Δημοκρατία ν. SANDY KARL ADRIAN PRESTON, Αρ. Υπόθεσης: 1217/16, 13/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2016:14 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1217/16 Δημοκρατία v. SANDY KARL ADRIAN PRESTON Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Κυπριανού με κα Δ. Χριστοδούλου (βοηθό) Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας και καθ΄ ον χρόνο ο Μ.Κ.2 Α/Αστ. 1830, Ν. Παπαριστοδήμου, δίδοντας μαρτυρία επιχείρησε να καταθέσει στο Δικαστήριο αριθμό τεκμηρίων (αντικειμένων, εγγράφων κ.λ.π.) που περιγράφονται σε σχετικό κατάλογο διακίνησης τεκμηρίων (Έγγραφο Β2) που ο ίδιος ετοίμασε και έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε ένσταση στην παρουσίαση ορισμένων εξ αυτών, εισηγούμενος ότι θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης για να αποφασιστεί κατά πόσο αυτά μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Ως τελικά διαμορφώθηκε η εισήγηση του, αυτή επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι ορισμένα από τα αντικείμενα-στοιχεία που καταγράφονται στον κατάλογο διακίνησης τεκμηρίων, (Έγγραφο Β2) λήφθηκαν κατά παράβαση του Νόμου, (Ν.119(Ι)/2000 ως τροποποιήθηκε) ως εκ τούτου, ως παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία, δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν μαρτυρικό υλικό στα πλαίσια μιας ακροαματικής διαδικασίας (βλέπε αύξων αριθμούς 1 και 2 του Εγγράφου Β2). Περαιτέρω αποτέλεσε θέση του ότι τα στοιχεία με αύξων αριθμούς 3, 4 και 5 στο Έγγραφο Β2 δεν θα πρέπει να επιτραπεί η παρουσίαση τους ως τεκμηρίων στη διαδικασία, αφού το όνομα του προσώπου στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του οποίου στάληκαν τα σχετικά μηνύματα δεν βρίσκεται στον κατάλογο μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου. Σε σχέση με τα στοιχεία που περιγράφονται στους αύξοντες αριθμούς 6 και 7 του Εγγράφου Β2, προβάλλει τη θέση ότι αυτά θα πρέπει επίσης να αποκλειστούν, αφού λήφθηκαν κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, ειδικότερα του δικαιώματος της «ιδιωτικής αλληλογραφίας» και της «ιδιωτικής ανταλλαγής απόψεων». Επιπρόσθετα, σε σχέση με τον αύξων αριθμό 10 του Εγγράφου Β2, που φέρεται να αφορά τηλεφωνικά μηνύματα που στάληκαν από τον κατηγορούμενο σε τρίτο πρόσωπο, και αυτά θα πρέπει να αποκλειστούν αφού παραβιάζονται αρχές αλληλογραφίας και απορρήτου. Περαιτέρω, σε σχέση με τα στοιχεία που περιγράφονται στους αύξοντες αριθμούς 14 και 17 προβάλλεται επίσης ζήτημα παράνομης εξασφάλισης τους, ενώ τέλος, σε σχέση με τα στοιχεία που περιγράφονται στους αύξοντες αριθμούς 18 και 20 του Εγγράφου Β2 προκρίνεται από την Υπεράσπιση ότι δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η παρουσίαση τους στα πλαίσια αυτής της ποινικής υπόθεσης αφού και πάλιν τα ονόματα των προσώπων που καταγράφονται στο Έγγραφο Β2 ότι τα εντόπισαν, δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι για τα υπόλοιπα στοιχεία που περιγράφονται στον κατάλογο διακίνησης τεκμηρίων, (Έγγραφο Β2) για τα οποία η πλευρά της Εισαγγελικής Αρχής εκδήλωσε ήδη την πρόθεση της να παρουσιάσει μέσω του συγκεκριμένου μάρτυρα στο Δικαστήριο (βλέπε αύξων αριθμούς 8, 9, 11, 12, 13, 15, 16 και 19) ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος του κατηγορουμένου είτε δεν έφερε ένσταση είτε η αρχικώς εκφρασθείσα ένσταση της πλευράς του, εγκαταλείφθηκε. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του έντιμου Γενικού Εισαγγελέως, τοποθετούμενη στο ως άνω αίτημα της Υπεράσπισης, υπέδειξε ότι το σύνολο των στοιχείων-αντικειμένων που καταγράφονται στο Έγγραφο Β2 έχουν ληφθεί κατά τη θέση της πλευράς της νομότυπα και καθ΄ όλα δικαιολογημένα επιχειρείται η παρουσίαση τους στο Δικαστήριο. Συμφώνησε ωστόσο πως καθ΄ ην έκταση υπάρχει ισχυρισμός από την πλευρά της Υπεράσπισης ότι κάποια από τα στοιχεία που περιγράφονται στο Έγγραφο Β2 λήφθηκαν κατά παράβαση του Νόμου και του Συντάγματος, θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης για να αποφανθεί το Δικαστήριο περί της δεκτότητας ή όχι των συγκεκριμένων στοιχείων. Ως τέτοια, εξήγησε, η πλευρά της θεωρεί τα στοιχεία που περιγράφονται στους αύξοντες αριθμούς 1, 2, 6, 7, 14 και 17 του Εγγράφου Β2, εισηγούμενη μάλιστα ότι θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, αφού φαίνεται ότι ως επί το πλείστον μάρτυρες που θα χρησιμοποιηθούν από την πλευρά της για τον πιο πάνω σκοπό θα είναι κοινοί, όπως διεξαχθεί μια ενιαία ενδιάμεση διαδικασία, θέση που υποστήριξε ακόμη και αν το Δικαστήριο τελικώς αποφασίσει να διεξαχθεί ενδιάμεση διαδικασία, ως πιο πάνω, σε σχέση με λιγότερα ή περισσότερα στοιχεία που η πλευρά της εισηγείται. Εξήγησε παράλληλα γιατί κατά τη θέση της δεν ενδείκνυται η διεξαγωγή ενδιάμεσης διαδικασίας για τα στοιχεία που περιγράφονται στους αύξοντες αριθμούς 3, 4, 5, 10, 18 και 20 του Εγγράφου Β
- Με την τελευταία θέση της, περί συνενωμένης δηλαδή δίκης εντός δίκης, ομονόησε και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με σχετική παρέμβασή του. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Ηλιάδη και Σάντη, σελ. 900, δίκη εντός δίκης μπορεί να διεξαχθεί για διάφορα θέματα και όχι αποκλειστικά για τη θεληματικότητα ή όχι μιας ομολογίας, παρά το γεγονός ότι αυτό είναι που συνήθως γίνεται. Ούτε μπορούν αυστηρά να προκαθοριστούν οι περιπτώσεις που μπορεί να οδηγήσουν στην αναγκαιότητα διεξαγωγής δίκης εντός δίκης αφού η κάθε περίπτωση οφείλει να εξετάζεται αναλόγως των δικών της γεγονότων. Εν πάση περιπτώσει η καταφυγή σε μια τέτοια διαδικασία γίνεται νοουμένου ότι κρίνεται απολύτως απαραίτητη. Έχοντας υπόψη όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας για το ζήτημα, ειδικότερα το γεγονός ότι σε σχέση με τα αντικείμενα-στοιχεία με αύξων αριθμό 1, 2, 6 και 7 υπάρχει ένσταση στην παρουσίαση τους αφού προβάλλεται η θέση ότι αυτά έχουν ληφθεί κατά παράβαση, είτε συνταγματικών, είτε νομοθετικών διατάξεων, κρίνουμε, σε σύμπνοια με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των δύο πλευρών, ότι θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης στο πλαίσιο που έχει ήδη καθοριστεί από την πλευρά του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης για να αποκρυσταλλωθεί το ζήτημα κατά πόσο αυτά αποτελούν παρανόμως ληφθέν μαρτυρικό υλικό. Κατά τον ίδιο τρόπο κρίνουμε ότι θα πρέπει να διεξαχθεί, ως η εισήγηση τελικά και των δύο πλευρών, δίκη εντός δίκης για να εξακριβωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εξασφαλίστηκαν τα στοιχεία που περιγράφονται στους αύξοντες αριθμούς 14 και 17 του Εγγράφου Β2, αφού κατά τον ίδιο τρόπο φαίνεται να προβάλλεται ένσταση σε σχέση με το σύννομο της εξασφάλισης τους. Αντίθετα με τα πιο πάνω, δεν θεωρούμε, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μας, ότι είναι απαραίτητη η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά της Υπεράσπισης, σε σχέση με τα στοιχεία που περιγράφονται με τους αύξοντες αριθμούς 3, 4, 5, 10, 18 και 20 του Εγγράφου Β
- Ειδικότερα, το γεγονός ότι το πρόσωπο που παρέδωσε τα στοιχεία-αντικείμενα που περιγράφονται στους αριθμούς 3, 4 και 5, δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο μαρτύρων κατηγορίας στο κατηγορητήριο, δεν αποτελεί από μόνο του παράγοντα ικανό να οδηγήσει σε διεξαγωγή δίκης εντός δίκης κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά της Υπεράσπισης. Άλλωστε όπως σωστά υπέμνησε η εκπρόσωπος της Εισαγγελικής Αρχής, στο παρόν στάδιο κρίνεται το ζήτημα της αποδεκτότητας και μόνο των συγκεκριμένων στοιχείων. Σε σχέση με το αντικείμενο που περιγράφεται στον αύξων αριθμό 10 του Εγγράφου Β2, (τηλεφωνικά μηνύματα που απεστάληκαν από τον κατηγορούμενο σε τρίτο πρόσωπο) πέραν του γενικού και αόριστου τρόπου που τέθηκε το ζήτημα της παράβασης του δικαιώματος της αλληλογραφίας, με δεδομένη τη διακήρυξη ήδη από την πλευρά της Υπεράσπισης, της θέσης ότι τα περί ου ο λόγος τηλεφωνικά μηνύματα δεν ανήκουν και/ή δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με τον κατηγορούμενο κρίνουμε ότι εκ των πραγμάτων και εκ των προτέρων καθίσταται άνευ αντικειμένου διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για το ζήτημα. Σε σχέση με τα στοιχεία που περιγράφονται στους αύξοντες αριθμούς 18 και 20, το γεγονός και μόνο ότι τα ονόματα συγκεκριμένων προσώπων που φαίνεται να σχετίζονται με τα περί ου ο λόγος στοιχεία δεν καταγράφεται στον κατάλογο μαρτύρων που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο δεν θα μπορούσε από μόνο του, ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, να αποτελέσει αντικείμενο δίκης εντός δίκης κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά της Υπεράσπισης. Έχουμε άλλωστε σημειώσει επί τούτου την εκδηλωθείσα πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με την παρουσίαση των περί ου ο λόγος μαρτύρων και τους λόγους για τους οποίους το όνομα τους δεν περιλήφθηκε εξ αρχής στο κατηγορητήριο. Για τους λόγους που πιο πάνω, με συντομία προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, αποτελεί κατάληξη μας ότι ενδείκνυνται στην υπό συζήτηση περίπτωση η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης κατά τον τρόπο που αυτή έχει οριοθετηθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης στο αίτημα του, στο οποίο και ομονόησε η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, σε σχέση με τα στοιχεία-αντικείμενα με αύξων αριθμούς 1, 2, 6, 7, 14 και 17 του Εγγράφου Β
- Η ένσταση σε σχέση με τα υπόλοιπα και το αίτημα για αυτά τα οποία αφορούσε, απορρίπτονται. Έχοντας υπόψη όσα όσα έχουν τεθεί υπόψη μας σε σχέση με τη διεξαγωγή της προτεινόμενης ενδιάμεσης διαδικασίας, στη βάση και των σχετικών αναφορών-τοποθετήσεων των συνηγόρων, κρίνουμε ότι η παρούσα προσφέρεται για τη διεξαγωγή συνενωμένης δικής εντός δίκης, αφού κάτι τέτοιο ούτε φαίνεται να πλήττει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, ενώ αντίθετα, εξυπηρετεί την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (Davis κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 198). Ως εκ τούτου διατάσσεται η διεξαγωγή ενιαίας δίκης εντός δίκης σε σχέση με τα στοιχεία που περιγράφονται στο 1 και 2 του Εγγράφου Β2 στα πλαίσια της οποίας θα αποφασιστεί και το ζήτημα της παραχώρησης άδειας ή μη παρουσίασης των εν λόγω «τεκμηρίων» ως οι πρόνοιες του Νόμου 119(Ι)/2000, ως επίσης σε σχέση με τα στοιχεία-αντικείμενα με αύξoντες αριθμούς 6, 7, 14 και 17 του Εγγράφου Β2. (Υπ)............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο