Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ρολάνδου Ιωακείμ, Αρ. Υπόθεσης: 6503/13, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6503/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ρολάνδου Ιωακείμ Κατηγορούμενου ----------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.10.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για κατηγορούμενο: κ. Ε. Πίτρος Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά το μήνα Δεκέμβριο του 2010, στην οδό Αδαμάντιου Κοραή στην Πάφο, μαζί με τέσσερα άγνωστα πρόσωπα, με σκοπό την υποκίνηση του Γεώργιου Γεωργίου από την Πάφο, για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν είχε νομική υποχρέωση να διενεργήσει, τον απείλησε ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό του με τη φράση, «Αν δεν με ξοφλήσεις θα έχεις συνέπειες εσύ και η οικογένειά σου και ξέρω την διεύθυνση σου και τα νούμερα του αυτοκινήτου σου.» Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά το μήνα Ιανουάριο του 2011, στην Πάφο, με σκοπό την υποκίνηση του Γεώργιου Γεωργίου από την Πάφο, για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν είχε νομική υποχρέωση να διενεργήσει, τον απείλησε ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπό του με τη φράση, «Αν δεν μου υπογράψεις ότι χρωστάς €8000= Θα σε στείλω στο χώμα και εγώ στην φυλακή.» Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1844 Ευστάθιο Αλεξάνδρου και τον παραπονούμενο, Γεώργιο Γεωργίου (Μ.Κ.1 και 2, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και στις δυο κατηγορίες και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρες, τη σύζυγό του Αντρούλλα Ιωακείμ και το Σάββα Σωτηριάδη (Μ.Υ.1 και 2, αντίστοιχα). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του παραπονούμενου στην Αστυνομία (τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σ' αυτή, ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Το Δεκέμβριο του 2009, λόγω κάποιων προσωπικών του προβλημάτων δανείστηκε από τον κατηγορούμενο το ποσό των €1.000,
- Όταν πήρε το ποσό αυτό, συμφώνησε με τον κατηγορούμενο, ότι στις 15/1/2010 θα του έδινε το ποσό των €1.500,
- Για το σκοπό αυτό υπόγραψε και κάποιο χαρτί στον κατηγορούμενο, όταν οι δυο τους είχαν βρεθεί και ο κατηγορούμενος τού είχε δώσει τα €1.000,
- Επειδή δεν κατάφερε να επιστρέψει στον κατηγορούμενο τα χρήματα, αυτός, μέχρι και το τέλος του Γενάρη ήθελε €3.000,
- Μετά από απειλές και εκφοβισμούς αναγκάστηκε να υπογράψει στη δουλειά και ο μισθός του για 5 μήνες έμπαινε στο λογαριασμό του κατηγορούμενου. Οι απειλές του κατηγορούμενου συνίσταντο στο ότι - όπως του έλεγε - θα έκανε κακό στον ίδιο και στην οικογένειά του. Όταν μετά από 5 μήνες σταμάτησε να στέλλει το μισθό του στο λογαριασμό του, αυτός, το βρήκε και του είπε ότι εξακολουθούσε να του χρωστά €3.000,00 και ότι ο μισθός του είχε καλύψει απλώς του τόκους που έμπαιναν. Για να σταματήσουν όλα αυτά, αναγκάστηκε και του έδωσε δυο χωράφια που είχε στην Κοίλη, αξίας - και τα δυο μαζί - περίπου €15.000,
- Αυτό έγινε περίπου τον Ιούνη του 2010 και ο λόγος που το έκανε, ήταν γιατί είχε πάθει έμφραγμα και δεν ήθελε να πιέζεται από τον κατηγορούμενο. Τον Αύγουστο του 2010 και πάλι για προσωπικούς λόγους, αναγκάστηκε να πάρει από τον κατηγορούμενο ακόμη €1.000,
- Η μεταξύ τους συμφωνία διαλάμβανε όπως μέχρι το τέλος, του ίδιου μήνα, του δώσει το ποσό των €1.500,
- Όπως και την πρώτη φορά έτσι και τώρα, για το σκοπό αυτό υπόγραψαν και πάλι χαρτί. Στα μέσα του Σεπτέμβρη του ίδιου έτους, ο κατηγορούμενος απαιτούσε το ποσό των €2.500,
- Ο παραπονούμενος, σε διάστημα μιας βδομάδας τού πήρε €1.000,00 και αυτός τού είπε ότι οι οφειλές του παρέμειναν στο ποσό των €2.500,00 καθώς το ποσό των €1.000,00 που του είχε δώσει ήταν επιπλέον τόκος. Μέχρι και το τέλος του Οκτώβρη, ο κατηγορούμενος ήθελε από τον παραπονούμενο €4.500,
- Μετά από απειλές κατά της ζωής του καθώς και της οικογένειάς του, περί τα τέλη Νοεμβρίου αναγκάστηκε να του υπογράψει χαρτί (δηλαδή, κάτι τυποποιημένα γραμμάτια) ότι του χρωστά €5.500,
- Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, οι απειλές του κατηγορούμενου άρχισαν να γίνονται πιο έντονες. Μια μέρα είχε πάει στην οδό Αδαμάντιου Κοραή δίπλα από το δημοτικό σχολείο της Κάτω Πάφου, μαζί με άλλα τέσσερα άτομα και τον απείλησαν ότι αν δεν ξοφλήσει τον κατηγορούμενο, θα έχει συνέπειες ο ίδιος και η οικογένειά του και ότι ξέρουν τη διεύθυνσή διαμονής του και τα νούμερα του αυτοκινήτου του. Οι τέσσερις συνοδοί του κατηγορούμενο ήταν γεροδεμένοι. Δυο από αυτούς είχαν ξυρισμένο το κεφάλι. Επειδή φοβήθηκε, μετά από δυο μέρες υπόγραψε νέο χαρτί στον κατηγορούμενο που λέει ότι του χρωστά €8.000,
- Προτού υπογράψει, ο κατηγορούμενος τον απείλησε ότι θα το στείλει στο χώμα και αυτός στη φυλακή. Από τις μέρες των Χριστουγέννων μέχρι και την ημέρα της κατάθεσης του παραπονούμενου (του λήφθηκε στις 12/1/2011), ο κατηγορούμενος έγινε πολύ επικίνδυνος. Καθημερινά πήγαινε στη δουλειά και στο σπίτι του παραπονούμενου και τον απειλούσε καθώς και την οικογένειά του ότι θα τους σκοτώσει. Η εκδοχή του κατηγορούμενου για ό,τι του καταμαρτυρείται απορρέει από το περιεχόμενο των τριών ανακριτικών του καταθέσεων (τεκμήρια 1, 3 και 4), που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Οι κύριες θέσεις του, σύμφωνα με την πρώτη είναι οι εξής: Γνώρισε τυχαία τον παραπονούμενο το Νοέμβριο του
- Δε το δάνεισε καμιά φορά χρήματα, αλλά, το βοήθησε για κάποια οικονομικά προβλήματα που είχε. Μετά που γνωρίστηκαν, ο παραπονούμενος τον έπαιρνε τηλέφωνο και προσπαθούσε να τον πείσει να του δώσει κάποια χρήματα, όπως του έλεγε, για οικογενειακούς και προσωπικούς λόγους και έτσι, κατάφερε και τον έπεισε να του δώσει €1.000,00, ένα μήνα μετά που γνωρίστηκαν. Σε σχέση με αυτά είχαν υπογράψει ένα χαρτί ότι θα του τα επέστρεφε μετά από ορισμένο διάστημα, αλλά, ποτέ δεν του τα επέστρεψε. Παρότι προσφέρθηκε να του δώσει τόκο ο παραπονούμενος, του είπε ότι μόνο τα χρήματα του ήθελε. Ποτέ δεν τον απείλησε και μόνος του προσφέρθηκε να μπαίνει ο μισθός του στο λογαριασμό του, για να μπορεί να του ζητά χρήματα και γιατί του είχε εμπιστοσύνη. Αυτό έγινε για περίπου δυο με τρεις μήνες. Μετά ήταν σε διαθεσιμότητα ο παραπονούμενος και σταμάτησε. Μετά από αυτό, του έδινε χρήματα και αυτός υποσχόταν ότι θα τον ξοφλούσε από το μισθό του και κάποια δάνεια που θα έκανε. Όταν το δάνειζε υπόγραφαν χαρτιά για να έχει αποδείξεις ότι του χρωστά χρήματα. Δεν του ζητούσε αυτός να υπογράψει αυτά τα χαρτιά. Κάθε φορά που του ζητούσε χρήματα, του έλεγε να κάνουν νέο χαρτί για το υπόλοιπο ποσό που του χρωστούσε. Πριν από πέντε με έξι μήνες αγόρασε από τον παραπονούμενο δυο χωράφια στην Κοίλη, για το ποσό των €20.000,00, τα οποία του ξόφλησε και ο παραπονούμενος τού μεταβίβασε τα χωράφια. Είχαν συμφωνήσει όπως, όταν ο παραπονούμενος του επιστρέψει τα χρήματα που αγόρασε τα χωράφια, του τα μεταβιβάσει πίσω. Μετά από αυτό τού έδωσε ξανά χρήματα, όταν του ζητούσε και η τελευταία φορά ήταν τον Οκτώβρη του 2010 που το δάνεισε €1.000,00 για να στείλει της κόρης του στην Αγγλία. Το συνολικό ποσό που του χρωστά ο παραπονούμενος είναι €8.000,00 και έχει χαρτί που υπόγραψε αυτός και άλλα χαρτιά, που πιστοποιούν ότι του χρωστά. Σε καμιά περίπτωση τον απείλησε από τον καιρό που το γνώρισε. Στη διάρκεια των συναλλαγών που είχαν που το βοηθούσε σε οικονομικά του προβλήματα, πολλές φορές ήταν πιεστικός για να του βρίσκει χρήματα. Στη δεύτερη κατάθεσή του, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Από την πρώτη φορά που είχε δώσει στον παραπονούμενο τα €1.000,00, του έχει δανείσει συνολικά €8.000,
- Σε καμιά περίπτωση τού ζητούσε τόκο, αλλά, αντίθετα, αυτός του είχε προτείνει πολλές φορές να του δίνει τόκο, πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα τον πείσει να του δώσει τα λεφτά. Τα διάφορα χαρτιά που του υπόγραφε, τα είχε κάνει ο ίδιος και τα σύντασσε ο ίδιος. Από το μισθό του είχαν μπει στο λογαριασμό του δυο ή τρεις μισθοί, για τα ποσά των €1.400,00 με €2.200,00, όμως, στη συνέχεια, του τα ζητούσε και του τα έδινε πάλι πίσω και αντί το χρέος του να πέφτει, ανέβαινε. Στις 23/11/2010, του υποσχέθηκε γραπτώς ότι θα του επιστρέψει το υπόλοιπο του χρέος του, ύψος €7.400,00 και θα τον ξοφλούσε μέχρι τις 10/12/
- Επίσης, στις 23/10/2010 τού υπόγραψε άλλο χαρτί, που αφορά δέσμευσή του να του δώσει δυο χωράφια τα οποία έγιναν δέσμευση στο κτηματολόγιο. Όταν ο παραπονούμενος του έκανε αυτή την εισήγηση, ο ίδιος τού τόνισε ότι δεν ήθελε τα χωράφια, λέγοντάς του ότι θέλει τα λεφτά που του οφείλει και τίποτε παραπάνω. Αυτός όμως, όπως είπε, το έκανε για να νιώθει ασφάλεια ότι δε θα τον ξεγελάσει. Τα δυο άλλα χωράφια που αγόρασε από τον παραπονούμενο στην Κοίλη, τα αγόρασε διότι ο παραπονούμενος είχε ανάγκη από χρήματα και του τα ξόφλησε με καθαρή πράξη. Μάλιστα έχουν κάνει και χαρτί ως συμφωνία, ότι, με το που θα του δώσει τα λεφτά, να του επιστρέψει τα χωράφια. Αυτό το έκανε γιατί ήθελε να το βοηθήσει επειδή το θεωρούσε φίλο του. Οι φορές που του ζήτησε βοήθεια ήταν πάρα πολλές, όμως δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε όλες. Οι βεβαιώσεις που του έκανε οι γραπτές είναι αρκετές, εκτός από αυτές που παρουσίασε στην Αστυνομία. Σ' αυτές περιλαμβάνεται και το γραμμάτιο, ημερομηνίας 13/12/2010, για το ποσό των €8.000,00 που του χρωστά μέχρι σήμερα. Τα λεφτά που του δάνειζε ήταν από €200,00 και πάνω. Δυο φορές ήταν το ποσό των €1.000,00 και μια των €1.500,
- Εκτός από τα λεφτά που μπήκαν στο λογαριασμό του από το μισθό του, ο παραπονούμενος τού έδωσε σε μετρητά €500,00 με χαρτονόμισμα για το ποσό αυτό. Επειδή όμως του ζητούσε συνεχώς, δεν τον ξόφλησε καμιά φορά, αλλά, αντίθετα, το ποσό που του χρωστά έφθασε στα €8.000,
- Η τελευταία γραπτή υπόσχεση που του έδωσε για εξόφληση του ποσού αυτού, ήταν χθες, 12/1/2011 η ώρα 12 το μεσημέρι, στην παρουσία του Σαββάκη του Σωτηριάδη (Μ.Υ.2) σε κάποιο χώρο στάθμευσης (αναφέρεται που ακριβώς). Ο ίδιος επέμενε στο χαρτί να μπει ως ημερομηνία της νέας υπόσχεσής του, η 12/1/2011 και ο παραπονούμενος αρνιόταν. Έτσι έβαλε αυτός την ημερομηνία στο δεξιό πάνω μέρος του χαρτιού, στην παρουσία του παραπονούμενου, ο οποίος τού είπε: «ό,τι θέλεις κάμε.» Ουδέποτε τον απείλησε μ' οποιοδήποτε τρόπο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει και κατόπιν συστάσεων άλλων ήταν να αποταθεί στους προϊσταμένους του, με σκοπό να τους ενημερώσει για τα συμβάντα, σε μια προσπάθεια να πάρει τα λεφτά του. Όταν το ανάφερε αυτό και στον ίδιο για να συνετιστεί του απαντούσε: «Όπου θέλεις πήαινε τζιαι γω τη δουλειά μου εν τη χάνω τζιαι στο κάτω κάτω είναι το τελευταίο πράμα που σκέφτομαι η δουλειά μου.» Αυτό, του το είπε πολλές φορές και μάλιστα, σε μια περίπτωση, την Τρίτη 11/1/2011, γύρω στις 17:15, του είπε χαρακτηριστικά ότι θα πάει να δει το διευθυντή κ. Πετούση και τον αρχιεπιστάτη κ. Νέστωρα και αυτός του απάντησε: «Να σε γαμήσω και σένα και τον Πετούση και το Νέστωρα και όχι μια φορά, εφτά φορές.» Όλες οι γραπτές υποσχέσεις που υπάρχουν είναι πρωτοβουλίες δικές του, για να τον πείσει ότι θα ξοφλούσε τα χρήματα που του όφειλε. Τέλος, στην 3η του γραπτή κατάθεση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Δε θυμάται αν τα δυο χωράφια που αναφέρει στην προηγούμενη του κατάθεση ότι ο παραπονούμενος, στις 23/10/2010 τού υπόγραψε χαρτί, δεσμεύοντας τον εαυτό του να του τα δώσει, τα οποία δεσμεύτηκαν στο κτηματολόγιο πρόκειται για τα δυο χωράφια στην Κοίλη, τα οποία ανάφερε ότι αγόρασε ή πρόκειται για διαφορετικά χωράφια. Ο λόγος που δε θυμάται είναι γιατί μετά που ο παραπονούμενος, με δική του πρωτοβουλία τού τα είχε μεταβιβάσει, αφού παρήλθε και άλλος καιρός, δανείστηκε από τον ίδιο και άλλα χρήματα και του όφειλε €8.500,00 και για να του ξοφλήσει και αυτό το υπόλοιπο, έκαναν γραπτή συμφωνία όπως του μεταβιβάσει ακόμη δυο τεμάχια, τα οποία όμως δεν ξέρει σε ποια τοποθεσία είναι. Κληθείς να διευκρινίσει πώς πλήρωσε τα δυο χωράφια που, όπως λέει στην κατάθεσή του, ημερομηνίας 13/1/2011 είχε αγοράσει από τον παραπονούμενο, για το ποσό των €20.000,00 απάντησε ως εξής: «Εννοούσα ότι από τα ποσά που του είχα δανείσει του Γεωργίου προηγουμένως, μαζεύτηκε μία συνολική οφειλή του Γεωργίου προς εμένα του ποσού των 20000 ευρώ. Για να με ξοφλήσει ο Γεωργίου με δική του πρωτοβουλία επέμενε να μεταβιβάσει τα δύο αυτά χωράφια στην Κοίλη στο όνομα μου προς εξόφληση της οφειλής και έτσι και έγινε. Μου μεταβίβασε τα δύο χωράφια στο όνομα μου εξοφλώντας με την οφειλή του των 20000 ευρώ. Ταυτόχρονα συμφωνήσαμε ότι αν μου επέστρεφε τις 20000 ευρώ στο μέλλον θα του επέστρεφα και εγώ τα δύο χωράφια αλλά αυτό μέχρι και σήμερα δεν έγινε.» Όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει πώς συνάδει η αναφορά του στην κατάθεσή του, ημερομηνίας 13/1/2011 ότι μέχρι τη στιγμή αυτή είχε δανείσει συνολικά στον παραπονούμενο το ποσό €8.000,00 με τον παραπάνω ισχυρισμό του ότι στο παρελθόν τον είχε δανείσει συνολικά €20.000,00, απαντώντας ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν και ότι όλα τα στοιχεία της υπόθεσης είναι στην κατοχή του δικηγόρου του. Όταν τέλος ρωτήθηκε εάν μπορεί να προσκομίσει τα δικαιολογητικά που υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του ότι ο παραπονούμενος του χρωστούσε €20.000,00 παράπεμψε και πάλι στο δικηγόρο του, ο οποίος, όπως είπε, απουσιάζει στο εξωτερικό. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας.» Αναφορικά με το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Για την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλέπε και την Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 καθώς και την Iddin ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 47/2014, ημερομηνίας 29/2/2016. Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1844 Ευστάθιου Αλεξάνδρου (Μ.Κ.1) γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του παραπονούμενου Γεώργιου Γεωργίου (Μ.Κ.2) με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου καθώς και των δυο μαρτύρων που παρουσίασε προς υπεράσπισή του είμαι βέβαιος, ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου ως μάρτυρα είναι αρκετά καλή. Ο μάρτυρας απαντούσε με απλότητα, αμεσότητα και ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Η εκδοχή του, επί της ουσίας, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, που αποτελεί ασφαλώς και πραγματική μαρτυρία, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. τη Δημητρίου, ανωτέρω), χωρίς να παραγνωρίζω και το γεγονός, ότι, αρκετοί από τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς του παρέμειναν αναντίλεκτοι είτε ακόμη, επιχειρήθηκε αμφισβήτηση και/ή αντίκρουσή τους από την υπεράσπιση, με αντιφατικό τρόπο. Αναμφίβολα υπέπεσε και σε κάποιες αντιφάσεις ο παραπονούμενος, ενώ υπήρξαν στιγμές που σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν είτε δήλωνε πως δε θυμόταν και παράπεμπε στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία είτε ακόμη, απαντώντας, ήταν κάπως υπερβολικός. Αποδίδω όλα αυτά, στο μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει γι' αυτά καθώς και στα έντονα συναισθήματα πικρίας και αγανάκτησης που τον έχουν κυριεύσει όλη αυτή την περίοδο, ένεκα του γεγονότος, ότι οι επιπτώσεις από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντί του, όπως θα διαφανεί αργότερα εξακολουθούν ακόμη να τον κατατρέχουν. Αναφορικά με τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, τις θεωρώ τόσο ασήμαντες, αφού αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, οπότε, όχι μόνο δεν είναι ικανές να αποδυναμώσουν τη μαρτυρία του, την οποία γενικά θεωρώ αξιόπιστη, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου Ρολάνδου Ιωακείμ ως μάρτυρα είναι τόσο αρνητική, σε βαθμό που το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που αποδέχομαι είναι αυτό που συνάδει με τη μαρτυρία του παραπονούμενου και γενικά αποδεικνύεται από άλλη, αξιόπιστη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και μάλιστα, εντελώς αβίαστα, απαντούσε με υπεκφυγές, πρόβαλλε ισχυρισμούς που στερούνται στοιχειώδους λογικής και πειστικότητας είτε ακόμη που δεν τέθηκαν στον παραπονούμενο, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει, χωρίς να παραγνωρίζω και τα εξής, τα οποία αποδυναμώνουν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του: σε αρκετές περιπτώσεις, άλλα υπόβαλλε ο δικηγόρος του στον παραπονούμενο και άλλα έλεγε ο ίδιος για το ίδιο θέμα,είτε ακόμη και οι μάρτυρές του, τους οποίους είμαι απολύτως βέβαιος, ότι επιστράτευσε στο Δικαστήριο, όχι για να πουν την αλήθεια, αλλά, για να συνδράμουν την προσπάθειά του να με πείσει να δεχθώ τη, σαφώς, ψευδή και προφανώς, κατασκευασμένη εκδοχή του. Φυσικά, όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, όχι απλώς απότυχε στην προσπάθειά του αυτή, αλλά, αντίθετα, σε σχέση με μερικούς από τους ισχυρισμούς, του το μόνο που κατάφερε, ήταν η σύγκρουσή του και με τους δυο μάρτυρές του, οι οποίοι, για τα ίδια θέματα προέβαλαν αντίθετους ισχυρισμούς. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, η γραπτή μαρτυρία την οποία κατά κάρο επικαλείται προκειμένου να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του, πραγματικά συνθλίβει την αξιοπιστία του. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Αρχίζω με μέρος όσων αναφέρει στις τρεις ανακριτικές καταθέσεις του (ημερομηνίας, 12/1/2011, η πρώτη, 13/1/2011, η δεύτερη και 2/10/2012, η τρίτη - τεκμήρια 1, 3 και 4, αντίστοιχα -), το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης και τούτο, προκειμένου να διαφανεί πόσο αντιφατικός υπήρξε σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης και μάλιστα, εντελώς αβίαστα. Στην πρώτη του κατάθεση ισχυρίζεται ότι δε δάνεισε χρήματα τον παραπονούμενο, αλλά το βοηθούσε. Ο παραπονούμενος, ένα μήνα μετά που γνωρίστηκαν κατάφερε και τον έπεισε να του δώσει €1.000,00, για τα οποία είχαν υπογράψει ένα χαρτί ότι θα του τα επέστρεφε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά, ποτέ δεν του τα επέστρεψε. Δεν του ζήτησε τόκους για αυτά. Παρότι ο ίδιος προσφέρθηκε να του δώσει, του είπε πως ήθελε μόνο τα χρήματα που του είχε δώσει. Μόνος του ο παραπονούμενος τού πρότεινε να μπαίνει ο μισθός του σε λογαριασμό του, για να μπορεί να του ζητά χρήματα και γιατί του είχε εμπιστοσύνη. Μετά από αυτό τού έδωσε και άλλα χρήματα, με την υπόσχεση ότι θα τον ξοφλούσε με το μισθό του και κάποια δάνεια που θα έκανε. Κάθε φορά που το δάνειζε χρήματα υπόγραφαν χαρτιά για να έχει αποδείξεις ο ίδιος ότι του χρωστά. Ο παραπονούμενος τού έλεγε να κάνουν νέο χαρτί για να φαίνεται το υπόλοιπο του χρέους του. Πριν πέντε με έξι μήνες αγόρασε από τον παραπονούμενο δυο χωράφια στην Κοίλη, για το ποσό των €20.000,
- Κατέβαλε το ποσό αυτό στον παραπονούμενο, ο οποίος του μεταβίβασε τα χωράφια και συμφώνησαν πως, όταν ο παραπονούμενος του επιστρέψει το παραπάνω ποσό, με τη σειρά του, να του μεταβιβάσει πίσω τα χωράφια. Η τελευταία φορά που το δάνεισε ήταν τον Οκτώβρη του 2010 με το ποσό των €1.000,00 για να το στείλει της κόρης του στην Αγγλία. Το συνολικό ποσό που του χρωστά είναι €8.000,00 και έχει χαρτί που του υπόγραψε και άλλα χαρτιά που πιστοποιούν ότι του χρωστά. Με τη διευκρίνιση ότι η παραπάνω κατάθεση, του λήφθηκε την ημέρα που ο παραπονούμενος τον είχε καταγγείλει γραπτώς στην Αστυνομία, ας δούμε και τι αναφέρει στη δεύτερη του κατάθεση, η οποία του λήφθηκε την επομένη, 13/1/
- Ειδικότερα: Από την πρώτη φορά που είχε δώσει στον παραπονούμενο τα €1.000,00 τον έχει δανείσει συνολικά €8.000,
- Στο λογαριασμό του είχαν μπει δυο με τρεις μισθοί του παραπονούμενου, για τα ποσά των €1.400,00 με €2.200,
- Όμως, στη συνέχεια τού ζητούσε και του έδινε και άλλα λεφτά και έτσι, το χρέος του, αντί να πέφτει ανέβαινε. Στις 23/10/2010 τού υπόγραψε χαρτί που αφορά δέσμευση να του δώσει δυο χωράφια τα οποία δεσμεύτηκαν στο κτηματολόγιο. Ο ίδιος δεν τα θέλει και του το τόνισε, λέγοντάς του ότι θέλει τα λεφτά του και τίποτε παραπάνω. Τα άλλα δυο χωράφια στην Κοίλη, τα αγόρασε και του τα ξόφλησε με καθαρή πράξη και μάλιστα έχουν και χαρτί ως συμφωνία, ότι με το που θα του δώσει τα λεφτά του, θα του επιστρέψει τα χωράφια, χωρίς οποιεσδήποτε απαιτήσεις. Η τελευταία γραπτή υπόσχεση που του έδωσε ο παραπονούμενος για εξόφληση του ποσού των €8.000,00 που του χρωστούσε ήταν χθες, η ώρα 12:00 το μεσημέρι, στην παρουσία του Μ.Υ.2., ο οποίος υπόγραψε ως μάρτυρας. Ο ίδιος επέμενε να μπει η χθεσινή ημερομηνία στο χαρτί, ο παραπονούμενος αρνιόταν και έτσι την ημερομηνία την έβαλε ο ίδιος στο δεξιό πάνω μέρος του χαρτιού, στην παρουσία του. Με απλή αντιπαραβολή όσων αναφέρει στις δυο καταθέσεις του τίθενται τα εξής ερωτήματα: ποιο είναι το συνολικό ποσό που έδωσε στον παραπονούμενο, είτε υπό μορφή δανείου, είτε υπό μορφή βοήθειας, μιας και ισχυρίζεται και τα δυο; Ποιο είναι το συνολικό ποσό που του επέστρεψε ο παραπονούμενος και ποιο αυτό που τελικά του οφείλει; Πόσα χωράφια του έχει μεταβιβάσει ο παραπονούμενος; Δυο, όπως αναφέρει στην πρώτη του γραπτή κατάθεση ή αυτά τα δυο, στην Κοίλη και άλλα δυο, τα οποία, όπως αναφέρει στη δεύτερη του κατάθεση, ο παραπονούμενος δεσμεύτηκε να του δώσει και για το σκοπό αυτό δεσμεύτηκαν στο κτηματολόγιο; Και για ποιο σκοπό αυτά δεσμεύτηκαν στο κτηματολόγιο; Ακολούθως, πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα δυο χωράφια στην Κοίλη, τα αγόρασε και τα ξόφλησε με καθαρή πράξη, δηλαδή, ότι ουσιαστικά κατέβαλε στον παραπονούμενο το ποσό των €20.000,00, τη στιγμή που, όπως είναι η θέση του, όταν ο παραπονούμενος θα του επέστρεφε το ποσό αυτό, θα του επέστρεφε και αυτός τα χωράφια, χωρίς οποιεσδήποτε περαιτέρω απαιτήσεις; Αν υποτεθεί ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία μεταξύ τους, πόσο λογικό είναι καταρχήν, να ισχυρίζεται ότι αγόρασε και μάλιστα με καθαρή πράξη τα χωράφια; Ακολούθως, δεδομένου του ισχυρισμού του πως δε ζητούσε και δεν εισέπραττε τόκους από τον παραπονούμενο, για τα χρήματα που έδινε, πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι εάν και όταν ο παραπονούμενος του επέστρεφε το ποσό των €20.000,00, θα του επέστρεφε και αυτός τα δυο χωράφια, τη στιγμή που και για τις δυο πράξεις μεταβίβασης, ως θέμα καθαρά νομικό, θα έπρεπε να καταβληθούν και μεταβιβαστικά τέλη; Και πότε υποβλήθηκε στον παραπονούμενο οτιδήποτε από τα παραπάνω; Υπάρχει όμως και συνέχεια. Δεδομένου του ισχυρισμού του ότι τα δυο χωράφια στην Κοίλη, όπως αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση, τα είχε αγοράσει πριν από πέντε με έξι μήνες, δηλαδή μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου, του 2010, για το ποσό των €20.000,00, τότε, το πωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 27/12/2010 (το οποίο περιέχεται στη δέσμη εγγράφων που καθ' ομολογία του αποτελούν μέρος των εγγράφων που είχε δώσει ο ίδιος στην Αστυνομία τα οποία συνθέτουν το τεκμήριο 2), με το οποίο ο παραπονούμενος φέρεται να του πωλεί, επίσης, δυο τεμάχια στην Κοίλη, για το ποσό των €12.000,00, με τον ίδιο, επίσης να φέρεται να καταβάλλει στον παραπονούμενο το ποσό των €8.000,00, ως προκαταβολή, την ίδια μέρα, για ποιο σκοπό είχε γίνει; Τέλος, πώς μπορεί να ισχυρίζεται πως δε ζητούσε τόκο από τον παραπονούμενο για τα λεφτά που του έδινε, τη στιγμή που στο γραμμάτιο ημερομηνίας 13/12/2010 (τεκμήριο 7 και μέρος του τεκμηρίου 2), ο παραπονούμενος φέρεται να δηλώνει ότι έλαβε από αυτόν τοις μετρητοίς, το ποσό των €8.000,00, το οποίο ανέλαβε να του καταβάλει στις 17/12/2010, δηλαδή, 4 μέρες αργότερα, με τόκο 9% ετησίως; Ας δούμε τώρα και αναφέρει στην τρίτη ανακριτική του κατάθεση, η οποία του λήφθηκε στις 2/10/2012: Δε θυμάται εάν τα δυο χωράφια που ο παραπονούμενος είχε δεσμευτεί να του δώσει τα οποία δεσμεύτηκαν στο κτηματολόγιο είναι αυτά στην Κοίλη, τα οποία, όπως αναφέρει στη δεύτερη του κατάθεση είχε αγοράσει από τον παραπονούμενο ή πρόκειται για διαφορετικά χωράφια. Και ο λόγος είναι γιατί μετά που ο παραπονούμενος του μεταβίβασε τα δυο χωράφια στην Κοίλη, στη συνέχεια, αφού παρήλθε και άλλος καιρός δανείστηκε και άλλα χρήματα από τον ίδιο και του όφειλε €8.500,00 και για να του ξοφλήσει και αυτό το υπόλοιπο, έκαναν γραπτή συμφωνία, όπως του μεταβιβάσει ακόμη δυο τεμάχια, τα οποία όμως δεν ξέρει σε ποια τοποθεσία είναι. Περιορίζομαι να πω τούτο∙ στις δυο προηγούμενες καταθέσεις του ισχυρίζεται ότι ο παραπονούμενος του χρωστά το ποσό των €8.000,00 και όχι των €8.500,00 που αναφέρει στην τελευταία του κατάθεση. Όσα ακολουθούν αποκαλύπτουν τη δεινή θέση που βρέθηκε καθώς και την ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος, προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα: Ενώ στη δεύτερη του γραπτή κατάθεση ισχυρίζεται ότι τα δυο χωράφια στην Κοίλη, τα είχε αγοράσει από τον παραπονούμενο, διότι αυτός είχε ανάγκη από χρήματα και του τα ξόφλησε με καθαρή πράξη, καταβάλλοντάς του το ποσό των €20.000,00, όταν του ζητήθηκε από τον ανακριτή να διευκρινίσει πώς πλήρωσε το ποσό αυτό στον παραπονούμενο ισχυρίστηκε τα εξής: από τα ποσά που του είχε δανείσει μαζεύτηκε μια συνολική οφειλή του προς τον ίδιο, για το ποσό των €20.000,
- Ο παραπονούμενος, για να τον ξοφλήσει, με δική του πρωτοβουλία επέμενε να του μεταβιβάσει τα δυο χωράφια στην Κοίλη, όπως και έγινε. Ταυτόχρονα συμφώνησαν ότι εάν στο μέλλον ο παραπονούμενος τού επέστρεφε το ποσό των €20.000,00, θα του επέστρεφε και αυτός τα δυο χωράφια, αλλά αυτό δεν έγινε μέχρι σήμερα. Με όλο το σεβασμό δεν αποτελεί πλέον θέμα απλώς ακόμη μιας αντίφασης στην οποία υπέπεσε ο κατηγορούμενος. Θεωρώ πως, συν τοις άλλοις υποτιμά και τη νοημοσύνη μας, όταν με την προβολή ανάλογων ισχυρισμών θέλει να γίνει πιστευτός. Το μέγεθος της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει καταφαίνεται από το γεγονός πως, όταν ρωτήθηκε από τον ανακριτή, πώς συνάδει ο ισχυρισμός του ότι είχε δανείσει τον παραπονούμενο στο παρελθόν με το συνολικό ποσό των €20.000,00, ενώ στην προηγούμενη του κατάθεση, ημερομηνίας 13/1/2011 ανάφερε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή, τον είχε δανείσει συνολικά €8.000,00 ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν και ότι όλα τα στοιχεία της υπόθεσης είναι στην κατοχή του δικηγόρου του, στον οποίο παρέπεμψε, ενώ, όταν ευθύς αμέσως ρωτήθηκε αν μπορούσε να προσκομίσει στην Αστυνομία δικαιολογητικά που να υποστηρίζουν τη θέση του ότι παραπονούμενος τού χρωστούσε €20.000,00, όπως είπε απαντώντας, ο δικηγόρος του που έχει όλα τα έγγραφα απουσιάζει στο εξωτερικό. Μου φαίνεται πως ξεχνά ο κατηγορούμενος, ότι - για να επαναλάβω - υιοθέτησε το περιεχόμενο και των τριών ανακριτικών καταθέσεών του για σκοπούς κυρίως εξέτασης και προφανώς, πέντε και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του ανακριτική κατάθεση και τρία και πλέον χρόνια μετά την τρίτη, που είναι και η τελευταία, όφειλε να γνωρίζει και να είναι σε θέση να καταθέσει πειστικά και με θετικό τρόπο, τουλάχιστον για τα εξής: για το συνολικό ποσό που είχε δανείσει τον παραπονούμενο, για το συνολικό ποσό που αυτός του κατέβαλε έναντι του χρέους του και τέλος, για το υπόλοιπο που του χρωστά για πλήρη εξόφληση. Και φυσικά, εάν έλεγε την αλήθεια δεν μπορεί να είχε καμιά δυσκολία να καταθέσει πειστικά και τεκμηριωμένα για τα παραπάνω και τούτο, έχοντας υπόψη και τον ισχυρισμό του, ότι τα διάφορα ποσά που κατέβαλλε κατά καιρούς στον παραπονούμενο, ήταν άτοκα καθώς και το εξής: όσο καλός και φιλεύσπλαχνος άνθρωπος και να ήταν, όπως προσπάθησε να παραστήσει τον εαυτό του, δεν μπορεί να ισχυρίζεται πως δε θυμάται το ποσό που είχε δανείσει στον παραπονούμενο είτε ακόμη, να μην είναι σε θέση να τεκμηριώσει με στοιχεία, τα οποία, όπως είναι η θέση του διέθετε, παραπέμποντας γι' αυτά στο δικηγόρο του, με τη δικαιολογία ότι αυτός απουσιάζει στο εξωτερικό. Και, με δεδομένο ότι υιοθέτησε το περιεχόμενο και των τριών ανακριτικών του καταθέσεων για σκοπούς κυρίως εξέτασης, για την παράλειψή του να παρουσιάσει τα στοιχεία που τεκμηριώνουν τη θέση του για το συνολικό ποσό που είχε δανείσει στον παραπονούμενο, τι θα πρέπει να υποθέσω; Ότι τρεισήμισι και πλέον χρόνια μετά που του λήφθηκε η τρίτη του κατάθεση, ο δικηγόρος του απουσιάζει ακόμη στο εξωτερικό; Επειδή δε θα ήθελα να θεωρηθεί ότι παραβλέπω το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων (τεκμήρια 2, 6 και 7) που ο ίδιος είχε δώσει στην Αστυνομία (παρεμπιπτόντως, να πω πως δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι είχε και διάφορα άλλα έγγραφα τα οποία δεν είχε δώσει στην Αστυνομία, αφού, επί τούτου επιβεβαιώνεται από τον παραπονούμενο, ο οποίος αναφέρθηκε σε έγγραφα που είχε υπογράψει και του δώσει τα οποία ουδέποτε παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο) υπεισέρχομαι απευθείας σ'αυτά. Το περιεχόμενό τους, με χρονολογική σειρά ακολουθεί αυτούσιο: Αρχίζω με το πρώτο, ημερομηνίας 20/1/
- «Όνομα Γεώργιος Eπώνυμο Γεωργίου Επαρχία Πάφος Αρ. ΑΗΚ 99176 Τομέα Μισθοδοσίας Επιτελική Μονάδα Οικονομικών Κεντρικά Γραφεία Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου Ε Ξ Ο Υ Σ Ι Ο Δ Ο Τ Η Σ Η Σας εξουσιοδοτώ όπως εμβάζετε το μισθό μου για πίστωση του λογαριασμού μου στο πιο κάτω τραπεζικό ίδρυμα. Αριθμός Λογαριασμού 0674 - 00 - 001850 - 00 Τράπεζα Κύπρου Κατάστημα ................ Πόλη Πάφος Η εξουσιοδότηση αυτή θα είναι συνεχής και έγκυρη μέχρι να ανακληθεί γραπτώς από μένα. Υπογραφή ........ Ημερομηνία 20/1/2010 + Απαλείψετε ότι δεν εφαρμόζεται» Ακολουθεί το δεύτερο, ημερομηνίας 13/10/
- «Αν μέχρι αύριο δεν πάρει το μίνιμουν από μένα τον Γεώργιο Γεωργίου 592690 το ποσό των €2000 (δυο χιλιάδες) είμαι υπόχρεος να πάω μαζί του στο Κτηματολόγιο και να καταθέσομε το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο Πάφου. (ακατάληπτο) 13/10/10 Γεώργιος Γεωργίου 592690 ΑΣ 3700/10 Ακύρωση 29/10/10» Στις 23/10/2010, ο παραπονούμενος φέρεται να προέβη σε δύο δηλώσεις. Στην πρώτη αναφέρει τα εξής: «Όλες οι υποχρεώσεις και εκκρεμότητες που έχω προς τον κύριο Ρολάνδο Ιωακείμ πριν το τέλος του μηνός 10/2010 θα τακτοποιηθούν χωρίς δεύτερη αναβολή. Η δέσμευση είναι οριστική από εμού. Γ. Γεωργίου. Επίσης τα έγγραφο δύο χωραφιών που υπέγραψα στον κ. Ρολάνδο είναι καθαρά και χωρίς δεσμεύσεις. 23/10/10 592690 Εάν δεν ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις μου για τις συνεχόμενες καθυστερήσεις στον κ. Ρολάνδο Ιωακείμ έχει δικαίωμα όπως πάει στην εργασία μου και να καταγγείλει και δεν θα αδικ.(ακατάληπτο). για την ενέργεια του γιατί έχει δίκαιο απόλυτο για την ταλεπωρία. Τα λεφτά που χρωστώ τα πήρα για οικογενειακούς λόγους και υποχρεώσεις. ΤΟΝΙΖΩ ΟΤΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΩ ΣΤΟΝ Κ. ΡΟΛΑΝΔΟ ΕΙΝΑΙ ΑΤΟΚΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΞΔΟΑ. ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΣ ΣΤΙΝ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΜΟΥ. 592690 ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ 592690» Σύμφωνα με τη δεύτερη: «Τονίζω ότι σήμερα επήρα από τον κ. Ρολάνδο το ποσό των 500 € για να τα στείλω στην Αγγλία στην κόρη μου και τη γυναίκα μου. Γεώργιος Γεωργίου 592690 23/10/10» Στις 23/11/2010, ο παραπονούμενος προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Εγώ ο Γεώργιος Γεωργίου
(592690)υπόσχομαι ότι εντός της εβδομάδας θα δώσω στον Ρολάνδο Ιωακείμ μέρος του χρέους που του χρωστώ μεταξύ 2000 και 3000 χιλιάδες ευρώ. Υπόλοιπο χρέους 7.400 Το άλλο υπόλοιπο θα πληρωθεί πριν τις 10/12/
- 592690 23.11.10 Γεώργιος Γεωργίου. δεν υφίσταται καμία παρεξήγηση η ένταση ήταν λόγω πίεσης και κακής στιγμής. Γεώργιος Γεωργίου» Στις 13/12/2010, ο παραπονούμενος υπόγραψε το ακόλουθο γραμμάτιο (τεκμήριο 7): «ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ €8.000 Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Γεώργιος Γεωργίου από ... , οδός 592690 χρεωστώ να πληρώσω εις διαταγή του Ρολάνδος Ιωακείμ ............ το ως άνω ποσό των €....... οκτώ χιλιάδες ευρώ μόνον ποσό όπερ ελήφθη υπ' εμού παρ' αυτού τοις μετρητοίς. Το ως άνω ποσό υποχρεούμαι όπως το καταβάλω δια μηνιαίων δόσεων εκ €...... (εξόφληση 17/12/2010 ) μηνιαίως της πρώτης δόσεως ούσης πληρωτέας την . / .. / .. και ούτω καθ' εξής την πρώτη ημέρα εκάστου επομένου μηνός μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Από σήμερα υποχρεούμαι στην καταβολή τόκου προς 9% ετησίως μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Παράλειψη πληρωμής οιασδήποτε δόσεως ή μέρους αυτής καθιστά ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό και εν περιπτώσει αγωγής υποχρεούμαι στην καταβολή απάντων των δικηγορικών και δικαστικών εξόδων. Εν Πάφο την 13/12/2010 Ο ΧΡΕΩΣΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ 1....(667899 2..... ...............................» Την ίδια μέρα προέβη και στις ακόλουθες δηλώσεις: «13/12/10 .(ακατάληπτο). Διά τούτου υπόσχομαι ότι ο μισθός μου του μηνός Δεκεμβρίου θα παραληφθεί από τον κ. Ρολάνδο Ιωακείμ σε λογαριασμό της Ελληνικής Τράπεζας. Γεώργιος Γεωργίου 592690 Μάρτυρας Σάββας Σωτηριάδης Εάν δεν εξοφληθεί τις πιο πάνω ημερομηνίες ο Ρολάνδος δικαιούται να κάνει ότι θέλει ακόμα και στην εργασία μου. να κάνει ότι θέλει. Το ποσό που χρωστώ είναι 8000 ευρώ για οικογενειακούς λόγους (οκτώ χιλιάδες και.(ακατάληπτο).. Σάββας Σωτηριάδη 667899» Τέσσερεις μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 17/12/2010 προέβη και στην ακόλουθη δήλωση: «Εγώ ο Γεώργιος Γεωργίου υπόσχομαι ότι πριν τις 28/1/11 ο κύριος Ρολάνδος Ιωακείμ θα έχει μέρος (σημαντικό) των λεφτών που του χρωστώ (€8.000) πιθανόν και όλο το ποσό. Γ. Γεωργίου 592690 Μάρτυρας 17/12/10 Σάββας Σωτηριάδης 667899 ΓΙΑ ακόμα μια φορά όπως Αναφέρεται ποιο πάνω παρών και Ο Σαββάκης Σωτηριάδης μου υπόσχεται ο Γ.Γ. ΑΗΚ. Να μου δώσει τα λεφτά μου που μου χρωστά. Το χαρτίν Αυτόν ΕΧει ΓΙΝΕΙ σήμερα 12/1/2011 έξω από ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ORPHANIDES COURT LOIZOS IORDANOU constructions LTD. ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ PARKING.» Στις 21/12/2010 υποσχέθηκε και τα εξής: «Εγώ ο Γιώργος Γεωργίου υπόσχομαι ότι εάν μέχρι το μεσημέρι τις 22/12/10 δεν μπουν λεφτά στο λογαριασμό του Ρολάνδου Ιωακείμ δεν φέρω εγώ .(ακατάληπτο). 23/12/10 μεταβιβάσω χωράφι στον κ. Ρολάνδο. Γεώργιος Γεωργίου 21/12/2010 592690 Μάρτυρας Σάββας Σωτηριάδης» Η ακόλουθη διαβεβαίωση (τεκμήριο 6) στην οποία έχει προβεί ο παραπονούμενος, δε φέρει ημερομηνία: «Διαβεβαίωση Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Γεώργιος Γεωργίου, κάτοχος του δελτίου ταυτότητας 592690, από την Πάφο, διά της παρούσης βεβαιώ τον Ρολάνδο Ιωακείμ, κάτοχος του δελτίου ταυτότητας 505469, ότι η επιταγή που παίρνω από την δουλεία μου (Α.Η.Κ) θα εξακολουθεί να κατατίθεται επ' ονόματι του στο λογαριασμό 0674 - 00 - 001850 στην Τράπεζα Κύπρου, μέχρι να ξοφλήσω πλήρως το χρέος μου. Ο Διαβεβεών ΜΑΡΤΥΡΑΣ ..................................
- ....... Γεώργιος Γεωργίου 592690 Μετά την απόφαση για την ποιν.(ακατάληπτο), στις 18/11/10 θα μπορώ με βεβαιότητα να πω στην ΑΗΚ να πηγαίνει ο μισθός μου στο 0677-00-001850 592690 Γιώργος Γεωργίου» Το τι προκύπτει από το περιεχόμενο όλων των παραπάνω εγγράφων - χωρίς να συνυπολογίζονται και διάφορα άλλα που είμαι βέβαιος πως είχε εξασφαλίσει ο κατηγορούμενος με τον ίδιο τρόπο, τα οποία, ωστόσο, για δικούς του λόγους δεν παρέδωσε στην Αστυνομία για να τα θέσει και αυτά ενώπιόν μου - είναι τα εξής: Ο παραπονούμενος, που για διάφορους προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους δανείστηκε από τον κατηγορούμενο αρκετές φορές διάφορα χρηματικά ποσά - για τα οποία αυτός δεν ήταν σε θέση να πει το συνολικό ποσό, που για τον παραπονούμενο, τον οποίο θεωρώ αξιόπιστο ανέρχεται σε €2.000,00 -, με δική του πρωτοβουλία προέβη στις ακόλουθες ενέργειες και/ή πράξεις για σκοπούς εξασφάλισης του κατηγορούμενου: Στις 20/1/2010 προέβη σε εξουσιοδότηση για έμβασμα του μισθού του σε λογαριασμό του κατηγορούμενου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι του εμβάστηκαν δυο με τρεις μισθοί για τα ποσά των €1.400,00 με €2.200,
- Αν υποτεθεί ότι το ορθό ποσό είναι το πρώτο και το έμβασμα έγινε για δυο μήνες, σημαίνει ότι ο παραπονούμενος τού κατέβαλε το ποσό των €2.800,
- Εάν το έμβασμα έγινε για τρεις μήνες, το συνολικό ποσό που του καταβλήθηκε ανέρχεται στα €4.200,
- Με βάση το ποσό των €2.200,00, το συνολικό ποσό που του κατέβαλε ο παραπονούμενος από το μισθό του ανέρχεται σε €4.400,00, για δυο μήνες και σε €6.600,00, αντίστοιχα, για τρεις μήνες. Τρεις μόλις μέρες αργότερα, ο παραπονούμενος, με δική του και πάλι πρωτοβουλία, όπως ήταν η μόνιμη επωδός του κατηγορούμενου, με γραπτή δήλωσή του δεσμεύτηκε ότι πριν το τέλος του ίδιου μήνα, δηλαδή του Γενάρη του 2010, θα τακτοποιούσε οριστικά όλες τις υποχρεώσεις και εκκρεμότητες του έναντι του. Μάλιστα, στην ίδια δήλωση, χωρίς να αναφέρεται σε τι έγκεινται οι υποχρεώσεις και εκκρεμότητες του παραπονούμενου στον κατηγορούμενο, ο πρώτος δηλώνει και ότι υπόγραψε και δυο χωράφια στο δεύτερο. Και δε μένει ως εδώ. Συνεχίζοντας τού αναγνωρίζει το δικαίωμα να τον καταγγείλει και στην εργασία του σε περίπτωση που δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, για τις συνεχόμενες καθυστερήσεις. Ταυτόχρονα τονίζει ότι τα λεφτά που του χρωστά είναι άτοκα. Φυσικά, γιατί ο παραπονούμενος, ο οποίος, όπως ήταν η θέση του κατηγορούμενου προέβη στις παραπάνω δηλώσεις, με δική του πρωτοβουλία - αφού τις έκανε και σύντασσε ο ίδιος -, ενώ για τα λεφτά που του έδινε ο κατηγορούμενος δε ζητούσε τόκο, παρότι ο ίδιος προσφέρθηκε να του δώσει, «αισθάνθηκε την ανάγκη» να δηλώσει ότι τα λεφτά που οφείλει είναι άτοκα, μόνο ο κατηγορούμενος γνωρίζει, ο οποίος, προφανώς είχε το λόγο του. Εν τω μεταξύ, την ίδια μέρα, ο παραπονούμενος φέρεται να δηλώνει και ότι πήρε από τον κατηγορούμενο το ποσό των €500,00 αυθημερόν, για να τα στείλει στην κόρη του και τη γυναίκα του στην Αγγλία. Και τούτο, τη στιγμή που ο κατηγορούμενος, στην πρώτη ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι η τελευταία φορά που του είχε δανείσει χρήματα ήταν τον Οκτώβρη του 2010 το ποσό των €1.000,00, για να το στείλει της κόρης του στην Αγγλία και, ουδέποτε ξανά έχει αναφέρει πως είχε δανείσει δυο φορές τον παραπονούμενο μ' οποιοδήποτε ποσό για να το στείλει στην κόρη του στην Αγγλία. Το μέγεθος της νέας αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Με νέα δήλωσή του που έγινε στις 23/11/2010, ο παραπονούμενος υποσχέθηκε ότι εντός της βδομάδας, θα έδιδε στον κατηγορούμενο, μεταξύ €2.000,00 και €3.000,00 που αποτελεί μέρος του χρέους του, με υπόλοιπο χρέους, το ποσό των €7.400,
- Με την ίδια δήλωση, ο παραπονούμενος φέρεται να δηλώνει ότι το άλλο υπόλοιπο (χωρίς να καθορίζεται το ποσό), θα πληρωθεί πριν τις 10/12/
- Για να συνεχίσω, ο παραπονούμενος, στις 13/12/2010 υπόγραψε και γραμμάτιο με το οποίο αναγνωρίζει ότι χρωστά στον κατηγορούμενο, το ποσό των €8.000,00, το οποίο εισέπραξε από αυτόν σε μετρητά. Και ενώ, όπως είναι η θέση του κατηγορούμενου, ο ίδιος δε ζητούσε τόκο για τα λεφτά που έδινε στον παραπονούμενο, αυτός, με το εν λόγω έγγραφο, ανέλαβε την υποχρέωση να ξοφλήσει το ποσό του γραμματίου στις 17/12/2010, δηλαδή, μόλις τέσσερεις μέρες αργότερα, με τόκο 9% ετησίως, από την ημέρα υπογραφής του γραμματίου. Την ίδια μέρα, ο παραπονούμενος, προέβη και σε γραπτή υπόσχεση ότι ο μισθός του για το μήνα Δεκέμβρη, θα παραλαμβανόταν από τον κατηγορούμενο σε λογαριασμό του στην Ελληνική Τράπεζα. Στην ίδια δήλωση, φέρεται να αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο και το δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει στην εργασία του, αν δεν ξοφληθεί «..τις πιο πάνω ημερομηνίες». Τέλος, με αυτή δηλώνει ότι το ποσό που χρωστά είναι €8.000,
- Το πόσο «ελεύθερα» και με «δική του πρωτοβουλία» σύνταξε και υπόγραψε τα παραπάνω έγγραφα ο παραπονούμενος καταφαίνεται από τα εξής: την ίδια μέρα που υπόγραψε έντοκο γραμμάτιο στον κατηγορούμενο για το ποσό των €8.000,00, υποσχέθηκε να του καταβάλει το μισθό του για το ποσό των €1.400,00 με €2.200,00 και του αναγνώρισε το δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει, ακόμη και στην εργασία του. Και όλα αυτά, επειδή του χρωστούσε το ποσό των €8.000,00, για οικογενειακούς λόγους και μάλιστα, άτοκο! Μόνο ένας παράφρων θα μπορούσε να λειτουργήσει εκούσια με τέτοιο τρόπο και ο παραπονούμενος, ομολογώ πως δεν μου έχει δώσει την εντύπωση ενός τέτοιου ανθρώπου. Όπως αναφέρει στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος, η τελευταία γραπτή υπόσχεση που του έδωσε ο παραπονούμενος για εξόφληση του ποσού των €8.000,00, ήταν χθες 12/1/2011 η ώρα 12 το μεσημέρι, στην παρουσία του Μ.Υ.2, σε κάποιο χώρο στάθμευσης. Ο ίδιος επέμενε στο χαρτί να μπει η 12/1/2011, ως ημερομηνία της νέας υπόσχεσης και ο παραπονούμενος αρνιόταν να το κάνει. Έτσι, την ημερομηνία 12/1/2011, την έβαλε ο ίδιος στο πάνω δεξιό μέρος του χαρτιού, στην παρουσία του παραπονούμενου, ο οποίος του είπε «ό,τι θέλεις κάμε.» Σε συνδυασμό και με όσα αναφέρει στη συνέχεια ότι έγραψε ο ίδιος στο χαρτί είναι σαφές, ότι παραπέμπει στο έγγραφο - μέρος του τεκμηρίου 2 - το οποίο έχει ημερομηνία και αυτή είναι η 17/12/
- Επομένως, η προσπάθειά του να με πείσει για το αβάσιμο της εναντίον του καταγγελίας του παραπονούμενου, προβάλλοντας τον αναληθή ισχυρισμό, ότι αυτός, μερικές μόλις ώρες μετά που τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία προέβηκε στην παραπάνω υπόσχεση προς τον ίδιο, όχι απλώς πέφτει στο κενό, αλλά, αντίθετα, συνθλίβει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ούτε και αντιλαμβάνομαι τι λόγο είχε ο παραπονούμενος και τι θα κέρδιζε από τη μια, να τον καταγγέλλει γραπτώς στην Αστυνομία ότι με απειλές και εκβιασμούς τού απέσπασε ολόκληρη περιουσία και από την άλλη, την ίδια μέρα, να προβαίνει σε γραπτή δήλωση, με την οποία αναγνωρίζει ότι του χρωστά. Φυσικά, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι το συγκεκριμένο έγγραφο υπογράφτηκε από τον παραπονούμενο μέσα σε κάποιο χώρο στάθμευσης, στην παρουσία του Μ.Υ.2, ο οποίος υπόγραψε σ' αυτό ως μάρτυρας είναι ενδεικτικός του τρόπου με τον οποίο διεκπεραίωνε τις συναλλαγές του και σε ποια θέση βρίσκονταν και πόσο ελεύθερα αισθάνονταν, οι αντισυμβαλλόμενοί του. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, ουδεμία εξήγηση έχει δοθεί εκ μέρους του, γιατί στην πρώτη ανακριτική του κατάθεση, ημερομηνίας 12/1/2011, δεν αναφέρθηκε στο παραπάνω περιστατικό, που υποτίθεται πως είχε λάβει χώρα, μερικές μόνο ώρες προηγουμένως, την ίδια μέρα και το θυμήθηκε την επομένη. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω τους λόγους για τους οποίους, με βάση μόνο το περιεχόμενο των τριών ανακριτικών καταθέσεων του κατηγορούμενου καθώς και των διαφόρων εγγράφων που ο ίδιος είναι φανερό ότι εξανάγκαζε τον παραπονούμενο να υπογράφει προς όφελός του, το θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα. Παρόλα αυτά, θα συνεχίσω και με άλλα παραδείγματα από τη διά ζώσης μαρτυρία του. Αρχίζοντας από την κυρίως εξέταση, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Τα χρήματα που δάνειζε στον παραπονούμενο είναι όλα στο τεκμήριο
- Από τα εν λόγω έγγραφα συνάγονται τα εξής: το ποσό που υποτίθεται ότι του χρωστούσε ο παραπονούμενος, πότε θα του το κατέβαλλε, ότι αυτό θα γινόταν ακόμη και με καταβολή των μισθών του σε τραπεζικό λογαριασμό του, ως επίσης και ότι ο παραπονούμενος συμφώνησε να του πωλήσει και δυο ακίνητά του στην Κοίλη, για το ποσό των €12.000,00, από το οποίο, ο κατηγορούμενος, με βάση το σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο, ημερομηνίας 27/12/2010, το οποίο κατατέθηκε την ίδια μέρα στο κτηματολόγιο φέρεται να του είχε καταβάλει αυθημερόν, το ποσό των €8.000,
- Εκείνο που σίγουρα δεν προκύπτει είναι το συνολικό ποσό που είχε δανείσει στον παραπονούμενο. Ότι λίγο αργότερα, θα έφθανε στο σημείο να ισχυριστεί ότι ο παραπονούμενος τον εκβίαζε πραγματικά είναι απίστευτο. Ερωτηθείς πόσο ήταν το ποσό που του έβαζε σε λογαριασμό του από το μισθό του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε πως ήταν μεταξύ €1.500,00 με €2.000,00, περίπου. Του υπενθυμίζω απλώς, ότι, στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση αναφέρει τα ποσά των €1.400,00 με €2.200,
- Του υπενθυμίζω ακόμη και τα εξής: με βάση τη σχετική εξουσιοδότηση του παραπονούμενου (μέρος του τεκμηρίου 2), ολόκληρος ο μισθός του θα γινόταν έμβασμα στο λογαριασμό του. Επομένως, το ποσό που γινόταν έμβασμα κάθε φορά στο συγκεκριμένο λογαριασμό, δεν μπορεί να ήταν είτε στο περίπου είτε μεταξύ δυο ποσών, τη στιγμή μάλιστα που υπάρχει τόσο μεγάλη απόκλιση μεταξύ τους, με βάση και τις δυο εκδοχές του κατηγορούμενου. Ερωτηθείς εάν όταν τον πλήρωνε ο παραπονούμενος για τα λεφτά που του έδινε, ο ίδιος του έδινε αποδείξεις ισχυρίστηκε πως, όπως έκανε και με το τελευταίο (χαρτί), πάντοτε στη συναλλαγή της πληρωμής που του έδινε κάποια λεφτά ο παραπονούμενος, γινόταν ένα συγκεκριμένο χαρτί, με το τελευταίο υπόλοιπο. Αυτή η σημαντική παραδοχή του συμπυκνώνει και τον τρόπο με τον οποίο περιήγαγε σε διαρκή ομηρία τον παραπονούμενο, φροντίζοντας να είναι μόνιμα εκτεθειμένος έναντί του ότι του χρωστούσε. Πράγματι, στα διάφορα έγγραφα που τον εξανάγκαζε να υπογράφει υπάρχει αναφορά, είτε στο ποσό που υποτίθεται ότι του χρωστούσε ο παραπονούμενος, ως υπόλοιπο, πότε και με ποιο τρόπο θα γινόταν η αποπληρωμή του μα ουδέποτε ότι αυτός τού κατέβαλε έστω και €1,
- Προφανής ο λόγος. Επειδή, θα έπρεπε να τον παρουσιάζει διαρκώς ότι του χρωστά και να έχει μόνο υπόλοιπο προς εξόφληση. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση του δικηγόρου του, με τον παραπονούμενο, μέχρι και την προηγούμενη της ψεύτικης καταγγελίας του, έτρωγαν και έπιναν σε συγκεκριμένα σημεία και στην «Περβόλα» και στου μακαρίτη του Σπύρου. Συγκεκριμένα έτρωγαν σάντουιτς και έπιναν χυμό πορτοκάλι με το Μ.Υ.
- Η καταγγελία του παραπονούμενου έγινε στις 12/1/2011 και όπως ο ίδιος αναφέρει στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση, την Τρίτη, 11/1/2011, γύρω στις 17:15, όταν τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και του είπε χαρακτηριστικά ότι θα πάει να δει τους προϊσταμένους του στη δουλεία, με σκοπό να τους αναφέρει τα συμβάντα, σε μια προσπάθειά του να πάρει τα λεφτά του, αυτός τού απάντησε με τη φράση, «Να σε γαμήσω και σένα και τον Πετούση και τον Νέστωρα και όχι μια φορά, εφτά φορές.» Ομολογώ, ανάμενα να διευκρινίσει τουλάχιστον, εάν ο παραπονούμενος την παραπάνω φράση, του την είπε προτού συναντηθούν με το Μ.Υ.2 σ' όλα τα παραπάνω σημεία που ανάφερε ότι έτρωγαν σάντουιτς και έπιναν χυμό πορτοκάλι ή μετά από το φαγοπότι. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος. Ερωτηθείς πόσα λεφτά δάνεισε τον παραπονούμενο, «Όσα αναφέρονται στα χαρτιά που έχω επισυνάψει τζιαι που είναι οι αληθινοί αριθμοί» απάντησε. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι το συνολικό ποσό που το δάνεισε και παραμένει είναι το υπόλοιπο που μένει €8.000,
- Στην επιμονή της κας Σάββα να του πει συνολικά πόσα το δάνεισε, «Έπαιρνε λεφτά, επέστρεφε.» απάντησε. Εν τέλει, μετά από δική μου παρέμβαση ανάφερε το ποσό των €8.000,
- Το μέγεθος των νέων αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Φυσικά, στη συνέχεια ισχυρίστηκε και πάλι ότι ο παραπονούμενος έπαιρνε κάποια λεφτά, του επέστρεφε και έγινε το πιο πάνω ποσό, δηλαδή, το ποσό των €8.000,00 που είναι το καθαρό υπόλοιπο. Στο πλαίσιο της ίδιας απάντησης ισχυρίστηκε ότι δεν επισυνάπτονται όλα τα χαρτιά. Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι, με τον τρόπο του ο παραπονούμενος κατάφερνε να του αποσπά χρήματα, τα οποία δεν του επέστρεφε που αποτελεί και νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε. Όταν αργότερα ρωτήθηκε από την κα Σάββα, εάν ο λόγος που δε λέει πόσα λεφτά είχε δανείσει τον παραπονούμενο είναι γιατί δε θυμάται, απαντώντας ισχυρίστηκε και τα εξής: θυμάται, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί τις ημερομηνίες. Θυμάται την εξέλιξη, του έδινε λεφτά και πάντοτε γινόταν ένας κατάλογος, γινόταν επιστροφή, αφαιρούνταν τα λεφτά, στην εξέλιξη του έδινε λεφτά ο παραπονούμενος και γινόταν πρόσθεση, δηλαδή, μια αυξομείωση. Όμως, το τελικό ποσό είναι €8.000,
- Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις είναι και το γεγονός, ότι, ενώ εν τέλει, όπως είπε, θυμόταν το συνολικό ποσό που είχε δανείσει στον παραπονούμενο και εκείνο που δε θυμόταν είναι τις ημερομηνίες, για πολλοστή φορά απέφυγε επιμελώς να αναφέρει το συγκεκριμένο ποσό και βεβαίως, όχι τυχαία, απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι δεν είχε τον κατάλογο, στον οποίο αναφέρθηκε. Επειδή, πολύ απλά, αν υπήρχε τέτοιος κατάλογος - που δεν υπήρχε - θα έπρεπε να το δώσει και αυτό στην Αστυνομία. Ακολούθως, επειδή για τον ίδιο, το μόνο που τον ενδιέφερε δεν ήταν, είτε το ποσό που είχε δανείσει στον παραπονούμενο είτε το ποσό που του επέστεψε αυτός, αλλά, να διαμορφώσει την εικόνα ότι του χρωστούσε διαρκώς κάποιο ποσό, το οποίο, παρά τις συνεχείς δεσμεύσεις/υποσχέσεις/διαβεβαιώσεις του προς τον ίδιο ότι θα του επέστρεφε, ουδέποτε το έκανε. Ότι θα έφθανε στο σημείο να παίρνει λεφτά από δικούς του ανθρώπους για να βοηθήσει τον παραπονούμενο ομολογώ μου ακούγεται πολύ αλτρουιστικό για να το πιστέψω. Κι όμως, ανάμεσα και σε πολλά άλλα παράλογα που είπε, κάποια στιγμή, το είπε και αυτό. Όταν κλήθηκε να πει εάν τα δυο χωράφια που αναφέρει στις ανακριτικές του καταθέσεις ότι του είχε μεταβιβάσει ο παραπονούμενος, ήταν για να του ξοφλήσει μια οφειλή του, αξίας €20.000,00, απαντώντας, μεταξύ άλλων που είπε ήταν ότι ο παραπονούμενος, για ένα μήνα, του ζητούσε επίμονα το ποσό αυτό. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν ο παραπονούμενος, εκτός από τις €8.000,00 τού χρωστούσε ακόμη €20.000,00, απάντησε ως εξής: «Ναι το οποίο ο ίδιος από μόνος του μου ξόφλησε.» Του υπενθυμίζω απλώς ότι υιοθέτησε και τις τρεις ανακριτικές του καταθέσεις για σκοπούς κυρίως εξέτασης, χωρίς να διαφοροποιήσει οποιοδήποτε ισχυρισμό του περιέχεται σ' αυτές και στην τρίτη κατάθεσή του, όταν κλήθηκε από τον ανακριτή να διευκρινίσει πώς πλήρωσε στον παραπονούμενο το ποσό των €20.000,00, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι αυτό που εννοούσε είναι ότι από τα διάφορα ποσά που του είχε δανείσει προηγουμένως, μαζεύτηκε μια συνολική οφειλή του προς τον ίδιο, του ποσού των €20.000,00, για το οποίο, ο παραπονούμενος, με δική του πρωτοβουλία επέμενε να του μεταβιβάσει τα δυο χωράφια στην Κοίλη προς εξόφληση της οφειλής του, όπως και έγινε συμφωνώντας ταυτόχρονα οι δυο τους, ότι, εάν ο παραπονούμενος στο μέλλον του επέστρεφε το ποσό των €20.000,00, θα του επέστρεφε και ίδιος τα δυο χωράφια, αλλά, αυτό δεν έγινε μέχρι σήμερα. Δε χρειάζεται και ιδιαίτερη προσπάθεια προκειμένου να γίνουν κατανοητές, οι νέες σοβαρές αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε. Παρότι θα μπορούσα να παραθέσω και σωρεία άλλων παραδειγμάτων που αντανακλούν το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα, επειδή θεωρώ αρκετά όλα τα παραπάνω, δε θα το κάνω. Εξάλλου, όταν στη συνέχεια θα υπεισέλθω και στη μαρτυρία της συζύγου του καθώς και του Μ.Υ.2, θα αναδειχθούν και νέες αντιφάσεις, οι οποίες εδραιώνουν ακόμη περισσότερο τη βεβαιότητά μου ότι ο κατηγορούμενος, τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο, κατά βάση έλεγε ψέματα. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, δεν αποτελεί και το μόνο λόγο για τον οποίο θεωρώ εξίσου αναξιόπιστη μάρτυρα και τη σύζυγό του, Αντρούλλα Ιωακείμ (Μ.Υ.1), η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με αποκλειστικό σκοπό να τον ενισχύσει στην προσπάθειά του να με πείσει ότι τα επίδικα γεγονότα είναι σύμφωνα με την εκδοχή του. Το γεγονός και μόνο ότι στην τελευταία παράγραφο της γραπτής δήλωσής της (τεκμήριο 16), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης προβαίνει στην προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών, ως εάν να πρόκειται για δικόγραφο η δήλωσή της και όχι για ένορκη μαρτυρία, αποκαλύπτει δυο πράγματα. Πρώτο, το κατασκευασμένο της εκδοχής της και δεύτερο, ότι η δήλωσή της, που προφανώς, δεν είναι δική της, συντάχθηκε από κάποιο δικηγόρο, με περιεχόμενο που να βοηθά τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του. Το σχετικό - καταληκτικό - μέρος της δήλωσής της ακολουθεί αυτούσιο: «.η εν λόγω καταγγελία που έχει γίνει για απειλή βιαιοπραγίας είναι ψευδής και/ή σε καμιά περίπτωση αληθής και έχουν ως απώτερο σκοπό να μειώσουν και/ή να θίξουν την προσωπικότητα και το χαρακτήρα του συζύγου μου.» Παρότι αχρείαστα, εντούτοις, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ένα, μόνο, παράδειγμα, που αποδεικνύει ότι για το ίδιο θέμα, άλλα έλεγε η μάρτυρας και άλλα ο κατηγορούμενος - σύζυγός της. Συγκεκριμένα, όταν στο στάδιο της αντεξέτασης, της υποβλήθηκε ότι ο σύζυγός της ήταν πολύ πιεστικός και απειλητικός προς τον παραπονούμενο και συνεχώς τον ανάγκαζε να του υπογράφει χαρτιά ότι του οφείλει και τον απειλούσε ότι θα τον καταγγείλει και στους προϊσταμένους του, απαντώντας, μεταξύ άλλων που είπε ήταν ότι ο παραπονούμενος έλεγε στον άντρα της να πάει να ρωτήσει στην Α.Η.Κ και του έδινε και κάποια ονόματα, λέγοντάς του: «Ό,τι θέλεις να μάθεις όταν θα πάρω τα λεφτά να σε εξοφλήσω.» Ωστόσο, ο κατηγορούμενος, όπως αναφέρει στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση, το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να αποταθεί στους προϊσταμένους του παραπονούμενου στην Α.Η.Κ., με σκοπό να τους αναφέρει τα συμβάντα, σε μια προσπάθειά του να πάρει τα λεφτά του. Όταν μάλιστα, πολλές φορές ανάφερε και στον ίδιο αυτή την πρόθεσή του, αυτός τού απαντούσε: «Όπου θέλεις πήαινε τζιαι εγώ τη δουλειά μου εν τη χάνω τζιαι στο κάτω κάτω είναι το τελευταίο πράμα που σκέφτομαι η δουλεία μου.» Συνεχίζοντας ο κατηγορούμενος αναφέρεται στο περιστατικό της παραμονής που τον είχε καταγγείλει ο παραπονούμενος, ο οποίος, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν οι δυο τους καθώς ήδη έχει αναφερθεί, όταν του είπε ότι θα πάει να δει το διευθυντή και τον αρχιεπιστάτη τού απάντησε με τη φράση, «Να σε γαμήσω και σένα και τον Πετούση και τον Νέστωρα και όχι μια φορά, εφτά φορές. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν και για τον επόμενο μάρτυρα του κατηγορούμενου, Σάββα Σωτηριάδη (Μ.Υ.2), ο οποίος, με τρεις δηλώσεις του, τις οποίες παρουσίασε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος (τεκμήρια 10, 13 και 14) και μια την οποία παρουσίασε ο ίδιος (τεκμήριο 17) καθώς και με τη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 18), προφανώς, δεν έχει αντιληφθεί ότι, με μόνο λόγο ότι υιοθέτησε το περιεχόμενο όλων αυτών των εγγράφων, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, αυτόματα κατέστησε τον εαυτό του εντελώς αναξιόπιστο ως μάρτυρα. Ακολουθεί το σκεπτικό. Στην πρώτη του δήλωση αναφέρει απλώς ότι ο κατηγορούμενος σε καμιά περίπτωση έχει απειλήσει τον παραπονούμενο, ως επίσης ότι η καταγγελία του είναι ψευδής και φανταστική. Στη δεύτερη αναφέρει τα ίδια καθώς και τα εξής: στις 12/1/2011, δέκα ώρες μετά την καταγγελία, ο παραπονούμενος τηλεφώνησε του κατηγορούμενου και αφού του έκανε ένα χαρτί, του ζήτησε €400,00 για να στείλει της κόρης του στην Αγγλία. Στην τρίτη δήλωση επαναλαμβάνει τους παραπάνω ισχυρισμούς και αναφέρει το μέρος όπου ο παραπονούμενος είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο το ποσό των €400,
- Περαιτέρω αναφέρεται και σε μια συνάντηση που είχαν οι τρεις τους στο γραφείο του δικηγόρου του κατηγορούμενου, στις 24/3/2014, όπου ο παραπονούμενος ζήτησε από τον κατηγορούμενο το ποσό των €1.000,00 για να αποσύρει την εναντίον του ψεύτικη καταγγελία. Τέλος, στη γραπτή του δήλωση που παρουσίασε ο ίδιος στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Γνωρίζει από πολύ παλιά τον κατηγορούμενο και τον παραπονούμενο, με τους οποίους διατηρούσε πολύ καλές φιλικές σχέσεις. Πολλές φορές ήταν με τον κατηγορούμενο και ο παραπονούμενος ερχόταν και του ζητούσε επίμονα χρήματα, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι είχε προβλήματα και/ή οικογενειακές υποχρεώσεις και ο κατηγορούμενος, επειδή το θεωρούσε φίλο του, τον συμπονούσε και του έδινε χρήματα. Μάλιστα, όταν το δάνειζε ο κατηγορούμενος, υπόγραφαν και έγγραφα σαν εγγύηση προς τον κατηγορούμενο ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα που του δάνειζε. Σ' αυτά τα έγγραφα (τεκμήρια 2, 6, 7, 10, 11, 13) υπόγραφε και ο ίδιος ως μάρτυρας, επειδή ήταν παρών. Σήμερα, ο παραπονούμενος οφείλει στον κατηγορούμενο περίπου €8.000,
- Όταν ήταν παρών ο ίδιος, ο παραπονούμενος πάντοτε ήταν απαιτητικός, επίμονος και ασκούσε αρκετή πίεση στον κατηγορούμενο, ο οποίος, ήταν πάντα ευγενικός και αξιοπρεπής έναντι του παραπονούμενου. Ο τελευταίος, με τη θέλησή του ετοίμασε το συμβόλαιο ακινήτου του, ύψους €20.000,00 και πίεζε τον κατηγορούμενο να το δεχτεί σαν εγγύηση, στην παρουσία του. Το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε και έχουν εξοφληθεί παλιά χρέη. Μετά την καταγγελία ημερομηνίας 12/1/2011, ο παραπονούμενος, επίμονα συνέχισε και ζητούσε χρήματα από τον κατηγορούμενο για να αποσύρει την καταγγελία. Μάλιστα, μια μέρα, οι τρεις τους, συναντήθηκαν σε χώρο στάθμευσης της επαρχίας Πάφου και ο παραπονούμενος, στην παρουσία του ζητούσε του κατηγορούμενου να το δανείσει €2.500,00 με €3.000,00, με τη δικαιολογία ότι αν του πλήρωνε το ποσό αυτό θα απέσυρε την καταγγελία, ημερομηνίας 12/1/2011, «βάσει Κατηγορητηρίου με Αριθμό Υπόθεσης 6503/13». Είναι πεπεισμένος ότι ο παραπονούμενος προχώρησε στην εν λόγω καταγγελία, προς αποφυγή εξόφλησης του συνολικού ποσού που οφείλει στον κατηγορούμενο. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός, ότι, την ίδια μέρα που τον είχε καταγγείλει, του ζήτησε και πάλιν χρήματα στην παρουσία του (τεκμήριο 11). Η καταγγελία που έχει γίνει είναι ψευδής και/ή σε καμιά περίπτωση αληθής και έχουν ως απώτερο σκοπό να μειώσουν και/ή να θίξουν την προσωπικότητα και το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, ως επίσης προς αποφυγή εξόφλησης των χρημάτων που δάνειζε τον παραπονούμενο (τεκμήριο 10). Είναι φανερό, ότι ο συντάκτης των παραπάνω δηλώσεων και ιδιαίτερα της τελευταίας (τεκμήριο 17), στη φιλότιμη προσπάθειά του να ευθυγραμμίσει τη μαρτυρία του υπό κρίση μάρτυρα με αυτή του κατηγορούμενου, έκανε τέτοια και τόσα λάθη, ώστε, το μόνο που πέτυχε ήταν να εκθέσει και τους δυο ακόμη περισσότερο ως αναξιόπιστους μάρτυρες. Καταρχήν, ο κατηγορούμενος, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος τού είχε ζητήσει το ποσό των €400,00 για να τα στείλει της κόρης του στην Αγγλία. Ακολούθως, διερωτώμαι πώς ήξερε ο μάρτυρας, ποια έγγραφα - απ' όσα επικαλείται με την εν λόγω δήλωσή του - παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια και αναφέρεται σ' αυτά με παραπομπή στον αριθμό που τους έχει δοθεί από το Δικαστήριο, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, αρκετά από αυτά τα τεκμήρια είναι τελείως άσχετα με το θέμα που τα συνδέει. Για παράδειγμα, τα τεκμήρια 10 και 13, που υποτίθεται πως είναι δυο από τα έγγραφα που, όταν ο κατηγορούμενος δάνειζε τον παραπονούμενο, οι δυο τους υπόγραφαν σαν εγγύηση προς τον κατηγορούμενο, ότι ο παραπονούμενος θα του επέστρεφε τα χρήματα που του δάνειζε, στα οποία υπόγραψε και ο ίδιος ως μάρτυρας, είναι οι δυο πρώτες δηλώσεις του, τις οποίες παρουσίασε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος, οι οποίες είμαι βέβαιος, ότι, αφού συντάχθηκαν, σε κάθε περίπτωση, όχι από το μάρτυρα, του δόθηκαν απλώς για να τις υπογράψει, όπως και έγινε. Το τεκμήριο 11 επίσης που επικαλείται ο μάρτυρας, για τον ίδιο λόγο αποτελεί τη δικαστική απόφαση στην ποινική υπόθεση 6930/10, Ε. Δ. Πάφου, στην οποία, προφανώς, ο ίδιος δεν μπορεί να υπόγραψε μ' οποιαδήποτε ιδιότητα. Αναφορικά με την προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών ισχύουν όσα έχω αναφέρει στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της συζύγου του κατηγορούμενου. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι ο παραπονούμενος, στην παρουσία του, ζητούσε του κατηγορούμενου να το δανείσει €2.500,00 με €3.000,00, με τη δικαιολογία ότι αν του πλήρωνε το ποσό αυτό, θα απέσυρε την καταγγελία ημερομηνίας 12/1/2011, «βάσει Κατηγορητηρίου με Αριθμό Υπόθεσης 6503/13» είναι αρκούντως δηλωτικός, του γεγονότος ότι πρόκειται για κατασκευασμένη η μαρτυρία του. Ομολογώ, μου ακούγεται πολύ αφύσικο για να το πιστέψω ότι ο παραπονούμενος απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο με την παραπάνω φρασεολογία, τη στιγμή που, μία μόνο ήταν η καταγγελία που είχε κάνει εναντίον του (στις 12/1/2011) και η υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό είναι η παρούσα. Και ενώ αυτά αναφέρει ο μάρτυρας στις τέσσερεις γραπτές δηλώσεις του, ας δούμε και τι αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 18) - η οποία του λήφθηκε στις 14/1/2011, δηλαδή, τρεις μόλις μέρες μετά την επίδικη καταγγελία του παραπονούμενου -, το περιεχόμενο της οποίας, επίσης έχει υιοθετήσει για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ειδικότερα: Είναι γνωστός με τον παραπονούμενο καθώς και με τον κατηγορούμενο. Παρόλα αυτά, στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 17) αναφέρει ότι γνωρίζει από πολύ παλιά και τους δυο, με τους οποίους διατηρούσε πολύ καλές φιλικές σχέσεις. Η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι γεγονός. Στη κατάθεσή του και πάλι ισχυρίζεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες άκουσε τον παραπονούμενο να ζητά λεφτά από τον κατηγορούμενο και του ζητούσαν να υπογράψει ότι ο παραπονούμενος πήρε λεφτά, αλλά, ουδέποτε είδε τον κατηγορούμενο να του δίνει μετρητά λεφτά στο χέρι. Στην ίδια γραπτή δήλωση (τεκμήριο 17) ισχυρίζεται πως, όταν ο κατηγορούμενος δάνειζε χρήματα τον παραπονούμενο υπόγραφαν και έγγραφα σαν εγγύηση προς τον κατηγορούμενο στα οποία υπόγραφε και ο ίδιος ως μάρτυρας, επειδή ήταν παρών. Το μέγεθος της νέας αντίφασης στην οποία υπόπεσε, αποτελεί επίσης γεγονός. Στη γραπτή κατάθεσή του και πάλι αναφέρει ότι στη διαβεβαίωση που αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος παίρνει το μισθό του παραπονούμενου, δεν είναι σίγουρος ότι είναι η υπογραφή του, γιατί η ταυτότητα αναγράφεται με άλλο γραφικό χαρακτήρα. Στη γραπτή του δήλωσή και πάλι (τεκμήριο 17), το συγκεκριμένο έγγραφο (τεκμήριο 6 και μέρος του τεκμηρίου 2) περιλαμβάνεται σ' αυτά που ισχυρίζεται ότι υπόγραψε ως μάρτυρας, επειδή ήταν παρών. Κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, οι τρεις τους συναντήθηκαν στην «Περβόλα» για να πιουν καφέ και ο κατηγορούμενος πίεζε αφόρητα τον παραπονούμενο ότι θα τον καταγγείλει στον προϊστάμενό του στην Α.Η.Κ και απαιτούσε τα λεφτά του. Με διάφορες απειλές, στην παρουσία του, ότι θα τον καταγγείλει στον προϊστάμενό του, τον ανάγκαζε να υπογράψει διάφορα έγγραφα. Στις 12/1/2011, οι τρεις τους και πάλι, βρέθηκαν στο καφενείο της «Περβόλας» και ο κατηγορούμενος επέμενε να υπογράψει χαρτί ο παραπονούμενος, για τις 12/1/2011, ενώ ο παραπονούμενος επέμενε ότι ισχύει το χαρτί που είχε υπογράψει στις 17/12/
- Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία, του ζήτησε να του δείξει που διέμενε ο παραπονούμενος, αλλά δε γνώριζε. Διερωτώμαι τι πρέπει να πω, έχοντας υπόψη, ότι ο μάρτυρας, τα όσα αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 17), όπως λέει στη δεύτερη παράγραφο, τα λέει επειδή η κατάθεσή του στην Αστυνομία δεν είναι ολοκληρωμένη, οπότε προβαίνει στην εν λόγω γραπτή δήλωση, για να πει όλα τα πραγματικά γεγονότα που έχουν συμβεί και να συμπληρώσει την κατάθεσή του στην Αστυνομία, με γεγονότα που έγιναν μετά την καταγγελία. Απλή αντιπαραβολή των δυο εγγράφων, αν αποδεικνύει κάτι είναι ότι ο μάρτυρας, με τη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 17), ουσιαστικά αναιρεί όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του που περιέχονται στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία. Εκεί όπου ο κατηγορούμενος πίεζε αφόρητα τον παραπονούμενο και τον απειλούσε ότι θα τον καταγγείλει στον προϊστάμενό του στην Α.Η.Κ και απαιτούσε τα λεφτά του και τον ανάγκαζε να του υπογράφει διάφορα έγγραφα, φθάνοντας στο σημείο να ζητά από τον ίδιο να του δείξει και που διαμένει - υποθέτω, όχι για να του κάνει φιλοφρονητική επίσκεψη -, έφθασε στο σημείο να παρουσιάζει τον παραπονούμενο ως ένα άνθρωπο που εκμεταλλευόταν τον ελεήμονα και καλοσυνάτο κατηγορούμενο, ο οποίος, επειδή συμπονούσε τον παραπονούμενο και το θεωρούσε πολύ καλό φίλο του, το δάνειζε αρκετές φορές χρήματα. Και ενώ εκείνος που ασκούσε πίεση, ήταν ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος, ήταν πάντα ευγενικός και αξιοπρεπής έναντί του. Μάλιστα, όπως αναφέρει και στην τρίτη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 14), ο κατηγορούμενος ποτέ δεν έχει εκφράσει καμιά απειλή εναντίον του παραπονούμενου. Αυτονόητο πως, με όσα αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία ο μάρτυρας, δεν εκτίθεται μόνο αυτός, ως αναξιόπιστος μάρτυρας. Την ίδια ώρα εκτίθεται ακόμα περισσότερο και ο κατηγορούμενος, αφού τα όσα λέει ο ένας έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με αυτά που λέει ο άλλος. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εξής: Καθώς ήδη έχε αναφερθεί, στη γραπτή κατάθεσή του ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται πως, όταν ο ίδιος, ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος είχαν βρεθεί στο καφενείο της «Περβόλας», ο κατηγορούμενος επέμενε, όπως ο παραπονούμενος υπογράψει χαρτί, για τις 12/1/2011, ενώ ο παραπονούμενος επέμενε πως ίσχυε το χαρτί που υπόγραψε στις 17/12/
- Είναι σαφές, ότι πρόκειται για το έγγραφο, ημερομηνίας 17/12/2010, το χαρτί στο οποίο αναφέρεται ο μάρτυρας (μέρος του τεκμηρίου 2), με το οποίο, ο παραπονούμενος φέρεται να υπόσχεται ότι ο κατηγορούμενος, πριν τις 28/1/2011, θα έχει σημαντικό μέρος των λεφτών του που του χρωστά, ύψους €8.000,00, για το οποίο, ο τελευταίος, στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση αναφέρει τα εξής: η συγκεκριμένη συνάντηση είχε γίνει στο χώρο στάθμευσης έξω από τα διαμερίσματα ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ COURT (και όχι στο καφενείο της «Περβόλας», όπως λέει ο μάρτυρας) και το χαρτί το οποίο, κατά το μάρτυρα, ο κατηγορούμενος επέμενε να υπογράψει ο παραπονούμενος, κατά τον κατηγορούμενο, το υπόγραψε εκείνη την ημέρα, ωστόσο, επειδή ο ίδιος επέμενε να μπει η 12/1/2011, δηλαδή, η ημερομηνία της νέας υπόσχεσής του και αυτός αρνιόταν να το κάνει, έβαλε ο ίδιος την ημερομηνία αυτή, στο δεξιό πάνω μέρος του χαρτιού, στην παρουσία του παραπονούμενου. Το μέγεθος των αντιφάσεων μεταξύ των δυο για το ίδιο θέμα, είναι ολοφάνερο. Μολονότι το θεωρώ τελείως αχρείαστο, εντούτοις, θα ήθελα να αναφερθώ και σε μερικά παραδείγματα από την αντεξέταση του μάρτυρα, τα οποία αποκαλύπτουν το μέγεθος της αναξιοπιστίας του. Ειδικότερα: Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ισχυρίστηκε ότι σε δυο τρεις περιπτώσεις είδε τον κατηγορούμενο να δίνει λεφτά στον παραπονούμενο. Για να επαναλάβω στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είδε να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ότι η εκδοχή του είναι κατασκευασμένη, σχεδόν το έχει ομολογήσει και ο ίδιος. Όταν του υποδείχθηκε από την κα Σάββα, η πρώτη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 10) και ρωτήθηκε ποιος του την πήρε και την υπόγραψε, ο κατηγορούμενος απάντησε. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε, εάν ο κατηγορούμενος, παρόμοιες δηλώσεις που είναι κατατεθειμένες στο Δικαστήριο τού πήρε και άλλες και υπόγραψε, «Δεν ξέρω αν δω να σας πω.» απάντησε. Φυσικά και δεν ήξερε, αφού, οι τρεις πρώτες δηλώσεις (τεκμήρια 10, 13 και 14), στο Δικαστήριο παρουσιάστηκαν από τον κατηγορούμενο και όχι από τον ίδιο, ο οποίος, ούτε καν κλήθηκε να τις αναγνωρίσει καθώς και να υιοθετήσει το περιεχόμενό τους. Όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος τού ζήτησε να πει που διαμένει ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος ήδη είχε πιει καφέ μαζί του και ο ίδιος, ήξερε ότι ο κατηγορούμενος ήξερε που είναι το σπίτι του παραπονούμενου. Φυσικά, στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, το περιεχόμενο της οποίας - για να επαναλάβω - υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, καταλήγοντας, αναφέρει ότι σε άγνωστη ημερομηνία, ο κατηγορούμενος τού ζήτησε να του δείξει που διέμενε ο παραπονούμενος, αλλά δε γνώριζε. Το τελευταίο που είπε, που επισφραγίζει και την αξία της μαρτυρίας του είναι η απάντησή του στην - ορθή - υποβολή ότι είπε ψέματα και ότι ο σκοπός που ήρθε στο Δικαστήριο είναι για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Απάντησε ως εξής: «Όχι, δεν ήρθα να βοηθήσω κανένα εγώ. Με τον παραπονούμενο είμαστε από πιο παλιά γνωστοί, ήμασταν συμμαθητές από το
- Εγώ ήρθα να πω την αλήθεια μόνο και τίποτε άλλο.» Τώρα πώς γίνεται με τον παραπονούμενο να ήταν συμμαθητές και μάλιστα το 1948, τη στιγμή που, στη γραπτή κατάθεσή του ίδιου (τεκμήριο 18) στο σημείο όπου αναγράφεται η ηλικία, αναγράφεται η ημερομηνία 2/6/63, που προφανώς είναι η ημερομηνία γέννησής του, ενώ στη γραπτή κατάθεσή του παραπονούμενου (τεκμήριο 5), στο ίδιο σημείο αναγράφεται η 6/7/1961, πραγματικά είναι απορίας άξιο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα, σε βαθμό που το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που αποδέχομαι είναι αυτό που συνάδει με τη μαρτυρία του παραπονούμενου. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεών μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Το Δεκέμβρη του 2009, ο παραπονούμενος Γεώργιος Γεωργίου, λόγω κάποιων προσωπικών του προβλημάτων δανείστηκε από τον κατηγορούμενο Ρολάνδο Ιωακείμ το ποσό των €1.000,00, συμφωνώντας γραπτώς μαζί του, ότι στις 15/1/2010, θα του επέστρεφε το ποσό αυτό, πλέον €500,
- Θα του έδινε δηλαδή το ποσό των €1.500,
- Ο παραπονούμενος δεν κατάφερε να του επιστρέψει το συγκεκριμένο ποσό, οπότε, αυτός, τέλη του Γενάρη του 2010 ήθελε να του δώσει €3.000,
- Μετά από απειλές και εκφοβισμούς του, ο παραπονούμενος αναγκάστηκε να υπογράψει σχετική εξουσιόδοτηση (τεκμήριο 6) με την οποία εξουσιοδοτούσε όπως ο μισθός του από την εργασία του στην Α.Η.Κ., κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορούμενου, κάτι που έγινε για τουλάχιστον τρεις μήνες. Οι απειλές του κατηγορούμενου συνίσταντο στο ότι, όπως του έλεγε, θα έκανε κακό στον ίδιο και στην οικογένειά του η οποία αποτελείτο από σύζυγό και τρία παιδιά. Όταν απέσυρε την παραπάνω εξουσιοδότηση ο παραπονούμενος, το βρήκε ο κατηγορούμενος και του είπε ότι εξακολουθεί να του χρωστά €3.000,00 και ότι ο μισθός του είχε καλύψει απλώς τους τόκους που έμπαιναν. Για να σταματήσουν όλα αυτά και επειδή είχε πάθει έμφραγμα, περί τον Ιούνιο του 2010 αναγκάστηκε και μεταβίβασε στον κατηγορούμενο δύο χωράφια που είχε στο χωριό Κοίλη, αξίας - και τα δυο - περίπου €15.000,
- Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, ο παραπονούμενος, για προσωπικούς και πάλι λόγους, αναγκάστηκε να αποταθεί ξανά στον κατηγορούμενο, ζητώντας του και παίρνοντάς από αυτό, ακόμη €1.000,00, συμφωνώντας και πάλι γραπτώς μαζί του, ότι μέχρι το τέλος του μήνα, ο ίδιος θα του έδινε €1.500,
- Περί τα μέσα του Σεπτέμβρη του ίδιου, πάντοτε, έτους, ο παραπονούμενος και αφού στο μεταξύ, ο κατηγορούμενος απαιτούσε από αυτό €2.500,00, σε διάστημα μιας βδομάδας, του κατέβαλε το ποσό των €1.000,
- Ο κατηγορούμενος τότε, του ανάφερε ότι οι οφειλές του παρέμειναν στα €2.500,00 και ότι τα €1.000,00 που του είχε δώσει, αποτελούσαν επιπλέον τόκους. Μέχρι και το τέλος του Οκτώβρη απαιτούσε από αυτόν το ποσό των €4.500,
- Μετά από απειλές κατά της ζωής του καθώς και της οικογένειάς του, περί τα τέλη Νοεμβρίου, αναγκάστηκε και του υπόγραψε κάποιο έγγραφο ότι του χρωστά το ποσό των €5.500,
- Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, του ίδιου, πάντοτε, έτους, οι απειλές εκ μέρους του κατηγορούμενου άρχισαν να γίνονται πιο έντονες. Συγκεκριμένα, μια μέρα, αυτός, ο οποίος συνοδευόταν από τέσσερα, άγνωστα στον παραπονούμενο πρόσωπα, όλα γεροδεμένα, αφού το βρήκαν στην οδό Αδαμάντιου Κοραή, δίπλα από το δημοτικό σχολείο στην Κάτω Πάφο, τον απείλησαν ότι αν δεν ξοφλήσει τον κατηγορούμενο, θα έχει συνέπειες ο ίδιος και η οικογένειά του, ως επίσης και ότι ξέρουν τη διεύθυνση του και τα νούμερα του αυτοκινήτου του. Επειδή φοβήθηκε, δυο μέρες μετά το εν λόγω περιστατικό υπόγραψε στον κατηγορούμενο νέο έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ότι του χρωστά €8.000,
- Προτού υπογράψει, ο κατηγορούμενος τον απείλησε ότι θα το στείλει στο χώμα και αυτός στη φυλακή. Από την ημέρα αυτή μέχρι και τις 12/1/2011 που ο παραπονούμενος κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, ο κατηγορούμενος πήγαινε καθημερινά στη δουλειά του καθώς και στο σπίτι του και απειλούσε τόσο τον ίδιο όσο και την οικογένειά του ότι θα τους σκοτώσει. Προστίθενται και τα εξής: Ο παραπονούμενος είναι φανερό ότι για κάποιο λόγο, τον οποίο δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, δεν ήθελε να γνωρίζει η σύζυγός του το σκοπό για τον οποίο αποτάθηκε δυο φορές στον κατηγορούμενο, ζητώντας και παίρνοντας από αυτό το συνολικό ποσό των €2.000,
- Ωστόσο, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι, αυτό έγινε και ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία του να του επιστρέψει το ποσό αυτό, αυξημένο κατά 50%, στα στενά χρονικά πλαίσια που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους και στις δυο περιπτώσεις, απειλώντας τον και εκβιάζοντας τον, όχι απλώς του ζητούσε διαρκώς και πολύ μεγαλύτερο ποσό, αλλά, εξαναγκάζοντάς τον να του υπογράψει σωρεία εγγράφων, ανάμεσά τους και τα τεκμήρια 2, 6 και 7 - αφού υπάρχουν και άλλα τα οποία ο κατηγορούμενος που τα έχει, δεν τα έδωσε στην Αστυνομία για να τα θέσει και αυτά ενώπιόν μου - τον κατέστησε μόνιμα χρεώστη του και υποχείριό του για το όποιο ποσό ήθελε ο ίδιος, φροντίζοντας να έχει στην κατοχή του και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία παρουσίαζαν τον παραπονούμενο να του οφείλει, να υπόσχεται ότι θα τον ξοφλήσει, να αναγνωρίζει ότι αυτό δεν έγινε ποτέ και ότι θα γίνει, ότι θα έχει επιπτώσεις αν δε γίνει καθώς και ποιο είναι το υπόλοιπο του χρέους του. Το μόνο που επιμελώς είχε φροντίσει να μην αποδεικνύεται από κανένα έγγραφο, ήταν το συνολικό ποσό που του κατέβαλε ο παραπονούμενος έναντι του χρέους, το οποίο, γνωρίζοντας ότι αυτός δε θα ήταν σε θέση να του ξοφλήσει, αφού, προκειμένου να διασφαλίσει αυτή την πολύ προσοδοφόρα προοπτική για τον ίδιο, του έθετε ασφυκτικά χρονικά πλαίσια για εξόφληση, κάθε φορά, του παρουσίαζε αυξημένο χρεωστικό υπόλοιπο. Το γεγονός ότι πέραν από τους τρεις μισθούς του παραπονούμενου που κατατέθηκαν στο λογαριασμό του κατηγορούμενου έναντι του χρέος του πρώτου, αυτός, για τον ίδιο σκοπό, του μεταβίβασε και τα δυο χωράφια στην Κοίλη, γεγονός το οποίο αναγνωρίζει και ο ίδιος, χωρίς να παραγνωρίζω ότι, αυτά, καθ' ομολογία του, πιθανότατα να είναι τέσσερα, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, αριθμός εγγράφων παρουσιάζει τον παραπονούμενο να του οφείλει ακόμη το ποσό των €8.000,00 αντικατοπτρίζει τη δεινή θέση στην οποία κατάφερε να οδηγήσει τον παραπονούμενο. Ούτε και είναι τυχαίο που δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο είτε το συνολικό ποσό που είχε δανείσει τον παραπονούμενο είτε το αντίστοιχο ποσό που του κατέβαλε αυτός έναντι του χρέους του και αξιόπιστα, το υπόλοιπο του χρέους του παραπονούμενου. Είναι σαφές, ότι, το ποσό των €1.000,00 που του είχε δώσει αρχικά, ήταν το δόλωμα για το διαρκή εγκλωβισμό στον οποίο τον οδήγησε στη συνέχεια. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε με τις υπό κρίση κατηγορίες προνοεί ότι: « Όποιος- (α) ....ή (β) ....ή (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος και των δυο κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: πρώτο, η απειλή κάποιου από κάποιο άλλο ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπό του, δεύτερο, με σκοπό την υποκίνησή του να διενεργήσει πράξη, τρίτο, την οποία - ο τελών υπό απειλή - δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)Α.Α.Δ. 1 (στην οποία η απειλή απέβλεπε στην υποκίνηση παράλειψης πράξης την οποία ο παραπονούμενος είχε νομικό δικαίωμα να διενεργήσει), η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς το σκοπό αποτροπής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, προστίθεται, δηλαδή, απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού της χαρακτήρα ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δε στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Βλέπε και την Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493. Περεταίρω, στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 υποδεικνύεται ότι στην υπόθεση Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R. 210, ορθά το Εφετείο ακύρωσε την καταδίκη, γιατί ένα απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι ότι η απειλή σκοπό πρέπει να έχει τον εκφοβισμό κάποιου να μην κάμει μια πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να κάμει. Και φυσικά, προσθέτω με τη σειρά μου, το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση που η απειλή σκοπεύει στον εκφοβισμό κάποιου να κάνει κάτι που δεν έχει νομική υποχρέωση να κάνει. Παρατηρώ τα εξής: Και οι δυο φράσεις που απεύθυνε ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο αποτελούν απειλή σύμφωνα με την παραπάνω ερμηνεία. Η φράση, «Αν δε με ξοφλήσεις θα έχεις συνέπειες εσύ και η οικογένειά σου και ξέρω τη διεύθυνση και τα νούμερα του αυτοκινήτου σου» που του απεύθυνε, στην παρουσία των τεσσάρων γεροδεμένων και άγνωστων στον παραπονούμενο προσώπων που το συνόδευαν, όταν συνάντησαν τον παραπονούμενο, ενταγμένη στο σύνολο των γεγονότων που προηγήθηκαν - και ιδιαίτερα, της όλης συμπεριφοράς που είχε εκδηλώσει έναντί του ο κατηγορούμενος, ο οποίος τον οδήγησε σε μία τόσο αδιέξοδη και απελπιστική κατάσταση, όπου, ενώ του είχε δανείσει μόλις το ποσό των €2.000,00 και προς εξόφλησή του, του απέσπασε ολόκληρη περιουσία, στην οποία περιλαμβάνονται και δυο ακίνητα, με διάφορα έγγραφα που τον εξανάγκασε να του υπογράψει κατά καιρούς, φαινόταν να εξακολουθεί να του οφείλει ακόμη -, εξ αντικειμένου, δικαιολογημένα προκάλεσε φόβο στον παραπονούμενο, αφού, ακόμη και τη στιγμή που του την απεύθυνε ο κατηγορούμενος υπήρχε δυνατότητα υλοποίησής της εκ μέρους του, ο οποίος, θέλοντας να το καταστήσει σαφές αυτό στον παραπονούμενο, προφανώς, όχι τυχαία επέλεξε να τον απειλήσει στην παρουσία των τεσσάρων μπράβων που το συνόδευαν σύμφωνα με την περιγραφή τους από τον παραπονούμενο. Το νόημα της επίδικης φράσης, ήταν ότι αν δε με ξοφλήσεις, θα κάνω μεγάλο κακό σε σένα και στην οικογένεια σου, που μπορεί να φθάσει ακόμη και στη δολοφονία σας. Εξ ου και η φράση «ξέρω τη διεύθυνσή σου και τα νούμερα του αυτοκινήτου σου.» Επομένως, όπως άφησε να νοηθεί, μπορώ να σας βρω είτε στο σπίτι είτε στο αυτοκίνητο σου για να υποστείτε τις συνέπειες, σε περίπτωση μη εξόφλησής μου. Αυτονόητο πως, η εν λόγω απειλή απέβλεπε στην υποκίνηση του παραπονούμενου να ξοφλήσει τον κατηγορούμενο, για το όποιο ποσό είχε αυτός υπόψη του ότι του χρωστούσε. Και, με δεδομένο ότι ο παραπονούμενος τού είχε ήδη καταβάλει σε μετρητά και ακίνητα περιουσία, ποσό, πολλαπλάσιο εκείνου που τον είχε δανείσει είναι σαφές, ότι δεν είχε νομική υποχρέωση να του καταβάλει οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως. Χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση, το ίδιο ισχύει και για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, όπου, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να εκφοβίσει τον παραπονούμενο και να τον εξαναγκάσει να του υπογράψει ότι του χρωστά €8.000,00, απειλώντας τον ακόμη πιο ξεκάθαρα, ότι αν δεν του υπόγραφε, θα το στείλει στο χώμα, δηλαδή θα τον σκοτώσει και αυτός θα πάει φυλακή - προφανώς, αναγνωρίζοντας ότι αυτό που θα έκανε αποτελεί ποινικό αδίκημα, που τιμωρείται μόνο με φυλάκιση - εκτοξεύοντας την εν λόγω απειλή πέτυχε το στόχο του, αφού αυτή επέδρασε τόσο καταλυτικά στον παραπονούμενο, ο οποίος, υπό το βάρος της ενέδωσε, με αποτέλεσμα, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε νομική υποχρέωση να συμμορφωθεί, αφού δε χρωστούσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €8.000,00 εντούτοις, του υπόγραψε ότι του χρωστά το ποσό αυτό. Παρόλα αυτά, ο κατηγορούμενος θα αθωωθεί στην κατηγορία αυτή, επειδή, εντοπίζω ουσιώδη διάσταση, ως προς το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, μεταξύ των λεπτομερειών αδικήματος, στις οποίες αναφέρεται ως ουσιώδεις χρόνος ο Γενάρης του 2011 και στα γεγονότα που έχω βρει με αναφορά σ' αυτό το στοιχείο, δηλαδή, του χρόνου διάπραξης του αδικήματος, που είναι δυο μέρες μετά τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, το οποίο διαπράχθηκε λίγο πριν τα Χριστούγεννα του
- Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, το Δεκέμβρη του
- Και με δεδομένο ότι η δίκη έχει συμπληρωθεί, ούτε και τίθεται θέμα τροποποίησης των λεπτομερειών αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας σ' αυτό το στάδιο, σε εφαρμογή των άρθρων 83 και 84 της Ποινικής Δικονομίας. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Προτού καταλήξω θα ήθελα να τοποθετηθώ ειδικά επί δυο θεμάτων που θίγει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου με τη γραπτή αγόρευσή του: Όπως αναφέρει καταληκτικά ο κ. Πίτρος, στον υπ' αριθμό
- λόγο αθώωσης του κατηγορούμενου στη σελίδα 2 της γραπτής του αγόρευσής, ο κατηγορούμενος, λόγω του ότι τα χρήματα που δάνειζε στον παραπονούμενο, τα έπαιρνε από το υστέρημά του, σύντασσε τα έγγραφα και/ή συμφωνίες (προφανώς παραπέμπει στα έγγραφα που συνθέτουν το τεκμήριο 2), ως ένα είδος προστασίας και/ή εξασφάλισής του. Παρατηρώ τα εξής: Ο κατηγορούμενος, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι τα χρήματα που δάνειζε στον κατηγορούμενο, τα έπαιρνε από το υστέρημά του, χωρίς να μου διαφεύγει και η προσπάθειά του να με πείσει - κατά μια εκδοχή - ότι δε δάνειζε χρήματα στον παραπονούμενο, αλλά, απλώς το βοηθούσε. Για παράδειγμα, στην πρώτη του ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 1), η τέταρτη ερώτηση που του είχε υποβληθεί είναι αν δάνεισε καμιά φορά τον παραπονούμενο χρήματα. Απάντησε ως εξής: «Δεν του δάνεισα χρήματα αλλά το βοήθησα για κάποια οικονομικά προβλήματα που είχε.» Ακολούθως, αναφορικά με τα έγγραφα που σύντασσε ως ένα είδος προστασίας και/ή εξασφάλισής του, υπενθυμίζω στο δικηγόρο του τη σταθερή του θέση ότι τα διάφορα έγγραφα που υπόγραφε ο παραπονούμενος, συντάσσονταν πάντοτε και υπογράφονταν από αυτό με δική του πρωτοβουλία (βλ. τη φράση στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση - τεκμήριο 3 - «Εξ' ου και τα διάφορα χαρτιά, που μου υπέγραψε, τα είχε κάνει ο ίδιος του και τα σύντασσε ο ίδιος του μάλιστα»). Ο υπ' αριθμό
- λόγος για τον οποίο, ο κ. Πίτρος, όπως αναφέρει στη γραπτή αγόρευσή του ζητά την απαλλαγή του κατηγορούμενου και/ή τη διακοπή της δίκης, αφορά στο ότι παραβιάζονται οι αρχές της δίκαιης δίκης, λόγω της παρόδου ευλόγου χρόνου από την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης το
- Προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση του ο κ. Πίτρος ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος κατάγγειλε γραπτώς τα κατ' ισχυρισμό του αδικήματα, τρία χρόνια μετά τη διάπραξή τους. Μάλιστα, προστίθεται, η πάροδος ευλόγου χρόνου δεν οφείλεται ούτε στις αρμόδιες αρχές ούτε και στο Δικαστήριο, αλλά, στον ίδιο τον παραπονούμενο και αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί η παραβίαση οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη συμπεριφορά του. Θα είμαι σύντομος. Το αίτημα, όπως τίθεται είναι νόμω και ουσία αβάσιμο, επομένως απορρίπτεται. Καταρχήν, δεν είναι ορθό, ότι ο κατηγορούμενος είχε καταγγείλει γραπτώς τα διαπραχθέντα - πια - αδικήματα, τρία χρόνια μετά τη διάπραξή τους. Αυτά διαπράχθηκαν το Δεκέμβρη του 2010 και τα κατάγγειλε στις 12/1/2011 (βλ. τη γραπτή του κατάθεση - τεκμήριο 5 -). Δηλαδή, μερικές, μόλις, μέρες, αργότερα. Ακολούθως, όπως είναι καλά γνωστό, κατά πάγια νομολογία, η οποία είναι ευθυγραμμισμένη και με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. μεταξύ άλλων και τις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Βάσου κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Αντωνίου ν. Σάββα, Ποινική Έφεση Αρ. 34/2012, ημερομηνίας 3/10/2014 και Χριστάκη Αριστείδου Φούτα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 180/2014, ημερομηνίας 3/10/2014) τα στοιχεία που λαμβάνονται συνήθως υπόψη στον καθορισμό του εύλογου χρονικού διαστήματος είναι πρώτο, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, δεύτερο, η συμπεριφορά του αιτητή και τρίτο, η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου. Τίποτε από τα παραπάνω επικαλείται ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση, απεναντίας, αποσυνδέει το Δικαστήριο και τις αρμόδιες αρχές μ' οποιαδήποτε ευθύνη για την κατ' ισχυρισμό του παραβίαση του συνταγματικού του δικαιώματος για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου), την οποία, τελείως αβάσιμα, αποδίδει εξ ολοκλήρου στον παραπονούμενο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στην 1η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κάτι που δεν ισχύει για τη 2η κατηγορία. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος, στην 1η κατηγορία κρίνεται ένοχος, ενώ στη 2η κατηγορία αθωώνεται. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Criminal /Final Αναφορά: απειλή βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο