Δημοκρατία ν. Μιχαλάκη Ευθυμίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης.: 10642/15, 21/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2016:12 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ, Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης.: 10642/15 Δημοκρατία Εναντίον
- Μιχαλάκη Ευθυμίου
- Μαρίας Λοΐζου
- Χρυστάλλας Ανδρέου
- Χριστόδουλου Χαραλάμπους κατηγορουμένων -------------------- Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου, 2016 Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος Για Κατηγορούμενο 1: κ. Αλ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 1 παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1, (στο εξής ο κατηγορούμενος) κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία, στις κατηγορίες της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄, (κοκαΐνης) ποσότητας 438.9217 γραμμαρίων, (βλέπε κατηγορία 2) της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ με σκοπό την προμήθεια, ήτοι της προαναφερόμενης ποσότητας κοκαίνης, (βλέπε κατηγορία 3) της κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος, ήτοι φαινακετίνης, βάρους 72.5432 γραμμαρίων, χωρίς τη σχετική άδεια κυκλοφορίας, (βλέπε κατηγορία 4) ως επίσης της κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος, ήτοι λεβαμισόλης, βάρους 230.4420 γραμμαρίων, χωρίς τη σχετική άδεια κυκλοφορίας (βλέπε κατηγορία 5). Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που περιβάλλει την υπό συζήτηση περίπτωση, τα ευρήματα και το σκεπτικό της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου, εκτίθενται στην προηγούμενη απόφασή μας, ημερ. 26.07.2016, με βάση την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Δεν παρίσταται ανάγκη επανάληψης τους. Ωστόσο, για σκοπούς συνέχειας της παρούσας, κρίνεται αναγκαίο να αναφερθούν, με συντομία έστω, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Είναι αυτονόητο ότι το Δικαστήριο, για σκοπούς της παρούσας, λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των ευρημάτων του σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα και κάθε σχετική λεπτομέρεια που περιβάλλει την υπό συζήτηση υπόθεση, ως έγιναν αποδεκτά κατά τον τρόπο που αυτά καταγράφονται στην ως άνω απόφασή του. Στις 06.12.2015 οι Μ.Κ.1-5, αστυφύλακες της ΥΚΑΝ Πάφου, μαζί με πέντε άλλους αστυφύλακες της ΥΚΑΝ Αρχηγείου Αστυνομίας, κατόπιν εξασφάλισης σχετικών δικαστικών ενταλμάτων, ερεύνησαν δύο κατοικίες, ισόγεια και ανώγεια, στην οδό Ελλάδος 10, στη Μαραθούντα της Πάφου, για πιθανή ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών. Οι δύο οικίες, είναι κτισμένες στο τεμάχιο 1010 του Φ./Σχ. 45/61 της Κοινότητας Μαραθούντας, το οποίο είναι ιδιοκτησίας της Χρυστάλλας Ανδρέου, πρώην 3ης κατηγορούμενης και μητέρας της Μαρίας Λοίζου (πρώην 2ης κατηγορούμενης) και του Χριστόδουλου Χαραλάμπους (πρώην 4ου κατηγορούμενου). Ερευνήθηκε πρώτα η ανώγια κατοικία στην οποία εντοπίστηκαν να διαμένουν ο κατηγορούμενος και η Μαρία Λοΐζου, οι οποίοι συμβιώνουν, έχοντας αποκτήσει δύο ανήλικα παιδιά. Στην εν λόγω οικία εντοπίστηκε επίσης η Ευτυχία Ιωάννου, η οποία είχε επισκεφθεί τους πιο πάνω, διανυκτερεύοντας στην οικία τους το προηγούμενο βράδυ. Ακολούθως, ερευνήθηκε η ισόγεια κατοικία, στην παρουσία της Χρυστάλλας Ανδρέου και του Χριστόδουλου Χαραλάμπους. Εντός των δύο προαναφερόμενων κατοικιών δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Στη συνέχεια, η έρευνα επεκτάθηκε στην αυλή του κτιρίου των δύο κατοικιών, στην παρουσία του κατηγορούμενου, της Μ. Λοίζου, της Χρ. Ανδρέου, του Χρ. Χαραλάμπους και της Ευτυχίας Ιωάννου. Κατά την έρευνα στους εξωτερικούς χώρους, εντός του τεμαχίου γης που βρίσκονται οι δύο ως άνω κατοικίες, εντοπίστηκαν διαδοχικά, μετά από σκάψιμο με τσάπα, θαμμένα σε κάποιο βάθος στο έδαφος, τρία πλαστικά δοχεία, (τεκμήρια 1, 8 και 12) τα οποία περιείχαν άσπρη σκόνη που όπως διαπιστώθηκε, ήταν κοκαΐνη, λεβαμισόλη και φαινακετίνη. Το πρώτο σημείο που εντοπίστηκε το τεκμήριο 1 με το περιεχόμενο του, βρισκόταν 2,5 μέτρα εντός του ως άνω τεμαχίου, το δεύτερο σημείο που εντοπίστηκε το τεκμήριο 8 με το περιεχόμενο του βρισκόταν 3 μέτρα εντός του ως άνω τεμαχίου, ενώ το τρίτο σημείο όπου εντοπίστηκε το τεκμήριο 12 με το περιεχόμενο του, βρισκόταν 4 μέτρα εντός του ως άνω τεμαχίου. Με τον εντοπισμό του πρώτου δοχείου (τεκμήριο 1) και αφού επιστήθηκε η προσοχή των ως άνω πέντε προσώπων στο νόμο, απάντησαν ότι δε γνώριζαν οτιδήποτε. Με τον εντοπισμό του δεύτερου δοχείου (τεκμήριο 8) και αφού επιστήθηκε η προσοχή των πέντε προσώπων στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε με τις λέξεις «εν δικά μου». Με τον εντοπισμό του τρίτου δοχείου (τεκμήριο 12) και αφού επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή των πέντε προσώπων στο νόμο, απάντησε και πάλι ο κατηγορούμενος: «εν δικό μου, ποιου εν που ένει, εν ούλλα εμένα του άχρηστου, τούτον έσιη μέσα μισό κιλό.» Ο κατηγορούμενος μετά τις ως άνω δηλώσεις-παραδοχές του, ενημερώθηκε, ξεχωριστά στις δύο περιπτώσεις, ότι είχε δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο, πλην όμως ο ίδιος ανέφερε ότι θα ασκούσε το εν λόγω δικαίωμα αργότερα. Επίσης, ο κατηγορούμενος κλήθηκε να υπογράψει το ημερολόγιο ενεργείας που τηρούσε ο υπεύθυνος για τη διεξαγωγή της έρευνας λοχίας της αστυνομίας, πλην όμως ανέφερε στην πρώτη περίπτωση ότι δεν επιθυμούσε να υπογράψει οτιδήποτε προτού συμβουλευθεί το δικηγόρο του, κάτι που θα έκανε αργότερα, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, αρνήθηκε και πάλι να το πράξει, λέγοντας ότι δεν επιθυμούσε να υπογράψει οτιδήποτε. Όταν ολοκληρώθηκε η έρευνα, με σκάψιμο του εδάφους όπου αυτό ήταν εφικτό και σε άλλα σημεία της αυλής - η οποία συνεχίστηκε και μετά την ανεύρεση των τριών ως άνω δοχείων - χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο, ο κατηγορούμενος μαζί με τους Μ. Λοίζου, Χρ. Ανδρέου και Χρ. Χαραλάμπους κλήθηκαν από την αστυνομία όπως ακολουθήσουν τους αστυνομικούς στα γραφεία της ΥΚΑΝ, πράγμα που αποδέχτηκαν. Μεταφέρθηκαν με υπηρεσιακά οχήματα της αστυνομίας, συνοδευόμενοι, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου. Ο κατηγορούμενος, στις 12:48 της 06.12.2015 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με δικηγόρο. Η ώρα 13:25 της ίδιας ημέρας, αφού εξασφαλίστηκαν σχετικά δικαστικά εντάλματα, τα τέσσερα πιο πάνω πρόσωπα συνελήφθηκαν και ενημερώθηκαν γραπτώς για όλα τα δικαιώματα που είχαν ως κρατούμενοι. Όλοι τους επικοινώνησαν με τους δικηγόρους τους. Νέα έρευνα που διεξήχθη την ίδια μέρα στους χώρους και τα υποστατικά των πιο πάνω οικιών αλλά και σε άλλη οικία, στη Λεμεσό, στην οποία ο κατηγορούμενος διέμενε με τη σύζυγο και τα παιδιά τους, αποτέλεσμα νέας πληροφορίας στην ΥΚΑΝ Πάφου ότι οι συλληφθέντες είχαν στην κατοχή τους και άλλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών καθώς και παράνομο οπλισμό, δεν αποκάλυψε οτιδήποτε επιλήψιμο. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Στην ποινική υπόθεση 3117/2007, Κακουργιοδικείου Λεμεσού, καταδικάστηκε στις 12.10.2007, σε δύο κατηγορίες. Στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Στην πρώτη κατηγορία δεν επιβλήθηκε ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονταν στη δεύτερη κατηγορία, ενώ στη δεύτερη κατηγορία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών με ημερομηνία έναρξης την 27.02.2007, ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, από την οποία τελούσε έκτοτε υποκράτηση για τα αδικήματα που καταδικάστηκε. Η ως άνω επιβληθείσα ποινή, μειώθηκε κατόπιν προεδρικής χάρης που δόθηκε στον κατηγορούμενο στις 10.11.
- Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε ενωρίτερα, δηλαδή στις 18.02.
- Η εν λόγω προεδρική χάρη δόθηκε χωρίς να τεθεί οποιοσδήποτε όρος. Αποτέλεσμα τούτου, υπέδειξε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος δεν θα κληθεί να εκτίσει οποιαδήποτε υπολειπόμενη ποινή που του επιβλήθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης 3117/2007, Κακουργιοδικείου Λεμεσού, μετά την επιβολή ποινής από το παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, στις 19.11.2014, στην ποινική υπόθεση 19024/2013, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε για τα αδικήματα, (α) παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄, (β) της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, (γ) της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ και (δ) για κάπνισμα φυτού κάνναβης, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 03.04.2012, όπου του επιβλήθηκαν αντίστοιχα, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6, 4, 3 και 2 μηνών, με τριετή αναστολή υπό τον όρο ότι ο κατηγορούμενος δεν θα διέπραττε άλλο αδίκημα το οποίο να τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, και αναφερόμενος στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, υιοθέτησε το περιεχόμενο σχετικής κοινωνικοοικονομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε από το αρμόδιο Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας της Δημοκρατίας, σημειώνοντας ότι στην εν λόγω έκθεση περιγράφονται επαρκώς οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου. Υπογράμμισε το γεγονός ότι ο τελευταίος είναι πατέρας συνολικά πέντε παιδιών, τα οποία βρίσκονται σε μια ευαίσθητη ηλικία, έχοντας την ανάγκη του. Αναγνωρίζοντας ότι οι προσωπικές περιστάσεις σε υποθέσεις ως η υπό συζήτηση είναι «μειωμένης σημασίας», εισηγήθηκε ωστόσο, ότι και αυτός ο παράγοντας έχει τη δική του αξία, επισημαίνοντας παράλληλα ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν εντοπίζονται επιβαρυντικά στοιχεία ως προς τη διάπραξη των αδικημάτων. Παραπέμποντας το Δικαστήριο σε νομολογία στην οποία επιβλήθηκαν ποινές για αδικήματα που προβλέπονται στον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο, υποστήριξε ότι η ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο δεν θα πρέπει να είναι εξοντωτική, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι για τις προηγούμενες καταδίκες του - την ύπαρξη των οποίων η πλευρά του κατηγορούμενου αποδέχθηκε ως αυτές τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής - έχει τιμωρηθεί και έχει εκτίσει την ποινή του. Προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσης κοινωνικής έρευνας που συντάχθηκε για σκοπούς της παρούσας, ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 40 ετών, παντρεμένος με τη Sanita Catovic από τη Σερβία, με την οποία έχουν αποκτήσει τρία παιδιά, ηλικίας 2 ετών (τρίδυμα). Η σύζυγος του, η οποία δεν εργάζεται, συντηρείται με τα παιδιά της, από το ταμείο ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και από οικονομική βοήθεια των γονιών του. Ο ίδιος δεν είναι ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας, ενώ χρέη δεν υπάρχουν. Ο κατηγορούμενος έχει ακόμα δύο παιδιά, ηλικίας 2 και 3 ετών, καρπός της σχέσης του με τη Μαρία Λοίζου (πρώην κατηγορούμενη 2). Ο κατηγορούμενος κατάγεται από τριμελή οικογένεια, μέτριας οικονομικής κατάστασης της Λεμεσού. Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος και η μητέρα του οικοκυρά. Απόφοιτος της ξενοδοχειακής Σχολής Λεμεσού, ως τραπεζοκόμος, δεν άσκησε ως ενήλικας το εν λόγω επάγγελμα. Μετά το πέρας των στρατιωτικών του υποχρεώσεων εργάστηκε σε ιχθυοτροφείο για περίοδο 5 ετών ενώ παράλληλα υπήρξε αμειβόμενος ποδοσφαιριστής. Η σταδιοδρομία του ως ποδοσφαιριστής τερματίστηκε όταν καταδικάστηκε σε φυλάκιση 7 ετών για υπόθεση ναρκωτικών το
- Μετά την απόλυση του από τις φυλακές, στις 18.02.2011, εργάστηκε ως διευθυντής επαρχίας Λεμεσού, της εταιρείας BINGO. Από το 2014 εργάστηκε ως υπεύθυνος πωλήσεων σε εταιρεία καλλυντικών, ενώ παράλληλα διατηρούσε καφετέρια στη Λεμεσό όπου σύχναζαν οργανωμένοι φίλαθλοι ποδοσφαιρικής ομάδας. Η επαγγελματική του δραστηριότητα τερματίστηκε με την προφυλάκιση του για την παρούσα υπόθεση. Η σύζυγος του τον στηρίζει στην παρούσα φάση και τον επισκέπτεται στις Κεντρικές Φυλακές, μαζί με τα παιδιά τους, πολύ τακτικά. Ο κατηγορούμενος διατηρεί επίσης καλές σχέσεις με τη Μαρία Λοίζου, (πρώην συγκατηγορούμενη του) μητέρα των άλλων δύο παιδιών του, συζητώντας μαζί της θέματα που τα αφορούν, ενώ η τελευταία συνοδεύει τα παιδιά στις Κεντρικές Φυλακές, διευκολύνοντας έτσι την επικοινωνία τους. Αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας ασφαλώς υπόψη, όχι μόνο το περιεχόμενο της έκθεσης κοινωνικής έρευνας που αφορά τον κατηγορούμενο, αλλά και τα όσα ο συνήγορός του υπέδειξε συζητώντας τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του κατηγορούμενου, ως επίσης τις περιστάσεις που περιβάλλουν γενικότερα τη διάπραξη των αδικημάτων, ασχέτως αν κάποια από αυτά δεν αναφέρονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων, προφανής ως είναι (βλ. Ευριπίδου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 187/2013, ημερομηνίας 22.05.2014) αναδεικνύεται, ανάμεσα σε άλλα, από τις, κατ' ανώτατο όριο, προβλεπόμενες ποινές της 12ετούς φυλάκισης για την κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ (κατηγορία 2), της ποινής φυλάκισης δια βίου για την κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, (κατηγορία 3) και της 5ετούς ποινής φυλάκισης ή χρηματικής ποινής €85.000,00 ή και τις δύο ποινές μαζί, στην περίπτωση των αδικημάτων που περιγράφονται στις κατηγορίες 4 και 5 αναφορικά με την κυκλοφορία των φαρμακευτικών προϊόντων φαινακετίνης και λεβαμισόλης αντίστοιχα για τα οποία δεν είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας. Όπως διακηρύσσεται στη νομολογία των Δικαστηρίων της χώρας μας, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για ένα αδίκημα αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος και αποτελεί στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γ. Ε. ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α. Δ. 632: «Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει τη ποινή». (Βλ. επίσης Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 442). Τούτο, βεβαίως, χωρίς ποτέ να παραγνωρίζεται η καλά εμπεδωμένη αρχή πως η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. Κατσούρης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 547 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Το Δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής ουδόλως μειώνεται ή ατονεί, ακόμη και στα σοβαρότερα των αδικημάτων (στα οποία δεν προβλέπεται η επιβολή αναγκαστικής ποινής). Τα Δικαστήρια, δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, η οποία ασφαλώς και εκτιμάται, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου όσο και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη ενός αδικήματος. Ταυτόχρονα όμως, η διεργασία της εξατομίκευσης της ποινής, δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που δυνατόν να επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Επιβάλλεται, πάντοτε, προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων, κάτι που κάναμε και εμείς στην υπό συζήτηση περίπτωση. Εγκλήματα τα οποία σχετίζονται με τα ναρκωτικά θεωρούνται σήμερα από τα πλέον σοβαρά που ταλανίζουν την κοινωνία διεθνώς. Κατατάσσονται ως σοβαρά ενόψει και των ευρύτερων κοινωνικών και άλλων δυσμενών παρεπομένων που επιφέρουν στον κοινωνικό ιστό. Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, έχει επανειλημμένα τονίσει την επιτακτική ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από αυτού του είδους τα αδικήματα και πως η ανησυχητική συχνότητα με την οποία αυτά διαπράττονται, επιβάλλει όπως τα δικαστήρια διαδραματίσουν το δικό τους ρόλο, με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η ανάγκη άλλωστε για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών απορρέει από την ίδια την αποδοκιμασία αλλά και την ενεργό συμμετοχή της δικαιοσύνης, ως φορέα της εξουσίας που αντανακλά και θέτει τις ορθές παραμέτρους της υγιούς κοινωνίας στον αγώνα που καθημερινά διεξάγεται, σε όλα τα επίπεδα, για την καταπολέμηση της κοινωνικής μάστιγας των ναρκωτικών που πλήττει τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνίας. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Doς Santos
(2005)2 A.A.Δ.) Στην τελευταία υπόθεση (Dos Santos), ειδικότερα στις σελ. 299-300 του τόμου που αυτή δημοσιεύεται, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα κακά από τη χρήση ναρκωτικών είναι ήδη στη χώρα μας. Και εκτός από τα ολέθρια αποτελέσματα στη ζωή και υγεία των χρηστών δημιουργούν, σωρευτικά, εστίες εγκλήματος. Η εμπορία πρέπει να παταχθεί. Οι ποινές πρέπει να είναι αποτρεπτικές. Ο έμπορας των ναρκωτικών να υποχρεωθεί να υπολογίζει τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης του.» Αναφορικά με την αναγκαιότητα για αποτρεπτική αντιμετώπιση ατόμων που εμπλέκονται στη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων αδικημάτων σχετιζομένων με τα επίδικα, επαναλαμβάνουμε τα όσα διατύπωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κλεομένης ν Δημοκρατίας,
(2013)2 Α.Α.Δ. 350, τα οποία εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν και στη δική μας περίπτωση και έχουν ως εξής: «Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική». (Βλ. Παντελής Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 172/2009 και 178/2009, ημερομηνίας 21/12/2010 και την εκεί σχετική νομολογία που η απόφαση παραπέμπει).» Προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας των συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη. (Βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217, Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B73, Ποιν. Έφεση 212/2013, ημερ. 05.02.2015 και L.C.A. DOMIKI V. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφ., ημερ. 17.03.2015). Με τις πιο πάνω σκέψεις κατά νου, έχουμε διεξέλθει τη νομολογία σε σχέση με την ποινολογική μεταχείριση κατηγορουμένων που έχουν διαπράξει αδικήματα όπως αυτά που ο κατηγορούμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση κρίθηκε ότι διέπραξε. Θεώρηση της πλούσιας, δυστυχώς, νομολογίας για υποθέσεις ναρκωτικών, καταδεικνύει την εφαρμογή στην πράξη των πιο πάνω αρχών, αφού επιβεβαιώνει την αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης, με την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. (Βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478) Σε σχέση με τις γενικότερες παραμέτρους της ποινολογικής μεταχείρισης κατηγορουμένων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, προβαίνοντας πάντοτε στις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές στη βάση του τι ισχύει στην υπό συζήτηση περίπτωση και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που εδώ εντοπίζονται, σημειώνουμε, ενδεικτικά, ότι: Στην υπόθεση Youssef Nehmed AllAh Sikaf ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 467, για αδικήματα εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια κοκαίνης 587.3412 γραμμαρίων όπου ο εφεσείοντας είχε δώσει θεληματική κατάθεση και παραδέχθηκε ενοχή, κατονόμασε δε συνεργάτες του, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στην έφεση κατά της ποινής το Εφετείο έκρινε την ποινή μη υπερβολική αλλά, αντίθετα επιεική. Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 2331, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 9 ετών που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως στον κατηγορούμενο/εφεσείοντα (μετά από ακροαματική διαδικασία), για το αδίκημα της εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα 389,36 γραμμαρίων κοκαίνης. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών. Στην Tomatari v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 169, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 10 ετών που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως στον εικοσιπεντάχρονο κατηγορούμενο/εφεσείοντα κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα (μεταξύ άλλων) της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα 498.6158 γραμμαρίων οπίου (ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Α΄). Στην Saliba ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 388 επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, ηλικίας 26 ετών, κατόπιν παραδοχής, με λευκό ποινικό μητρώο, ποινή φυλάκισης 10 ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 130,2612 γραμμαρίων κοκαΐνης. Στην Conrad Mbakoub Mbakoup ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 86/2014 ημερομηνίας 27.03.2015 για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄, ήτοι κοκαίνης 351.4998 γραμμαρίων επικυρώθηκε, κατ΄ έφεση, ποινή φυλάκισης 7 ετών σε εφεσείοντα ηλικίας 34 ετών, πατέρα 3 ανηλίκων παιδιών με λευκό ποινικό μητρώο, ο οποίος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή. Στην Ποινική Έφεση 155/2014, ημερομηνίας 27.05.2015, Andrei Marius ν. Δημοκρατίας, ποινή φυλάκισης 11 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα πρωτόδικα, ο οποίος προέβη σε παραδοχή στα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικού φαρμάκου τάξεως Α', (883,4463 γρ. κοκαΐνης) παρά το γεγονός ότι χαρακτηρίστηκε αυστηρή, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Ενόψει των σοβαρών και πολλές φορές ολέθριων συνεπειών που προκύπτουν από την κατοχή και εμπορία ναρκωτικών, οι συνήθεις μετριαστικοί παράγοντες έχουν μόνο οριακή σημασία (βλ. Ζωμενής ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 400). Οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και οι ενδεχόμενες επιπτώσεις της ποινής στην οικογένεια του δεν παραβλέπονται, πλην όμως σε υποθέσεις ως η υπό συζήτηση, η σημασία τους είναι σαφώς μειωμένη αφού προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Στην υπόθεση Ρεσλάν v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127 επισημαίνεται ότι η νομολογία των Δικαστηρίων μας θεωρεί πως οι προσωπικές περιστάσεις διαδραματίζουν ασήμαντο, μέχρι μηδενικό ρόλο, στην επιμέτρηση της ποινής σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις. Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί στην υπόθεση Jovanovic ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να μην επιτρέψει όπως η οφειλόμενη εξατομίκευση οδηγήσει σε αναποτελεσματικότητα της ποινής ή σε εξουδετέρωση της προσπάθειας για την προστασία της κοινωνίας (βλ επίσης Χριστοδούλου v Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 124). Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής μας ο λόγος της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Victor Abe ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 211, όπου, αφού επαναλαμβάνεται η αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών με παραπομπή σε ενδεικτική επί τούτου νομολογία, υποδεικνύεται ταυτόχρονα πως δεν πρέπει να δίδεται η εντύπωση ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν λαμβάνονται ουσιαστικά καθόλου υπόψη, παρά το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση. Σε ότι αφορά τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου τις οποίες, ως πιο πάνω έχει ήδη επισημανθεί, το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη στο βαθμό που τούτο είναι επιτρεπτό, έχουμε πάντα κατά νου το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης του αρμόδιου Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί για τον ως άνω κατηγορούμενο, ως επίσης όσα συμπληρωματικά αναφέρθηκαν για το ζήτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου. Συνεκτιμήσαμε ιδιαίτερα ότι ο κατηγορούμενος είναι πατέρας 5 ανήλικων παιδιών. Δεν παραβλέπουμε παράλληλα, ότι στην περίπτωση του κατηγορουμένου δεν έχουν αποκαλυφθεί στοιχεία που καθιστούν, εκ του Νόμου, (άρθρο 30
