← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αρτιόμ Στεφανίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7023/2013, 11/10/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αρτιόμ Στεφανίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7023/2013, 11/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7023/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Αρτιόμ Στεφανίδη
  2. Αθανάσιου Κόκρα
  3. Νίκου Οσιπίδη
  4. Μιχάλη Ζοσιμίδη
  5. Βλαδίμηρου Γκαρίδη
  6. Ιωάννη Παρθενίδη Κατηγορούμενων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11.10.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαλαζάρου Κατηγορούμενος 6: παρών, εμφανίζεται προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 6ος κατηγορούμενος (στο εξής «κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλεπταποδοχής (6η κατηγορία), κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, στις 6/11/2012, στην Πάφο, αποδέχθηκε ένα κινητό τηλέφωνο, μάρκας Apple i-phone, αξίας €450,00, περιουσία του Anthony Jandella από την Αγγλία και τώρα στην Πάφο, γνωρίζοντας ότι το πιο πάνω αποτελούσε προϊόν κλοπής. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες: τους αστυφύλακες 2163 Χάρη Γεωργίου και 3385 Μιχάλη Σάββα και τον εξεταστή της υπόθεσης, αρχιαστυφύλακα 3142 Πανίκκο Ζωττή (Μ.Κ. 1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος - ο οποίος, θα πρέπει να σημειωθεί χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεσή του -, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, παρότι δήλωσε ότι επιλέγει το δικαίωμα της σιωπής, ουσιαστικά προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Στο περιεχόμενό της, θα αναφερθώ αργότερα. Επειδή, ουσιαστικά, κανένας από τους παραπάνω μάρτυρες έχει τύχει αντεξέτασης από τον κατηγορούμενο, με τη διευκρίνιση ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Θεοχάρους κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 49/13, 50/13 και 51/13, ημερομηνίας 26/11/2014), οι δηλώσεις κατηγορούμενων εκτός Δικαστηρίου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προς ενοχοποίηση συγκατηγορούμενών τους, αλλά, μόνο σε ό, τι αφορά τους ίδιους, τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία απορρέουν από την ενώπιόν μου μαρτυρία, να θεωρηθούν από τώρα, ως αποδεδειγμένα: Στις 6/11/2012, καταγγέλθηκε από τον Antony Jandella από το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι, την ίδια μέρα, γύρω στις 15:00, τρία πρόσωπα, αφού μπήκαν στο εστιατόριο με τη ονομασία «YANKEES» όπου εργάζεται, το οποίο βρίσκεται στην Πάφο, του έκλεψαν το επίδικο κινητό τηλέφωνο, αξίας €450,00, το οποίο βρισκόταν στον πάγκο της κουζίνας. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν προέκυψε ότι πρόκειται για τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 οι δράστες της κλοπής του τηλεφώνου και βασικά, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι, την ίδια μέρα, ο 1ος κατηγορούμενος, το έδωσε στον κατηγορούμενο με τον οποίο γνωρίζονταν, στο σπίτι του πρώτου. Την επομένη, 7/11/2012 και ώρα 21:20, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.3), δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε: «Δεν παραδέχομαι, δεν το έκλεψα.» Κατά τη διάρκεια έρευνας στο περίπτερο του κατηγορούμενου, η οποία διενεργήθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης, μερικά λεπτά αργότερα (περί τις 21:38), ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον εξεταστή το επίδικο τηλέφωνο, το οποίο βρισκόταν δίπλα από το ταμείο του περιπτέρου. Όταν ο εξεταστής