του τελευταίου - Τεκμήριο
  35. Συγκεκριμένα όταν ο ΜΚ 2 ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο ότι εναντίον του υπήρχε σε ισχύ διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου οπότε και έπρεπε να εγκαταλείψει την οικία ο Κατηγορούμενος επί λέξει ανέφερε: «Κάτι μου έδωκαν και υπόγραψα αλλά ήμουν χαπωμένος». Ακολούθως και όταν ο ΜΚ 2 εξήγησε στον Κατηγορούμενο ότι με την παραμονή του στην αυλή της οικίας διέπραττε το αδίκημα της ανυπακοής σε δικαστικό διάταγμα και του επίστησε την προσοχή του στον Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε επί λέξει: «ήμουν ντίρλα στα φάρμακα και δεν ήξερα τι έκανα όταν μου έδωκαν το διάταγμα». Κατά την αντεξέταση, όμως, και όταν υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι η ιατρός Χ΄΄Ιωάννου τον συμβούλευσε να μην εισέλθει εντός της οικίας ώστε να μην παραβιάσει το επίδικο διάταγμα ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η Χ΄΄Ιωάννου δεν είχε ιδέα για το επίδικο διάταγμα, αφού αυτό βρισκόταν μέσα στην τσάντα του. Με άλλα λόγια ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ο Κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι δεν θυμόταν να του επέδωσε οποιοσδήποτε επιδότης οποιοδήποτε έγγραφο κατά την αντεξέταση και όταν του τέθηκε η πιο πάνω θέση προέκυψε, όπως από την απάντησή του στην πιο πάνω υποβολή ευκρινώς συνάγεται, ότι θυμόταν ότι του είχε επιδοθεί το επίδικο διάταγμα. Ούτε και δέχομαι ότι πριν την είσοδό του στην οικία δεν είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο του επίδικου διατάγματος ως διατείνονταν. Ακόμα και αν δεν ήταν σε θέση να το αντιληφθεί κατά τον χρόνο που αυτό του επιδόθηκε εντός των επόμενων 6 ημερών που μεσολάβησαν μέχρι να παραβιάσει το επίδικο διάταγμα σίγουρα ήταν σε θέση να το αντιληφθεί. Η επίδοση απαιτείται για να λάβει γνώση το πρόσωπο στο οποίο ένα διάταγμα απευθύνεται τόσο για την ύπαρξη του διατάγματος όσο και για τις συνέπειες από τυχόν μη συμμόρφωσή του διά της οπισθογράφησης επί του διατάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία και την δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο του επίδικου διατάγματος. Και αν ακόμα του είχαν πάρει την τσάντα του στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας με την έξοδό του από το εν λόγω ίδρυμα η εν λόγω τσάντα είχε περιέλθει ξανά στον ίδιο. Είχε, επίσης, και την ικανότητα όπως υποδείχθηκε στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΚ
  36. Οπότε και δεν νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση αυτού. Δεν είναι υπεράσπιση να ισχυρίζεται κάποιος ότι αν και του επιδόθηκε ένα δικαστικό διάταγμα δεν το διάβασε ή το αγνόησε. Στην κρινόμενη, όμως, περίπτωση θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος όχι μόνο δεν αγνόησε το επίδικο διάταγμα, αλλά και είχε αποκτήσει γνώση του περιεχομένου του. Ενδεικτικός είναι ο ισχυρισμός της ΜΚ 5 ότι όταν στις 7.10.15 και περί ώρα 16:30 ο Κατηγορούμενος της τηλεφώνησε από την Ψυχιατρική Κλινική στην Λεμεσό της είπε ότι θα ερχόταν στην οικία είτε υπήρχε διάταγμα σε ισχύ είτε όχι, ότι δεν φοβόταν το διάταγμα ή την Αστυνομία και ότι η ΜΚ 5 δεν θα γλύτωνε από εκείνον εύκολα. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της ΜΚ 5, ο οποίος διαψεύδει τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι δεν αντιλαμβανόταν ότι με το να εισέλθει εντός της οικίας «έπαιρνε ρίσκο» και ο οποίος ως εκ τούτου δεν είναι αποδεκτός, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος. Γνώριζε και τις συνέπειες από τυχόν παρακοή του αφού όπως ανέφερε στην ΜΚ 5 δεν φοβόταν την Αστυνομία. Επίσης, από την γραπτή κατάθεση της ΜΚ 5 δεν προκύπτει ότι οι πιο πάνω δηλώσεις του Κατηγορούμενου έγιναν κατόπιν πληροφόρησης του για την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος από την ΜΚ
  37. Τουναντίον, ό,τι εύλογα συνάγεται από την εν λόγω κατάθεση είναι ότι οι πιο πάνω δηλώσεις έγιναν από τον Κατηγορούμενο χωρίς προηγουμένως η ΜΚ 5 να τον ενημερώσει σχετικά. Και ότι η γνώση του περί της ύπαρξης του επίδικου διατάγματος προέκυψε ως εκ της επίδοσης. Πάντως η ΜΚ 5 δεν ρωτήθηκε από την Υπεράσπιση επί του προκειμένου ζητήματος. Έπειτα είναι και το άλλο. Όταν ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της οικίας και ο πατέρας του του ανέφερε για το επίδικο διάταγμα προτρέποντας τον να εγκαταλείψει την οικία ο Κατηγορούμενος δεν διερωτήθηκε περί τίνος διατάγματος ο πατέρας του μιλούσε. Τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει και συναφώς η ΜΚ 5 δεν προώθησε ένα τέτοιο ισχυρισμό. Επίσης, η ΜΚ 5 δεν αντεξετάσθηκε από την Υπεράσπιση επί του προκειμένου. Κρίνω ότι όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος πριν την παραβίαση του επίδικου διατάγματος είχε γνώση του περιεχομένου του. Μη πειστικοί κρίνω πως ήταν και οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου περί αμνησίας για την σύλληψή του, την νοσηλεία του σε ιατρικά ιδρύματα κατά την περίοδο από 1.10.15 μέχρι 7.10.15, το επίδικο συμβάν καθώς και τα όσα διαδραματίσθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην οικία. Η προώθηση των οποίων - και επί τούτου δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία - ήταν μέσα στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειάς του Κατηγορούμενου να παρουσιάσει μια αναληθή εικόνα για το ελλειμματικό της αντίληψής του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Που κάθε άλλο παρά ελλειματική ήταν. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήταν λαλίστατος αναφορικά με άλλα ζητήματα τα οποία περίγραψε με περισσή λεπτομέρεια και κυρίως ζητήματα που αφορούσαν στην ζωή και την μέχρι σήμερα πορεία του. Ήταν ιδιαίτερα λεπτομερής σε σχέση με ζητήματα χρόνου, ημερομηνιών και τόπου που άπτονται τόσο του απώτερου όσο και του πρόσφατου παρελθόντος. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι δεν θυμόταν τα επίδικα γεγονότα που έλαβαν χώρα το 2015 ενώ ήταν σε θέση να θυμάται και, μάλιστα, με κάθε λεπτομέρεια γεγονότα του απώτερου παρελθόντος και τα οποία έλαβαν χώρα το 1999 καθώς και γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος όπως ότι το πρωί της 1.10.15 επέστρεψε από το Άγιο Όρος, πήγε στην οικία όπου και κατανάλωσε μεγάλο αριθμό δισκίων και ακολούθως έκανε εμετούς. Επίσης, δεν μπορώ να δεχθώ ότι ενώ θυμόταν ότι την 7.10.15 πήγε στην οικία δεν θυμόταν τι διαδραματίσθηκε εντός αυτής. Όσον δε αφορά στους ισχυρισμούς του περί εξάρτησης και εθισμού αυτοί δεν είναι αποδεκτοί για τους λόγους που με λεπτομέρεια επεξηγούνται στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΥ
  38. Για τον ίδιο λόγο δεν είναι αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι πάσχει από διαταραχή προσωπικότητας ή διπολική διαταραχή. Χώρια που συν τοις άλλοις ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Αφ' ης στιγμής δε οι ιατροί που έκαναν τις πιο πάνω διαγνώσεις δεν κλήθηκαν να καταθέσουν δεν θα έκρινα ασφαλές να δεχθώ την αλήθεια των πιο πάνω δηλώσεων. Επίσης, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ 4 ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης του επίδικου διατάγματος «ήταν σε αφασία», δεν είναι όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε αποδεκτός. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτή. Δεύτερη μάρτυρας Υπεράσπισης κατέθεσε η Ιωάννα Παυλίδου, υπάλληλος. Η εν λόγω μάρτυρας είναι υπάλληλος στο Ποινικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας κατέθεσε πιστά αντίγραφα των φακέλων των ακόλουθων αιτήσεων που έχει υπό την φύλαξή της:
  39. πιστό αντίγραφο του φακέλου της Αίτησης 88/15 - Τεκμήριο 9
  40. πιστό αντίγραφο του φακέλου της Αίτησης 96/15 - Τεκμήριο 10
  41. πιστό αντίγραφο του φακέλου της Αίτησης 98/15 - Τεκμήριο 11
  42. πιστό αντίγραφο του φακέλου της Αίτησης 71/16 - Τεκμήριο
  43. Από το Τεκμήριο 9 προκύπτουν τα ακόλουθα: Την 1.10.15 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου από τον Στέλιο Χ΄΄Παναγή, πατέρα του Κατηγορούμενου, αίτηση με την οποία ζητείτο η έκδοση διατάγματος για άμεση εξέταση και εκτίμηση του Κατηγορούμενου. Η αίτηση ορίσθηκε αυθημερόν και την ίδια ημέρα εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου το αιτούμενο διάταγμα. Ακολούθως την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αίτηση με την οποία ζητείτο η έκδοση διατάγματος προσωρινής νοσηλείας του Κατηγορούμενου. Αιτητής ήταν ο Αστυφύλακας 2072, Γ. Ιωαννίδης. Η αίτηση ορίσθηκε αυθημερόν και την ίδια ημέρα εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου το αιτούμενο διάταγμα το οποίο είχε διάρκεια 28 ημερών. Στην αίτηση επισυνάπτονταν ιατρικό πιστοποιητικό του ψυχίατρου Γ. Γεωργίου ημερομηνίας 1.10.15 ο οποίος εξέτασε τον Κατηγορούμενο την ίδια ημέρα, προδήλως, δυνάμει του διατάγματος που είχε εκδοθεί ενωρίτερα εντός της ίδιας ημέρας με την οποία διατασσόταν η άμεση εξέταση και εκτίμηση του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό κρίθηκε απαραίτητη η νοσηλεία του Κατηγορούμενου στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας «λόγω της σοβαρότητας της ψυχικής του κατάστασης». Με επιστολή του ψυχίατρου Γεώργιου Μικελλίδη των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας η οποία απευθύνονταν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 5.11.15 ενημερώνονταν ο Πρωτοκολλητής ότι ο Κατηγορούμενος είχε απολυθεί από το Νοσοκομείο Αθαλάσσας στις 5.10.15 «διότι η κατάσταση του παρουσίασε βελτίωση σε βαθμό που να δύναται να ζήσει στην κοινότητα». Από το Τεκμήριο 10 προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 14.10.15 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου από τον Στέλιο Χ΄΄Παναγή, πατέρα του Κατηγορούμενου, αίτηση με την οποία ζητείτο η έκδοση διατάγματος για άμεση εξέταση και εκτίμηση του Κατηγορούμενου. Η αίτηση ορίσθηκε αυθημερόν και την ίδια ημέρα εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου το αιτούμενο διάταγμα. Της πιο πάνω αίτησης δεν ακολούθησε αίτηση για έκδοση διατάγματος προσωρινής νοσηλείας καθότι ο ψυχίατρος Μιχαήλ Γιανγκιτσέρης των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας Πάφου ο οποίος εξέτασε τον Κατηγορούμενο έκρινε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχρηζε νοσηλείας στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Από το Τεκμήριο 11 προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 17.10.15 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου από τον Στέλιο Χ΄΄Παναγή, πατέρα του Κατηγορούμενου, αίτηση με την οποία ζητείτο η έκδοση διατάγματος για άμεση εξέταση και εκτίμηση του Κατηγορούμενου. Η αίτηση ορίσθηκε αυθημερόν και την ίδια ημέρα εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου το αιτούμενο διάταγμα. Της πιο πάνω αίτησης δεν ακολούθησε αίτηση για έκδοση διατάγματος προσωρινής νοσηλείας καθότι ο ψυχίατρος Μιχαήλ Γιανγκιτσέρης των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας Πάφου ο οποίος εξέτασε τον Κατηγορούμενο έκρινε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχρηζε νοσηλείας στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Από το Τεκμήριο 12 προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 11.7.16 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αίτηση με την οποία ζητείτο η έκδοση διατάγματος προσωρινής νοσηλείας του Κατηγορούμενου. Αιτητής ήταν ο Στέλιος Χ΄΄Παναγιώτου, πατέρας του Κατηγορούμενου. Η αίτηση ορίσθηκε αυθημερόν και την ίδια ημέρα εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου το αιτούμενο διάταγμα το οποίο είχε διάρκεια 28 ημερών. Στην αίτηση επισυνάπτονταν ιατρικό πιστοποιητικό της ψυχιάτρου Ρέας Δρυμιώτου ημερομηνίας 11.7.
  44. Σύμφωνα με το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό κρίθηκε απαραίτητη η νοσηλεία του Κατηγορούμενου σε κλειστό τμήμα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθαλάσσας. Κρίθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία. Η μαρτυρία της μάρτυρος ήταν τυπική και περιορίσθηκε στην κατάθεση εγγράφων τα οποία έχει στην κατοχή της υπό την ιδιότητά της ως υπάλληλος του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και η αντεξέταση ήταν διευκρινιστικής φύσης. Υπό το φως των πιο πάνω δέχομαι την μαρτυρία της μάρτυρος στην ολότητά της και δη ότι (α) οι αιτήσεις που η μάρτυρας ανέφερε στην μαρτυρία της και είναι αυτές που φαίνονται στα Τεκμήρια 9-12 καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις ημερομηνίες που στα εν λόγω τεκμήρια αναφέρονται, (β) εκδόθηκαν τα διατάγματα που η μάρτυρας ανέφερε στην μαρτυρία της και είναι αυτά που φαίνονται στα Τεκμήρια 9-12 στις ημερομηνίες που σε αυτά αναφέρονται και (γ) εκδόθηκαν τα ιατρικά πιστοποιητικά που επισυνάπτονται στις πιο πάνω αιτήσεις. Αναφορικά με την αποδεικτική αξία των Τεκμηρίων 9-12 υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Το άρθρο 13 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), κανένας, λόγω μέθης, δε θεωρείται ότι διενέργησε πράξη ή παράλειψη ακούσια, ή απαλλάσσεται ποινικής ευθύνης για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη.
(2)Κανένας δεν είναι ποινικά υπεύθυνος για πράξη ή παράλειψη, αν κατά το χρόνο της διενέργειας της πράξης ή παράλειψης ήταν σε τέτοια κατάσταση μέθης ώστε να στερείται της ικανότητας να γνωρίζει τι διαπράττει ή να ελέγχει τις πράξεις του, ή να γνωρίζει ότι όφειλε να απέχει της διενέργειας της πράξης ή παράλειψης, νοουμένου ότι το πράγμα, το οποίο τον οδήγησε στην κατάσταση μέθης του χορηγήθηκε σε άγνοια ή παρά τη θέλησή του.
(3)Όπου η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του ποινικού αδικήματος, η μέθη, είτε ολική είτε μερική, και είτε θεληματικά ή αθέλητα, δυνατόν να ληφθεί υπόψη για να διακριβωθεί κατά πόσο κατά τη διενέργεια της πράξης υφίστατο πράγματι τέτοια πρόθεση». Οι πιο πάνω Νομοθετικές πρόνοιες αντανακλούν το Αγγλικό κοινοδίκαιο καθώς και την Αγγλική Νομολογία, γενικότερα, σύμφωνα, επίσης, με την οποία οι αρχές που ισχύουν στην περίπτωση της μέθης η οποία προκαλείται από αλκοόλ ισχύουν και στην περίπτωση της μέθης που προκαλείται από άλλες ουσίες (drugs), όπως φάρμακα και ναρκωτικές ουσίες (Βλ. R v. Lipman
(1970)1 QB 152). Από το πιο πάνω άρθρο προκύπτουν τα ακόλουθα: · κανείς δεν απαλλάσσεται ποινικής ευθύνης για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη λόγω μέθης. Επομένως, η μέθη δεν αποτελεί υπεράσπιση. Το εδάφιο
(1)είναι ευθυγραμμισμένο με το Αγγλικό κοινοδίκαιο σύμφωνα με το οποίο δεν αποτελεί υπεράσπιση για τον Κατηγορούμενο να ισχυρίζεται έστω και πειστικά ότι αν δεν τελούσε υπό κατάσταση μέθης δεν θα συμπεριφερόταν όπως συμπεριφέρθηκε · στην περίπτωση που η μέθη προκαλείται αθέλητα (involuntary intoxication) υπό την έννοια ότι το πράγμα, το οποίο οδήγησε τον κατηγορούμενο στην κατάσταση της μέθης χορηγήθηκε σε αυτόν εν αγνοία του ή παρά την θέλησή του ώστε να στερείται της ικανότητας να γνωρίζει τι διαπράττει ή να ελέγχει τις πράξεις του ή να γνωρίζει ότι όφειλε να απέχει της διενέργειας της πράξης ή της παράλειψης, τότε ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται ποινικής ευθύνης. Σε μια τέτοια περίπτωση η μέθη αποτελεί υπεράσπιση · όταν το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται ένας κατηγορούμενος είναι ειδικής πρόθεσης (of a specific intent) ισχύουν οι ίδιες αρχές που ισχύουν και στην περίπτωση της μέθης που προκαλείται αθέλητα (involuntary intoxication). Σε μια τέτοια περίπτωση η μέθη, επίσης, αποτελεί υπεράσπιση. Βεβαίως, αν ο κατηγορούμενος παρά την μέθη έχει την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος με το οποίο κατηγορείται είναι ένοχος ακόμα και αν η μέθη επηρέασε την ικανότητά του να κρίνει μεταξύ σωστού και λάθους ή να αντισταθεί στον πειρασμό (temptation) ή την πρόκληση (provocation) (Βλ. Smith & Hogan Criminal Law, 8η έκδοση, σελ. 225). Τα πιο πάνω ισχύουν τόσο στην περίπτωση που η μέθη προκαλείται με την θέληση του κατηγορούμενου (voluntary intoxication) στην περίπτωση που το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται είναι ειδικής πρόθεσης ή στην περίπτωση που η μέθη προκαλείται χωρίς την θέλησή του (involuntary intoxication). Αν, όμως, στις δύο αυτές περιπτώσεις ο κατηγορούμενος λόγω της μέθης δεν έχει την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea), τότε, πρέπει να αθωώνεται. Οι συγγραφείς του πιο πάνω συγγράμματος σημειώνουν ότι μαρτυρία μέθης με σκοπό να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος συνιστά υπεράσπιση (α) σε αδικήματα τα οποία απαιτούν ειδική πρόθεση ανεξάρτητα αν το πράγμα που οδήγησε στην μέθη λήφθηκε με την θέλησή του ή χωρίς και (β) σε όλα τα αδικήματα όπου το πράγμα που οδήγησε στην μέθη λήφθηκε αθέλητα. Όταν, όμως, το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται ένας κατηγορούμενος είναι βασικής πρόθεσης (of basic intent) και όχι ειδικής πρόθεσης και η μέθη προκλήθηκε με την θέληση του κατηγορούμενου (voluntary intoxication) η μέθη δεν αποτελεί υπεράσπιση. Κάτι το οποίο συνάγεται ευκρινώς και από το προαναφερόμενο άρθρο 13 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Καθοδηγητική στην Αγγλία είναι η υπόθεση Director of Public Prosecutions v. Majewski
(1976)2 All ER 142. Στην πιο πάνω υπόθεση ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε τρεις κατηγορίες επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και σε τρεις κατηγορίες επίθεσης σε αστυνομικό κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Λίγο πριν την διάπραξη είχε καταναλώσει μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αλκοόλ. Ήταν εθισμένος χρήστης και κατ' ομολογία δική του είχε φθάσει τα όρια της παράνοιας. Επικαλέστηκε ως υπεράσπιση ότι ένεκα της κατάστασης υπό την οποία τελούσε δεν γνώριζε τι έκανε. Ο πρωτόδικος Δικαστής καθοδήγησε τους ενόρκους να θεωρήσουν ότι η κατανάλωση αλκοόλ και ναρκωτικών σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία επίθεσης. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων απέρριψε την έφεση του κατηγορούμενου ομόφωνα. Ο Λόρδος Elwyn-Jones Lord Justice στην δική του απόφαση έκανε λεπτομερή ιστορική αναδρομή στην Αγγλική Νομολογία υποδεικνύοντας ως σταθμό την υπόθεση Director of Public Prosecutions v. Beard
(1920)AC 494 όπου αναφέρθηκε ότι η εθελούσια μέθη ποτέ δεν αποτέλεσε δικαιολογία για εγκληματική συμπεριφορά εκτός από τις περιπτώσεις που η ειδική πρόθεση είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε μια τέτοια περίπτωση μαρτυρία μέθης η οποία τείνει να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να έχει τέτοια πρόθεση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για να αποφασισθεί αν ο κατηγορούμενος είχε ως γεγονός την απαραίτητη πρόθεση για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Αν η μέθη ήταν τέτοια ώστε ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να έχει την απαιτούμενη πρόθεση δεν μπορεί να καταδικασθεί για αδίκημα το οποίο στοιχειοθετείται μόνο αν η πρόθεση αποδειχθεί. Από την πιο πάνω υπόθεση προκύπτει ότι μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες το αδίκημα είναι ειδικής πρόθεσης μπορεί η εθελούσια μέθη να αθωώσει κατηγορούμενο για τις πράξεις του. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις δεν έχει αυτό το αποτέλεσμα. Ο Λόρδος Elwyn-Jones Lord Justice συμφώνησε με την πιο πάνω γενική αρχή και πρόσθεσε ότι αυτή δεν προσκρούει στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Στην βάση του σκεπτικού ότι αν κάποιος με την θέληση του λαμβάνει ουσίες οι οποίες του αφαιρούν την λογική και την συνείδηση δεν είναι άδικο να κριθεί ποινικά υπόλογος για βλάβη που προκαλεί ενώ τελεί υπό μια τέτοια κατάσταση. Η πράξη του και μόνο να οδηγήσει τον εαυτό του σε μια τέτοια κατάσταση συνιστά απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης, της ένοχης διάνοιας που είναι αρκετή για αδικήματα βασικής πρόθεσης. Είναι μια απερίσκεπτη πράξη και η απερισκεψία είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της επίθεσης. Η μέθη είναι αναπόσπαστο μέρος του αδικήματος. Το άλλος μέρος είναι η παράνομη χρήση βίας εναντίον του θύματος. Τα δυο μαζί συμπληρώνουν την εγκληματική απερισκεψία. Τέλος, επισήμανε ότι σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο σε αδικήματα βασικής πρόθεσης η μέθη είναι παράγοντας άσχετος. Συνέχισε δε το σκεπτικό του με την εξής διαπίστωση. Αν η μέθη είναι άσχετος παράγοντας τότε και η μαρτυρία που τείνει να την καταδείξει είναι, επίσης, άσχετη. Για να επιστεγάσει την απόφασή του με το καταληκτικό ότι στην περίπτωση που ένας κατηγορούμενος έχει καταναλώσει αλκοόλ ή ναρκωτικές ουσίες εθελούσια και με γνώση με αποτέλεσμα να στερήσει από τον εαυτό του την ικανότητα να ασκήσει αυτοέλεγχο δεν αποτελεί δικαιολογία σε αδικήματα επίθεσης ότι ένεκα των πιο πάνω δεν αντιλήφθηκε τις πιθανές συνέπειες των πράξεών του ή ότι δεν είχε συνείδηση του τι έκανε. Επομένως και όπως οι συγγραφείς του πιο πάνω συγγράμματος σημειώνουν στις σελίδες 228 και 229 το αν το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται ένας κατηγορούμενος είναι ειδικής ή βασικής πρόθεσης είναι μεγάλης σημασίας. Από μελέτη, όμως, των αποφάσεων δεν προκύπτει κάποια σταθερή αρχή. Για παράδειγμα, αδικήματα τα οποία δεν απαιτούν την απόδειξη απώτερου σκοπού (ulterior intent) όπως, για παράδειγμα ο φόνος (murder) θεωρούνται αδικήματα ειδικής πρόθεσης. Ο Λόρδος Simon στην Majewski υπέδειξε ότι ο καθοριστικός παράγοντας είναι η απαίτηση για απόδειξη στην υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του στοιχείου για επίτευξη ειδικού σκοπού (purposive element). Όμως, στην περίπτωση του φόνου δεν απαιτείται η απόδειξη ενός τέτοιου στοιχείου στην υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Από την άλλη, ο βιασμός ο οποίος δεν είναι αδίκημα ειδικής πρόθεσης σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία έκδηλα απαιτεί την απόδειξη απώτερου σκοπού. Ο Λόρδος Elwyn-Jones εισηγήθηκε ότι το κριτήριο είναι ότι αδικήματα τα οποία δεν απαιτούν απόδειξη ειδικής πρόθεσης είναι αδικήματα τα οποία μπορούν να διαπραχθούν με απερισκεψία (recklessness), όπως είναι η επίθεση. Οι συγγραφείς του προαναφερόμενου συγγράμματος θεωρούν ότι η διάκριση μεταξύ αδικημάτων βασικής πρόθεσης και αδικημάτων ειδικής πρόθεσης δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε αρχή και ότι αυτή υπαγορεύεται μόνο από λόγους σκοπιμότητας (policy). Ο μόνος ασφαλής τρόπος για να γνωρίζει κάποιος αν ένα αδίκημα είναι ειδικής πρόθεσης ή βασικής πρόθεσης είναι να καταφύγει στις αποφάσεις των Δικαστηρίων οι οποίες καθορίζουν αν το συγκεκριμένο αδίκημα με το οποίο καταπιάνονται είναι βασικής ή ειδικής πρόθεσης. Στην υπόθεση Κωνσταντίνα Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 249 λέχθηκε ότι το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης και όχι αδίκημα ειδικής πρόθεσης. Στην πιο πάνω υπόθεση η κατηγορούμενη κατηγορείτο επί το ότι διενήργησε πράξη προορισμένη ή η οποία ήταν ενδεχόμενο να επηρεάσει δικαστική διαδικασία. Λέχθηκε ότι ειδική πρόθεση απαιτείται όταν προβλέπεται ρητά. Κάτι το οποίο δεν ήταν η περίπτωση. Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, με το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Παρατηρείται ότι το πιο πάνω άρθρο δεν προβλέπει ρητά για ειδική πρόθεση. Η υποκειμενική δε υπόσταση του αδικήματος είναι η πρόθεση ανυπακοής σε δικαστικό διάταγμα, η δε πρόθεση αυτή δεν είναι πρόθεση για επίτευξη απώτερου σκοπού. Συναφώς το αδίκημα διαπράττεται όταν κάποιος ανυπακούει σε δικαστικό διάταγμα με πρόθεση να μην υπακούσει σε αυτό. Δεν διαπράττεται όταν κάποιος κάνει κάτι άλλο με απώτερο σκοπό να παρακούσει το διάταγμα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος είναι αδίκημα βασικής και όχι ειδικής πρόθεσης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι τα Τεκμήρια 9-12 είναι άσχετη μαρτυρία. Η Υπεράσπιση τα παρουσίασε με σκοπό να καταδείξει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο που ένεκα του εθισμού του στις ναρκωτικές ουσίες, το αλκοόλ και τα φάρμακα δεν είχε επίγνωση των πράξεών του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι μαρτυρία η οποία παρουσιάσθηκε από την Υπεράσπιση με σκοπό να καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος με το οποίο κατηγορείται. Τέτοια, όμως, μαρτυρία είναι σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, ανεπίτρεπτη όταν η μέθη είναι ηθελημένη, όπως είναι στην υπό εξέταση περίπτωση, και το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται ένας κατηγορούμενος είναι βασικής πρόθεσης, όπως είναι το υπό εκδίκαση αδίκημα. Συναφώς υποδεικνύεται από το ίδιο το άρθρο 13 ότι αθέλητη είναι η μέθη όταν το πράγμα το οποίο οδηγεί στην κατάσταση μέθης χορηγείται σε κάποιον εν αγνοία του ή παρά τη θέλησή του. Στην κρινόμενη περίπτωση το «πράγμα» που κάθε φορά οδηγούσε τον Κατηγορούμενο σε κατάσταση μέθης δεν χορηγείτο στον Κατηγορούμενο παρά την θέλησή του ή εν αγνοία του. Κάτι το οποίο αποδείχθηκε περίτρανα μέσα από την δική του μαρτυρία. Σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος έκανε συστηματική και επί σειρά ετών χρήση φαρμάκων, αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών έχοντας πλήρη επίγνωση των ουσιών που κάθε φορά λάμβανε και των συνεπειών του και χωρίς ιατρική συνταγή αφού συν τοις άλλοις η χρήση ήταν ανεξέλεγκτη. Σημειώνεται ότι η παραβίαση του επίδικου διατάγματος έλαβε χώρα στις 7.10.15 ενώ τα Τεκμήρια 9-12 αναφέρονται σε άλλες ημερομηνίες και συγκεκριμένα στις ημερομηνίες 1.10.15 - Τεκμήριο 9 - 14.10.15 - Τεκμήριο 10 - 17.10.15 - Τεκμήριο 11 - και 11.7.16 - Τεκμήριο
  1. Υπό το φως των πιο πάνω φρονώ πως και αν ακόμα το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 9-12 ήταν αποδεκτή μαρτυρία, τα εν λόγω τεκμήρια δεν θα μπορούσαν να προωθήσουν την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου αφού αυτά καταμαρτυρούν μια κατάσταση υγείας σε χρόνο που δεν είναι ο επίδικος. Δεν μπορεί να θεωρείται ή να θεωρείται ως δεδομένο ότι κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στα Τεκμήρια 9-12 ο Κατηγορούμενος είχε την ίδια ψυχοπνευματική κατάσταση που είχε στις 7.10.
  2. Αφού συν τοις άλλοις στις 7.10.16 είχε προηγηθεί νοσηλεία του σε ψυχιατρικά ιδρύματα από την 1.10.15 και, επομένως, ήταν υπό την θεραπεία και την επίβλεψη ιατρών και ειδικών οι οποίοι, προδήλως, δεν του χορηγούσαν ναρκωτικά και αλκοόλ, όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε. Ούτε και ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι κατά την διάρκεια της νοσηλείας του κατά την περίοδο από 1.10.15 μέχρι 7.10.15 του χορηγούνταν ναρκωτικές ουσίες ή ότι έκανε χρήση τέτοιων ουσιών. Ό,τι είχε αναφέρει στον ΜΚ 2 σύμφωνα με την μαρτυρία του τελευταίου ήταν ότι είχε λάβει φάρμακα χωρίς να προσδιορίσει και τι φάρμακα είχε λάβει. Ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και η επίδραση τους στην ψυχοπνευματική του κατάσταση. Ό,τι δε επικαλέσθηκε στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 8 - ως υπεράσπιση ήταν την ψυχοπνευματική του κατάσταση την 1.10.15 και όχι στις 7.10.
  3. Λεπτομερής αναφορά στην ψυχοπνευματική κατάσταση του Κατηγορούμενου κατά την 7.10.15 έγινε στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΚ
  4. Εκεί εξήγησα τους λόγους που θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος ήταν σε θέση να έχει αντίληψη του περιβάλλοντος και επίγνωση των πράξεών του. Σημειώνεται, επίσης, ως ενδεικτική η στάση του Κατηγορούμενου κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, η οποία έλαβε χώρα κάποιες ώρες μετά το επίδικο συμβάν, καθώς και οι απαντήσεις που δόθηκαν από αυτόν σε σειρά ερωτήσεων κατά την ανάκριση. Ο Κατηγορούμενος απαντούσε συγκρατημένα και λογικά. Πρόβαλε ως υπεράσπιση ότι δεν του είχε επιδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα οπότε και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανυπακούει οποιοδήποτε διάταγμα. Δήλωση αποστομωτική για ένα άτομο που δεν έχει νομικές γνώσεις και που ο συνήγορός του ισχυρίζεται ότι τον ίδιο χρόνο δεν είχε επίγνωση των πράξεών του αν σκεφθεί κανείς ότι η αναγκαιότητα της επίδοσης σε υπόθεση παρακοής δικαστικού διατάγματος για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος είναι θέμα που πραγματεύθηκε η ίδια η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πράγμα που σημαίνει ότι απασχόλησε τον νομικό κόσμο και, μάλιστα, ουκ ολίγες φορές. Κάποιες λανθασμένες ημερομηνίες στην τελευταία απάντηση του Κατηγορούμενου δεν είναι ικανές από μόνες τους και δίχως άλλο να ανατρέψουν τα πιο πάνω συμπεράσματα που εύλογα αναδύονται από όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί. Τρίτη μάρτυρας Υπεράσπισης κατέθεσε η Μαρία Παλέξα. Η εν λόγω μάρτυρας είναι ψυχίατρος και εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Προσήλθε στο Δικαστήριο έχοντας τον φάκελο του Κατηγορούμενου ως της ζητήθηκε από την Υπεράσπιση από τον οποίο και κατέθεσε αριθμό εγγράφων. Υποστήριξε ότι εξ' όσων από τον φάκελο προκύπτει ο Κατηγορούμενος παρακολουθείτο από τον ψυχίατρο Μιχαήλ Γιανγκιτσέρη από τις 22.12.14 και ότι η τελευταία φορά που ο εν λόγω ιατρός εξέτασε τον Κατηγορούμενο ήταν στις 13.5.
  5. Μεταξύ των δύο πιο πάνω ημερομηνιών ο ιατρός Γιανγκιτσέρης εξέδωσε όπως από τον ιατρικό φάκελο του Κατηγορούμενου προκύπτει δύο ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία φέρουν ημερομηνίες 15.10.15 και 13.5.
  6. Η μάρτυρας κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 13.5.16 το οποίο σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  7. Η αποδεικτική αξία του εν λόγω εγγράφου περιορίσθηκε στο ότι ο Κατηγορούμενος είναι «άτομο γνωστό με χρήση τοξικών ουσιών και διαταραχής προσωπικότητας». Υπέδειξε, επίσης, ότι το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 15.10.15 που βρίσκεται εντός του φακέλου του Κατηγορούμενου είναι αυτό που βρίσκεται εντός των Τεκμηρίων 10 και
  8. Ο κύριος Γιανγκιτσέρης σήμερα δεν εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη όπου και εργάζεται. Έφυγε από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου τον Μάιο του
  9. Η μάρτυρας δεν παρακολουθεί τον Κατηγορούμενο. Έτυχε να τον εξετάσει στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και τον μετέφερε η Αστυνομία με διάταγμα υποχρεωτικής εξέτασης. Την στιγμή εκείνη δεν υπήρχε άλλος ιατρός στο Νοσοκομείο. Δεν θυμάται ακριβώς πόσες φορές τον έχει εξετάσει. Ο Κατηγορούμενος παρακολουθείτο συστηματικά από την ιατρό Μαρία Πίττα και στην συνέχεια από τον ιατρό Γιανγκιτσέρη. Όταν τύγχαινε να λείπει, ο ένας ή ο άλλος, μπορεί να τον εξέταζε και η ίδια. Δεν θυμάται ο Κατηγορούμενος να της ζήτησε να του χορηγήσει βενζοδιαπεζίνη. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασής της υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να του χορηγήσει βενζοδιαπεζίνη στις 12.3.15 ότε η Αστυνομία μετέφερε τον Κατηγορούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου με διάταγμα υποχρεωτικής εξέτασης. Ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει στην μάρτυρα ότι την προηγούμενη ημέρα είχε πάρει 1 γραμμάριο κοκαίνης. Η μάρτυρας δεν του χορήγησε βενζοδιαπεζίνη αλλά τον έστειλε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Η χρήση σκληρών ναρκωτικών όπως κοκαΐνης και crystal αυξάνουν την ντοπαμίνη στον εγκέφαλο. Η αυξημένη ντοπαμίνη στον εγκέφαλο προκαλεί διέγερση η οποία μπορεί να προκαλέσει και ψύχωση. Ψύχωση σημαίνει ότι το άτομο μπορεί να γίνει παρανοϊκό, δηλαδή, μπορεί να έχει ακουστικές ψευδαισθήσεις, να πιστεύει ότι μπορεί να κάνει πράγματα που άλλοι δεν μπορούν να κάνουν. Η χρήση βενζοδιαπεζίνης μετά την χρήση των σκληρών ναρκωτικών επιφέρει χαλάρωση στην διέγερση. Το άτομο γίνεται πιο ήρεμο. Βέβαια εξαρτάται και από την ποσότητα των ναρκωτικών που λαμβάνεται από τον χρήστη. Αν η ποσότητα είναι μεγάλη και η δόση της βενζοδιαπεζίνης μικρή το άτομο θα έχει περισσότερη υπερδιέγερση παρά ηρεμία. Συνήθως οι χρήστες σκληρών ναρκωτικών μετά την χρήση παίρνουν βενζοδιαπεζίνη για να χαλαρώσουν και να μπορέσουν να κοιμηθούν. Η ταυτόχρονη χρήση σκληρών ναρκωτικών και βενζοδιαπεζίνης προκαλεί καταστολή. Το κέντρο της αναπνοής μειώνεται και το άτομο έχει δυσκολία στην αναπνοή. Προκαλείται μια υπνηλία και μια βραδυκινησία. Άτομα που κάνουν υπερβολική χρήση βενζοδιαπεζίνης συνήθως νυστάζουν και είναι σε υπνηλία. Η αντίληψη τους είναι μειωμένη. Αυτός που νυστάζει είναι προσανατολισμένος προς το πρόσωπό του. Γνωρίζει ποιος είναι αλλά μπορεί να μην έχει την αίσθηση του χρόνου. Εντός 24 ωρών γίνεται ξανά εξέταση. Την επόμενη ημέρα τα άτομα αυτά συνέρχονται και είναι καλά αν λάβουν το σωστό αντίδοτο. Δεν γνωρίζει αν κατά τον Μάρτιο του 2015 ο Κατηγορούμενος έκανε χρήση ναρκωτικών μαζί με αλκοόλ και βενζοδιαπεζίνη. Θυμάται ότι ο Κατηγορούμενος της είπε ότι έσπαζε δισκία Xanax και τα λάμβανε από την μύτη. Ερωτηθείσα αν ο Κατηγορούμενος παρακολούθησε πρόγραμμα απεξάρτησης επικαλέσθηκε βεβαίωση του ιατρού Γεωργίου η οποία υπάρχει στον φάκελο του Κατηγορούμενου και σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος είχε εισαχθεί στις 23.11.15 μέχρι τις 21.12.15 στην Μονάδα Απεξάρτησης «Άνωσις» και ολοκλήρωσε με επιτυχία το πρόγραμμα. Η μάρτυρας κατέθεσε φωτοαντίγραφο της εν λόγω βεβαίωσης καθώς και φωτοαντίγραφο «Τιμητικού Διπλώματος» από την Άνωση ημερομηνίας 21.12.15 τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήρια 14 και 15 αντίστοιχα. Η μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, τα ακόλουθα έγγραφα:
  10. φωτοαντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού του ιατρού Γ. Γεωργίου του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού - ημερομηνίας 18.12.15 - Τεκμήριο 16
  11. φωτοαντίγραφο βεβαίωσης από την ψυχίατρο Μαριάννα Ταντελλέ του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας ημερομηνίας 20.7.15 - Τεκμήριο
  12. Σύμφωνα με το εν λόγω πιστοποιητικό ο Κατηγορούμενος εισήχθη 5 φορές στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας κατά τις περιόδους που αναφέρονται. Ο λόγος της εισαγωγής και τις 5 φορές ήταν η διαταραχή συμπεριφοράς στα πλαίσια χρήσης ουσιών
  13. φωτοαντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού του ψυχίατρου Φλώρη Στύλιου του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας - ημερομηνίας 6.4.16 - Τεκμήριο 18 Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν εξέτασε τον Κατηγορούμενο ούτε την 1.10.15, ούτε στις 7.10.
  14. Θεωρεί ότι η δήλωση του ψυχίατρου Μικελλίδη ότι στις 5.10.15 ο Κατηγορούμενος «δύναται να ζήσει στην κοινότητα» σημαίνει ότι μπορεί να αυτομεριμνάται και να αυτοσυντηρείται. Η μαρτυρία της μάρτυρος δεν είναι αποδεκτή για τους λόγους που αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΥ
  15. Σημειώνεται ότι και αν ακόμα η μαρτυρία της μάρτυρος δεν προσέκρουε στον κανόνα της σχετικότητας αυτή δεν θα κρινόταν βοηθητική για τον Κατηγορούμενο. Όπως η μάρτυρας δέχθηκε αυτή δεν εξέτασε τον Κατηγορούμενο για να εκτιμήσει την κατάσταση της υγείας του στις 7.10.15 αλλά ούτε και την 1.10.
  16. Δεν είναι η θεράπων ιατρός του Κατηγορούμενου και οι μόνες φορές που τον εξέτασε ήταν όταν απουσίαζε από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ο ιατρός που παρακολουθούσε τον Κατηγορούμενο επί συστηματικής βάσεως. Επίσης, δεν ήταν καν σε θέση να πει πόσες συνολικά φορές εξέτασε τον Κατηγορούμενο. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι τον εξέτασε μια φορά. Επίσης, ακόμα και για τις φορές που μπορεί, όπως ανέφερε, να εξέτασε τον Κατηγορούμενο η μάρτυρας δεν εξέφρασε στο Δικαστήριο την άποψη της ή την ιατρική της διάγνωση αναφορικά με τον Κατηγορούμενο. Η μαρτυρία της περιορίσθηκε σε γενικόλογες αναφορές περί φαρμάκων και επιπτώσεων στον ανθρώπινο οργανισμό από την χρήση ψυχοτρόπων φαρμάκων και ναρκωτικών ουσιών χωρίς ειδική αναφορά στον Κατηγορούμενο. Επίσης, δεν θα έκρινα ασφαλές να δεχθώ την διάγνωση της διαταραχής προσωπικότητας που αναφέρεται στα Τεκμήρια 13, 17 και 18 αφ' ης στιγμής οι ιατροί που τα εξέδωσαν δεν κλήθηκαν να καταθέσουν ως μάρτυρες ώστε να καταστεί δυνατή η εξακρίβωση της αλήθειας και της ορθότητας της διάγνωσής τους από το Δικαστήριο. Τελευταίος μάρτυρας Υπεράσπισης κατέθεσε ο Σπύρος Φρουξίδης. Ο εν λόγω μάρτυρας διετέλεσε πανεπιστημιακός καθηγητής για 25 χρόνια και ακολούθως σπούδασε σύμβουλος για θέματα εθισμού στην Ιρλανδία. Η ειδικότητά του καλύπτει όλα τα αίτια που προκαλούν εθισμό, όπως ναρκωτικές ουσίες, αλκοόλ, φαγητό χαρτοπαίγνιο και άλλα. Έκανε, επίσης, διδακτορικό στην Ποινικολογία και συγκεκριμένα για την μεταχείριση εγκληματιών στις φυλακές. Ο μάρτυρας κατέθεσε φωτοαντίγραφα τριών διπλωμάτων του. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  17. Το δίπλωμα που αφορά στην ειδικότητα συμβούλου σε θέματα εθισμού δεν το είχε στην κατοχή του. Αυτό βρίσκεται στην Ισπανία όπου ο μάρτυρας διαμένει μόνιμα. Στην Κύπρο που είναι η γενέτειρά του ήρθε τον Οκτώβριο του 2015 και ακόμη δεν έχει αποφασίσει αν θα επιστρέψει στην Κύπρο μόνιμα. Από την Κύπρο απουσιάζει 55 χρόνια και η απόφαση για μόνιμη επιστροφή δεν είναι εύκολη. Το δίπλωμα αυτό το απέκτησε το έτος 1999 και χορηγήθηκε από Ινστιτούτο της Αμερικής. Εξήγησε ότι παρά το ότι η σπουδή έγινε στην Ιρλανδία το δίπλωμα χορηγείται από το προαναφερόμενο Ινστιτούτο. Αφού απέκτησε το πιο πάνω δίπλωμα στην συνέχεια απέκτησε άδεια άσκησης του επαγγέλματος του ψυχοσύμβουλου σε θέματα εθισμού. Το επάγγελμα αυτό το ασκεί για 10 χρόνια τώρα. Εργάσθηκε σε θεραπευτικά κέντρα με ασθενείς που έρχονταν στο κέντρο για σκοπούς αποκατάστασης και απαλλαγής από τον εθισμό ο οποίος προκαλείται από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Κατά την διάρκεια της εργασίας του στα διάφορα κέντρα ερχόταν σε επαφή με άτομα εθισμένα στην βενζοδιαζεπίνη. Αυτό, όμως, που τον απασχολούσε και από το οποίο προσπαθούσε να θεραπεύσει τους ασθενείς του δεν ήταν η αιτία του εθισμού αλλά ο εθισμός ο ίδιος, διότι η θεραπεία είναι σε όλες τις περιπτώσεις η ίδια. Τον Κατηγορούμενο τον συνάντησε δύο φορές μόνο στο κτήριο του Δικαστηρίου έξω από την αίθουσα στην οποία εκδικάζονταν η παρούσα υπόθεση. Την πρώτη φορά που ήταν τρεις εβδομάδες πριν την κατάθεσή του στο Δικαστήριο ήρθε για να λάβει την άδεια του Κατηγορούμενου να τον επισκέπτεται στις Φυλακές για να εργασθεί μαζί του και να τον βοηθήσει. Η δεύτερη φορά ήταν την προηγούμενη της ημέρας που ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο. Γι' αυτόν είχε μάθει από τους γονείς του τους οποίους τυχαία συνάντησε σε μια εκδρομή και οι οποίοι τον πληροφόρησαν με λεπτομέρειες για τον Κατηγορούμενο. Οι γονείς του Κατηγορούμενου του είπαν ότι ο υιός τους κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, όπως κοκαΐνης, χασίς και crystal, που είναι παράγωγο της κοκαΐνης, μαζί με αλκοόλ και ότι όταν κάνει χρήση γίνεται βίαιος στους ιδίους και την σύζυγό του. Όταν πληροφορήθηκε από τους γονείς του Κατηγορούμενου ότι ο υιός τους είναι εθισμένος στα ναρκωτικά προσφέρθηκε με προθυμία να βοηθήσει. Διαφωνεί με τους ψυχίατρους που σε τέτοιες περιπτώσεις χορηγούν φάρμακα όπως το Xanax και το Valium. Οι γονείς του Κατηγορούμενου παρέδωσαν στον μάρτυρα προσωπικό τετράδιο του Κατηγορούμενου στο οποίο καταγράφονται οι εμπειρίες του Κατηγορούμενου από θεραπευτικά κέντρα στο Ισραήλ, Ιταλία και αλλού. Από ανάγνωση του τετραδίου αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ξεγελούσε τα διάφορα κέντρα στα οποία κατέφευγε με αποτέλεσμα να μην βοηθηθεί. Συγκεκριμένα ξεγελούσε τους ιατρούς για να του δίνουν ψυχοτρόπα φάρμακα επικαλούμενος, για παράδειγμα, την ανάγκη να κοιμηθεί. Το πρόβλημα, όμως, δεν λύνεται με αυτόν τον τρόπο. Συμφωνεί με τα ιατρικά πιστοποιητικά που περιέχονται στα Τεκμήρια 9, 11 και 13 ότι ο Κατηγορούμενος γίνεται παρανοϊκός και βίαιος κατά την χρήση. Άτομα που είναι εθισμένα και εξαρτημένα από τα σκληρά ναρκωτικά και τα Xanax ή τα Valium για περίοδο πέραν των 4 ετών χάνουν τον προσανατολισμό τους, την μνήμη τους και γίνονται παρανοϊκοί. Η απώλεια της μνήμης μπορεί να σχετίζεται με το πρόσφατο παρελθόν, σε κάποιες, όμως, περιπτώσεις και με το απώτερο. Η παράνοια είναι ψύχωση. Όταν δε η χρήση είναι συχνή γίνονται και βίαιοι και είναι άξιοι να κάνουν το παν για να εξασφαλίσουν την δόση τους, όπως να κλέψουν ακόμα και τους ίδιους τους γονείς τους. Όταν τελούν υπό σύνδρομο στέρησης ιδρώνουν και είναι ανήσυχοι. Δεν τρώνε και δεν κοιμούνται. Στην βάση της δήλωσης του πατέρα του Κατηγορούμενου η οποία περιέχεται στο Τεκμήριο 9 ότι την 1.10.15 ο Κατηγορούμενος πήρε 60 χάπια για να αυτοκτονήσει ο μάρτυρας υπέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν ήταν σε θέση σε μια τέτοια κατάσταση να αντιληφθεί το περιεχόμενο του εγγράφου που του επιδόθηκε από τον ΜΚ
  18. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Είναι ηλικίας 74 ετών και σήμερα δεν εργάζεται. Το πτυχίο του Doctor of Philosophy του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (London School of Economics and Political Science) - Τεκμήριο 19 - είναι το πτυχίο για το διδακτορικό που έκανε στην Κοινωνιολογία. Το πτυχίο του Master of Science του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (London School of Economics and Political Science) - Τεκμήριο 19 - είναι το πτυχίο για το Master που, επίσης, έκανε στην Κοινωνιολογία. Το πτυχίο του Bachelor of Arts του State University of New York - Τεκμήριο 19 - είναι το πρώτο πτυχίο που απέκτησε στην Κοινωνιολογία ύστερα από σπουδή 4 ετών. Δεν είναι ειδικός ιατρός. Ήταν ενεργό μέλος του Συλλόγου των Ψυχοσυμβούλων για θέματα εθισμού και ναρκωτικών στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας. Ο εν λόγω Σύλλογος ονομαζόταν Irish Association of Alcohol and Addiction Counsellors (IAAAC) και αργότερα μετονομάσθηκε σε Irish Addiction Counsellors (IAC). Από την Ιρλανδία έφυγε το
  19. Η τελευταία φορά που εργάσθηκε με άτομα εθισμένα στα ναρκωτικά ήταν το 2015 στην Ισπανία. Με τον Κατηγορούμενο, όμως, δεν εργάσθηκε ποτέ. Από την εμπειρία του τα εθισμένα άτομα που καταφεύγουν στα διάφορα κέντρα απεξάρτησης είναι χειριστικά άτομα (manipulators) και ανειλικρινείς. Λένε ψέματα για να ξεγελάσουν τους ιατρούς να τους δώσουν αυτό που θέλουν. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στον μάρτυρα ότι δεν έχει επιστημονική κατάρτιση ώστε να είναι σε θέση να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα για άτομα εθισμένα στα ναρκωτικά. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή. Για τον λόγο που επεξηγήθηκε στα πλαίσια της μαρτυρίας της ΜΥ 2 η μαρτυρία του μάρτυρα δεν είναι αποδεκτή. Όσον αφορά στον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι κατά την ημέρα της επίδοσης, ήτοι την 1.10.16, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο του επίδικου διατάγματος ένεκα της κατανάλωσης 60 χαπιών ενωρίτερα εντός της ίδιας ημέρας σημειώνονται τα ακόλουθα. Η ερώτηση που τέθηκε στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση δεν ήταν αρκούντως κατατοπιστική. Εξέλειπαν λεπτομέρειες βασικές τις οποίες ούτε η Κατηγορούσα Αρχή έθεσε στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση. Όπως ότι ο Κατηγορούμενος μετά την λήψη των δισκίων έκανε εμετούς σύμφωνα με τον ίδιο. Ότι όταν του επιδόθηκε το επίδικο διάταγμα είχαν παρέλθει πέραν των 12 ωρών από της κατανάλωσης των δισκίων - σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ο τελευταίος έλαβε τα δισκία περί η ώρα 2:00 π.μ. της 1.10.15 ενώ σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 το διάταγμα προσωρινής νοσηλείας, η έκδοση του οποίου είχε προηγηθεί της επίδοσης, εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 17:15 της ίδιας ημέρας - στεκόταν στα πόδια του, τα χέρια του δεν έτρεμαν, απαντούσε στις ερωτήσεις του επιδότη, ΜΚ 4, παρέλαβε τα έγγραφα που του επιδόθηκαν και έθεσε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου
  20. Εν' όψει του ότι τα πιο πάνω δεν τέθηκαν στην προσοχή του μάρτυρα δεν κρίνω ότι είναι ασφαλής η αποδοχή της υπό συζήτηση θέσης του. Αυτό δεν σημαίνει ότι η θέση του μάρτυρα όπως αυτός αντιλήφθηκε την ερώτηση δεν είναι ορθή. Τουναντίον, δέχομαι ότι η κατανάλωση μεγάλου αριθμού δισκίων ψυχοτρόπου ουσίας επιδρά στην αντίληψη. Δεν δέχομαι, όμως, ότι με τα πιο πάνω δεδομένα τα οποία ο μάρτυρας δεν γνώριζε η θέση του θα ήταν η ίδια. Αυτό παρέμεινε άγνωστο. Στην υπόθεση Ελισάβετ Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Limited κ.α.
(2009)2 ΑΑΔ 634 οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για απείθεια κατά νομίμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η απείθεια αφορούσε σε απαγορευτικό διάταγμα Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί στα πλαίσια Εταιρικής Αίτησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι στερείτο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση γιατί έκρινε ότι από την στιγμή που το απαγορευτικό διάταγμα είχε εκδοθεί από Δικαστήριο που ασκούσε αστική δικαιοδοσία οποιαδήποτε αίτηση για παρακοή του διατάγματος εκείνου εναντίον του προσώπου προς το οποίο το διάταγμα απευθύνονταν θα έπρεπε να οδηγηθεί στο αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο και όχι ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου αφού η απείθεια προς το διάταγμα εκείνο συνιστούσε αστική καταφρόνηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν συμμερίσθηκε την πρωτόδικη απόφαση. Λέχθηκε, ότι στην Νομοθεσία μας έχομε δύο πρόνοιες σχετικές με απείθεια ή παρακοή διατάγματος. Από την μια, είναι το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, και, από την άλλη, το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Η φύση των δύο διαδικασιών είναι διαφορετική. Η διαδικασία του άρθρου 42 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στρέφεται εναντίον της παρακοής διατάγματος το οποίο εξέδωσε το ίδιο το Δικαστήριο με σκοπό την συμμόρφωση, ενώ το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε απειθεί σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή εκδοθείσα από οποιοδήποτε Δικαστήριο. Το αντικείμενο του άρθρου 42 είναι η παροχή δικαιοδοσίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εξαναγκασμό προς υπακοή σε διατάγματά του, η δε λειτουργία του τείνει καθαρά προς αποκατάσταση και γίνεται επ' ωφελεία του παραπονούμενου. Η δικαιοδοσία για πειθαναγκασμό του παρακούοντος διάταγμα του Δικαστηρίου σε συμμόρφωση ανάγεται στην αστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, γεγονός που προσδίδει στις πράξεις ανυπακοής τον χαρακτηρισμό αστικής καταφρόνησης. Οι πράξεις που συνιστούν το πλημμέλημα της καταφρόνησης του Δικαστηρίου συνιστούν ποινικό αδίκημα, η εκδίκαση του οποίου ανάγεται στην ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η ποινική καταφρόνηση έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και σκοπό έχει την αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του Δικαστηρίου. Καταλήγοντας ότι οι δύο δικαιοδοσίες, η μια, δηλαδή, για αστική απείθεια και, η άλλη, για ποινική απείθεια μπορούν να συνυπάρχουν το Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος ορθά κατηγορείται για ποινική απείθεια κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Police v. Georghios Kyriakides
(1988)2 CLR 172 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε σε νομικό ερώτημα που υποβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου ότι η επίδοση διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου που ήταν παρών κατά την έκδοση του δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απείθειας κατά νομίμων διαταγών κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το Εφετείο τίποτα τέτοιο δεν υπαγορεύεται στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο ή στους δυνάμει του πιο πάνω Νόμου εκδιδόμενους Κανονισμούς σε αντίθεση με ανυπακοή διαταγμάτων που εκδίδονται σε αστικές υποθέσεις όπου και σύμφωνα με την Διαταγή 42(Α), θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας τέτοια διατάγματα πρέπει να έχουν την δέουσα οπισθογράφηση και να επιδίδονται στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται. Στην πολιτική υπόθεση Διαμάντω Χριστοδούλου ν. Πανίκου Χριστοδούλου
(2003)1 ΑΑΔ 1085 μετά την ρήξη του γάμου των διαδίκων το Οικογενειακό Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 28.9.94 απέδωσε στον πατέρα την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου τους. Η γονική μέριμνα θα ασκείτο από αμφότερους τους γονείς. Ύστερα από το διάταγμα της 28.9.94 το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε και δεύτερο διάταγμα ρυθμιστικό της επικοινωνίας μεταξύ μητέρας και τέκνου, μερικές των προνοιών του οποίου τροποποιήθηκαν, κοινή συναινέσει, με διάταγμα ημερομηνίας 3.4.
  1. Με αίτησή του ημερομηνίας 23.11.01 ο πατέρας ζήτησε την φυλάκιση της εφεσείουσας για παρακοή του διατάγματος της 19.10.
  2. Το αίτημα θεμελιώθηκε (α) στις πρόνοιες του άρθρου 42 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, και σε σειρά διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας περιλαμβανομένης και της 42(Α) και (β) στα γεγονότα που εκτέθηκαν σε ένορκη ομολογία του εφεσίβλητου. Η εφεσείουσα ενέστη στο αίτημα αρνούμενη παρακοή του διατάγματος. Το Δικαστήριο έκρινε την εφεσείουσα ένοχη παρακοής του διατάγματος και την καταδίκασε σε ένα μήνα φυλάκιση. Η εφεσείουσα πρόσβαλε τόσο την καταδίκη όσο και την ποινή που της επιβλήθηκε. Πρόβαλε σειρά λόγων έφεσης προς υποστήριξη της έφεσής της, ένας εκ των οποίων ήταν άμεσα καταλυτικός για την καταδίκη εφόσον γινόταν δεκτός. Αυτός αφορούσε την μη επίδοση οπισθογραφημένου διατάγματος του Δικαστηρίου της 19.10.94, η κατ' ισχυρισμό παρακοή του οποίου συνιστούσε το αντικείμενο της αίτησης. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από τις σελίδες 1089 - 1090 της απόφασης του Εφετείου στην πιο πάνω υπόθεση: «Στην Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287, διασαφηνίσθηκε και σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων βεβαιώθηκε ότι η επίδοση συντεταγμένου διατάγματος δικαστηρίου, οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του, αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή του υπό κρίση διατάγματος του Δικαστηρίου. Η διαδικασία για την διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος δικαστηρίου είναι ιδιόμορφη. Ενώ η διαδικασία εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό επιβάλλεται από τις συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη του καθ' ου η αίτηση που ταυτίζονται με τις κυρώσεις ποινικού δικαστηρίου. Στην Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 ΑΑΔ 750 εξηγείται ότι το Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, παρέχει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας να τιμωρεί, κατ' ανάλογο τρόπο προς το ποινικό δικαστήριο, τους καταφρονούντες τα διατάγματά του. Διασαφηνίσθηκε, επίσης, ότι η άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής διέπεται από τις διατάξεις της Δ.42 Α των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, η οποία: ". καθιστά την προσωπική επίδοση τόσο του οπισθογραφημένου διατάγματος όσο και της αίτησης, απαρέγκλιτο όρο για την καταδίκη προσώπου για την παρακοή διατάγματος". Ανάλογη υπήρξε η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309, σε διαδικασία καταφρόνησης διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου. (Βλ., επίσης, Photiou v. HadjiForados
(1988)1 CLR 384, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 961, Μαύρος ν. Στυλιανού κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2389). Η επίδοση οπισθογραφημένου διατάγματος του δικαστηρίου αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για την παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου. Η απόδειξη του γεγονότος αυτού βαρύνει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, τον κατήγορο. Υποθέσεις για την ύπαρξη γεγονότων, που συνθέτουν την κατηγορία, δε χωρούν - Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, 365. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν προσάχθηκε μαρτυρία για την επίδοση του οπισθογραφημένου διατάγματος της διαταγής της 19ης Οκτωβρίου, 1994, ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός στην ένορκη ομολογία, στην οποία βασίζεται η αίτηση, ότι έγινε τέτοια επίδοση, γεγονός, το οποίο όχι μόνο καταρρίπτει την καταδίκη αλλά και το βάθρο της αίτησης. Η Δ.42Α, θ.3
(2), προβλέπει τη θεμελίωση της αίτησης με ένορκη ομολογία, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν». Υπό το φως των πιο πάνω η έφεση επιτράπηκε, η δε πρωτόδικη απόφαση παραμερίσθηκε καθ' ολοκληρία και, κατ' επέκταση, η επιβληθείσα ποινή. Στην υπό εξέταση περίπτωση το επίδικο διάταγμα το οποίο ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι παράκουσε εκδόθηκε όχι από ποινικό Δικαστήριο και στην παρουσία του αλλά από το Οικογενειακό Δικαστήριο και στην απουσία του Κατηγορούμενου όπως ευκρινώς καταμαρτυρείται από το Τεκμήριο 1. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος παρών ήταν μόνο ο δικηγόρος της Αιτήτριας και κανένας άλλος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως στην υπό εξέταση περίπτωση έχουν εφαρμογή κατ' αναλογία οι διακηρυγμένες αρχές της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκαν και, επομένως, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση της πρώτης κατηγορίας και όρο για την καταδίκη του Κατηγορούμενου σε αυτήν αποτελεί η προσωπική επίδοση συνταγμένου διατάγματος Δικαστηρίου, οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του, έτσι ώστε ο Κατηγορούμενος, αφενός, να ενημερώνεται για την ύπαρξη του, αφετέρου, να προειδοποιείται για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του. Πώς, άλλωστε, θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία συμπεριλαμβανομένης και της στοιχειοθέτησης της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος, που είναι η ηθελημένη παράλειψη προς συμμόρφωση ή η πρόθεση ανυπακοής, στην απουσία μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε με γνώση του διατάγματος; Κρίνω ότι με την μαρτυρία που προσκόμισε και δη την μαρτυρία του ΜΚ 4 η Κατηγορούσα Αρχή απέσεισε το βάρος να αποδείξει ότι συνταγμένο διάταγμα εκδοθέν από το Οικογενειακό Δικαστήριο στις 22.9.15 στα πλαίσια της Αίτησης 39/15 και δεόντως οπισθογραφημένο επιδόθηκε προσωπικά στον Κατηγορούμενο. Για να στοιχειοθετηθεί η παρακοή ή η καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή ανυπακοή προς δικαστικό διάταγμα πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή εκ μέρους του Κατηγορούμενου στο δικαστικό διάταγμα, δηλαδή, πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος (Βλ. Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287). Στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρος Στυλιανού κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2389 υπεβλήθη από τους εφεσίβλητους εναντίον του εφεσείοντα αίτηση παρακοής σε προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια πολιτικής υπόθεσης με το οποίο απαγορευόταν στον εφεσείοντα να δημοσιεύει, μεταξύ άλλων, σχόλια και άρθρα υβριστικού για τους εφεσίβλητους περιεχομένου. Η αίτηση στηρίχθηκε στα άρθρα 42 έως 47 των Περί Δικαστηρίων Νόμων, τους σχετικούς θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο μετά που δέχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν υβριστικού περιεχομένου και παραβίαζαν τους όρους του προσωρινού διατάγματος. Το Εφετείο αθώωσε τον εφεσείοντα και παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση. Παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα από τις σελίδες 2396 - 2397 της πιο πάνω απόφασης: «Σύμφωνα με την νομολογία το άρθρο αυτό (42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου) είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου ή φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για την μεσεγγύηση πραγμάτων. (Βλ., Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 (E) ΑΑΔ 750). Είναι άρθρο με ποινικό χαρακτήρα, το δε αδίκημα που διαγράφει δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability) αλλά αδίκημα που έχει όχι μόνο αντικειμενική αλλά και υποκειμενική υπόσταση. Η αντικειμενική του υπόσταση (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309 στις σελίδες 314 έως 315. "Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή, απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου». Σύμφωνα με το Εφετείο το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κατηύθυνε καθόλου την σκέψη του στο ερώτημα κατά πόσο, επιπρόσθετα με την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, αποδείχθηκε με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία και η υποκειμενική του υπόσταση. Δεν υπήρχε εύρημα ότι η αντικειμενικά διαπιστωθείσα παρακοή του διατάγματος εκ μέρους του εφεσείοντα ήταν ηθελημένη ή άλλως συνοδευόταν από πρόθεση καταστρατήγησης του, ώστε να στοιχειοθετείται πλήρως το αδίκημα. Το αδίκημα προσεγγίσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ωσάν να ήταν αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης. (Βλ., επίσης, Δήμος Έγκωμης ν. Μαριάννου Πέτρου
(1997)2 ΑΑΔ 70 και Μιχαήλ Παπαχρυσοστόμου ν. Μιράντας Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309). Στην κρινόμενη περίπτωση ο Κατηγορούμενος παραβίασε το επίδικο διάταγμα με πρόθεση καταστρατήγησής του. Τούτο είναι ό,τι εύλογα προκύπτει από την μαρτυρία που αποδέχθηκα. Υποδεικνύονται ενδεικτικά η επιμονή του Κατηγορούμενου να μεταβεί στην οικία παρά την γνώση ότι κάτι τέτοιο θα τον έφερνε αντιμέτωπο με την Αστυνομία και, κατ' επέκταση, τον Νόμο και η οποία υποδηλώνεται από την δήλωση του Κατηγορούμενου προς την ΜΚ 5 ότι η τελευταία δεν θα γλύτωνε εύκολα από τον Κατηγορούμενο, η επιθετικότητα με την οποία έγινε η πιο πάνω δήλωση σύμφωνα με την ΜΚ 5 καθώς και η δήλωση του Κατηγορούμενου προς την ΜΚ 5 ότι θα εισερχόταν εντός της οικίας ανεξαρτήτως των συνεπειών από μια τέτοια πράξη. Περιφρονώντας το ίδιο το επίδικο διάταγμα και, κατ' επέκταση, τον Νόμο. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την πρώτη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές - Άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.