(4)(α)) τη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν την παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977(ως έχει τροποποιηθεί), ιδιαίτερα σοβαρά. Κρίνουμε ωστόσο, ότι το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούν να ανιχνευθούν, σωρευτικά θεωρούμενων, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει και στην υπό συζήτηση περίπτωση να έχουν οι ποινές. Οι προσωπικές συνθήκες και οι ούτως ή άλλως, αυτονόητες επιπτώσεις στην προσωπική και οικογενειακή ζωή του κατηγορούμενου, όπως κατ' επανάληψη έχει διακηρυχτεί από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας, έρχονται σε δεύτερη μοίρα, στις περιπτώσεις σοβαρών εγκλημάτων, όπως είναι αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, για τα οποία επιβάλλεται η αυστηρή αντιμετώπιση σε μια προσπάθεια καταστολής τους. Ο κατηγορούμενος έπρεπε να είχε προβληματιστεί καλύτερα πριν προχωρήσει στη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος, ζυγίζοντας προσεκτικότερα τα επακόλουθα των ενεργειών του, τόσο για τον ίδιο, την οικογένεια και τα παιδιά του, όσο και για άλλους συνανθρώπους μας που έχουν εμπλακεί στην ολέθρια δύνη της χρήσης της ναρκωτικών ουσιών. Η παραδοχή διάπραξης αδικημάτων έχει καλά νομολογηθεί ότι συνιστά ένα επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα (βλέπε Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Πρέπει δε να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, αφού αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με συνέπεια να μην σπαταλιέται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων, κάτι που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Αυτονόητο είναι βέβαια και συνταγματικά κατοχυρωμένο, το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου να αρνηθεί τις κατηγορίες οι οποίες του αποδίδονται. Η άρνηση κάποιου στην κατηγορία που του αποδίδεται δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα για την ποινή. Δεν μπορεί να τιμωρηθεί γι' αυτό. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, η άρνηση εκ μέρους του κατηγορούμενου των κατηγοριών που του αποδίδονται, στερεί από τον τελευταίο της περαιτέρω εκείνης επιείκειας που επιδεικνύεται προς ένα πρόσωπο που άμεσα και ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας, παραδέχεται τα εγκλήματα του. Στην παρούσα υπόθεση, ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Οι προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου, οι οποίες αφορούν τη διάπραξη πανομοιότυπων ή ομοειδών αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να συνεκτιμηθούν μέσα από το εξειδικευμένο πρίσμα που προβλέπει προς τούτο η σχετική νομολογία (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus: Sentencing Revisited, 2η έκδ., 2007, σελ. 59-62). Προσεγγίζοντας το ζήτημα των προηγούμενων καταδικών - και τούτο από μια γενικότερη διάσταση - οφείλουμε να υπογραμμίσουμε με σημείο αναφοράς επισημάνσεις του Εφετείου στη Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565, 569-571, αλλά και στις Τσιάκκα και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, 142-143, πως σε καμιά περίπτωση οι καταδίκες αυτές θα μπορούσαν να προταχθούν κατά τρόπο ώστε να οδηγήσουν αντικειμενικώς τον κατηγορούμενο, να σχηματίσει την εντύπωση ότι τιμωρείται δεύτερη φορά για τα ίδια αδικήματα στα οποία έχει ήδη τιμωρηθεί, ή ότι οι προηγούμενες του καταδίκες θα αποτιμηθούν ως επιβαρυντικό στοιχείο, με τρόπο που να οδηγήσει σε επιβολή ποινής πέραν εκείνης που επιβάλλει η σοβαρότητα των γεγονότων της υπόθεσης. Το πλαίσιο της άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την επιβολή ποινής, σε περιπτώσεις όπου τα γεγονότα αποκαλύπτουν προηγούμενες καταδίκες έχει τεθεί μεταξύ άλλων στην υπόθεση Ευριπίδης Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R. 519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p. 255).» Στο ίδιο πνεύμα και πλαίσιο σε σχέση με την ενάσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής σε περιπτώσεις προηγούμενων καταδικών, παραμένει και μεταγενέστερη νομολογία, (βλέπε υποθέσεις Μ. Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243, Μ. Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356, Γ. Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 628 και Η. Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 534) όπου διακηρύσσεται ότι αυτή θα πρέπει να ασκείται με γνώμονες τις αρχές της συνολικότητας της ποινής και της αναλογικότητας μεταξύ αδικήματος και ποινής. Χωρίς να παραβλέπουμε το χρόνο που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία των προηγούμενων καταδικών του κατηγορουμένου, δεδομένο παραμένει ότι ο τελευταίος, εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί να τύχει του πλεονεκτήματος που τυγχάνουν παραβάτες με λευκό ποινικό μητρώο. Η εικόνα που αναδύεται ενώπιον μας σε σχέση με την στάση του κατηγορούμενου απέναντι στο Νόμο είναι τέτοια που δεν αποκαλύπτει στοιχεία ατόμου με διάθεση, πλέον, συμμόρφωσης με αυτόν. Παρά το γεγονός ότι και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις που αυτός καταδικάστηκε για αδικήματα που διέπραξε κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, δόθηκε στον κατηγορούμενο, στη μία περίπτωση το ευεργέτημα της μείωσης της ποινής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στην άλλη η αναστολή της ποινής από το Δικαστήριο, ο τελευταίος, όχι μόνο δεν εκμεταλλεύθηκε τις ευκαιρίες που η συντεταγμένη πολιτεία του προσέφερε για μια νέα αρχή, αλλά με τη στάση και συμπεριφορά του παρουσιάζεται δυστυχώς να επιδεικνύει ροπή στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης. Συνεκτιμώντας όλα όσα πιο πάνω παραθέσαμε και συζητήσαμε, αποτελεί κατάληξη μας ότι, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και το σύνολο των ελαφρυντικών περιστάσεων που τέθηκαν υπόψη μας, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, και τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη τους, την ποσότητα της κοκαίνης (438.9217 γρ.) την οποία κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα, όπως και τις ποσότητες της φαινακετίνης (72.5432 γρ.) και της λεβαμισόλης (230.4420 γρ.) τις οποίες κατείχε χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της υπό εξέταση περίπτωσης, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου στην παρούσα υπόθεση στην οποία προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοια σοβαρά αδικήματα. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής, βέβαια, ο οποίος λειτουργεί ως τέτοιος, τόσο σε σχέση με τον ίδιο τον κατηγορούμενο και την τιμωρία του όσο και προς παραδειγματισμό άλλων, επίδοξων παραβατών, θα πρέπει παράλληλα να ανταποκρίνεται στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και την προσωπικότητα του κατηγορούμενου, χωρίς ταυτόχρονα η ποινή να είναι εξοντωτική, στερώντας στον τελευταίο από τη δυνατότητα να ζήσει μια όσο το δυνατό φυσιολογική ζωή μετά την αποφυλάκιση του. Εξαντλώντας προς όφελος του κατηγορούμενου κάθε περιθώριο επιείκειας υπό τις περιστάσεις, κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές τις οποίες και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο: 2η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης πέντε
(5)ετών. 3η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης δέκα
(10)ετών. 4η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ
(18)μηνών. 5η κατηγορία: Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ
(18)μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Απασχολεί το ζήτημα κατά πόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, δικαιολογείται η ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο στην προαναφερόμενη υπόθεση 19024/2013, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία αποτελεί μία από τις προηγούμενες καταδίκες του, καθότι τα αδικήματα που αφορούν τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης διαπράχθηκαν εντός της τριετούς περιόδου αναστολής. Παρόμοιος προβληματισμός, σε σχέση με την ποινή φυλάκισης που μειώθηκε ως αποτέλεσμα προεδρικής χάρης που απονεμήθηκε στον κατηγορούμενο, δεν τίθεται, αφού ως σωστά έχουν ομονοήσει οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, η προεδρική χάρη μείωσης της ποινής του κατηγορούμενου δόθηκε χωρίς να τεθεί οποιοσδήποτε όρος ή προϋπόθεση. Ως εκ τούτου, στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν τίθεται θέμα αυτόματης ενεργοποίησης της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης, μέσω της παραχωρηθείσας μείωσης εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας, στην υπόθεση 3117/2007 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Το άρθρο 4
(1)του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε, δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο ή την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος ή να μη λάβει κανένα μέτρο σχετικά με την ανασταλείσα ποινή. Ως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409, η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Η αναστολή αναβάλλει την εκτέλεση της ποινής, δεν αλλοιώνει όμως τη φύση της. Σε περίπτωση παράβασης των όρων αναστολής, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διατάχθηκε η αναστολή καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για μη ενεργοποίηση της φυλάκισης, εξαφανίζεται. Στην υπόθεση Λουκά ν. Αστυνομίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 141, λέχθηκε πως σε περίπτωση παράβασης των όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα της παράβασης μειώνεται, εξ αιτίας οποιωνδήποτε περιστάσεων. Η ενεργοποίηση δε, δεν συνδέεται με την ομοιότητα των αδικημάτων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52, η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής διατάσσεται κατά κανόνα, εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων. Στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 κρίθηκε από το Εφετείο, υπό τις περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης, ότι η ενεργοποίηση κάποιου μέρους της ποινής, καθίσταται επιβεβλημένη για να μην απολέσει η φυλάκιση με αναστολή το νόημά της και για να μην εξασθενίσει ή εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητα της. Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν τέθηκε υπόψη μας οποιαδήποτε δικαιολογία ή ελαφρυντικό για την παράβαση του όρου της αναστολής. Ούτε από τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έγιναν αποδεκτά, εντοπίζουμε οποιαδήποτε περιστατικά που να μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης ή να καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος σε πρότερο χρόνο απόλαυσε το ευεργέτημα της μείωσης της ποινής φυλάκισης του, αποτέλεσμα της προεδρικής παρέμβασης, όχι μόνο διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε στο πλαίσιο της υπ' αριθμό 19024/2013 υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, για τα οποία η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης αναστάληκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο, αλλά προχώρησε στη διάπραξη νέων αδικημάτων, ίδιας φύσης με τα προηγούμενα, μόλις 13 περίπου μήνες αφότου του παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο το «ευεργέτημα» της τριετούς αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα πλαίσια της υπόθεσης υπ' αριθμό 19024/2013, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το γεγονός τούτο, από μόνο του και ελλείψει οποιασδήποτε εξήγησης, καταδεικνύει δυστυχώς, ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε ούτε φαίνεται να εκτίμησε δεόντως την ευκαιρία που του δόθηκε για δεύτερη φορά από το Δικαστήριο. Επανήλθε στην εγκληματική δράση, διαπράττοντας τα επίδικα, ομοειδή αδικήματα. Το υπόβαθρο για την αναστολή και οι λόγοι της μη ενεργοποίησης της αρχικής ποινής που επιβλήθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης 19024/2013, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δεν υφίσταται πλέον. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, όπως και το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αναστολή της ποινής από το Δικαστήριο μέχρι τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, (13 περίπου μήνες) και τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία επιβολής της ανασταλείσας ποινής στο πλαίσιο της υπόθεσης 19024/2013, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, μέχρι σήμερα, (22 περίπου μήνες) δεν θεωρούμε ότι αυτές είναι τέτοιες που καθιστούν άδικη, με οποιονδήποτε τρόπο, την ενεργοποίηση της ποινής. Ως έχει ήδη σημειωθεί, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη ότι η συνολική ποινή, δηλαδή η ποινή για τη βασική υπόθεση και η ενεργοποιημένη ποινή, δεν πρέπει να είναι υπερβολική (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 546, Χριστοφίδης (ανωτέρω) και Παραχρίστου (ανωτέρω) Υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και τον κατηγορούμενο, μη ενεργοποίηση μέρους τουλάχιστον της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης, θα οδηγούσε, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Χριστοφίδης (ανωτέρω), στην απώλεια του νοήματος που έχει η ποινή φυλάκισης με αναστολή και στην εξασθένηση της ή στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας της ως σωφρονιστικού μέτρου. Αποτελεί κατάληξη μας ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι και δίκαιο και επιβεβλημένο όπως ενεργοποιήσουμε μέρος της παλαιότερης ποινής που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, έχοντας πάντα κατά νου τις αρχές της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής. Διατάσσουμε ως εκ τούτου την ενεργοποίηση τεσσάρων
(4)μηνών της ανασταλείσας ποινής που επιβλήθηκε στην πρώτη κατηγορία στα πλαίσια της υπόθεσης 19024/2013, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ποινή η οποία συνέτρεχε με τις υπόλοιπες επιβληθείσες ποινές στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης. Η έκτιση της ενεργοποιηθείσας ποινής θα είναι διαδοχική των ποινών που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, να συνυπολογιστεί και ανάλογα οι επιβληθείσες ποινές στην παρούσα υπόθεση μειώνονται, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Οι επίδικες ναρκωτικές ουσίες και τα φαρμακευτικά προϊόντα κατάσχονται. Να καταστραφούν με τις δέουσες διαδικασίες, εντός 60 ημερών από την πάροδο της προθεσμίας έφεσης, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Τα έξοδα της διαδικασίας, ύψους €120,00, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο