← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Stroe Valentina, Aρ. Υπόθεσης 4670/13, 20/9/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Stroe Valentina, Aρ. Υπόθεσης 4670/13, 20/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B63 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 4670/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Stroe Valentina Ημερομηνία: 20.9.16 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για την Κατηγορούμενη: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη κατηγορείται επί το ότι παρέλειψε να λάβει προφυλάξεις κατά πιθανού κινδύνου από ζώο στην κατοχή της κατά παράβαση του άρθρου 236(δ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία). Συγκεκριμένα κατηγορείται επί το ότι στις 6.7.12 στην οδό Αγίου Ανδρέου στην Χλώρακα της επαρχίας Πάφου κατά τρόπο αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή παρέλειψε να λάβει προφυλάξεις κατά πιθανού κινδύνου από τον σκύλο που είχε στην κατοχή της ράτσας Labrador Retriev χρώματος χρυσαφί με αποτέλεσμα να κτυπήσει την Γιωργούλα Μπάρτζου από την Πάφο και να της προκαλέσει σωματική βλάβη. Η Κατηγορούμενη αντιμετώπιζε και άλλες δύο κατηγορίες στις οποίες αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Η Κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε ενοχή στην πρώτη κατηγορία οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Κλήθηκαν, έτσι, και έδωσαν μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή τρεις συνολικά μάρτυρες, ήτοι η Γ/Αστ Φωτειάνα Βασιλείου (ΜΚ 1), η παραπονούμενη Γιωργούλα Μπάρτζου (ΜΚ 2) και ο Χαράλαμπος Καμπούρης (ΜΚ 3). Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής εναντίον της Κατηγορούμενης στην πρώτη κατηγορία. Η Υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες και η Κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτη μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε η Γ/Αστ 921 Φωτειάνα Βασιλείου η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση της επαρχίας Πάφου και ήταν τοποθετημένη στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 24.10.12 - Τεκμήριο 1 - ως την κυρίως εξέτασή της σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στο Τεκμήριο 1 η μάρτυρας αναφέρει ότι στις 6.8.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη. Αναφέρει, επίσης, τι είχε λεχθεί από την Κατηγορούμενη στα πλαίσια της εν λόγω κατάθεσης. Σημειώνεται ότι η γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από την Κατηγορούμενη από την μάρτυρα και η γραπτή κατηγορία δεν κατατέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Η Υπεράσπιση δεν αντεξέτασε, όμως, την μάρτυρα. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ούτε και ότι τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο είναι αυτά που αναφέρθηκαν από την Κατηγορούμενη στα πλαίσια της γραπτής της κατάθεσης. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ασφαλές να δεχθώ και δέχομαι ότι τα όσα αναπαράγονται στο Τεκμήριο 1 από την ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης σύμφωνα με την μάρτυρα αναφέρθηκαν από την Κατηγορούμενη στα πλαίσια της ανακριτικής κατάθεσης που της λήφθηκε. Ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών της Κατηγορούμενης στους οποίους αυτή προέβη στα πλαίσια της ανακριτικής της κατάθεσης αναφέρονται τα ακόλουθα. Η Κατηγορούμενη στην γραπτή της κατάθεση ανέφερε ότι έλαβε χώρα ένα επεισόδιο κατά το οποίο η παραπονούμενη είχε πέσει κάτω στο έδαφος πλην όμως αυτό είχε λάβει χώρα μια εβδομάδα πριν την ημερομηνία που σύμφωνα με την καταγγελία της παραπονούμενης η τελευταία είχε δεχθεί την επίδικη επίθεση από τον σκύλο της Κατηγορούμενης. Όταν έγινε το περιστατικό αυτό - μια εβδομάδα πριν τις 6.7.12 - η Κατηγορούμενη βγήκε έξω από το σπίτι και προσέγγισε την παραπονούμενη η οποία βρισκόταν πεσμένη κάτω στο έδαφος. Της φώναξε ο υιός της λέγοντάς της ότι η παραπονούμενη είχε πέσει κάτω. Η Κατηγορούμενη την ρώτησε τι είχε πάθει και η παραπονούμενη της είπε ότι την είχε σπρώξει ο σκύλος της Κατηγορούμενης με αποτέλεσμα να κτυπήσει το γόνατό της στο αυτοκίνητο. Η Κατηγορούμενη δέχθηκε ότι εκείνη την ημέρα ο σκύλος της κυκλοφορούσε ελεύθερος έξω από το σπίτι της. Για το περιστατικό, όμως, δεν υπήρχαν μάρτυρες και η Κατηγορούμενη δεν πίστεψε στα λόγια της παραπονούμενης. Τα όσα στην ανακριτική της κατάθεση ανέφερε η Κατηγορούμενη αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μου διαφεύγει ότι καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Η βαρύτητα, όμως, που προσδίδεται σε εξ' ακοής μαρτυρία επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα όσα η Κατηγορούμενη ανέφερε στην ανακριτική της κατάθεση αποτελούν ουσιώδη σημεία τα οποία, όμως, η Κατηγορούμενη επέλεξε να μην προωθήσει με ένορκη μαρτυρία. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε την δυνατότητα να αντεξετάσει την Κατηγορούμενη ως προς το αληθές των πιο πάνω ισχυρισμών της, το δε ενδεχόμενο η Κατηγορούμενη να μην ανέφερε την αλήθεια στην ανακριτική της κατάθεση δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Υπό το φως των πιο πάνω δεν κρίνω ασφαλές να δεχθώ ως αληθή τα όσα η Κατηγορούμενη ανέφερε στην ανακριτική της κατάθεση. Δεν μου διαφεύγει ότι τα όσα η Κατηγορούμενη ανέφερε στην γραπτή της κατάθεση τα ανέφερε και στην ανώμοτη της δήλωση, αν και εν μέρει. Συγκεκριμένα στην ανώμοτή της δήλωση η Κατηγορούμενη δεν ανέφερε ότι κατά το περιστατικό που έλαβε χώρα μια εβδομάδα πριν τις 6.7.12 η παραπονούμενη της είπε ότι την είχε σπρώξει ο σκύλος της και ότι ως αποτέλεσμα είχε κτυπήσει το γόνατό της πάνω σε αυτοκίνητο. Στην ανώμοτη της δήλωση η Κατηγορούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, μόνο ότι όταν βγήκε έξω βρήκε την παραπονούμενη πεσμένη στο έδαφος. Την ρώτησε αν ήταν καλά και αν χρειαζόταν βοήθεια και η παραπονούμενη της είπε ότι ήταν καλά και ότι δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε βοήθεια. Η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Βλ. Ονησιφόρου ν. The Police
(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στην θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359). Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση». Υπό το φως των αρχών που πιο πάνω υποδείχθηκαν και παρά το ότι ως πιο κάτω θα διαφανεί η παραπονούμενη δεν κρίθηκε αξιόπιστη μάρτυρας δεν δέχομαι ως αληθή τα όσα η Κατηγορούμενη υπέδειξε με την ανώμοτή της δήλωση. Πρώτο, γιατί η ανώμοτη δήλωση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία και δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων σύμφωνα με την Νομολογία και, δεύτερο, γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση που να συνηγορεί με αυτή και, έτσι, να καθιστά ασφαλή της αποδοχή της. Συνακόλουθα από την μαρτυρία της μάρτυρος δέχομαι μόνο ότι η μάρτυρας στις 6.8.