τού επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε: «Είναι το κινητό που μου έδωσε ο Αρτιούμ χθες για υποθήκη.» Πληροφορηθείς από τον εξεταστή ότι αυτό είναι κλοπιμαίο και ότι καταγγέλθηκε στις 6/11/2012, όταν στη συνέχεια του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή στο νόμο, «Δεν το έκλεψα εγώ.» απάντησε. Ο κατηγορούμενος προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Θέλω να πω ότι είμαι αθώος, επειδή το πήρα το τηλέφωνο σαν εγγύηση και ήταν το μόνο που γνώριζα. Ότι είχε μια επιταγή την οποία θα άλλαζε και θα μου επέστρεφε τα λεφτά πίσω και θα του επέστρεφα το τηλέφωνο. Δε γνωρίζω κάτι άλλο.» Φυσικά, ενώπιόν μου έχει τεθεί και η ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 6), στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: γνωρίζει φατσικά τους κατηγορούμενους 2 μέχρι 5, ενώ τον 1ο κατηγορούμενο τον ξέρει επειδή έρχεται στο περίπτερό του και ψωνίζει. Δεν είναι φίλος με κανένα από αυτούς. Όταν κλήθηκε να πει τι έχει να πει για τον ισχυρισμό του 1ου κατηγορούμενου ότι του είχε δώσει το επίδικο κινητό, επειδή του είχε δώσει αρκετές φορές δανεικά, απαντώντας μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Στις 6/11/2012 και περί ώρα 22:00-23:00, ενώ βρισκόταν στην περιοχή Ε & S στην Πάφο, το βρήκε ο 1ος κατηγορούμενος και του είπε πως ήθελε να μιλήσουν και να πάει στο σπίτι του για το σκοπό αυτό. Όταν μετά πάροδο 15 με 20 λεπτών πήγε στο σπίτι του, αυτός μπήκε στο υπνοδωμάτιό του και μετά βγήκαν και οι δυο έξω από το σπίτι. Εκεί, ο 1ος κατηγορούμενος, του είπε πως είχε πρόβλημα και ότι ήθελε λεφτά για να φάει και του έδωσε το κινητό τηλέφωνο, ως εγγύηση και ο ίδιος, του έδωσε €120,00, για να πάει να φάει επειδή τα είχε ανάγκη. Ο 1ος κατηγορούμενος, του είπε ότι την επομένη θα πήγαινε να αλλάξει μια επιταγή, νομίζει €800,00, οπότε θα του έδινε τα €120,00 που του χρωστούσε και ο ίδιος, θα του επέστρεφε το κινητό. Έτσι πήρε το κινητό και έφυγε. Το κινητό, του το έδωσε στο χέρι, χωρίς κουτί και δεν του είπε τίποτε για κωδικούς πρόσβασης. Όταν πληροφορήθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος, στην κατάθεσή του αναφέρει ότι του είπε πως είναι κλοπιμαίο το κινητό και ότι ο ίδιος, του είπε ευχαριστώ και ακολούθως, του υποβλήθηκε πως γνώριζε ότι είναι κλοπιμαίο και ό, τι είπε δεν είναι αλήθεια, αφού αρνήθηκε ισχυρίστηκε τα εξής: «Εγώ δεν έχω ανάγκη να κλέψω. Μπορώ να αγοράσω το κινητό μου τηλέφωνο από μόνος μου χωρίς να κλέψω.» Απαντώντας στις επόμενες ερωτήσεις ισχυρίστηκε τα εξής: Το επίδικο κινητό, το πήρε ως εγγύηση. Το κρατούσε από τις 6/11/2012 που του το είχε δώσει ο 1ος κατηγορούμενος μέχρι και τις 7/11/2012 που πήγε η Αστυνομία στο περίπτερό του και τους το έδωσε, χωρίς να θέλει να το κρύψει. Δεν γνώριζε ότι είχε κλαπεί. Ούτε και το έκρυψε κατά τη διάρκεια που το κρατούσε. Το είχε δίπλα από τον πάγκο του ταμείου του περιπτέρου του, εκεί που το βρήκε η Αστυνομία. Στην - σαφώς παραπλανητική - ερώτηση που του υποβλήθηκε πόσα είχε αγοράσει το επίδικο τηλέφωνο και πότε έγινε η αγορά του καθώς και αν δεν τον παραξένεψε το γεγονός ότι το είχε αγοράσει νύχτα, απάντησε ως εξής: «Δεν το αγόρασα απλά το είχα ως εγγύηση για το ποσό των 120,00 Ευρώ που δάνεισα στον Αρτιόμ. Η παράδοση του κινητού έγινε αργά τη νύκτα περί η ώρα 2200-2300 έξω από το σπίτι του Αρτιόμ. Με παραξένεψε αλλά θεώρησα ότι είχε επιταγή και δεν πήγε ο νους μου ότι το τηλέφωνο κλάπηκε.» Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, η παράδοση του κινητού έγινε έξω ακριβώς από το σπίτι του 1ου κατηγορούμενου. μέσα στο σκοτάδι. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 306(α) του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της κλεπταποδοχής προνοεί ότι: «Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων (β)....» Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η αποδοχή περιουσίας κάποιου από άλλο και δεύτερο, εν γνώσει αυτού που αποδέχεται ότι η περιουσία έχει κλαπεί. Νοείται ότι, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο που παραλάμβανε την περιουσία, γνώριζε ότι αυτή είναι κλοπιμαία, ενώ, η αποτυχία της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας αυτή τη γνώση ή έστω και απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση σε χρόνο μεταγενέστερο της παραλαβής της περιουσίας, οδηγεί την κατηγορία σε κατάρρευση (βλ. R. v. Mathews 34 Cr. App. R. 55 και R. v. Johnson 6 Cr. App. R. 218). Αναφορικά με το στοιχείο της γνώσης είναι καλά γνωστό ότι μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση, είτε με περιστατική μαρτυρία. Επισημαίνεται ακόμη, ότι η αγορά περιουσίας σε τιμή πολύ κατώτερη της αξίας της ή άρνηση του κατηγορούμενου ότι την κατείχε, μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως γνώριζε ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία (βλ. R. v. Sbarra, 13 Cr. App. R. 118, R. v. Fuschillo 27 Cr. App. R. 193 και Tτοουλιάς ν. Δημοκρατίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 258). Περαιτέρω, η αντίδραση του κατηγορούμενου και η εν γένει συμπεριφορά του, υπό προϋποθέσεις μπορούν να προσλάβουν κάποια ιδιαίτερη σημασία. Για παράδειγμα, όπως αναφέρεται στην Tτοουλιάς (ανωτέρω), ηθελημένη απόκρυψη της φύλαξης κλοπιμαίας περιουσίας τείνει να ενισχύσει την ύπαρξη γνώσης για την προέλευσή της. Τέλος, στοιχείο που μπορεί να αποδειχθεί αποφασιστικής σημασίας για την απόδειξη γνώσης εκ μέρους του κατηγορούμενου ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία είναι και η χρονική σχέση μεταξύ της κλοπής της περιουσίας και της λήψης κατοχής της από τον κατηγορούμενο. Είναι θεμελιωμένο πως, κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας, όταν δεν προσφέρεται από τον κατηγορούμενο εξήγηση, ως προς την προέλευσή της ή όταν η εξήγηση που δίνει απορρίπτεται ως ψευδής, μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα πως γνώριζε ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία. Βλέπε Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 35η έκδοση, παρ. 2102, 2103. Καθ' όλα σχετικά με το θέμα είναι και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Ψύλλας ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2011)2 Α.Α.Δ.466: «Η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης και συνακολούθως ενοχής. Εκτός αν δοθεί εξήγηση που οδηγεί προς άλλη κατεύθυνση την οποία το Δικαστήριο αξιολογεί, με συνέπεια την αθώωση αν τη δεχτεί ή αν δεν είναι διατεθειμένο να την αποκλείσει.» Παρατηρώ τα εξής: Ότι έχει κλαπεί το επίδικο κινητό τηλέφωνο έχει αποδειχθεί. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι αυτό είναι ιδιοκτησίας του παραπονούμενου Antony Jandella από το Ηνωμένο Βασίλειο, αξίας €450,00 και κλάπηκε από τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3. Ακολουθεί ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Ό, τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο ο κατηγορούμενος, ο οποίος, καθ' ομολογία του αποδέχθηκε το επίδικο κινητό τηλέφωνο και κατέστη έτσι κάτοχός του, καθ' ον χρόνο συνέβαιναν αυτά είχε γνώση ότι το κινητό είχε κλαπεί. Δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος αρνείται πως γνώριζε το συγκεκριμένο γεγονός και δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία, που να αποδεικνύει ότι το γνώριζε τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο υπάρχουν τέτοια στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας που να οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι καθ' ον χρόνο παραλάμβανε το επίδικο τηλέφωνο γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε προϊόν κλοπής. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική, υπό την εξής έννοια. Παρότι, από τα στοιχεία που θα παραθέσω αμέσως, ομολογώ ότι θεωρώ ως πιθανό ενδεχόμενο, ο κατηγορούμενος να γνώριζε ότι το επίδικο κινητό τηλέφωνο ήταν κλοπιμαίο, εντούτοις, αριθμός άλλων στοιχείων, τα οποία θα παραθέσω στη συνέχεια, με υποχρεώνουν, αν όχι να αποδεχθώ - μιας και ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση και η αποδεικτική της αξία είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (βλ. την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016 και Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, στην οποία υποδεικνύεται πως, σ' ό, τι αφορά την ανώμοτη δήλωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήσει τον εαυτό του να δει τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του με διαφορετικό φως -, τουλάχιστον, να μην αποκλείσω γενικά την εκδοχή του στην υπόθεση και ειδικά, τον ισχυρισμό του πως δε γνώριζε ότι το επίδικο κινητό τηλέφωνο ήταν κλοπιμαίο. Αρχίζοντας από τα πρώτα είναι τα εξής: ο κατηγορούμενος παρέλαβε το επίδικο κινητό την ημέρα που αυτό είχε κλαπεί, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι κατείχε πρόσφατα κλαπείσα περιουσία. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, ενώ, όπως αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση συναντήθηκε με τον 1ο κατηγορούμενο στο σπίτι του αργά το βράδυ (μετά τις 11), ο τελευταίος, του έδωσε το κινητό, έξω από το σπίτι, μέσα στο σκοτάδι. Εάν αυτά τα δυο στοιχεία καθιστούν πιθανό ενδεχόμενο, ο κατηγορούμενος να γνώριζε ότι το επίδικο κινητό τηλέφωνο ήταν κλοπιμαίο, όσα ακολουθούν, που είναι περισσότερα, καθιστούν, τουλάχιστον εξίσου πιθανό το ενδεχόμενο και να μη γνώριζε το συγκεκριμένο γεγονός. Ειδικότερα: Ο κατηγορούμενος γνώριζε τον 1ο κατηγορούμενο, καθ' ομολογία και των δυο. Παρότι το επίδικο τηλέφωνο είναι αξίας €450,00, στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου του ισχυρισμού του κατηγορούμενου ότι το παρέλαβε από τον 1ο κατηγορούμενο, ως εγγύηση, για σκοπούς εξασφάλισής του, για το γεγονός ότι τού είχε δανείσει το ποσό των €120,00, το οποίο ο κατηγορούμενος θα του επέστρεφε την επομένη, οπότε, ο ίδιος θα του επέστρεφε το επίδικο κινητό τηλέφωνο, η αρχή ότι η αγορά περιουσίας σε τιμή κατώτερη της αξίας της μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία δεν ισχύει. Και τούτο, επειδή, δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε αγοράσει το κινητό τηλέφωνο. Ακόμη και ο 1ος κατηγορούμενος που το έδωσε και που με όσα αναφέρει στη δική του γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 2) τον ενοχοποιεί, μολονότι στο βαθμό και την έκταση που τον ενοχοποιεί η σχετική αναφορά δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αφού πρόκειται για συνεργό, ο οποίος ουδέποτε κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ενόρκως (βλ. την Ττοουλιάς, ανωτέρω), εντούτοις με την ίδια κατάθεση, βασικά, επιβεβαιώνοντας εν μέρει τον κατηγορούμενο ισχυρίζεται ότι του είχε δώσει το κινητό τηλέφωνο, επειδή τον είχε βοηθήσει πολλές φορές, δίνοντας του δανεικά από το περίπτερό του. Απ' εκεί και πέρα, ο κατηγορούμενος, στην Αστυνομία παραδέχθηκε αμέσως ότι κατείχε το επίδικο τηλέφωνο, αναφέροντας ότι του το είχε δώσει ο 1ος κατηγορούμενος και όχι μόνο δεν επιχείρησε να το κρύψει αλλά, αντίθετα, όταν ο εξεταστής της υπόθεσης, μερικά μόλις λεπτά μετά που τον είχε συλλάβει μετέβηκε στο περίπτερό του για σκοπούς διεξαγωγής έρευνας προς εντοπισμό του τηλεφώνου, αυτό βρισκόταν δίπλα από το ταμείο του περιπτέρου και του το παρέδωσε ο κατηγορούμενος. Δηλαδή, δεν το βρήκε ο εξεταστής, για να τίθεται θέμα απόκρυψής του από τον κατηγορούμενο. Δε μου διαφεύγει ότι, όταν στη συνέχεια ο εξεταστής της υπόθεσης τού επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε ότι είναι το τηλέφωνο που του είχε δώσει ο 1ος κατηγορούμενος, ως υποθήκη, ενώ στην ανακριτική του κατάθεση, στην απάντησή του όταν κατηγορήθηκε γραπτώς (βλ. το τεκμήριο 3 η γραπτή κατηγορία) καθώς και με την ανώμοτη δήλωσή του ισχυρίζεται ότι πήρε το κινητό, ως εγγύηση. Δεν αποδίδω καθόλου σημασία στο γεγονός αυτό. Ο κατηγορούμενος δεν είναι νομικός για να γνωρίζει τη νομική σημασία των συγκεκριμένων νομικών όρων, οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, στις καθημερινές συναλλαγές είναι άμεσα σχετικοί με την εξασφάλιση κάποιου χρέους. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Προτού καταλήξω, θα ήθελα να επισημάνω και το εξής, το οποίο, συν τοις άλλοις, είναι ενδεικτικό και του πόσο αδύναμη είναι η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής: ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.3), καθ' ον χρόνο λάμβανε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ενώ γνώριζε ότι το επίδικο τηλέφωνο βρισκόταν στο περίπτερο του κατηγορούμενου δίπλα από το ταμείο και ουσιαστικά, όταν μερικές ώρες προηγουμένως μετέβη εκεί ο ίδιος για σκοπούς διεξαγωγής έρευνας προς εντοπισμό του, όπως αναφέρει και στη γραπτή του κατάθεση, του το παρέδωσε ο κατηγορούμενος (δηλαδή, δεν το βρήκε ο ίδιος) και περαιτέρω, ενώ δεν είχε καθόλου μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος το είχε αγοράσει, σε μια προσπάθεια παραπλάνησης και παγίδευσης του κατηγορούμενου, του υπόβαλε και τις ακόλουθες ερωτήσεις: «Κατά τη διάρκεια που το κρατούσες το κινητό αυτό τηλέφωνο, που το έκρυψες;» Αυτή ήταν η 12η ερώτηση που του είχε υποβάλει. Και ενώ, μέχρι τη στιγμή αυτή, όπως προκύπτει από την ίδια την ανακριτική κατάθεση του κατηγορημένου, η σταθερή θέση του ήταν πως είχε πάρει ως εγγύηση το επίδικο τηλέφωνο και την ίδια θέση είχε διατυπώσει και προηγουμένως στον εξεταστή (συγκριμένα, όταν ο εξεταστής, αφού του είχε παραδώσει το κινητό τηλέφωνο στο περίπτερο, του επέστησε την προσοχή στο νόμο) και ενώ, ακόμη και ο 1ος κατηγορούμενος, στη δική του γραπτή κατάθεση, δεν λέει πως είχε πουλήσει το τηλέφωνο στον κατηγορούμενο, η επόμενη ερώτηση (13η ερώτηση) που υπόβαλε ο εξεταστής στον κατηγορούμενο ήταν η εξής: «Εσύ πόσα αγόρασες αυτό το κινητό τηλέφωνο και πότε έγινε η αγορά του; Δεν σε παραξένεψε το γεγονός ότι το αγόρασες αργά τη νύκτα;» Συγκεφαλαιώνοντας, η αποτυχία της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος, καθ' ον χρόνο παραλάμβανε το επίδικο κινητό τηλέφωνο γνώριζε πως ήταν κλοπιμαίο, σε εφαρμογή και όσων ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 καθιστά την υπό κρίση κατηγορία έκθετη σε απόρριψη: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται αποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: κλεπταποδοχή, κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.