← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ροδοσθένη Ροδοσθένους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10193/12, 28/9/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ροδοσθένη Ροδοσθένους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10193/12, 28/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10193/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Ροδοσθένη Ροδοσθένους
  2. Γεώργιου Πέρδικου Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.9.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Περγαντή Για τον 1ο κατηγορούμενο: κ. Κορακίδης Για το 2ο κατηγορούμενο: κα Σαββίδου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία) και τέλος, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία). Επιπλέον, ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και τις εξής κατηγορίες: Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε και ΚΔΠ 312/07 (4η κατηγορία), οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με μαθητική άδεια, χωρίς συνοδεία προσώπου που να κατέχει ισχύουσα άδεια (5η κατηγορία), χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (6η κατηγορία) και τέλος, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (7η κατηγορία). Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, καταλογίζεται στους κατηγορούμενους ότι στις 6 Οκτωβρίου, 2011, στην Πάφο, συνωμότησαν μεταξύ του να διαπράξουν τα κακουργήματα που αναφέρονται στις επόμενες κατηγορίες. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 6 Οκτωβρίου, 2011, στην οδό Αντρέα Δημητρίου στην Πάφο, παράνομα προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στον Ιωάννη Βάννα, από την Πάφο. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία, επιτέθηκαν εναντίον του Ιωάννη Βάννα, από την Πάφο και του προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, την οποία αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος, του καταλογίζεται ότι στις 6 Οκτωβρίου, 2011, στην οδό Αντρέα Δημητρίου στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KZJ 265 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγο χρόνο επί της οδού. Στο σημείο αυτό, να επισημάνω ότι ακροαματική διαδικασία διεξάχθηκε μόνο για τις πρώτες τέσσερεις κατηγορίες και τούτο, επειδή ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες 5, 6 και
  3. Προς απόδειξη των υπό κρίση κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 494 Μάριο Φιλίππου, τον παραπονούμενο Ιωάννη Βάννα, τη γιατρό Χρυστάλλα Πρέστου, το συνάδελφό της Παναγιώτη Παπαδόπουλο, και τέλος, τον αστυφύλακα 2456 Μάριο Κωνσταντινίδη (Μ.Κ.1 μέχρι 5, αντίστοιχα). Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία σ' όλες τις κατηγορίες και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, ο 1ος κατάθεσε ενόρκως, ενώ ο 2ος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Προς υπεράσπισή τους παρουσίασαν ως μάρτυρα, την Αλεξία Σχίζα (Μ.Υ.1) Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περικλείεται στις δυο γραπτές καταθέσεις (τεκμήριο 9 και 10) του παραπονούμενου Ιωάννη Βάννα (Μ.Κ.2), το περιεχόμενο των οποίων υιοθετήθηκε από αυτόν για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας εργάζεται στο Τμήμα οδικών Μεταφορών Πάφου και από το 2007 είναι εξεταστής οδηγών. Στις 6/10/2011 γύρω στις 12:00 πήγε στο γραφείο του ο 1ος κατηγορούμενος, ηλικίας, 18 περίπου ετών προκειμένου να εξεταστεί για σκοπούς απόκτησης κανονικής άδειας οδηγού αυτοκινήτου, τύπου σαλούν. Αφού ολοκληρώθηκε η προφορική εξέταση πάνω στα σήματα τροχαίας, διάρκειας πέντε περίπου λεπτών, ακολούθως, οι δυο τους μπήκαν στο εκπαιδευτικό όχημα για να γίνει και η πρακτική εξέταση. Η πρακτική εξέταση συνίστατο σε οδήγηση και έγινε με το εκπαιδευτικό όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΤΤ
  4. Ξεκίνησε στις 12:15 και ολοκληρώθηκε στις 13:
  5. Μετά το πέρας της, ο παραπονούμενος και ο 1ος κατηγορούμενος επέστρεψαν στο γραφείο του πρώτου, ο οποίος ενημέρωσε το δεύτερο ότι απότυχε στην πρακτική εξέταση, επειδή, κατά τη διάρκειά της υπέπεσε σε σοβαρές τροχαίες παραβάσεις, τις οποίες του ανάφερε. Ο κατηγορούμενος, παρότι διαμαρτυρήθηκε σε ήρεμο ύφος γι' αυτή την εξέλιξη, εντούτοις αναχώρησε από το γραφείο του παραπονούμενου, χωρίς να συμβεί οποιοδήποτε επεισόδιο μεταξύ τους. Το ίδιο έγινε και όταν πέντε λεπτά αργότερα, ο κατηγορούμενος επανήλθε και διαμαρτυρήθηκε στον παραπονούμενο, σε έντονο ύφος αυτή τη φορά επειδή τον «έκοψε», λέγοντάς του απλώς ότι ο δάσκαλός του τού είχε πει ότι «κόπηκε για μαλακίες και όχι για σοβαρούς λόγους.» Γύρω στις 13:55, ο παραπονούμενος ξεκίνησε και πάλι από το γραφείο του με το εκπαιδευτικό όχημα με σκοπό την πρακτική εξέταση της Αλεξίας Σχίζα (Μ.Υ.1) για απόκτηση άδειας οδηγού. Πέντε περίπου λεπτά αργότερα και ενώ ο ίδιος βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού με οδηγό τη Σχίζα και κινούνταν στο δρόμο με ευθεία πορεία, ο παραπονούμενος είδε στα αριστερά του σε πάροδο σταματημένο το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KZJ 265, τύπου σαλούν, με οδηγό τον 1ο κατηγορούμενο και συνοδηγό το 2ο κατηγορούμενο. Με το που πέρασαν την πάροδο είδε το εν λόγω όχημα να τους ακολουθεί. Όταν έστριψαν αριστερά στην οδό Αντρέα Δημητρίου, στην Πάφο, ο 1ος κατηγορούμενος, οδηγώντας το παραπάνω όχημα, αφού τους προσπέρασε, σταμάτησε απότομα μπροστά τους. Στη συνέχεια κατέβηκε από το όχημά του και αφού χτύπησε την πόρτα του οχήματος του παραπονούμενου και ακολούθως την άνοιξε, του είπε πως ήθελε να του δώσει άδεια οδηγού. Ο παραπονούμενος, του είπε να πάνε στο γραφείο του για να μιλήσουν ήρεμα και για το σκοπό αυτό, ο ίδιος κατέβηκε από τη θέση του συνοδηγού και κάθισε στη θέση του οδηγού. Κάποια στιγμή, ο 1ος κατηγορούμενος, τον τράβηξε με τα χέρια του έξω από το αυτοκίνητο οπότε τόσο αυτός όσο και ο 2ος κατηγορούμενος άρχισαν να το χτυπούν με τα χέρια και τα πόδια σε διάφορα μέρη του σώματός του. Προσπάθησε να αμυνθεί από τα χτυπήματά τους, προστατεύοντας το πρόσωπό του με τα χέρια του. Από τα χτυπήματα τους στο πρόσωπό του κόπηκε ένα μικρό κομμάτι δοντιού στην άνω γνάθο. Αυτοί, τον είχαν ρίξει κάτω στο έδαφος και το χτυπούσαν σ' όλο του το σώμα. Κάποια στιγμή παρενέβησαν κάποιοι περαστικοί για να το βοηθήσουν. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι έφυγαν από το μέρος, ενώ ο ίδιος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι και τις 10/10/2011 που πήρε εξιτήριο. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του παραπονούμενου, ο 1ος κατηγορούμενος, στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 16), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, τα οποία συνθέτουν και την εκδοχή του αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, το οποίο, θα πρέπει να σημειωθεί πως, ότι έλαβε χώρα αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών: Μετά την εξέτασή του για άδεια οδήγησης, ο παραπονούμενος τον «έκοψε» εντελώς αδικαιολόγητα. Όταν επέστρεψαν στο γραφείο του και άρχισε να το ρωτά γιατί απέτυχε κάποιο άλλο άτομο επενέβηκε με απότομο ύφος και του έκανε παρατήρηση οπότε και έφυγε. Κανένα έγγραφο του έχει δοθεί σε σχέση με την αποτυχία του μα ούτε και του εξηγήθηκε ο λόγος της. Όταν ενημέρωσε το δάσκαλό του, αυτός, του είπε πως ήταν τακτική του παραπονούμενου να αποτυγχάνουν αδικαιολόγητα οι νεαροί στις εξετάσεις οδήγησης. Μετά την αποτυχία του ένοιωθε πως είχε αδικηθεί και το βασάνιζε το τι είχε συμβεί, αλλά σε καμιά περίπτωση ήθελε να βρει τον παραπονούμενο για να τον τιμωρήσει. Γύρω στις 2:00 το μεσημέρι ξεκίνησε από τη Γεροσκήπου για να πάρει τη μικρή του αδελφή στο φροντιστήριο και στο δρόμο βρήκε το 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος του ζήτησε να τον πάρει σε κάποιο φίλο του. Αργότερα και ενώ οδηγούσε πρόσεξε τον παραπονούμενο να είναι συνοδηγός σ' ένα αυτοκίνητο και στιγμιαία αποφάσισε να τον ακολουθήσει για να του ζητήσει εξηγήσεις για την προηγούμενη αποτυχία του. Σε κάποιο σημείο προσπέρασε το αυτοκίνητό του, αλλά σταμάτησε το δικό του, μόνο όταν πρόσεξε πως είχε σταματήσει το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Κατέβηκε και πήγε στην πλευρά του συνοδηγού του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο παραπονούμενος, στον οποίο μίλησε ευγενικά, του εξήγησε πως ήταν φτωχός και πως ήταν πρόβλημα για τον ίδιο που τον «έκοψε» και του ζήτησε να του πει γιατί τον «έκοψε» αφού δεν είχε κάμει κάποιο λάθος. Ήταν πολύ ευγενικός μαζί του και απολογήθηκε στην κοπέλα που ήταν οδηγός. Ήλπιζε ότι ο παραπονούμενος θα ήταν ειλικρινής μαζί του και θα του έδιδε κάποια εξήγηση, με τον ίδιο καλό τρόπο που του μιλούσε και εκείνος. Ο παραπονούμενος, του ζήτησε επιτακτικά να σταθμεύσουν τα αυτοκίνητά τους πιο μπροστά και να μιλήσουν. Αφού μετακινήθηκαν τα αυτοκίνητα, ο παραπονούμενος άλλαξε θέση με την κοπέλα. Ο ίδιος πήγε στην πλευρά του συνοδηγού που είχε πάει η κοπέλα και συνέχισε να είναι ευγενικός. Δεν ύβρισε μα ούτε και απείλησε τον παραπονούμενο και δεν ήταν επιθετικός. Εκείνος τον αγνοούσε. Ο ίδιος πήγε στην πλευρά του οδηγού και άνοιξε την πόρτα. Ο παραπονούμενος θύμωσε, κατέβηκε, τον κλώτσησε και κινήθηκε επιθετικά οπότε άρχισε καβγάς μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια του καβγά προσπάθησε να σταματήσει αλλά ο παραπονούμενος συνέχιζε να του επιτίθεται ακόμη και όταν ο 2ος κατηγορούμενος προσπαθούσε να τους χωρίσει. Σε λίγο έφθασε ένα κόκκινο διπλοκάμπινο που πρέπει να είχε καλέσει ο παραπονούμενος, από το οποίο κατέβηκαν κάποιοι κρατώντας κάτι. Ο καβγάς σταμάτησε, ο παραπονούμενος πήγε στο μέρος των προσώπων που κατέβηκαν από το διπλοκάμπινο, ενώ ο ίδιος καθώς και ο 2ος κατηγορούμενος έφυγαν. Επειδή, ο 1ος κατηγορούμενος, με τη γραπτή του δήλωση υιοθέτησε ως αληθές το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 4), θα αναφερθώ σ' αυτή αργότερα και συγκεκριμένα, στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Η εκδοχή του 2ου κατηγορούμενου για το ίδιο περιστατικό περικλείεται στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωσή του: «Είμαι αθώος, δεν έκανα τίποτα από αυτά που με κατηγορούν, εγώ επενέβηκα στο χώρο ανάμεσα στον κ. Βάννα και Ροδοσθένη για να τους χωρίσω. Υιοθετώ την κατάθεσή μου όπως είναι τεκμήριο στο Δικαστήριο. Είμαι αθώος.» Πρόκειται για την ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 5), η κατάθεση την οποία υιοθέτησε με την ανώμοτη δήλωσή του ο 2ος κατηγορούμενος, στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στις 6/11/2011 γύρω στις 13:35 ενώ βρισκόταν σε ένα internet cafe στη Γεροσκήπου είδε να περνά απ' εκεί με το αυτοκίνητό του ο 1ος κατηγορούμενος. Του έκανε σήμα να σταματήσει, αυτός σταμάτησε οπότε και το ρώτησε αν μπορούσε να τον πάρει σε κάποιο φίλο του. Ο 1ος κατηγορούμενος, του είπε ότι θα τον έπαιρνε οπότε και μπήκε στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν για το σπίτι του φίλου του. Καθοδόν, ο 1ος κατηγορούμενος, του είπε πως ήταν πολύ νευριασμένος, επειδή προηγουμένως είχε πάει test για άδεια οδήγησης και ο εξεταστής τον «έκοψε». Ενώ βρίσκονταν σε κάποια πάροδο, ο 1ος κατηγορούμενος είδε μπροστά του τον εξεταστή (δηλαδή τον παραπονούμενο) ως συνοδηγό σ' ένα όχημα. Αφού του ανάφερε ποιος ήταν και τον πλησίασε, στη συνέχεια τον προσπέρασε. Αφού μπήκε μπροστά του και του έκοψε το δρόμο, τότε, το όχημα του παραπονούμενου, το οποίο οδηγείτο από μια κοπέλα (την Αλεξία Σχίζα) ακινητοποιήθηκε. Αφού οι δυο τους κατέβηκαν από το αυτοκίνητο κινήθηκαν προς το μέρος του παραπονούμενου, ο οποίος καθόταν στην πόρτα του συνοδηγού. Όταν ο 1ος κατηγορούμενος πλησίασε την πόρτα άρχισε να ζητά εξηγήσεις από τον παραπονούμενο για το λόγο που τον είχε κόψει. Κάποια στιγμή, ο 1ος κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και αφού ο παραπονούμενος βγήκε από το αυτοκίνητο, τον κλώτσησε στα πόδια. Μετά από αυτό, ο 1ος κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Συγκεκριμένα άρχισε να το χτυπά με τα χέρια και τα πόδια σε διάφορα μέρη του σώματος. Ο παραπονούμενος αντέδρασε και άρχισε κι αυτός να το χτυπά με τα χέρια και τα πόδια. Τότε ο ίδιος επενέβηκε για να τους χωρίσει κάτι που έγινε μετά που το είχε επιχειρήσει δυο με τρεις φορές. Δε θυμάται κατά πόσο χτύπησε τον παραπονούμενο την ώρα που επενέβηκε για να τους χωρίσει μα ούτε κι αν ο παραπονούμενος χτύπησε τον ίδιο κατά τον ίδιο χρόνο. Αφού κατάφερε και τους χώρισε, στη συνέχεια μπήκε στο αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου και φύγανε. Δε θυμάται κατά πόσο χτύπησε τον παραπονούμενο, στην προσπάθειά του να το χωρίσει από τον καβγά. Ο ίδιος νομίζει πως δε χτυπήθηκε από αυτό. Τη στιγμή που επενέβηκε για να τους χωρίσει δέχτηκε μια γροθιά στο πρόσωπο από τον παραπονούμενο, πιστεύει κατά λάθος. Τότε αντέδρασε και του χτύπησε και ο ίδιος με γροθιά στο πρόσωπο. Ωστόσο, δεν επιθυμεί να εξεταστεί από γιατρό επειδή δεν έπαθε απολύτως τίποτε. Ούτε και έχει παράπονο εναντίον του παραπονούμενου για τη γροθιά που του έδωσε επειδή πιστεύει ότι το χτύπησε κατά λάθος. Όταν ο 1ος κατηγορούμενος, του είπε πως είδε μπροστά τους τον παραπονούμενο, ο ίδιος του είπε να προχωρήσουν και να μην του δώσει καμιά σημασία. Αυτός δεν του άκουσε και αφού τον προσπέρασε στη συνέχεια του έκοψε την πορεία. Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία προστίθενται και τα εξής: Όταν ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για τις επίδικες κατηγορίες (βλ. το τεκμήριο 7 η γραπτή κατηγορία) και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε ως εξής: «Εγώ εν έκαμα έτσι πράμα. Με κτύπησε και τον κτύπησα πίσω.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον 1ο κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, καθόλα σχετικά είναι όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και την Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 καθώς και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016. Αναφορικά με το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων των κατηγορούμενων λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Σε ό, τι αφορά την ανώμοτη δήλωση του 2ου κατηγορούμενου και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Βλέπε και την Iddin (ανωτέρω), στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παραπέμπω ακόμη και στην εντελώς πρόσφατη απόφαση, από την υπόθεση Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, όπου, με αναφορά στην Anastasiades (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι, σε ό, τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήνει τον εαυτό του να δει τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του με διαφορετικό φως. Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.κ). Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Προτού υπεισέλθω στο έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας θα ήθελα να επισημάνω τα εξής: Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι το επίδικο περιστατικό καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του πρακτορείου με την ονομασία «Bet Shop», ιδιοκτησίας του Μιχάλη Χριστοφή. Ο σχετικός ψηφιακός δίσκος (στο εξής «βίντεο») καθώς και πιστό αντίγραφό του (τεκμήρια 2 και 3, αντίστοιχα) παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.1). Αποτελεί δε κοινό παραδεκτό γεγονός, ότι το εν λόγω βίντεο αποτυπώνει το επίδικο περιστατικό. Σε συνδυασμό και με διάφορα άλλα παραδεκτά γεγονότα που αφορούν στα πρόσωπα καθώς και οχήματα που εμφαίνονται στο βίντεο είναι σαφές, ότι, η κρίση μου επί της αξιοπιστίας ως μαρτύρων, όσων ήταν παρόντες κατά το επίδικο περιστατικό και κατ' επέκταση, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων, σε σημαντικό βαθμό εδράζονται στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεκμηρίου, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί ασφαλώς πραγματική μαρτυρία, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και τον έλεγχο της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου, Γεωργαλλά και Γεωργίου, ανωτέρω). Με αυτό δεδομένο είναι σαφές, ότι το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας όσων κατάθεσαν στην υπόθεση ως αυτόπτες μάρτυρες κατά το επίδικο περιστατικό καθίσταται πολύ πιο εύκολο και απλό απ' ό, τι θα ήταν σε διαφορετική περίπτωση. Ο αστυφύλακας 494 Μάριος Φιλίππου (Μ.Κ.1) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Το σύνολο των ενεργειών του περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτό για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ο μάρτυρας απαντούσε με αμεσότητα, απλότητα, σταθερότητα και ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και αντεξεταζόμενος, παρότι σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε - καθ' όλα βάσιμα και δικαιολογημένα - και μάλιστα, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, εντούτοις, δεν μπορώ να πω ότι πρόκειται για μάρτυρα, ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να ψευσθεί ή να παραποιήσει τα γεγονότα. Είναι γεγονός, ότι, μέρος όσων ανάφερε για το επίδικο περιστατικό είναι σε αντίθεση με το περιεχόμενο του επίδικου βίντεο (τεκμήρια 2 και 3) το περιεχόμενο του οποίου - για να επαναλάβω - αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι αποτυπώνει το εν λόγω περιστατικό. Παρόλα αυτά αποδίδω το γεγονός αυτό, στο ότι το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα - διάρκειας μερικών μόλις δευτερολέπτων - σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι το επίμαχο βίντεο που το αποτυπώνει, ιδιαίτερα κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είναι ιδιαίτερα ευκρινές, οπότε εύκολα μπορεί να παρερμηνευθεί. Ομολογώ πως, για τις ανάγκες ετοιμασίας της απόφασής μου, προκειμένου να το αναγνώσω ορθά και να είμαι σε θέση να αντιληφθώ με απόλυτη βεβαιότητα το περιεχόμενό του, χρειάστηκε να το δω πάρα πολύ προσεκτικά, κυριολεκτικά, αμέτρητες φορές. Μάλιστα, δεν το κρύβω, ότι, την πρώτη φορά που το είχα δει κατά τη δίκη, όταν μετά δυσκολίας κατέστη δυνατή η προβολή του, σε σημαντικό βαθμό, το ανάγνωσα εσφαλμένα, όπως και ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατά τα λοιπά, στο βαθμό που ο μάρτυρας έχει αμφισβητηθεί από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων, αυτό έγινε με έωλες υποβολές, που ως γνωστό υπέχουν μηδενικής αποδεικτικής αξίας, χωρίς να μου διαφεύγει ότι, η μαρτυρία του, σε σημαντικό, είτε παρέμεινε αναντίλεκτη είτε ακόμη επιβεβαιώνεται και/ή ενισχύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία και κυρίως από την πραγματική μαρτυρία. Ακολουθεί ότι, στην έκταση που έχει αναφερθεί η μαρτυρία του εξεταστή γίνεται αποδεκτή. Η Χρυσταλλα Πρέστου (Μ.Κ.3) είναι γιατρός στο τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Η ουσία της μαρτυρίας της περιέχεται στο ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε για τον παραπονούμενο (τεκμήριο 12), από το οποίο προκύπτει ότι αυτός εξετάστηκε από τη μάρτυρα, στις 6/10/2011 και ώρα 14:
  1. Στις διαπιστώσεις της μάρτυρος θα αναφερθώ αργότερα. Για ό, τι μας αφορά στο παρόν στάδιο, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι, η μάρτυρας αντεξετάστηκε σε πολύ περιορισμένη έκταση από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί για οτιδήποτε ανάφερε ή αναφέρει στο παραπάνω πιστοποιητικό. Επομένως, η μαρτυρία της γίνεται συνολικά αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Μ.Κ.4), είναι διευθυντής της χειρουργικής κλινικής στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Η ουσία της μαρτυρίας και αυτού περιέχεται στο ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε για τον παραπονούμενο, στις 20/10/2011, από το οποίο προκύπτει - μεταξύ άλλων -, ότι ο παραπονούμενος προσήλθε στο τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, στις 6/10/2011 (ουσιώδης χρόνος) μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό, όπου και παρέμεινε μέχρι και τις 10/10/2011 που του χορηγήθηκε εξιτήριο, φαρμακευτική αγωγή και αναρρωτική άδεια, για περίοδο 10 ημερών. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε καθόλου από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων, επομένως η μαρτυρία και αυτού γίνεται αποδεκτή. Στο περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού που εξέδωσε για τον παραπονούμενο, επίσης, θα αναφερθώ και αργότερα. Η μαρτυρία του αστυφύλακα 2456 Μάριου Κωνσταντινίδη (Μ.Κ.5) είναι καθαρά τυπική. Ο μάρτυρας, όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 14), στις 7/10/2011 κατηγόρησε γραπτώς τον 1ο κατηγορούμενο, επί το ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό KZJ 265, πρώτο, αλόγιστα και επικίνδυνα θέτοντας σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές ή περιουσία, δεύτερο, με μαθητική άδεια οδηγού, χωρίς να συνοδεύεται από αδειούχο πρόσωπο με κανονική άδεια, πέραν των πέντε ετών και τρίτο, χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλειας. Βλέπε το τεκμήριο 15, η γραπτή κατηγορία. Ούτε και αυτός αντεξετάστηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των κατηγορούμενων. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, ασφαλώς, υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας - περιλαμβανομένης και της ανώμοτης δήλωσης του 2ου κατηγορούμενου - και ιδιαίτερα, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του επίμαχου βίντεο, το περιεχόμενο του οποίου - επαναλαμβάνω για μια φορά ακόμη - αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι αποτυπώνει το επίδικο περιστατικό, είμαι βέβαιος, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα, εν μέρει, με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής και κατά τα λοιπά, με την εκδοχή της υπεράσπισης και κυρίως, του 2ου κατηγορούμενου, παρότι αυτός, αφού κλήθηκε σε απολογία σ' όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, με περιεχόμενο (ως ανωτέρω). Δηλώνω ευθέως, ότι, τόσο ο παραπονούμενος Ιωάννης Βάννας (Μ.Κ.2), όσο και ο 1ος κατηγορούμενος καθώς και η Αλεξία Σχίζα (Μ.Υ.1) που είναι και οι μόνοι που κατάθεσαν ενόρκως επί της ουσίας όσων διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, δεν μου έχουν κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Η μαρτυρία τους, σε σημαντικό βαθμό συγκρούεται ουσιωδώς με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την κρίση μου επί της αξιοπιστίας τους ως μαρτύρων, ως θέμα αρχής. Και αν για τον εξεταστή της υπόθεσης, για λόγους που έχουν αναφερθεί υπάρχει δικαιολογία, γι' αυτούς, ουδεμία δικαιολογία υπάρχει έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τους, εκ των πρωταγωνιστών του επίδικου περιστατικού, οι δυο πρώτοι και αναμφίβολα, για αυτόπτη μάρτυρά του, η δεύτερη, οι οποίοι είναι φανερό πως, ενώ γνώριζαν από πρώτο χέρι τι έγινε στον ουσιώδη χρόνο, επέλεξαν συνειδητά την καταφυγή στο ψεύδος, προκειμένου, για ευνόητους λόγους, να με πείσουν ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν με άλλο τρόπο απ' ό, τι στην πραγματικότητα. Επιπλέον και οι τρεις υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, ενώ ο 1ος κατηγορούμενος καθώς και η Αλεξία Σχίζα προέβαλαν και ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που παρέμειναν τελείως ατεκμηρίωτοι είτε τέλος που δεν τέθηκαν στον παραπονούμενο, για να του δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσει. Ειδικά για την Αλεξία Σχίζα προστίθεται και το γεγονός, ότι, αρκετές από τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ήταν σαφώς καθοδηγητικές. Αργότερα, ενδεχομένως θα αναφερθούν και διάφοροι άλλοι λόγοι, για τους οποίους δεν μπορώ να δεχθώ σημαντικό μέρος της μαρτυρίας των υπό αναφορά, ενώ αντίθετα είμαι διατεθειμένος να δεχθώ εκείνο το μέρος της μαρτυρίας τους που συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Συγκεκριμένα δέχομαι οτιδήποτε ανάφεραν το οποίο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας - περιλαμβανομένης και της ιατρικής μαρτυρίας - ή συνάδει με αυτή, είτε ακόμη που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, είτε τέλος, που συντίθεται από ισχυρισμούς, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι. Επειδή, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) η κρίση μου επί της αξιοπιστίας των τριών παρόντων μαρτύρων, κατά το επίδικο περιστατικό και κατ' επέκταση, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων, σε σημαντικό βαθμό εδράζονται στο περιεχόμενο του επίμαχου βίντεο (τεκμήρια 2 και 3) που αποτελεί και το μόνο αδιάψευστο μάρτυρα του περιστατικού θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ πρώτα στο περιεχόμενο του βίντεο και μετά σε οτιδήποτε άλλο. Εξάλλου και οι δυο πλευρές, στην προσπάθειά τους να με πείσουν να δεχτώ την εκδοχή τους, κατά βάση επικαλούνται το συγκεκριμένο βίντεο. Παρότι αυτό είναι μακράς διάρκειας, θα περιοριστώ σε εκείνο μόνο το μέρος του που θεωρώ χρήσιμο για τις ανάγκες της απόφασής μου. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης όσων ακολουθούν, εισαγωγικά να πω ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος είχε υποβάλει σε προφορική και πρακτική εξέταση τον 1ο κατηγορούμενο για απόκτηση κανονικής άδειας αυτοκινήτου, τύπου σαλούν κι αυτός απέτυχε. Η εξέταση ολοκληρώθηκε γύρω στις 13:00 και κατά τον κρίσιμο χρόνο, συγκεκριμένα, γύρω στις 13:55, ο παραπονούμενος υπόβαλλε σε ανάλογη εξέταση την Αλεξία Σχίζα. Τα γεγονότα αυτά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Προστίθενται και τα εξής, εν μέρει υπό μορφή επανάληψης: Η αναφορά σε πρόσωπα καθώς και σε οχήματα που ακολουθεί υπό την έννοια της ταυτότητας των προσώπων και οχημάτων που εμφαίνονται στο βίντεο κατέστη δυνατή, χάριν στη συνεργασία και των δυο πλευρών, αφού, τα στοιχεία αυτά δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Και κάτι ακόμη. Ο δρόμος στην οδό Αντρέα Δημητρίου στην Πάφο όπου έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό είναι ευθύς και δυο κατευθύνσεων, υπό την έννοια ότι είναι δυνατή ταυτόχρονα η διέλευση σ' αυτό δύο οχημάτων. Ένα σε κάθε κατεύθυνση. Υπεισέρχομαι τώρα στο περιεχόμενο του βίντεο. Στον ουσιώδη χρόνο, το εκπαιδευτικό αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚΤΤ 210, το οποίο ανήκει στην σχολή οδηγών «Σάββας» (στο εξής και ως «το όχημα του παραπονούμενου»), στο οποίο επέβαιναν, ο παραπονούμενος, στη θέση του συνοδηγού και η εξεταζόμενη Αλεξία Σχίζα, στη θέση του οδηγού, ακολουθώντας δυτική κατεύθυνση, όταν στις 13:57:18 επιχείρησε στροφή αριστερά για να εισέλθει στην οδό Αντρέα Δημητρίου στην Πάφο, ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο της μητέρας του με αριθμό εγγραφής KZJ 265, με συνοδηγό το 2ο κατηγορούμενο, ακριβώς πάνω στη στροφή που σχηματίζουν οι δυο δρόμοι, αφού προσπέρασε από δεξιά το όχημα του παραπονούμενου και εισήλθε στην οδό Αντρέα Δημητρίου, ακολούθως, οδηγώντας το όχημά του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αφού το έστριψε απότομα αριστερά και το επανέφερε στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, με το όχημα του παραπονούμενου να βρίσκεται ακριβώς πίσω από το δικό του, σε ελάχιστη απόσταση από αυτό, με το που εισήλθε στο ύψος της αριστερής πλευράς του δρόμου που διασταυρώνει την οδό Αντρέα Δημητρίου, με ανατολική κατεύθυνση, στις 13:57:27 σταμάτησε απότομα το όχημά του, εξαναγκάζοντας έτσι και τον παραπονούμενο να κάνει το ίδιο, ο οποίος σταμάτησε το όχημά του σε πολύ μικρή απόσταση λίγο πιο πίσω. Μετά από τρία δευτερόλεπτα και συγκεκριμένα, στις 13:57:30, ο 1ος κατηγορούμενος βγήκε απότομα από το αυτοκίνητό του και κατευθύνθηκε στη θέση του συνοδηγού του οχήματος του παραπονούμενου, όπου φθάνει στις 13:57:
  2. Ευθύς αμέσως κάνει το ίδιο και ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος - για να επαναλάβω - καθόταν στη θέση του συνοδηγού του οχήματος που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος. Στις 13:58:04, ένα αυτοκίνητο το οποίο ακολουθούσε την ίδια πορεία που ακολουθούσαν τα επίδικα οχήματα προτού σταματήσουν στην οδό Αντρέα Δημητρίου, όταν έφτασε στο ύψος τους, για να καταστεί δυνατή η διέλευσή του από το μέρος και να συνεχίσει την πορεία του, εισήλθε ολόκληρο και κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου. Πέντε δευτερόλεπτα αργότερα και συγκεκριμένα, στις 13:58:09 συνέβηκε ακριβώς το ίδιο και με κάποιο άλλο αυτοκίνητο. Και τα δυο αυτά οχήματα, εάν ήθελαν να στρίψουν αριστερά στο σημείο όπου είχε σταματήσει το όχημά του ο 1ος κατηγορούμενος, θα έπρεπε να καταλάβουν τη δεξιά πλευρά του συγκεκριμένου δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που θα ακολουθούσαν, με προφανή κίνδυνο, εάν τη στιγμή αυτή ερχόταν κάποιο όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, το οποίο ήθελε να εισέλθει στην οδό Αντρέα Δημητρίου, να υπάρξει σύγκρουση ανάμεσα στα δυο οχήματα. Για να συνεχίσω, στις 13:58:14, ο 2ος κατηγορούμενος πηγαίνει στην πόρτα του οδηγού του οχήματος του 1ου κατηγορούμενου, ενώ, ο παραπονούμενος, ακολουθούμενος από τον τελευταίο πηγαίνει στην πόρτα του οδηγού του δικού του οχήματος. Στις 13:58:20 ανοίγει την πόρτα, μπαίνει στο όχημά του και στις 13:58:25 κλείνει την πόρτα. Την ίδια περίπου ώρα, ο 2ος κατηγορούμενος μετακινεί το όχημα του 1ου κατηγορούμενου λίγο πιο μπροστά και στις 13:58:28 το σταθμεύει σχεδόν ολόκληρο στην αριστερή πλευρά του δρόμου πάνω στο πεζοδρόμιο. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο 1ος κατηγορούμενος φεύγει από το όχημα του παραπονούμενου και τρέχοντας ελαφρά πηγαίνει στο αυτοκίνητό του. Στις 13:58:32, ο 2ος κατηγορούμενος βγαίνει από το αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου και οι δυο τους στέκουν μπροστά από την πόρτα του οδηγού του οχήματός τους. Στις 13:58:38, ο παραπονούμενος μετακινεί το όχημά του λίγο πιο μπροστά και στις 13:58:45, το σταματά στο μέσο του δρόμου που διασταυρώνει την οδό Αντρέα Δημητρίου, περίπου στο σημείο όπου προηγουμένως βρισκόταν το αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου. Να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι, μέχρι και τις 13:59:05 εξακολουθούν να βρίσκονται στο ίδιο ακριβώς σημείο, δηλαδή, στην πόρτα του οδηγού του οχήματός τους. Όσα ακολουθούν αφορούν το πολύ σοβαρό, ομολογουμένως, περιστατικό που ακολούθησε για το οποίο οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης καθώς και αυτή της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ειδικότερα: Στις 13:59:30, ο 1ος κατηγορούμενος πηγαίνει στην πόρτα του συνοδηγού του οχήματος του παραπονούμενου. Στις 13:59:55, το ίδιο ακριβώς κάνει και ο 2ος κατηγορούμενος. Στις 14:00:20, ο παραπονούμενος, ο οποίος βρίσκεται στη θέση του συνοδηγού του οχήματός του βγαίνει έξω από αυτό και αφού κινείται από μπροστά του και φθάνει στην πόρτα του οδηγού, στις 14:00:29 την ανοίγει και μπαίνει μέσα στο αυτοκίνητο. Την ίδια ώρα, ο 2ος κατηγορούμενος, κάνοντας την ίδια κίνηση σταματά πίσω ακριβώς από την ίδια πόρτα, που ήταν ανοιχτή, σχηματίζοντας γωνία, 45 περίπου μοιρών. Στις 14:00:32, ενώ ο παραπονούμενος είναι όρθιος έξω από το αυτοκίνητό του, ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά του ο 1ος κατηγορούμενος, που προφανώς κινήθηκε από το πίσω μέρος του εν λόγω οχήματος και πήγε στο συγκεκριμένο σημείο, ο οποίος, στις 14:00:35 φαίνεται να τραβά τον παραπονούμενο και να το ρίχνει κάτω στο έδαφος, με το 2ο κατηγορούμενο να σκύβει προς το μέρος τους και να προσπαθεί να μην επιτρέψει από τη μια, στον παραπονούμενο να σηκωθεί και από την άλλη, στον 1ο κατηγορούμενο να χτυπήσει τον τελευταίο με γροθιά. Και ενώ σχεδόν ταυτόχρονα και συγκεκριμένα, στις 14:00:41, ο 2ος κατηγορούμενος απωθεί τον 1ο κατηγορούμενο από τον παραπονούμενο πίσω από το όχημα του τελευταίου, αυτός, με μια αστραπιαία κίνηση εγείρεται από το έδαφος όπου βρισκόταν και τρέχοντας, κυνηγά τους κατηγορούμενους στο σημείο όπου είχαν πάει πια, πίσω από το όχημά του. Εκεί, μεταξύ του 1ου κατηγορούμενου και του παραπονούμενου ακολουθεί πάλη μερικών δευτερολέπτων. Και ενώ οι δυο τους είναι στο έδαφος και παλεύουν, στις 14:00:57 διακρίνεται ανάμεσά τους ο 2ος κατηγορούμενος. Με το που εγείρονται οι δυο πρώτοι και συγκεκριμένα, στις 14:00:59, ο παραπονούμενος επιχειρεί να δώσει μια κλοτσιά στον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος, τη στιγμή αυτή βρίσκεται έξω από την πίσω πόρτα του οχήματος του παραπονούμενου, στη πλευρά του συνοδηγού. Δυο δευτερόλεπτα αργότερα και συγκεκριμένα, στις 14:01:01, ο 2ος κατηγορούμενος βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στους άλλους δυο και ανοίγοντας τα χέρια του προσπαθεί να τους εμποδίσει να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους, όπως ήταν η επιδίωξή τους. Την ίδια ώρα εμφανίζεται στην οδό Αντρέα Δημητρίου το κόκκινο διπλοκάμπινο αυτοκίνητο, το οποίο, στις 14:01:05 σταματά σχεδόν εξ επαφής, δεξιά του οχήματος του παραπονούμενου, σύμφωνα με την πορεία και των δυο οχημάτων. Από τη στιγμή αυτή μέχρι και τις 14:01:19, ο 2ος κατηγορούμενος, σπρώχνοντας τον 1ο κατηγορούμενο, τον οδηγεί προς το αυτοκίνητό του προκειμένου να τον εμποδίσει από το να επιτεθεί στον παραπονούμενο. Στις 14:01:28, οι κατηγορούμενου μπαίνουν στο αυτοκίνητο τους, με τον 1ο κατηγορούμενο στη θέση του οδηγού. Στις 14:01:35 αναχωρούν από το μέρος. Από τις 14:01:41 μέχρι και τις 14:01:45 οι τρεις επιβαίνοντες στο διπλοκάμπινο όχημα βγαίνουν έξω από αυτό. Μετά από δυο δευτερόλεπτα, οι κατηγορούμενοι επιστρέφουν με την όπισθεν και το όχημά τους σταματά περίπου στο ίδιο σημείο που βρισκόταν προτού αναχωρήσει από το μέρος. Στις 14:01:53, οι κατηγορούμενοι καταβαίνουν από το αυτοκίνητό τους και στις 14:02:00 συναντώνται με τα δυο από τα τρία πρόσωπα που προηγουμένως επέβαιναν στο διπλοκάμπινο, περίπου στο μέσο της απόστασης μεταξύ των οχημάτων τους και όλοι φαίνονται να κουβεντιάζουν μεταξύ τους ήρεμα. Στις 14:02:09, οι κατηγορούμενοι φεύγουν από το σημείο αυτό και μπαίνουν στο αυτοκίνητό τους, με τον 1ο κατηγορούμενο να κάθεται και πάλι στη θέση του οδηγού. Οι δυο από τους τρεις οι οποίοι επέβαιναν στο διπλοκάμπινο, τους ακολουθούν και όταν φθάνουν έξω από την πόρτα του οδηγού του οχήματος του 1ου κατηγορούμενου φαίνονται να συζητούν και πάλι μαζί του ήρεμα. Όταν στις 14:02:32 πλησιάζει στο μέρος και το τρίτο πρόσωπο που προηγουμένως επέβαινε στο διπλοκάμπινο, οι κατηγορούμενοι αναχωρούν οριστικά από το μέρος. Και ενώ όλα παραπάνω γεγονότα δεν επιδέχονται ίχνος αμφισβήτησης, ας δούμε και τι ανάφεραν συναφώς με αυτά, ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2), ο 1ος κατηγορούμενος και η Αλεξία Σχίζα (Μ.Υ.1). Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τον παραπονούμενο, ο οποίος για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο των δυο γραπτών καταθέσεών του στην Αστυνομία (τεκμήρια 9 και 10), στην πρώτη, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Ενώ όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο βίντεο, το επίδικο περιστατικό αποτελείται από δυο επεισόδια, με τον 1ο κατηγορούμενο να τραβά και να ρίχνει τον παραπονούμενο στο έδαφος, στο πρώτο και στο δεύτερο, με τον παραπονούμενο να κινείται επιθετικά προς το μέρος και των δυο κατηγορούμενων, με το 2ο κατηγορούμενο να προσπαθεί επιτυχώς και στα δυο επεισόδια να χωρίσει τον παραπονούμενο από τον 1ο κατηγορούμενο, χωρίς ο ίδιος να διακρίνεται καθόλου να επιτίθεται στον πρώτο, στην κατάθεση του αυτός αναφέρεται σ' ένα μόνο επεισόδιο και ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκειά του δέχθηκε επίθεση και από τους δυο κατηγορούμενους, οι οποίοι το χτυπούσαν με γροθιές και κλοτσιές σ' όλο του το σώμα, με τον ίδιο να προσπαθεί απλώς να αμυνθεί βάζοντας τα χέρια του στο πρόσωπό του για προστασία. Το πόσο εκτίθεται από το περιεχόμενο του επίμαχου βίντεο καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι, καθ' ον χρόνο έδινε μαρτυρία, ακόμη και όταν προβλήθηκε το βίντεο και του ζητήθηκε να περιγράψει αυτά που έβλεπε, είτε αναφερόταν σε γεγονότα που δε φαίνονταν στο βίντεο, είτε ακόμη περιοριζόταν σε αναφορά μόνο εκείνων που το βόλευαν, αποσιωπώντας άλλα που προφανώς ήταν εναντίον του. Ένα τέτοιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ενώ - για να επαναλάβω - τα επεισόδια που συνθέτουν το επίδικο περιστατικό είναι δύο, μολονότι τα είδε στο βίντεο ισχυρίστηκε ότι είδε τον 1ο κατηγορούμενο να τον τραβά έξω από το αυτοκίνητο και τους δυο κατηγορούμενους που του χτυπούσαν και κλοτσούσαν και τέλος, τον ένα από αυτούς να πιάνει τον άλλο και να φεύγουν. Και αυτά, τη στιγμή που στο βίντεο, ο 2ος κατηγορούμενος, όχι μόνο δε φαίνεται πουθενά να του επιτίθεται είτε στο πρώτο είτε στο δεύτερο επεισόδιο, αλλά, αντίθετα, ενώ και στα δυο επεισόδια διακρίνεται να το χωρίζει από τον 1ο κατηγορούμενο, ουδεμία αναφορά υπήρξε εκ μέρους του στο γεγονός αυτό. Και βέβαια, ούτε ότι για να τελειώσει το πρώτο επεισόδιο χρειάστηκε η παρέμβαση του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος απώθησε τον 1ο κατηγορούμενο, χωρίζοντας τον από τον ίδιο αισθάνθηκε την ανάγκη να πει οτιδήποτε, ως επίσης και ότι, ενώ τη στιγμή αυτή, ο 2ος κατηγορούμενος φαίνεται να είχε ελέγξει πλήρως την κατάσταση, ο ίδιος, που κατά τ' άλλα, απλώς είχε τοποθετήσει τα χέρια του στο πρόσωπό του για να αμυνθεί από το μένος των κατηγορούμενων, οι οποίοι τον χτυπούσαν ανελέητα σύμφωνα με την περιγραφή του, με μια αστραπιαία κίνηση σηκώθηκε από το έδαφος και τους κυνήγησε γεγονός το οποίο σηματοδοτεί την έναρξη του δεύτερου μέρους του επίδικο περιστατικού. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος. Καταρχήν, από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου: Όταν του υποβλήθηκε ότι είναι ψέματα ο ισχυρισμός του, πως όταν πήγε να κλείσει την πόρτα τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο ο 1ος κατηγορούμενος και ότι στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβηκε είναι ότι νεύριασε ο ίδιος, σηκώθηκε πάνω, έσπρωξε και κλώτσησε τον κατηγορούμενο απάντησε ως εξής: «Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Έχω την αίσθηση ότι και να ήθελα δε θα μπορούσα να τα βάλω με τους ανθρώπους που είναι απέναντι μου, με τη σωματική διάπλαση που έχω. Εκτός τούτου, η μαρτυρία μου φαίνεται στο dvd.» Ομολογώ πως εάν δεν υπήρχε το βίντεο που κατέγραψε το επίδικο περιστατικό, το οποίο ο παραπονούμενος επικαλείται προκειμένου να με πείσει για το λόγο που δεν μπορούσε να τα βάλει με τους κατηγορούμενους, πιθανότατα, θα με έπειθε, αφού, πράγματι και οι δυο κατηγορούμενοι είναι αθλητικοί τύποι και με σαφώς πιο ισχυρή σωματική διάπλαση απ' ό, τι εκείνος. Ωστόσο, το επίμαχο βίντεο, το διαψεύδει, αφού τον εκθέτει να επιχειρεί ακριβώς αυτό που επικαλούμενος το βίντεο, υποτίθεται δεν μπορούσε να κάνει. Συγκεκριμένα, ενώ βρίσκεται στο έδαφος και ο 2ος κατηγορούμενος έχει ήδη απωθήσει από κοντά του τον 1ο κατηγορούμενο, με μια αστραπιαία κίνηση σηκώνεται από το έδαφος και τρέχοντας προς το μέρος των κατηγορούμενων, τους κυνηγά με καθαρά επιθετικές διαθέσεις. Το παράδοξο είναι ότι, ακόμη και όταν στη συνέχεια του υποδείχθηκε - και ορθά - ότι στο επίμαχο βίντεο φαίνεται ότι σε κάποια φάση το χωρίζει ο 2ος κατηγορούμενος από τον 1ο κατηγορούμενο και ο ίδιος επιτίθεται και του ζητήθηκε να δώσει γι' αυτό εξήγηση, ισχυρίστηκε ότι δεν επιτίθεται, ως επίσης ότι αυτή είναι η θέση του και ότι αυτό που είπε φαίνεται και στο βίντεο. Στην επίμονη προσπάθειά του να με πείσει ότι το επίδικο περιστατικό είχε γίνει κατά τρόπο, εν μέρει αντίθετο απ' ό, τι έγινε στην πραγματικότητα προέβαλε και ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και η απάντησή του στην υποβολή ότι παρότι ο 2ος κατηγορούμενος τον είχε χωρίσει από τον 1ο κατηγορούμενο, την ώρα που οι δυο τους μαλώνανε, ο ίδιος επιτέθηκε ξανά και στους δυο κατηγορούμενους, διότι, όπως χαρακτηριστικά του είχε λεχθεί πήγε και πάλι να πουλήσει μαγκιά. Απάντησε ως εξής: «Όχι δεν είναι έτσι. Επίσης θέλω να αναφέρω ότι αν ήθελα να εκδικηθώ, θέλω να σας αναφέρω ότι τον αδελφό του ή κάποιο ξάδελφο του Πέρδικου (δηλαδή του 2ου κατηγορούμενου) έτυχε να τον εξετάσω πρόσφατα, πριν ένα - δυο χρόνια και πέρασε. Επίσης τον εξάδελφο του Ροδοσθένους (δηλαδή του 1ου κατηγορούμενου) πάλι έτυχε να τον εξετάσω και πέρασε. Αν ένοιωθα μνησικακία για τον άνθρωπο ήταν να πω τώρα σε έκοψα κόμμα να σου δώσω να στήσεις. Δεν ευσταθεί κάτι τέτοιο.» Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου. Ειδικότερα: Ερωτηθείς με ποιο τρόπο είχε εμπλακεί ο 2ος κατηγορούμενος στον κατ' ισχυρισμό του ξυλοδαρμό του, ισχυρίστηκε πως όταν τον τράβηξε ο 1ος κατηγορούμενος και άρχισε να του χτυπά, στη συνέχεια δέχθηκε χτυπήματα και από το 2ο κατηγορούμενο. Επειδή, το πρώτο που ανάφερε αφορά στο πρώτο επεισόδιο, πραγματικά μου προκαλεί κατάπληξη η επίμονη θέση του, ότι κατά τη διάρκεια των έξι δευτερολέπτων που διήρκησε το εν λόγω επεισόδιο, δέχτηκε χτυπήματα και από το 2ο κατηγορούμενο και μάλιστα, μετά που του είχε επιτεθεί με τον ίδιο τρόπο ο 1ος κατηγορούμενος, τη στιγμή που στο επίμαχο βίντεο, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος, σε καμιά περίπτωση φαίνεται να του επιτίθεται και στα δυο επεισόδια φαίνεται να προσπαθεί και μάλιστα επιτυχώς να το χωρίσει όταν πάλευε με τον 1ο κατηγορούμενο. Ερωτηθείς εάν συμφωνεί πως, - όπως είναι η θέση του - όταν τον τράβηξε ο 1ος κατηγορούμενος και τον έβγαλε έξω από το αυτοκίνητο οπότε και άρχισε να του επιτίθεται, ο 2ος κατηγορούμενος δε συμμετείχε σ' αυτό το στάδιο, στην έναρξη της επίθεσης, απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος, στη συνέχεια εμπλάκηκε με το να τον τραβά κάτω και να του δίνει και αυτός γροθιές. Μάλιστα, όπως είπε νομίζει ότι το δείχνει το βίντεο. Για να επαναλάβω αυτό που δείχνει το βίντεο σ' εκείνο το στάδιο του επίδικου περιστατικού είναι τον 1ο κατηγορούμενο να τον τραβά και να το ρίχνει κάτω και το 2ο κατηγορούμενο, να σκύβει και να προσπαθεί να τον εμποδίσει να σηκωθεί και τον 1ο κατηγορούμενο να του χτυπήσει με γροθιά. Ευθύς αμέσως, ο 2ος κατηγορούμενος διακρίνεται καθαρά να απωθεί τον 1ο κατηγορούμενο από το σημείο όπου είχε διαδραματιστεί το συγκεκριμένο επεισόδιο και να το μεταφέρει ακριβώς πίσω από το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Το γεγονός ότι, όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος επενέβηκε για να το χωρίσει από τον 1ο κατηγορούμενο ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο, ως επίσης και ότι για να ίσχυε κάτι τέτοιο, ο 2ος κατηγορούμενος έπρεπε να πιάσει το φίλο του που του χτυπούσε καθώς και ότι ο 2ος κατηγορούμενος τον ακινητοποιούσε για να του δίνει γροθιές ο 1ος κατηγορούμενος, εκτός του ότι είναι σε αντίθεση με το περιεχόμενο του επίμαχου βίντεο αναδεικνύει και μια σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε. Διερωτώμαι ειλικρινά, ποια είναι τελικά η θέση του απ' όσες ακολουθούν: του επιτέθηκαν και οι δυο κατηγορούμενοι, χτυπώντας του με τα χέρια και τα πόδια τους σ' όλο του σώμα, όπως αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 9), ο 2ος κατηγορούμενος τον τραβούσε κάτω και του έδινε κι αυτός γροθιές ή τον ακινητοποίησε για να του δίνει γροθιές ο 1ος κατηγορούμενος, όπως ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος από την κα Σαββίδου; Ή μήπως ισχύει αυτό που ισχυρίστηκε λίγο αργότερα, συγκεκριμένα, ότι ο 2ος κατηγορούμενος, τον κρατούσε και ο 1ος κατηγορούμενος, το χτυπούσε; Η ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος, μιας και, ενώ είχε δει από το βίντεο το επίδικο περιστατικό, εντούτοις επέμενε να διαστρέφει το περιεχόμενό του αποδεικνύεται και από τα εξής: Όταν του υποβλήθηκε από την κα Σαββίδου - εν μέρει ορθά - ότι ο 2ος κατηγορούμενος προσπάθησε να τον απωθήσει καθώς και τον 1ο κατηγορούμενο με τα χέρια του και δεν τα κατάφερνε και επειδή δεν μπορούσε να απομακρύνει τον ένα από τον άλλο, τότε προσπάθησε να τους αποτρέψει από να επιτεθούν ο ένας στον άλλο, απαντώντας ισχυρίστηκε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είχε γίνει. Απάντησε ως εξής: «Μακάρι να προσπαθούσε να μας χωρίσει, διότι θα ήταν εύκολο να το πετύχει. Εγώ αν ήμουν στη θέση του θα μπορούσα να πιάσω το φίλο μου να του πω «σταμάτα τούτο που κάνεις, δεν είναι σωστό». Δεν έκανε κάποια κίνηση τέτοια ο κατηγορούμενος 2.» Κι' όμως, αυτό ακριβώς έκανε ο 2ος κατηγορούμενος και μάλιστα, μετά το πρώτο επεισόδιο, αφού κατόρθωσε να τους χωρίσει το δεύτερο ξεκίνησε καθαρά με πρωτοβουλία του ίδιου, ο οποίος - για να επαναλάβω - σηκώθηκε σαν ελατήριο από το έδαφος και τρέχοντας κινήθηκε σαφώς επιθετικά και με άγριες διαθέσεις προς το μέρος που είχαν πάει οι κατηγορούμενοι. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον παραπονούμενο, στην έκταση που αναφέρω σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Υπεισέρχομαι τώρα και στη μαρτυρία του 1ου κατηγορούμενου, ο οποίος, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε (τεκμήριο 16), με την οποία, μεταξύ άλλων υιοθέτησε ως αληθές το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 4). Ο τρόπος με τον οποίο είχε ανακόψει το όχημα του παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο σύμφωνα με το επίμαχο βίντεο έχει ήδη αναφερθεί. Επομένως δεν προτίθεμαι να τον επαναλάβω. Παρόλα αυτά, ο κατηγορούμενος, στην ανακριτική του κατάθεση, όχι απλώς αποσιωπά οτιδήποτε έκανε προκειμένου να εξαναγκάσει τον παραπονούμενο να σταματήσει το όχημά του στο σημείο που ήθελε ο ίδιος, αλλά περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι, απλώς πλησίασε με το αυτοκίνητό του το αυτοκίνητο του παραπονούμενου, ρωτώντας τον για το λόγο που δεν είχε περάσει τις εξετάσεις και αυτός, του είπε να σταθμεύσει το αυτοκίνητό του για να μιλήσουν οπότε και το στάθμευσε και πήγε κοντά του. Φυσικά, όταν πια είχε δει κι αυτός το επίμαχο βίντεο, τον οποίο τον εκθέτει πλήρως για το σύνολο των παραπάνω ισχυρισμών του, με τη γραπτή του δήλωση επιχείρησε να ανασκευάσει τη θέση του, προφανώς, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι με αυτή, μεταξύ άλλων υιοθετεί ως αληθές το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης. Συγκεκριμένα, με τη δήλωσή του ισχυρίζεται πως όταν πρόσεξε τον παραπονούμενο σ' ένα αυτοκίνητο, στιγμιαία αποφάσισε να τον ακολουθήσει για να του ζητήσει εξηγήσεις για την προηγούμενη αποτυχία του (για απόκτηση άδειας οδήγησης), προσθέτοντας ότι σε κάποιο σημείο (πρόκειται για στροφή το σημείο αυτό) προσπέρασε το αυτοκίνητο του παραπονούμενου, αλλά σταμάτησε το δικό του, μόνο, όταν πρόσεξε ότι το αυτοκίνητο του παραπονούμενου σταμάτησε. Ψεύδεται φυσικά, αφού η αλήθεια είναι ότι, οδηγώντας το αυτοκίνητό του, κατά τρόπο που νομικά θα χαρακτηρίσω αργότερα είναι φανερό ότι εξανάγκασε τον παραπονούμενο να σταματήσει το αυτοκίνητό του, μέσα στο δρόμο. Το παραπάνω παράδειγμα δεν είναι και το μόνο που αποκαλύπτει την ευκολία με την οποία και πόσο αβίαστα υπέπιπτε σε αντιφάσεις καθώς και πόσο εκτίθεται και αυτός από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Σύμφωνα και πάλι με την ανακριτική του κατάθεση, όταν στάθμευσε το αυτοκίνητό του πήγε στην πλευρά του οχήματος του παραπονούμενου, ο οποίος καθόταν στη θέση του συνοδηγού και άνοιξε την πόρτα, απλά για να του μιλήσει. Αυτός, αμέσως, τον κλότσησε κοντά στα γεννητικά όργανα και στη συνέχεια το χτύπησε με την πόρτα στα πόδια του, οπότε και τράβηξε πίσω ο ίδιος. Τότε, ο παραπονούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε κοντά του και το χτύπησε στο πρόσωπο με τα χέρια του. Όταν πήγε να το χτυπήσει ξανά, το χτύπησε και ο ίδιος στο πρόσωπο και μετά άρχισαν να χτυπούν ο ένας τον άλλο. Αυτό κράτησε περίπου πέντε λεπτά. Και ενώ με τη γραπτή του δήλωση - για να επαναλάβω - υιοθέτησε ως αληθές το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, επομένως και τους παραπάνω ισχυρισμούς του, προφανώς, γνωρίζοντας πια ότι εκτίθεται ανεπανόρθωτα από το περιεχόμενο του επίμαχου βίντεο συναφώς με τους εν λόγω ισχυρισμούς του, αφού κανένας από αυτούς ευσταθεί επιχειρώντας - ανεπιτυχώς - να τους ανασκευάσει τοποθετεί πια το επίδικο περιστατικό στη θέση του οδηγού, που όντως εκεί έγινε το πρώτο επεισόδιο, προβάλλοντας τον αναληθή ισχυρισμό ότι άνοιξε την πόρτα του οχήματος του παραπονούμενου, ο οποίος θύμωσε, κατέβηκε, τον κλώτσησε και κινήθηκε επιθετικά, οπότε άρχισε ο καβγάς μεταξύ τους. Το πόσο αλλοπρόσαλλοι ήταν μερικοί από τους ισχυρισμούς του, τους οποίους προέβαλε εντελώς αβίαστα καταφαίνεται και από το εξής: Στην ανακριτική του κατάθεση ισχυρίζεται πως, όταν μετά την εξέταση για απόκτηση άδειας οδήγησης, μαζί με τον παραπονούμενο επέστρεψαν στο γραφείο, ο παραπονούμενος, του είπε πως δεν είχε περάσει τις εξετάσεις, για συγκεκριμένο λόγο, τον οποίο αναφέρει. Ισχυρίζεται ακόμη, ότι τότε διαμαρτυρήθηκε επειδή κατά την εξέταση είχε κάνει αυτό ακριβώς που του είπε ο παραπονούμενος. Παρόλα αυτά, στη γραπτή του δήλωση ισχυρίζεται πως, όταν επέστρεψαν στο γραφείο, ο παραπονούμενος, του είπε απλώς ότι απότυχε, προσθέτοντας πως, όταν άρχισε να το ρωτά γιατί απότυχε κάποιο άτομο επενέβηκε με απότομο ύφος και του έκανε παρατήρηση που ζητούσε να μάθει το λόγο της αποτυχίας του οπότε και έφυγε, χωρίς να του δοθεί κανένα έγγραφο σε σχέση με την αποτυχία του μα ούτε και να του εξηγηθεί ο λόγος. Προφανώς, δεν μπορεί να ισχύουν και οι δυο εκδοχές. Ισχυρίζεται ακόμη στην ανακριτική του κατάθεση, ότι σε κάποια φάση του επίδικου περιστατικού, ο 2ος κατηγορούμενος κατάφερε να το χωρίσει με τον παραπονούμενο, ο οποίος τότε μπήκε στη θέση του οδηγού και «έφυγαν.» - προφανώς εννοεί με την Αλεξία Σχίζα (Μ.Υ.1) -. Και πάλι διαψεύδεται από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, αφού, ενώ είναι γεγονός, ότι το δεύτερο επεισόδιο μεταξύ του και του παραπονούμενου είχε λήξει χάριν στην αποφασιστική και καταλυτική παρέμβαση του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος, αφού τους είχε χωρίσει ακολούθως κατεύθυνε σπρώχνοντας τον 1ο κατηγορούμενο προς το αυτοκίνητό του, μη επιτρέποντάς του να επιστρέψει προς το μέρος του παραπονούμενου, για να δώσει συνέχεια στο μεταξύ τους επεισόδιο, δεν είναι αλήθεια ότι μετά ο παραπονούμενος έφυγε από το μέρος. Η αλήθεια είναι ότι μετά το πέρας του επίδικου περιστατικού, αυτοί που έφυγαν από μέρος ήταν οι κατηγορούμενοι, ενώ το όχημα του παραπονούμενου εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί για αρκετή ώρα ακόμη. Ψευδής είναι και ο ισχυρισμός του - στη γραπτή του δήλωση - πως, όταν έφθασε το κόκκινο διπλοκάμπινο κατέβηκαν από αυτό κάποιοι, κρατώντας κάτι. Σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο του βίντεο, στο διπλοκάμπινο όχημα επέβαιναν τρία πρόσωπα τα οποία όντως κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, πλην όμως, κανένα από αυτά κρατούσε οτιδήποτε. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος: Όταν είδε τον παραπονούμενο, όπως είπε αποφάσισε στιγμιαία να τον ακολουθήσει. Τον προσπέρασε σε μια ευθεία και πήγε μπροστά του και όταν σταμάτησε το αυτοκίνητό του σταμάτησε και αυτός το δικό του. Και πάλι έλεγε ψέματα. Η αλήθεια είναι ότι άρχισε να τον προσπερνά ακριβώς πάνω στη στροφή και μόλις τον προσπέρασε με μια απότομη κίνηση έστριψε το αυτοκίνητό του αριστερά και του ανέκοψε βίαια το δρόμο, εξαναγκάζοντάς τον να σταματήσει και αυτός αμέσως το δικό του, αφού αν δεν το έκανε η σύγκρουση των οχημάτων τους, θα ήταν αναπόφευκτη. Το πόσο άβολα πρέπει να ένιωσε για αρκετούς από τους ισχυρισμούς του, όταν τους έβλεπε να καταρρίπτονται από τον αδιάψευστο μάρτυρα του επίδικου περιστατικού που είναι το επίμαχο βίντεο καταφαίνεται από τα εξής: Όταν προβλήθηκε το βίντεο και κλήθηκε να πει που φαίνεται σ' αυτό ο παραπονούμενος, ενώ βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού να τον κλωτσά στα γεννητικά όργανα και στη συνεχεία να του χτυπά με την πόρτα, έδωσε μια απάντηση από την οποία, ομολογώ δε βγαίνει καθόλου νόημα. Ακολουθεί αυτούσια: «Βασικά μπορώ να πω κάτι; Απλά στις διαφοροποιήσεις που γίνονται σε σχέση με τις δυο δηλώσεις, όταν έδινα κατάθεση, οι αστυνομικοί βασικά, όταν εξηγούσα πώς γίνετουν το περιστατικό, ο αστυνομικός μού είπε θυμούμαι χαρακτηριστικά απλά πώς ξεκίνησε ο καβγάς, δεν με ενδιαφέρει ας πούμε τι έγινε πριν, γι' αυτό μπορεί να υπάρχει αυτή η ασάφεια που είπετε στη μεριά του συνοδηγού και ξέρω εγώ.» Ο ισχυρισμός του λίγο αργότερα, πως δεν είπε στην κατάθεσή του, ότι ο παραπονούμενος άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και το χτύπησε αλλά ότι άνοιξε την πόρτα και τον κλώτσησε αποκαλύπτει ακόμη μια σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε η οποία επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του επίμαχου βίντεο. Στην ανακριτική του κατάθεσή ισχυρίζεται ότι, ενώ ο παραπονούμενος καθόταν στη θέση του συνοδηγού, ο ίδιος πήγε κοντά του και του άνοιξε την πόρτα για να του μιλήσει, οπότε ο παραπονούμενος, αμέσως, τον κλώτσησε κοντά τα γεννητικά όργανα και στη συνέχεια το χτύπησε με την πόρτα στα πόδια, καταλογίζοντάς του ακόμη, ότι μετά κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε κοντά του, χτυπώντας τον στο πρόσωπο με τα χέρια του. Τίποτε από αυτά φαίνεται στο επίμαχο βίντεο, το οποίο το διαψεύδει και επί του ισχυρισμού του ότι αυτός είχε ανοίξει την πόρτα του οδηγού του οχήματος του παραπονούμενου, τη στιγμή που έγινε το πρώτο επεισόδιο. Η αλήθεια είναι πως, όταν είχε τραβήξει τον παραπονούμενο και τον έριξε στο έδαφος, η πόρτα του οδηγού ήταν ανοιχτή σε γωνία 45 περίπου μοιρών. Παρόλα αυτά, όταν του υποβλήθηκε ότι στο βίντεο η πόρτα φαίνεται να παραμένει συνέχεια ανοικτή μετά που μπήκε ο παραπονούμενος στη θέση του οδηγού, επέμενε ότι ο ίδιος δεν το είδε έτσι. Άξια αναφοράς είναι και η απάντησή του όταν κλήθηκε να πει πού είδε στο βίντεο τον παραπονούμενο να τον κλωτσά στα γεννητικά όργανα. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι δε φαίνεται ακριβώς πού το χτυπά στο βίντεο, το οποίο το δείχνει να πηγαίνει πίσω. Και συνεχίζοντας είπε κατά λέξη τα εξής, που αποκαλύπτουν ότι στη θέα του βίντεο, που για μια φορά ακόμη το διέψευδε επιχείρησε να ανασκευάσει τη θέση του, αυτή τη φορά, με μια υπόθεση. Συγκεκριμένα ανάφερε τα εξής: «Βασικά έτσι είδα ότι πάω πίσω που κάποια ενέργεια του παραπονούμενου.» Φυσικά, το πως είδε ο ίδιος το επίδικο περιστατικό στο βίντεο δεν αναιρεί το γεγονός, ότι, αν και ήταν και των πρωταγωνιστών, όσων φαίνονται στο βίντεο, στη γραπτή του κατάθεση προέβηκε συνειδητά σε διαστρέβλωσή τους και στο Δικαστήριο, σε αρκετές περιπτώσεις, υποτιμώντας και τη νοημοσύνη μας προσπαθούσε να με πείσει ότι έβλεπε διαφορετικά πράγματα στο βίντεο από αυτά που βλέπαμε όλοι οι άλλοι. Ο ισχυρισμός του πως δεν είδε καθόλου τραύματα πάνω στον παραπονούμενο μετά το συμβάν, αφού, όπως είπε χαρακτηριστικά, τον είδε μια χαρά να στέκεται, χωρίς αίμα ή κάτι άλλο, τη στιγμή που από την αναντίλεκτη μαρτυρία δυο γιατρών στοιχειοθετείται πλήρως η θέση του παραπονούμενου, πως είχε τραυματιστεί σοβαρά κατά το επίδικο περιστατικό και ότι συνεπεία αυτού διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για περίθαλψη, στο οποίο κρατήθηκε για το σκοπό αυτό, τέσσερις μέρες, για μια φορά ακόμη, το φέρνει σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, αφού η ιατρική μαρτυρία αποτελεί ασφαλώς και πραγματική μαρτυρία. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι οι άνθρωποι που ήρθαν στο μέρος με το διπλοκάμπινο κατέβηκαν από το αυτοκίνητό τους επιθετικά, κρατούσαν κάτι στα χέρια τους και συμπεριφέρονταν επιθετικά προς τον ίδιο, ζητώντας το λόγο με άγριες διαθέσεις, στο σύνολό του είναι ψευδής και όπως και οι πλείστοι ισχυρισμοί του, έτσι και αυτός καταρρίπτεται και πάλι από το επίμαχο βίντεο, στο οποίο, ουδείς από τους τρεις επιβαίνοντες στο διπλοκάμπινο όχημα φαίνεται να κρατά οτιδήποτε στα χέρια του, όταν κατέβηκε από το όχημα, ενώ οι κινήσεις και των τριών, κάθε άλλο παρά επιθετικότητα υποδηλώνουν. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον 1ο κατηγορούμενο, στην έκταση που ισχύει αυτό. Προτού παραθέσω αριθμό παραδειγμάτων, που κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς την κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της Αλεξίας Σχίζα (Μ.Υ.1), ως μάρτυρα αισθάνομαι έντονα την ανάγκη να επισημάνω και το γεγονός, ότι, καθ' όν χρόνο έδινε μαρτυρία, σε αρκετές περιπτώσεις καταλήφθηκε να γελά εντελώς αναίτια, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό και μ' όσα ακολουθούν, όχι απλώς δεν μου επιτρέπει να βασιστώ στη μαρτυρία της, αλλά, ούτε και να τη θεωρήσω σοβαρή ως μάρτυρα. Και κάτι ακόμη. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία της με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής της στην Αστυνομία (τεκμήριο 17) εντοπίζω σοβαρές αντιφάσεις, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι και τα δυο, σε σημαντικό βαθμό συγκρούονται με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Η εξέτασή της για απόκτηση άδειας οδηγού ξεκίνησε στις 13:45 από την Αρχή Αδειών. Μόλις πέρασαν τη φώτα του «ΒΙΟΦΩΣ» είδε από την πάροδο αριστερά ένα αυτοκίνητο (του 1ου κατηγορούμενου) να περνά τη γραμμή του ΑΛΤ αρκετά και μετά να σταματά και το σχολίασε με τον εξεταστή. Αυτός, της είπε ότι ο οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν κάποιο πρόσωπο που είχε κόψει προηγουμένως σε εξέταση για άδεια οδηγού. Συνεχίζοντας την πορεία τους προς την Πάφο πρόσεξε από το καθρεφτάκι ότι το όχημα του κατηγορούμενου τους ακολουθούσε σε αρκετά κοντινή απόσταση. Όταν ο παραπονούμενος, της είπε και έστριψε αριστερά πρόσεξε το όχημα του κατηγορούμενου να τους ακολουθά. Μετά από λίγο, ο κατηγορούμενος, τους προσπέρασε από δεξιά και έστριψε απότομα αριστερά, κόβοντάς τους το δρόμο και ο παραπονούμενος πάτησε αμέσως τα φρένα για να αποτρέψει το δυστύχημα οπότε και σταμάτησαν. Και ενώ, επί της ουσίας, η περιγραφή των ουσιαστικών γεγονότων που περιστρέφονται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος ανέκοψε την πορεία του οχήματος του παραπονούμενου είναι απολύτως ορθή σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία, αφού συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο του επίμαχου βίντεο, ας δούμε και τι ανάφερε ενόρκως για το ίδιο περιστατικό. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης είπε τα εξής: Ερωτηθείσα εάν ο κατηγορούμενος, με το που τους προσπέρασε σταμάτησε αμέσως ή προχώρησε λίγο και σταμάτησε αφού είχε σταματήσει η ίδια, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι φρέναρε ο παραπονούμενος, αλλά ο κατηγορούμενος προχώρησε «.δεν σταμάτησε το τέλεια το απότομο, ίσως να φοβήθηκε και εκείνος ο εξεταστής.» Η προσπάθειά της να με πείσει ότι περίπου ο παραπονούμενος σταμάτησε πρώτος το όχημά του και μάλιστα, ανεξάρτητα από την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι ολοφάνερη. Η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός. Ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος, ουσιαστικά εξανάγκασε τον παραπονούμενο να σταματήσει ξαφνικά το όχημά του αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), με αναφορά στο επίμαχο βίντεο. Επομένως δεν προτίθεμαι να τον επαναλάβω. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενη για το ίδιο θέμα: Καταρχήν επέμενε ότι ο κατηγορούμενος τούς είχε προσπεράσει σε ευθεία, ισχυριζόμενη πως δε θυμόταν να ήταν πάνω στη στροφή, τη στιγμή που η αλήθεια είναι πως όταν άρχισε να τους προσπερνά και τα δυο οχήματα βρίσκονταν ακριβώς πάνω στη στροφή. Όταν η κα Περγαντή, της διάβασε τον - αληθή - ισχυρισμό της από τη γραπτή κατάθεσή της ότι ο κατηγορούμενος τούς προσπέρασε από δεξιά και απότομα έστριψε αριστερά κόβοντάς τους το δρόμο οπότε ο παραπονούμενος πάτησε αμέσως τα φρένα για να αποφύγει το δυστύχημα και σταμάτησαν και τη ρώτησε αν όντως λέει όλα αυτά στην κατάθεσή της, στην προσπάθειά της να διαφοροποιήσει τη θέση της, προς όφελος του κατηγορούμενου, αντί να απαντήσει ευθέως στην ερώτηση είπε τα εξής: «Εγώ πήγαινα έτσι και προσπέρασε που τα δεξιά, συνέχισε να προχωρά λίγο και ο εξεταστής πάτησε τα στόπερ απότομα.» Φυσικά, όταν στη συνέχεια προβλήθηκε το σχετικό στιγμιότυπο στο βίντεο, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι ο κατηγορούμενος την προσπέρασε, μπήκε μπροστά της και της έκοψε το δρόμο, ως επίσης και ότι συνεπεία αυτού, ο παραπονούμενος πάτησε αμέσως τα φρένα για να αποφύγει το δυστύχημα. Αναφορικά με όσα ακολούθησαν για τα οποία οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις πλέον σοβαρές κατηγορίες, η μάρτυρας, στη γραπτή κατάθεσή της αναφέρει τα εξής: Κάποια στιγμή, ο 1ος κατηγορούμενος πήγε προς την πλευρά του οδηγού του οχήματος του παραπονούμενου όπου αυτός καθόταν, του οποίου η πόρτα ήταν ανοιχτή και συνομιλούσαν, αρχικά σε ήρεμο ύφος. Στη συνέχεια, ο παραπονούμενος, του είπε σε έντονο ύφος να φύγει. Επειδή δεν έφευγε, ο παραπονούμενος σηκώθηκε από τη θέση του συνοδηγού που καθόταν και τον έσπρωξε δυνατά να φύγει. Για λίγα δευτερόλεπτα άρχισαν να μαλώνουν και επέμβηκε αμέσως ο συνοδηγός του άλλου αυτοκινήτου (ο 2ος κατηγορούμενος) οπότε άρχισαν να τσακώνονται και οι τρεις. Δηλαδή, οι κατηγορούμενοι χτυπούσαν τον παραπονούμενο. Σε κάποια στιγμή αυτός έπεσε κάτω και οι κατηγορούμενοι τον κλωτσούσαν. Η ίδια φώναζε για βοήθεια και δεν ερχόταν κανένας. Ο παραπονούμενος σηκώθηκε, πήγε από την άλλη πλευρά του αυτοκινήτου, τον ξανάπιασαν και άρχισαν να το χτυπούν με τα χέρια. Μετά από λίγο σταμάτησε εκεί ένα αυτοκίνητο για βοήθεια και οι κατηγορούμενοι μόλις το είδαν σταμάτησαν να χτυπούν τον προπονούμενο. Μπήκαν στο αυτοκίνητό τους και έφυγαν. Πρόσεξε ότι ο παραπονούμενος είχε χτύπημα στο μέτωπο, αίμα στο στόμα και νομίζει έσπασε και δόντι. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε ενόρκως και πόσο συνάδουν αυτά με τους παραπάνω ισχυρισμούς της: Κάποια στιγμή στο στάδιο της κυρίως εξέτασης και αφού στο μεταξύ προβλήθηκε το επίμαχο βίντεο και ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος και ο 1ος κατηγορούμενος άρχισαν να μαλώνουν, της ζητήθηκε από τον κ. Κορακίδη να πει πώς εξελίχθηκε το επεισόδιο. Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι επέμβηκε ο 2ος κατηγορούμενος να τους χωρίσει και ο παραπονούμενος τον έδειρε και εκείνο. Ωστόσο, στην κατάθεσή της ισχυρίζεται πως, όταν ο 2ος κατηγορούμενος επενέβηκε για να χωρίσει του άλλους δυο, τότε, οι κατηγορούμενοι άρχισαν να χτυπούν τον παραπονούμενο, ο οποίος, κάποια στιγμή έπεσε κάτω και αυτοί τον κλωτσούσαν ενώ η ίδια φώναζε για βοήθεια και δεν ερχόταν κανένας. Σε κάποια στιγμή προσθέτει ο παραπονούμενος σηκώθηκε και πήγε από τη άλλη μεριά του οχήματός του, οπότε οι κατηγορούμενοι τον ξανάπιασαν και άρχισαν να τον κλωτσούν. Το μέγεθος της νέας αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Αντεξεταζόμενη, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Όταν κλήθηκε να πει τι έγινε όταν ο 1ος κατηγορούμενος πλησίασε τον παραπονούμενο, τη στιγμή που καθόταν στην πόρτα του οδηγού, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος σηκώθηκε και έσπρωξε τον κατηγορούμενο και άρχισαν να μαλώνουν. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, δεν είδε αν ο πρώτος είχε κλωτσήσει το δεύτερο, αλλά τον έσπρωξε με τα χέρια. Αρνήθηκε ότι προηγουμένως είπε ότι τον κλώτσησε. Ευθύς αμέσως απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος κλώτσησε και έσπρωξε το 1ο κατηγορούμενο οπότε οι δυο τους άρχισαν να μαλώνουν, επενέβηκε ο 2ος κατηγορούμενος να τους χωρίσει και μετά άρχισαν να μαλώνουν όλοι μαζί και πήγαν πίσω από το αυτοκίνητο, με την ίδια, όπως καθόταν σ' αυτό να μην μπορεί να βλέπει τι γινόταν επειδή πανικοβλήθηκε και πρώτη φορά έβλεπε να μαλώνουν. Φυσικά, πολύ εύκολα και πάλι ξέχασε ότι στη γραπτή κατάθεσή της ισχυρίζεται ότι μετά που φώναζε για βοήθεια η ίδια και δεν ερχόταν κανείς, ο παραπονούμενος σηκώθηκε, πήγε από την άλλη μεριά του αυτοκινήτου και οι κατηγορούμενοι τον ξανάπιασαν και άρχισαν να το χτυπούν με τα χέρια. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός, χωρίς να μου διαφεύγει ότι λίγο αργότερα, απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε πως δεν είδε αν ο παραπονούμενος είχε κλωτσήσει τον 1ο κατηγορούμενο, τον οποίο είδε να σπρώχνει, παρότι αργότερα ισχυρίστηκε και τα δυο. Συγκεκριμένα, όπως είπε ο παραπονούμενος κλώτσησε και έσπρωξε τον 1ο κατηγορούμενο, μετά οι δυο τους άρχισαν να μαλώνουν, οπότε και επέμβηκε ο 2ος κατηγορούμενος για να τους χωρίσει και μετά μάλωναν όλοι και πήγαν πίσω. Αναφορικά με το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο, που όπως φαίνεται και στο επίμαχο βίντεο, περί το τέλος του επίδικου περιστατικού σταμάτησε ακριβώς δίπλα από το όχημα του παραπονούμενου και για το οποίο η μάρτυρας, στη γραπτή κατάθεσή της λέει ότι μόλις το είδαν οι κατηγορούμενοι σταμάτησαν να χτυπούν τον παραπονούμενο, μπήκαν στο αυτοκίνητό τους και έφυγαν, ισχυρισμό τον οποίο επανέλαβε και αντεξεταζόμενη, η αλήθεια είναι διαφορετική. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί τα τρία πρόσωπα που επέβαιναν στο διπλοκάμπινο κατέβηκαν από αυτό και στη συνέχεια δυο από αυτά συναντήθηκαν με τους κατηγορούμενους και συνομίλησαν μαζί τους σε ήρεμο κλίμα. Η ευκολία με την οποία η μάρτυρας υπόπιπτε σε αντιφάσεις, ακόμη και για επουσιώδη θέματα καταφαίνεται από το εξής: Όταν ρωτήθηκε από την κα Περγαντή, εάν κατά τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού είχε φθάσει στη σκηνή ο πατέρας του παραπονούμενου, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι και να έφθανε δε θα τον αναγνώριζε επειδή δεν ξέρει τον άνθρωπο. Όταν όμως της υποδείχθηκε ότι περί το τέλος της γραπτής κατάθεσής της αναφέρει ότι μετά το τέλος του επίδικου περιστατικού λέει ότι ήρθε στο μέρος ο πατέρας του παραπονούμενου και ρωτήθηκε γιατί τον αναφέρει αφού δεν τον αναγνώρισε, αντιλαμβανόμενη την νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε επιχείρησε με μια υπόθεση να ανασκευάσει. «Ίσως πρέπει να του είπε "παπά" ξέρω εγώ να του είπε "ευτυχώς που ήρθες παπά."» απάντησε. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτής ως μάρτυρος στην έκταση που έχει αναφερθεί. Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του 2ου κατηγορούμενου, παρότι η αποδεικτική της αξία καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι μάλλον περιορισμένη (βλ. την Iddin, ανωτέρω), εντούτοις, στο βαθμό και την έκταση που με αυτή ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι επενέβηκε ανάμεσα στον παραπονούμενο και τον 1ο κατηγορούμενο για να τους χωρίσει δέχομαι το εν λόγω ισχυρισμό του, επειδή, πολύ απλά επιβεβαιώνεται πλήρως από το περιεχόμενο του επίμαχου βίντεο, που αποτελεί και τη μόνη απόλυτα αξιόπιστη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου. Από την ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 5) την οποία υιοθέτησε ως μέρος της ανώμοτης του δήλωσης δέχομαι οτιδήποτε ανάφερε το οποίο και πάλι επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του επίδικου βίντεο, όπως για παράδειγμα, τον τρόπο με τον οποίο ο 1ος κατηγορούμενος ανέκοψε το όχημα του παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο. Είμαι διατεθειμένος ακόμη να δεχθώ και την ακόλουθη ενοχοποιητική δήλωσή του από την ίδια κατάθεση. Συγκεκριμένα, ότι τη στιγμή που επενέβηκε για να χωρίσει τον παραπονούμενο και τον 1ο κατηγορούμενο δέχτηκε μια γροθιά στο πρόσωπο από τον παραπονούμενο, κατά λάθος πιστεύει οπότε και αντέδρασε χτυπώντας του και αυτός με γροθιά στο πρόσωπο. Δέχομαι την επί προκειμένου παραδοχή του, επειδή είναι ενάντια στα συμφέροντά του και σαφώς ενοχοποιητική, επομένως δε βλέπω για ποιο λόγο θα την καθιστούσε μέρος της ανώμοτης του δήλωσης, αν δεν αποτελούσε γεγονός. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, την ίδια δήλωση, ουσιαστικά επανέλαβε και όταν την επομένη της ανακριτικής του κατάθεσης κατηγορήθηκε γραπτώς (βλ. το τεκμήριο 7 η γραπτή κατηγορία) πρώτο, ότι συνωμότησε με τον 1ο κατηγορούμενο να επιτεθούν και να χτυπήσουν τον παραπονούμενο (1η κατηγορία), δεύτερο, ότι παράνομα επιτέθηκε και χτύπησε με τα πόδια και τα χέρια στο πρόσωπο τον παραπονούμενο, προκαλώντας του βαριά σωματική βλάβη, δηλαδή μικρή αποκοπή οδόντος άνω γνάθου (2η κατηγορία) και τρίτο, ότι παράνομα επιτέθηκε και χτύπησε με τα πόδια και τα χέρια στο πρόσωπο τον παραπονούμενο, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη (3η κατηγορία). Όταν του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο απάντησε ως εξής: «Εγώ εν έκαμα έτσι πράμα. Με κτύπησε και του κτύπησα πίσω.» Έχοντας υπόψη την όλη ανάμειξή του και στα δυο επεισόδια που συνθέτουν το επίδικο περιστατικό, ο οποίος, σε δυο περιπτώσεις μπήκε ανάμεσα στον παραπονούμενο και τον 1ο κατηγορούμενο για να τους χωρίσει, θεωρώ καθ' όλα φυσιολογικό έστω και αν δε φαίνεται στο επίμαχο βίντεο, κάποια στιγμή, σ' αυτό το στάδιο του περιστατικού, ο παραπονούμενος να του είχε επιτεθεί με τον τρόπο που αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση και ο ίδιος να του απάντησε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Επομένως, σε εφαρμογή των αρχών που διέπουν το θέμα (βλ. μεταξύ άλλων Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166) θεωρώ γνήσια και αποδειγμένη την ομολογία του, το περιεχόμενο της οποίας, φυσικά μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Τέλος, χωρίς να μου διαφεύγει και η πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου εκτός Δικαστηρίου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προς ενοχοποίηση συγκατηγορούμενού του, αλλά μόνο σε ό, τι αφορά τον ίδιο (βλ. μεταξύ άλλων και τη Θεοχάρους κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 49/13, 50/13 και 51/13) δεν αποκλείω ο 2ος κατηγορούμενος να συναντήθηκε με τον 1ο κατηγορούμενο και να μπήκε μέσα στο αυτοκίνητό του για το λόγο που αναφέρει στην κατάθεσή του, ως επίσης και πως όταν ο 1ος κατηγορούμενος είδε τον παραπονούμενο και του ανάφερε ότι προηγουμένως τον είχε «κόψει», ο ίδιος τού είπε να προχωρήσουν και να μην του δώσει σημασία, χωρίς ωστόσο αυτός να του ακούσει αφού, ακολούθως τον προσπέρασε και του ανέκοψε την πορεία. Κατ' ακολουθία των παραπάνω ευρημάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι τα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος Ιωάννης Βάννας, στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν - και εργάζεται ακόμη - ως εξεταστής οδηγών στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Πάφου. Τα καθήκοντά του ήταν η προφορική και πρακτική εξέταση προσώπων που επιθυμούσαν να αποκτήσουν μαθητική και κανονική άδεια οδηγού στις διάφορες κατηγορίες μηχανοκινήτων οχημάτων. Στις 6/10/2011 γύρω στις 12:00 πήγε στο γραφείο του ο 1ος κατηγορούμενος, Ροδοσθένης Ροδοσθένους, ηλικίας τότε 18 ετών, με σκοπό να εξεταστεί για απόκτηση κανονικής άδειας οδηγού αυτοκινήτου, τύπου σαλούν. Η προφορική εξέταση διήρκησε περίπου πέντε λεπτά και γύρω στις 12:15 ξεκίνησε η πρακτική εξέταση με το εκπαιδευτικό αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚΤΤ 210, το οποίο ανήκει στη σχολή οδηγών «Σάββας». Η εν λόγω εξέταση διήρκησε μέχρι και τις 13:00 και ο κατηγορούμενος απέτυχε σ' αυτή, για λόγους που του αναφέρθηκαν από τον παραπονούμενο όταν επέστρεψαν στο γραφείο του, όπου και τον ενημέρωσε για την αποτυχία του. Το γεγονός αυτό δυσαρέστησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος δε δέχθηκε ότι απέτυχε δικαιολογημένα. Μια περίπου ώρα αργότερα και συγκεκριμένα, στις 13:55, ο παραπονούμενος ξεκίνησε με το εκπαιδευτικό όχημα από τα γραφεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών με σκοπό την πρακτική εξέταση της Αλεξίας Σχίζα (Μ.Υ.1), για απόκτηση άδειας οδηγού. Ενώ οι δυο τους βρίσκονταν μέσα στο όχημα - ο παραπονούμενος, στη θέση του συνοδηγού και η Αλεξία Σχίζα, στη θέση του οδηγού - το οποίο ακολουθούσε δυτική κατεύθυνση, όταν αυτό στις 13:57:18 επιχείρησε στροφή αριστερά για να εισέλθει στην οδό Αντρέα Δημητρίου στην Πάφο, ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KZJ 265, με συνοδηγό το 2ο κατηγορούμενο, ακριβώς πάνω στη στροφή που σχηματίζουν οι δυο δρόμοι, αφού προσπέρασε από δεξιά το όχημα του παραπονούμενου και εισήλθε στην οδό Αντρέα Δημητρίου, ακολούθως, οδηγώντας το όχημά του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αφού το έστριψε απότομα αριστερά και το επανέφερε στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, με το όχημα του παραπονούμενου να βρίσκεται ακριβώς πίσω από το δικό του, σε πολύ μικρή απόσταση από αυτό, με το που εισήλθε στο ύψος της αριστερής πλευράς του δρόμου που διασταυρώνει την οδό Αντρέα Δημητρίου, με ανατολική κατεύθυνση, στις 13:57:27 σταμάτησε απότομα το όχημά του, εξαναγκάζοντας έτσι και τον παραπονούμενο να κάνει το ίδιο, ο οποίος σταμάτησε το όχημα του σε πολύ μικρή απόσταση λίγο πιο πίσω. Μετά από τρία δευτερόλεπτα και συγκεκριμένα, στις 13:57:30, ο 1ος κατηγορούμενος βγήκε απότομα από το αυτοκίνητό του και κατευθύνθηκε στη θέση του συνοδηγού του οχήματος του παραπονούμενου, όπου φθάνει στις 13:57:35. Ευθύς αμέσως έκανε το ίδιο και ο 2ος κατηγορούμενος. Όσα ακολουθούν αφορούν το περιστατικό για το οποίο οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης καθώς και αυτή της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ειδικότερα: Στις 13:59:30, ο 1ος κατηγορούμενος πηγαίνει στην πόρτα του συνοδηγού του οχήματος του παραπονούμενου και στις 13:59:55 κάνει το ίδιο και ο 2ος κατηγορούμενος. Στις 14:00:20, ο παραπονούμενος, ο οποίος βρίσκεται στη θέση του συνοδηγού του οχήματός του βγαίνει έξω από αυτό και αφού κινείται από μπροστά του και φθάνει στην πόρτα του οδηγού, στις 14:00:29 την ανοίγει και μπαίνει μέσα στο αυτοκίνητο. Την ίδια ώρα, ο 2ος κατηγορούμενος, κάνοντας την ίδια κίνηση, σταματά ακριβώς πίσω από την ίδια πόρτα, που ήταν ανοιχτή, σχηματίζοντας γωνία, 45 περίπου μοιρών. Στις 14:00:32 και ενώ ο παραπονούμενος είναι όρθιος έξω από το όχημά του, ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά του ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος, στις 14:00:35 τον τραβά και το ρίχνει κάτω στο έδαφος. Τη στιγμή αυτή, ο 2ο κατηγορούμενος έσκυψε προς το μέρος τους και προσπάθησε να μην επιτρέψει από τη μια, στον παραπονούμενο να σηκωθεί και από την άλλη, στον 1ο κατηγορούμενο να χτυπήσει τον τελευταίο με γροθιά. Και ενώ σχεδόν ταυτόχρονα και συγκεκριμένα, στις 14:00:41, ο 2ος κατηγορούμενος απωθεί τον 1ο κατηγορούμενο από τον παραπονούμενο πίσω από το αυτοκίνητό του τελευταίου, αυτός, με μια αστραπιαία κίνηση εγείρεται από το έδαφος όπου βρισκόταν και τρέχοντας, κυνηγά τους κατηγορούμενους, στο σημείο όπου είχαν πάει πια πίσω από το αυτοκίνητό του. Εκεί, μεταξύ του 1ου κατηγορούμενου και του παραπονούμενου ακολουθεί πάλη μερικών δευτερολέπτων. Και ενώ οι δυο τους είναι στο έδαφος και παλεύουν, στις 14:00:57 διακρίνεται ανάμεσά τους ο 2ος κατηγορούμενος. Με το που εγείρονται οι δυο πρώτοι και συγκεκριμένα, στις 14:00:59, ο παραπονούμενος επιχειρεί να δώσει μια κλοτσιά στον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος, τη στιγμή αυτή βρίσκεται έξω από την πίσω πόρτα του οχήματος του παραπονούμενου, στη πλευρά του συνοδηγού. Δυο δευτερόλεπτα αργότερα και συγκεκριμένα, στις 14:01:01, ο 2ος κατηγορούμενος είναι ακριβώς ανάμεσα στον 1ος κατηγορούμενο και τον παραπονούμενο και ανοίγοντας τα χέρια του προσπαθεί να τους εμποδίσει να έρθουν σε επαφή, όπως ήταν και η επιδίωξή τους. Την ίδια ώρα εμφανίζεται στην οδό Αντρέα Δημητρίου το κόκκινο διπλοκάμπινο αυτοκίνητο, το οποίο, στις 14:01:05 σταματά σχεδόν εξ επαφής, δεξιά του οχήματος του παραπονούμενου σύμφωνα με την πορεία και των δυο οχημάτων. Από τη στιγμή αυτή μέχρι και τις 14:01:19, ο 2ος κατηγορούμενος, σπρώχνοντας τον 1ο κατηγορούμενο, τον οδηγεί προς το αυτοκίνητό του, προκειμένου να τον εμποδίσει από το να επιτεθεί στον παραπονούμενο. Στις 14:01:28, οι κατηγορούμενοι μπαίνουν στο αυτοκίνητο τους, με τον 1ο κατηγορούμενο στη θέση του οδηγού. Στις 14:01:35 αναχωρούν από το μέρος. Από τις 14:01:41 μέχρι και τις 14:01:45, βγαίνουν από το διπλοκάμπινο όχημα οι τρεις επιβαίνοντες σ' αυτό. Μετά από δυο δευτερόλεπτα, οι κατηγορούμενοι επιστρέφουν με την όπισθεν και το όχημά τους σταματά περίπου στο ίδιο σημείο που βρισκόταν προτού αναχωρήσει από το μέρος. Στις 14:01:53 καταβαίνουν από το αυτοκίνητό τους και στις 14:02:00 συναντώνται με τα δυο από τα τρία πρόσωπα που προηγουμένως επέβαιναν στο διπλοκάμπινο, περίπου στο μέσο της απόστασης μεταξύ των οχημάτων τους και όλοι φαίνονται να κουβεντιάζουν μεταξύ του ήρεμα. Στις 14:02:09, οι κατηγορούμενοι φεύγουν από το σημείο αυτό και μπαίνουν στο αυτοκίνητό τους, με τον 1ο κατηγορούμενο να κάθεται και πάλι στη θέση του οδηγού. Οι δυο από τους τρεις οι οποίοι επέβαιναν στο διπλοκάμπινο, τους ακολουθούν και όταν φθάνουν έξω από την πόρτα του οδηγού του οχήματος του κατηγορούμενου φαίνονται να συζητούν μαζί του και πάλι ήρεμα. Όταν στις 14:02:32 πλησιάζει στο μέρος και το τρίτο πρόσωπο που προηγουμένως επέβαινε στο διπλοκάμπινο, οι κατηγορούμενοι αναχωρούν οριστικά από το μέρος. Απότοκο του επίδικου περιστατικού ήταν οι σοβαροί τραυματισμοί που υπέστηκε ο παραπονούμενος, ο οποίος διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για περίθαλψη, στο οποίο παρέμεινε τέσσερις μέρες. Στο είδος, έκταση και σοβαρότητα των τραυματισμών του καθώς και σε μερικά ακόμη γεγονότα, θα αναφερθώ αργότερα. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία). Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 6 Οκτωβρίου, 2011, στην Πάφο, συνωμότησαν μεταξύ του να διαπράξουν κακουργήματα, δηλαδή, τα αδικήματα που αναφέρονται στις επόμενες κατηγορίες. Έχοντας υπόψη ότι το μόνο αδίκημα που αποτελεί κακούργημα από τα δύο αδικήματα που τους καταλογίζεται ότι διέπραξαν μαζί είναι αυτό της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, για το οποίο αντιμετωπίζουν τη σχετική - 2η κατηγορία, θα εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι αυτοί συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το συγκεκριμένο αδίκημα. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134): «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28 - 4.» Και λίγο παρακάτω: «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and king [1966] Crim. L. R. 280, R. v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker, [1962] Crim. L. R. 458, R. v. O'Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παράγρ. 28 - 9).» Στο ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί η ύπαρξη συμπληρωμένης συμφωνίας μεταξύ των κατηγορούμενων να προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη στον παραπονούμενο απαντώ αρνητικά. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ο 1ος κατηγορούμενος, έχοντας υπόψη ότι μια περίπου ώρα αργότερα, αφότου τον είχε «κόψει» ο παραπονούμενος στην πρακτική εξέταση για απόκτηση άδειας οδήγησης, επειδή δεν είχε δεχθεί ότι δικαιολογημένα απότυχε θεωρώ ότι είχε κίνητρο να θέλει να βλάψει τον παραπονούμενο. Και ασφαλώς, όσα ακολούθησαν από τη στιγμή που άρχισε να τον ακολουθεί με το όχημά του, καθ' ον χρόνο αυτός βρισκόταν στο εκπαιδευτικό όχημα και διεξήγαγε την πρακτική εξέταση της Αλεξίας Σχίζας μέχρι και τη στιγμή που τον τράβηξε και τον έριξε στο έδαφος, εντάσσονται σ' αυτό το πλαίσιο. Το γεγονός ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ο 2ος κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί του, εάν η στάση του κατά το επίδικο περιστατικό ήταν διαφορετική απ' ό, τι ήταν, πιθανότατα, θα με οδηγούσε στην εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος, ότι οι δυο τους συναντήθηκαν και συμφώνησαν να βρουν τον παραπονούμενο και να τον τιμωρήσουν, ένεκα του γεγονότος πως είχε «κόψει» τον 1ο κατηγορούμενο κατά την εξέταση. Ωστόσο, ο 2ος κατηγορούμενος, εκτός του ότι δεν ενήργησε με τον ίδιο τρόπο κατά τον κρίσιμο χρόνο, η θέση του σύμφωνα με την ανώμοτη δήλωσή του ότι επενέβηκε στο χώρο ανάμεσα στον 1ο κατηγορούμενο και τον παραπονούμενο για να τους χωρίσει έχει αποδειχθεί πλήρως. Και μάλιστα και στα δυο επεισόδια που έλαβαν χώρα, τα οποία είναι σαφές, ότι περικλείον το στοιχείο της βίας. Ελλείψει αξιόπιστης μαρτυρίας, αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε βρεθεί στο αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου λίγο νωριτερα, έστω κι αν δεν κατάθεσε ενόρκως ο ίδιος, εντούτοις, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του, στην ανακριτική του κατάθεση, την οποία υιοθέτησε και κατέστησε μέρος της ανώμοτης δήλωσής του, τουλάχιστον δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ανταποκρίνονται στην αλήθεια: Όταν στις 13:35 είχε δει τον 1ο κατηγορούμενο που είναι φίλος του να περνά με το αυτοκίνητό του, του έκανε σήμα να σταματήσει όπως και έγινε. Αφού το ρώτησε αν μπορούσε να τον πάρει σε κάποιο φίλο του και αυτός δέχθηκε, τότε μπήκε στο αυτοκίνητό του. Στη διαδρομή, ο 1ος κατηγορούμενος, του είπε πως ήταν πολύ νευριασμένος, αφού είχε πάει για «test» και τον «έκοψε» ο εξεταστής. Όταν στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος είδε μπροστά τους τον εξεταστή, ο ίδιος του είπε να προχωρήσουν και να μην του δώσει σημασία, πλην όμως, αυτός δεν του άκουσε και αφού τον προσπέρασε, στη συνέχεια του ανέκοψε την πορεία του. Για να επαναλάβω έχοντας υπόψη το ρόλο που είχε διαδραματίσει ο 2ος κατηγορούμενος, καθ' ον χρόνο εκτυλισσόταν το σοβαρό περιστατικό που περικλείει το στοιχείο της βίας ανάμεσα στον παραπονούμενο και τον 1ο κατηγορούμενο, η θέση του 2ου κατηγορούμενου, πως όταν ο 1ος κατηγορούμενος είδε μπροστά τους τον εξεταστή, ο ίδιος τού είπε να προχωρήσουν και να μην του δώσει σημασία, πλην όμως, αυτός δεν του άκουσε είναι λογική και πιθανότατα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Με αυτό δεδομένο, δεν μπορεί να καταλογίζεται στους κατηγορούμενους ότι συνωμότησαν μεταξύ τους να προκαλέσουν σε βάρος του παραπονούμενου το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, είτε ακόμη και αυτό της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, για το οποίο, η κατηγορούσα αρχή, τους προσάπτει τη σχετική - 3η κατηγορία, προφανώς, υπαλλακτικά, για το ενδεχόμενο που δεν αποδειχθεί η κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Ακολουθεί ότι και οι δυο κατηγορούμενοι, στην 1η κατηγορία αθωώνονται. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, καταλογίζεται στους κατηγορούμενους, ότι στις 6 Οκτωβρίου, 2011, στην οδό Αντρέα Δημητρίου στην Πάφο, παράνομα προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στον Ιωάννη Βάννα από την Πάφο. Το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα προνοεί ότι: «Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές.» Το αδίκημα στοιχειοθετείται όταν ως αποτέλεσμα μιας παράνομης ενέργειας προκαλείται βαριά σωματική βλάβη. Η λέξη παράνομα αποδίδει πράξη η οποία γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία, ενώ το συγκεκριμένο αδίκημα δεν έχει ως συστατικό στοιχείο του την ειδική πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αρκεί ο κατηγορούμενος να διενήργησε συνειδητά την παράνομη πράξη που επέφερε τη βλάβη. (βλ. Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397) Επομένως, προς απόδειξη του εν λόγω συστατικού στοιχείου του αδικήματος ό, τι απαιτείται είναι ότι κατηγορούμενος, παράνομα και ηθελημένα, με κάποιας μορφής επίθεση προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη σε άλλο, είτε ακόμη, ότι, αδιαφορώντας για τις συνέπειες της πράξης του προκάλεσε το ίδιο αποτέλεσμα. Η έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης που αποτελεί το άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με αυτό: «"βαριά σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης» Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, έκδοση 2015, παρ. 19-258, σελ. 2082, ως βαριά σωματική βλάβη χαρακτηρίζεται η πραγματικά σοβαρή βλάβη και υποδεικνύεται ότι είναι ανεπιθύμητο να επιχειρηθεί οποιοσδήποτε άλλος ορισμός της. Σύμφωνα με την Αχτάρ (ανωτέρω), στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης αποδίδεται η συνήθης γραμματική έννοια και δεν είναι αναγκαίο η βαριά σωματική βλάβη να είναι είτε μόνιμη είτε επικίνδυνη. Παρατηρώ τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί το επίδικο περιστατικό, στο βαθμό και την έκταση που περικλείει το στοιχείο της βίας αποτελείται από δυο αυτοτελή επεισόδια. Το πρώτο αρχίζει στις 14:00:35, όταν 1ος κατηγορούμενος, ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά από τον παραπονούμενο, ο οποίος, τη στιγμή αυτή βρισκόταν όρθιος έξω από τη πόρτα του οδηγού του οχήματός του και τον τραβά και το ρίχνει στο έδαφος και ακολούθως προσπαθεί να το γρονθοκοπήσει κάτι που δε γίνεται χάριν στην καταλυτική παρέμβαση του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος δε του επιτρέπει να προβεί σε μια τέτοια ενεργεία και την ίδια ώρα προσπαθεί να συγκρατήσει τον παραπονούμενο κάτω στο έδαφος, μη επιτρέποντάς του να σηκωθεί. Η ενέργεια του 1ου κατηγορούμενου να τραβήξει τον παραπονούμενο και να το ρίξει κάτω στο έδαφος, ασφαλώς και είναι παράνομη, αφού κανένα δικαίωμα είχε να προβεί σ' αυτή. Ούτε και μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση της αυτοάμυνας γι' αυτή του την ενέργεια, δοθέντος ότι, ο ίδιος είναι που είχε επιτεθεί στον παραπονούμενο και όχι το αντίθετο και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. την Αχτάρ, ανωτέρω) η άμυνα και η χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης είναι υπό ορισμένες προϋποθέσεις νόμιμη, ωστόσο, θα πρέπει να έχει ως αντικειμενικό στόχο την απόκρουση μια επιθετικής ενέργειας. Στην προκειμένη - για να επαναλάβω - επιτιθέμενος είναι ο κατηγορούμενος και όχι ο παραπονούμενος, επομένως, ο πρώτος δε νομιμοποιείται να επικαλείται την υπεράσπιση της αυτοάμυνας. Για να συνεχίσω, σαφώς παράνομη είναι και, η καθ' ομολογία του 2ου κατηγορούμενου ενέργειά του να δώσει μια γροθιά στο πρόσωπο του παραπονούμενου, ως αντίδραση, στο γεγονός πως, όταν επενέβηκε για να χωρίσει τον παραπονούμενο από τον 1ο κατηγορούμενο δέχθηκε μια γροθιά από τον πρώτο, κατά λάθος πιστεύει. Και εδώ, με μόνο λόγο, ότι ο 2ος κατηγορούμενους, ενώ από τη μια πιστεύει πως είναι κατά λάθος που δέχθηκε τη γροθιά από τον παραπονούμενο, ενήργησε όπως ενήργησε, λειτουργώντας ανταποδοτικά, ούτε και αυτός νομιμοποιείται να επικαλείται προς όφελός του γι' αυτή του την έκνομη πράξη, την υπεράσπιση της αυτοάμυνας. Ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη ενέργειά του ήταν αναγκαία επειδή πίστευε ότι με αυτό τον τρόπο θα προστάτευε τον εαυτό του (βλ. την Αχτάρ και πάλι, ανωτέρω). Ακόμη και η απάντησή του όταν κατηγορήθηκε γραπτώς και για το συγκεκριμένο αδίκημα, κάθε άλλο παρά ότι βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας αποκαλύπτει. «Με χτύπησε και το χτύπησα πίσω.» ήταν μέρος της απάντησής του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ακολουθεί ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί και για τους δυο κατηγορούμενους. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο οι διάφοροι τραυματισμοί, τους οποίους, αναμφίβολα υπέστηκε ο παραπονούμενος στον ουσιώδη χρόνο, καταρχήν εμπίπτουν στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης και ακολούθως, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, εάν οι εν λόγω τραυματισμοί είναι το αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών, είτε του 1ου κατηγορούμενου είτε του 2ου κατηγορούμενου είτε ακόμη και των δύο. Ο παραπονούμενος, όπως αναφέρεται στο ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 12) της γιατρού Χρυστάλλας Πρέστου (Μ.Κ.3) κατά την εξέτασή της από την ίδια στις 6/10/2011 και ώρα 14:30, δηλαδή σε λιγότερο από μισή ώρα από το επίδικο περιστατικό, της παραπονέθηκε για ζάλες, κεφαλαλγία και ναυτία. Έφερε οίδημα, ερυθρότητα αριστερά βρεγματικά, εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος (τα οποία αναφέρονται) και εκχυμώσεις στο δεξιό βλέφαρο. Παραπονιόταν για άλγος στο δεξιό γλουτό και δεξιά στο τριχωτό της κεφαλής. Του έγινε ακτινολογικός έλεγχος, του χορηγήθηκαν παυσίπονα και εισήχθηκε στο χειρουργικό θάλαμο για παρακολούθηση. Έφερε μικρή απώλεια οδόντος άνω γνάθου. Τα ίδια περίπου αναφέρονται και από το διευθυντή της χειρουργικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, γιατρό Παναγιώτη Παπαδόπουλο (Μ.Κ.4) στο δικό του πιστοποιητικό (τεκμήριο 13) που εξέδωσε για τον παραπονούμενο καθώς και τα εξής: Στον παραπονούμενο, εκτός από ακτινολογικός έλεγχος, του είχε γίνει και εργαστηριακός έλεγχος, καρδιογράφημα και αξονική τομογραφία εγκεφάλου. Λόγω αυχεναλγίας, την επομένη της εισαγωγής του, ζητήθηκε ορθοπεδική εκτίμηση. Συγκεκριμένα, υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία αυχενικής μοίρας. Πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο, στις 10/0/2011, ενώ του χορηγήθηκαν φαρμακευτική αρωγή και αναρρωτική άδεια 10 ημερών. Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ σε νομολογία, η μικρή απώλεια δοντιού που υπέστη ο παραπονούμενος σε συνδυασμό και με τους υπόλοιπους τραυματισμούς του καθώς και όλη η ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε στη συνέχεια στο νοσοκομείο, στο οποίο παρέμεινε για τέσσερις μέρες, κατά τη γνώμη μου αποτελούν βαριά σωματική βλάβη τη εννοία του νόμου, αφού, οι εν λόγω τραυματισμοί/σωματικές βλάβες, στο σύνολό τους, σε κάθε περίπτωση, του επέφεραν σοβαρή βλάβη στην άνεσή του. Ό, το απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο η βαριά σωματική βλάβη που υπέστη ο παραπονούμενος είναι το αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών των κατηγορούμενων. Για να το πω και αλλιώς, τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο έχει αποδειχθεί αυτό που αποδίδεται στους κατηγορούμενους με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής - 2ης κατηγορίας. Συγκεκριμένα, ότι προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στον παραπονούμενο. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Παρότι δεν αποκλείεται να πρόκειται για τους κατηγορούμενους αυτοί που προκάλεσαν τη βαριά σωματική βλάβη στον παραπονούμενο, εντούτοις, για λόγους που θα αναφέρω αμέσως δεν μπορεί να τους αποδοθεί κάτι τέτοιο με απόλυτη βεβαιότητα. Δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί μολονότι ένα ήταν το περιστατικό για το οποίο οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την υπό κρίση κατηγορία καθώς και - κατά περίπτωση - τις υπόλοιπες κατηγορίες, καθένας από αυτούς, το περιστατικό συντίθεται από δυο αυτοτελή επεισόδια, τα οποία, κατά τρόπο, τελείως ξεκάθαρο, έχουν τη δική τους αρχή, μέση και τέλος. Το πως άρχισε και τέλειωσε το πρώτο έχει αναφερθεί αρκετές φορές. Για να επαναλάβω άρχισε στις 14:00:35, με την ενέργεια του 1ου κατηγορούμενου, ο οποίος, αφού τράβηξε τον παραπονούμενο, στη συνέχεια τον έριξε στο έδαφος και έληξε στις 14:00:41. Τη στιγμή αυτή, ο 2ος κατηγορούμενος, αφού στο μεταξύ κατάφερε να χωρίσει τον παραπονούμενο - ο οποίος βρισκόταν στο έδαφος - από τον 1ο κατηγορούμενο, απώθησε το δεύτερο πίσω από το αυτοκίνητο του πρώτου. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει το δεύτερο επεισόδιο, κατά το οποίο, επιτιθέμενος είναι ο παραπονούμενος, ο οποίος, με μια αστραπιαία κίνηση, ενώ βρισκόταν στο έδαφος ηγέρθηκε και τρέχοντας κυνήγησε τους κατηγορούμενους στο σημείο όπου είχαν πάει πίσω από το όχημά του. Εκεί, στο έδαφος, μεταξύ του 1ου κατηγορούμενου και του παραπονούμενου ακολούθησε πάλη μερικών δευτερολέπτων, η οποία νομικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συμπλοκή. Και ενώ οι δυο τους βρίσκονται στο έδαφος και παλεύουν, στις 14:00:57 διακρίνεται ανάμεσά τους ο 2ος κατηγορούμενος. Όταν στις 14:00:59 εγείρονται ο παραπονούμενος προσπαθεί να καταφέρει μια κλωτσιά στον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος, τη στιγμή αυτή βρίσκεται έξω από την πίσω πόρτα του οχήματος του παραπονούμενου, στην πλευρά του συνοδηγού. Ουσιαστικά, ευθύς αμέσως και συγκεκριμένα, στις 14:00:59 παρεμβαίνει και πάλι ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος, βρισκόμενος ακριβώς ανάμεσα στους άλλους δυο, ανοίγοντας τα χέρια του προσπαθεί να τους εμποδίσει να έρθουν σε επαφή, όπως ήταν και η επιδίωξή τους. Την ίδια ώρα κάνει την εμφάνισή του στο μέρος το κόκκινο διπλοκάμπινο και ο 2ος κατηγορούμενος, από τις 14:01:05 μέχρι και τις 14:01:19 σπρώχνοντάς τον 1ο κατηγορούμενο, τον κατευθύνει προς το αυτοκίνητό του για να τον εμποδίσει να επιτεθεί του παραπονούμενου. Στο σημείο, το δεύτερο επεισόδιο και κατ' επέκταση το επίδικο περιστατικό τελείωσε. Γιατί λοιπόν δεν μπορώ να αποδώσω στους κατηγορούμενους τη βαριά σωματική βλάβη που αποδεδειγμένα πια είχε υποστεί ο παραπονούμενος στον ουσιώδη χρόνο; Επειδή, πολύ απλά, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο αυτή προκλήθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου επεισοδίου, στο οποίο, τουλάχιστον, κατά την έναρξή του, ο παραπονούμενος υπέστη επίθεση από τον 1ο κατηγορούμενο ή αν προκλήθηκε κατά τη διάρκεια του δεύτερου επεισοδίου, το οποίο, αποδεδειγμένα επίσης είχε αρχίσει με επιτιθέμενο τον παραπονούμενο. Στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου, που αποτελεί ασφαλώς συστατικό στοιχείο του αδικήματος και αυτή η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας καταλογίζεται στους κατηγορούμενους, ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία, επιτέθηκαν εναντίον του Ιωάννη Βάννα από την Πάφο και του προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα προνοεί ότι: «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η πρώτο, η επίθεση, κατά το άρθρο 242 του ποινικού κώδικα και δεύτερο, αποτέλεσμα της οποίας είναι η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν, ως αποτέλεσμα της επίθεσης, υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime, σελ. 629 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Σύμφωνα και πάλι με την Αχτάρ (ανωτέρω), ούτε και είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη, καθώς, πραγματική σωματική βλάβη θεωρείται και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση. Παρατηρώ τα εξής: Η ενέργεια και των δυο κατηγορούμενων κατά του παραπονούμενου στον ουσιώδη χρόνο (ως ανωτέρω) αποτελεί επίθεση τη εννοία του νόμου. Και τούτο, επειδή περικλείει το στοιχείο της χρήσης βίας, έγινε με πρόθεση εκ μέρους τους και σαφώς, χωρίς τη συγκατάθεση του παραπονούμενου, επομένως πρόκειται για έκνομη ενέργεια. Ακολουθεί ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Απ' εκεί και πέρα, δε νομίζω να διαφωνεί κανείς με το συμπέρασμά μου, ότι, στο σύνολό τους οι τραυματισμοί που υπέστηκε ο παραπονούμενος συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Παρόλα αυτά, για τον ίδιο λόγο που δεν μπορεί να αποδοθεί στους κατηγορούμενους η βαριά σωματική βλάβη που υπέστηκε αυτός, ούτε και η πραγματική σωματική βλάβη που επίσης υπέστηκε μπορεί να τους αποδοθεί. Ακολουθεί ότι οι κατηγορούμενοι δικαιούνται να αθωωθούν και σ' αυτή την κατηγορία. Ωστόσο, το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Και αυτό, επειδή, έχοντάς υπόψη ότι το αυτοτελές αδίκημα της κοινής επίθεσης το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης έχει αποδειχθεί, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία κατά το άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας είμαι διατεθειμένος να καταδικάσω και τους δυο κατηγορούμενους για το αδίκημα της κοινής επίθεσης και τούτο, παρά την απουσία ξεχωριστής κατηγορίας γι' αυτό (βλ. τη Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 353). Ό, τι απομένει είναι να εξεταστεί κατά πόσο έχει αποδειχθεί η 4η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος, η οποία περικλείει το αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε και ΚΔΠ 312/07. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, καταλογίζεται στον 1ο κατηγορούμενο, ότι στις 6 Οκτωβρίου, 2011, στην οδό Αντρέα Δημητρίου στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KZJ 265 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγο χρόνο επί της οδού. Το άρθρο 7
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, προνοεί ότι: «Πάς όστις οδηγεί µηχανοκίνητον όχηµα επί τινος οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαµβανοµένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγµατικώς υπάρχει κατά τον δεδοµένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεµένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήµατος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστηµα µη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηµατικήν ποινήν µη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αµφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηµατικής τοιαύτης.» Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ 18, η οποία αφορούσε κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους. Για το τι συνιστά λάθος ή σφάλμα παραπέμπω στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115. Το στοιχείο αυτό (του σφάλματος) είναι το λιγότερο που θα πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά που οδήγησε στη σύγκρουση. Η λέξη «επικίνδυνος» προστίθεται, στη συνήθη γραμματική ερμηνεία σημαίνει αυτό που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Όπως αναφέρεται στην ίδια απόφαση, με αναφορά στην υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, η ένοχη σκέψη υπάρχει όταν ένας οδηγός προτού αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπε να λάβει υπόψη του τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Τέλος, «αλόγιστος» σύμφωνα με το λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' έκδοση, σελ. 127 πρόκειται για ενέργεια που δε στηρίζεται στη λογική, που ξεπερνά το μέτρο, που αγγίζει τα όρια της υπερβολής ή του παραλογισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας κατά νου την όλη οδική συμπεριφορά του 1ου κατηγορούμενου, από τη στιγμή που αποφάσισε να οδηγήσει το αυτοκίνητο της μητέρας του μέχρι και τη στιγμή που ανέκοψε το όχημα στο οποίο επέβαιναν ο παραπονούμενος και η Αλεξία Σχίζα στην οδό Αντρέα Δημητρίου και ιδιαίτερα, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο και το ακριβές σημείο που έγινε η ανακοπή, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα και αλόγιστα και απερίσκεπτα και επικίνδυνα για το κοινό. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ενώ λίγη ώρα νωρίτερα είχε αποτύχει στην πρακτική εξέταση για απόκτηση άδειας οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, τύπου σαλούν, που με απλά λόγια σημαίνει ότι, βασικά κρίθηκε ακατάλληλος να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα τέτοιου τύπου, εντούτοις, αδιαφορώντας πλήρως γι' αυτό, αφού πήρε το αυτοκίνητο της μητέρας του και άρχισε να το οδηγεί παράνομα (πρώτο, με μαθητική άδεια οδήγησης, χωρίς συνοδεία προσώπου που να κατέχει ισχύουσα άδεια, δεύτερο, χωρίς ασφάλεια και τρίτο, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του, εξ ου και η παραδοχή τους στις σχετικές κατηγορίες), ακολούθως επέτρεψε να μπει σ' αυτό και ο 2ος κατηγορούμενος. Όταν είδε στο δρόμο τον παραπονούμενο με το εκπαιδευτικό όχημα και ακολουθώντας τον αποφάσισε να τον ανακόψει, από τη στιγμή που άρχισε να υλοποιεί την απόφασή του μέχρι και την ώρα που πέτυχε το σκοπό του, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι αποτελούσε κινητό κίνδυνο για όσους χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη στιγμή αυτή ή ενδεχομένως θα το χρησιμοποιούσαν. Ειδικότερα: Όταν η Αλεξία Σχίζα, η οποία, κατά τον κρίσιμο χρόνο οδηγούσε το εκπαιδευτικό όχημα και ακολουθούσε δυτική κατεύθυνση επιχείρησε στροφή αριστερά για να εισέλθει στην οδό Αντρέα Δημητρίου, ο 1ος κατηγορούμενος, ακριβώς πάνω στη στροφή που σχηματίζουν οι δυο δρόμοι, αφού προσπέρασε από δεξιά το εκπαιδευτικό όχημα και εισήλθε στην οδό Αντρέα Δημητρίου, στη συνέχεια, οδηγώντας το όχημά του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αφού το έστριψε απότομα αριστερά και το επανέφερε στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, με το όχημα του παραπονούμενου να βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση, ακριβώς πίσω από το δικό του, με το που εισήλθε στο ύψος της αριστερής πλευράς του δρόμου που διασταυρώνει την οδό Αντρέα Δημητρίου, με ανατολική κατεύθυνση, σταμάτησε απότομα το όχημά του, εξαναγκάζοντας έτσι τον παραπονούμενο να κάνει το ίδιο, ο οποίος σταμάτησε το όχημα του σε πολύ μικρή απόσταση λίγο πιο πίσω. Εξαιτίας των παραπάνω ενεργειών του, ευθύς αμέσως, δύο άλλα οχήματα που ακολουθούσαν την ίδια πορεία με αυτή των επίδικων οχημάτων - προτού σταματήσουν στην οδό Αντρέα Δημητρίου -, όταν έφτασαν στο ύψος τους, για να καταστεί δυνατή η διέλευσή τους από το μέρος και να συνεχίσουν την πορεία του, εισήλθαν ολόκληρα και κινήθηκαν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου. Είναι φανερό, ότι και τα δυο αυτά οχήματα, εάν ήθελαν να στρίψουν αριστερά στο σημείο όπου είχε σταματήσει το όχημά του ο 1ος κατηγορούμενος, θα έπρεπε να καταλάβουν ολόκληρη τη δεξιά πλευρά του συγκεκριμένου δρόμου σύμφωνα με την πορεία που θα ακολουθούσαν, με προφανή κίνδυνο, εάν τη στιγμή αυτή ερχόταν κάποιο άλλο όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, το οποίο ήθελε να εισέλθει στην οδό Αντρέα Δημητρίου, να υπάρξει σύγκρουση ανάμεσα στα εν λόγω οχήματα. Το ίδιο θα συνέβαινε και σε περίπτωση που καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος άρχισε να προσπερνά το όχημα του παραπονούμενου και ακολούθως, οδηγώντας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου στην οδό Αντρέα Δημητρίου, κάποιο άλλο όχημα/οχήματα κινείτο στον ίδιο δρόμο από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο κατηγορούμενος, με τη συνολική οδική συμπεριφορά του έθεσε σε άμεσο κίνδυνο καταρχήν, τον ίδιο και το συγκατηγορούμενό του, ο οποίος βρισκόταν μαζί του στο ίδιο αυτοκίνητο. Έθεσε ακόμη σε κίνδυνο τον παραπονούμενο και την Αλεξία Σχίζα, οι οποίοι επέβαιναν μέσα στο εκπαιδευτικό όχημα, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι, οδηγός του οχήματος ήταν η μάρτυρας η οποία υποβαλλόταν σε πρακτική εξέταση για απόκτηση άδειας οδήγησης και ουδείς μπορεί να προβλέψει ποιες θα ήταν επιπτώσεις σε περίπτωση σύγκρουσης ανάμεσα στα δύο οχήματα, εάν ο παραπονούμενος δεν προλάβαινε να φρενάρει τη στιγμή που ο κατηγορούμενος, αφού έστριψε απότομα το αυτοκίνητό του αριστερά και κινήθηκε διαγώνια το έφερε ακριβώς μπροστά από το όχημα του παραπονούμενου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Όπως αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του 1ου κατηγορούμενου στη γραπτή αγόρευσή του, κάτω από τον τίτλο «Η προηγούμενη καταδίκη και ποινή», για τα γεγονότα της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος τιμωρήθηκε από την Εθνική Φρουρά όπου υπηρετούσε και φυλακίστηκε για 10 μέρες. Η φυλάκιση, προστίθεται, ήταν περιορισμός σε κελί. Συνεπεία αυτού, αναφέρει καταληκτικά ο κ. Κορακίδης είναι η θέση του, ότι το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 12. 2 του Συντάγματος οφείλει να αποτρέψει την εκ δευτέρου καταδίκη και ποινή του κατηγορούμενου, απορρίπτοντας όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Χωρίς να υπεισέρχομαι καθόλου στο ουσία βάσιμο ή μη της παραπάνω θέσης, η οποία εγείρει θέμα δεδικασμένου, περιορίζομαι να πω τούτο∙ από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 67 και 69
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας, είναι σαφές, ότι, η ειδική απολογία του δεδικασμένου μπορεί να γίνει όταν ο κατηγορούμενος κληθεί να απαντήσει στο κατηγορητήριο και προτού απαντήσει σ' αυτό. Με μόνο λόγο ότι ο κατηγορούμενος εγείρει τέτοιο θέμα ουσιαστικά, μετά το πέρας της δίκης, κάθε περαιτέρω συζήτηση γύρω από αυτό, θα είναι χωρίς νόημα. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς), ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του 1ου κατηγορούμενου στην 4η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάτι που δεν ισχύει για τις κατηγορίες 1 μέχρι 3 και για τους δυο κατηγορούμενους. Ακολουθεί ότι οι κατηγορούμενοι, στις κατηγορίες 1, 2 και 3 αθωώνονται ενώ, ο 1ος κατηγορούμενος, στην 4η κατηγορία κρίνεται ένοχος. Τέλος, κατά την άσκηση της εξουσίας που μου παρέχει το άρθρο 85
(1)της Ποινικής Δικονομίας βρίσκω και τους δυο κατηγορούμενους ένοχους για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία), επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία) και τέλος, αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε και ΚΔΠ 312/07 (4η κατηγορία). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.