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη και ότι αργότερα και εντός της ίδιας ημέρας κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη. Ότι η Κατηγορούμενη στα πλαίσια της ανακριτικής της κατάθεσης ανέφερε αυτά που υποδεικνύονται στο Τεκμήριο 1 και ότι κατηγορηθείσα γραπτώς η Κατηγορούμενη ανέφερε και πάλι αυτά που υποδεικνύονται στο εν λόγω τεκμήριο. Δεύτερη μάρτυρας Κατηγορίας κατέθεσε η παραπονούμενη, Γιωργούλα Μπάρτζου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η παραπονούμενη κατέθεσε τις δύο γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία στις 29.7.12 και 5.8.12 - Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα - ως μέρος της κυρίως εξέτασής της σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της έδωσε, επίσης, προφορική μαρτυρία και εν τέλει αντεξέτασθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτή όδευε πεζή προς το σπίτι της ερχόμενη από την παραλία. Την ίδια στιγμή ερχόντουσαν από την απέναντι κατεύθυνση χρησιμοποιώντας τον δημόσιο δρόμο τρία παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι, τα οποία ακολουθούσε τρέχοντας ο σκύλος της Κατηγορούμενης, από τώρα και στο εξής «ο σκύλος». Τα δύο αγόρια κατέβαιναν τον δρόμο με σκούτερ ενώ το κορίτσι ακολουθούσε πεζό. Το κορίτσι και το ένα εκ των δύο αγοριών ήταν παιδιά της Κατηγορούμενης. Ακολούθως η παραπονούμενη εισήλθε εντός παρόδου αριστερά σύμφωνα με την πορεία της για να πάει προς το σπίτι της και για να αποφύγει τα παιδιά με τα σκούτερ. Εντός της ίδιας παρόδου εισήλθαν και τα τρία παιδιά. Τότε, ο σκύλος προσέγγισε την παραπονούμενη από πίσω και της κτύπησε στο αριστερό της γόνατο ενώ αυτή περπατούσε επί του πεζοδρομίου. Η παραπονούμενη έχασε τις αισθήσεις της για μερικά λεπτά και έπεσε κάτω στο πεζοδρόμιο. Αμέσως μετά την πτώση της παραπονούμενης τα παιδιά της Κατηγορούμενης φώναξαν στην Κατηγορούμενη αναφέροντας της το επεισόδιο. Η Κατηγορούμενη έφθασε στο μέρος και προσφέρθηκε να μεταφέρει την παραπονούμενη στο σπίτι της τελευταίας με το αυτοκίνητό της. Επειδή, όμως, η Κατηγορούμενη έπρεπε να πάει στην εργασία της η παραπονούμενη την απάλλαξε και εν τέλει η τελευταία κατάφερε πεζή να φθάσει στην οικία της. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε έντονα την μαρτυρία της παραπονούμενης υποβάλλοντας σε αυτήν τις δικές της θέσεις με επιστέγασμα την θέση ότι η παραπονούμενη δεν είχε δεχθεί επίθεση από τον σκύλο. Θεωρεί δε ως επιλήψιμη για την αξιοπιστία της παραπονούμενης την αναντιστοιχία που σύμφωνα με την Υπεράσπιση παρατηρείται ανάμεσα στην γραπτή της κατάθεση - Τεκμήριο 2 - και την διά ζώσης μαρτυρία της αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν. Η παραπονούμενη στο Τεκμήριο 2 ανέφερε τα ακόλουθα. Την ώρα που περνούσε από τον δρόμο είδε τον υιό της Κατηγορούμενης, τον Βαλεντίνο, να έρχεται προς το μέρος της με ένα σκουτεράκι. Του είπε να προσέχει να μην κτυπήσει. Ο δρόμος ήταν κατηφορικός και η παραπονούμενη παραμέρισε για να περάσει το σκούτερ. Τον υιό της Κατηγορούμενης ακολουθούσε ο σκύλος τρέχοντας με φόρα ο οποίος κτύπησε κατά λάθος πάνω στην παραπονούμενη και συγκεκριμένα στο αριστερό της πόδι. Στην διά ζώσης μαρτυρία της διευκρίνισε ότι λέγοντας σκούτερ η παραπονούμενη εννοούσε το πατίνι. Κρίνω ότι από την γραπτή της κατάθεση - Τεκμήριο 2 - συνάγεται ότι η επίθεση από τον σκύλο έλαβε χώρα στην οδό στην οποία η παραπονούμενη αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τον υιό της Κατηγορούμενης. Με την διά ζώσης, όμως, μαρτυρία της η παραπονούμενη προώθησε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Ισχυρίσθηκε ότι αφότου αντιλήφθηκε τον υιό της Κατηγορούμενης να οδεύει με το πατίνι του επί του δρόμου, ακολούθως, εισήλθε εντός παρόδου και αριστερά σύμφωνα με την πορεία της. Ο υιός της Κατηγορούμενης εισήλθε και εκείνος εντός της παρόδου και ο σκύλος επιτέθηκε στην παραπονούμενη επί του πεζοδρομίου της παρόδου επί του οποίου η παραπονούμενη περπατούσε. Με την διά ζώσης μαρτυρία της, δηλαδή, η παραπονούμενη προώθησε την εκδοχή ότι η επίθεση από τον σκύλο έγινε σε δρόμο άλλο από αυτόν στον οποίο η παραπονούμενη είδε τον υιό της Κατηγορούμενης για πρώτη φορά. Και συγκεκριμένα εντός παρόδου της εν λόγω οδού. Στην διά ζώσης μαρτυρία της η παραπονούμενη καθόρισε την πορεία την δική της και την πορεία του υιού της Κατηγορούμενης. Συγκεκριμένα υπέδειξε ότι πριν το επίδικο συμβάν αυτή όδευε επί του δημόσιου δρόμου με κατεύθυνση αντίθετη από αυτήν που ακολουθούσε ο υιός της Κατηγορούμενης. Υπό το φως της πιο πάνω διασαφήνισης συνάγεται από την γραπτή της κατάθεση ότι η παραπονούμενη δέχθηκε το κτύπημα από τον σκύλο ενώ ο σκύλος την προσέγγισε από μπροστά. Παραμέρισε, όπως ανέφερε, για να περάσει ο υιός της Κατηγορούμενης ο οποίος ερχόταν προς το μέρος της με το σκούτερ και ο σκύλος ο οποίος έτρεχε με φόρα πίσω από τον υιό της Κατηγορούμενης εν τέλει κτύπησε πάνω της. Διά ζώσης, όμως, η παραπονούμενη προώθησε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή και επί του σημείου τούτου. Ότι ο σκύλος της επιτέθηκε προσεγγίζοντάς την από πίσω. Τέλος, ενώ στην γραπτή της κατάθεση κάνει αναφορά μόνο σε ένα παιδί στην διά ζώσης μαρτυρία της έκανε αναφορά σε τρία παιδιά. Ισχυρίσθηκε διά ζώσης ότι εκτός από τον υιό της Κατηγορούμενης ακολουθούσε την ίδια πορεία οδηγώντας πατίνι και δεύτερο αγόρι. Επίσης, ισχυρίσθηκε ότι στην παρέα βρισκόταν και το μικρό κορίτσι της Κατηγορούμενης το οποίο ακολουθούσε τα δύο αγόρια πεζό. Υπό το φως όλων των πιο πάνω θα συμφωνήσω με την θέση της Υπεράσπισης ότι μεταξύ της γραπτής κατάθεσης της παραπονούμενης - Τεκμήριο 2 - και της διά ζώσης μαρτυρίας της υπάρχουν τέτοιες αντιφάσεις ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο συμβάν οι οποίες κλονίζουν την αξιοπιστία της παραπονούμενης σε βαθμό που δημιουργούν ρήγμα στην μαρτυρία της. Αξιοσημείωτη είναι, πάντως, η δήλωση της παραπονούμενης αντεξεταζόμενη ότι όταν η Κατηγορούμενη έφθασε στο μέρος στο οποίο η παραπονούμενη έπεσε η τελευταία δεν παραπονέθηκε στην Κατηγορούμενη ότι ο σκύλος της είχε επιτεθεί. Πράγμα που ξενίζει και που σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την αλήθεια της εν γένει θέσης της παραπονούμενης ότι κατά την επίδικη ημέρα είχε δεχθεί επίθεση από τον σκύλο. Είναι παράδοξο η παραπονούμενη να είχε δεχθεί επίθεση από τον σκύλο και να μην πληροφόρησε την Κατηγορούμενη για το συμβάν ή να μην εξέφρασε το παράπονό της στην Κατηγορούμενη. Επειδή, όπως διά ζώσης υπέδειξε, το επίδικο συμβάν η Κατηγορούμενη το πληροφορήθηκε από τα παιδιά της. Μέσα από την διά ζώσης μαρτυρία της διεφάνη, επίσης, ότι η παραπονούμενη δεν δίστασε να αναφέρει πράγματα και σε άλλα σημεία τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα αφού στην συνέχεια η ίδια τα αναιρούσε. Για παράδειγμα, ενώ αρχικά αντεξεταζόμενη ισχυρίσθηκε ότι ενώ ξεκίνησε αφότου συνήλθε από την λιποθυμία να πηγαίνει προς το σπίτι της κοίταξε το ρολόι της και είδε ότι η ώρα ήταν 7:45 μ.μ. σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασής της παραδέχθηκε ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια. Επίσης, σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης υποστήριξε ότι δεν είχε καν ρολόι πάνω της. Υποστήριξε, ακόμα, κατά την αντεξέταση ότι η ΜΚ 1 την επισκέφθηκε στο σπίτι της και της ζήτησε να της δείξει το σπίτι της Κατηγορούμενης. Η παραπονούμενη της το έδειξε και η ΜΚ 1 έκανε επίπληξη στην Κατηγορούμενη που άφηνε το σκύλο να κυκλοφορά ελεύθερο μέσα στους δρόμους. Από περαιτέρω αντεξέταση διεφάνη ότι δεν γνώριζε αν η ΜΚ 1 είχε όντως εφιστήσει την προσοχή της Κατηγορούμενης στο σκύλο. Υπέδειξε ότι όταν έφθασαν στο σπίτι της Κατηγορούμενης η ΜΚ 1 κατέβηκε από το αστυνομικό όχημα το οποίο ακολουθούσε αυτό του συζύγου της παραπονούμενης λέγοντας στην παραπονούμενη ότι θα πήγαινε να βρει την Κατηγορούμενη για να της πει να περιορίσει τον σκύλο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η παραπονούμενη δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Απορρίπτω την μαρτυρία της ως αναξιόπιστη και από αυτήν δέχομαι μόνο ότι πριν επισκεφθεί το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου είχε υποστεί τραυματισμό στο αριστερό της γόνατο. Ο τραυματισμός επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του ΜΚ 3. Δεν δέχομαι, όμως, ότι ο τραυματισμός προήλθε από επίθεση του σκύλου. Ούτε και ότι η παραπονούμενη υπέστη αποκόλληση του τένοντα όπως η ίδια ισχυρίσθηκε διά ζώσης. Ο ΜΚ 3 στην δική του μαρτυρία υποστήριξε ότι η παραπονούμενη είχε υποστεί ρήξη συνδέσμου και όχι τένοντα. Ο ΜΚ 3 είναι ειδικός ορθοπεδικός και ήταν ο ιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη στις 13.7.12 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Σύμφωνα με τα ευρήματά του τα οποία κατέγραψε στο Τεκμήριο 4 το οποίο κατατέθηκε υπό του ιδίου η παραπονούμενη υπέστη μερική ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου αριστερού γόνατος. Αρχικά τοποθετήθηκε γύψινος επίδεσμος μηροκνημικός ο οποίος μετά από δύο εβδομάδες αφαιρέθηκε και στην θέση του τοποθετήθηκε λειτουργικός μηροκνημικός νάρθηκας γόνατος. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι η ρήξη δεν ήταν πλήρης, αλλά δεύτερου βαθμού. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και η αντεξέταση ήταν διευκρινιστικού χαρακτήρα. Συνακόλουθα δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την πρώτη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα η Κατηγορούμενη αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.