← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 3256/13, 13/10/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 3256/13, 13/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3256/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιωάννη Σπύρου Κατηγορούμενου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.10.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Μανώλης Κατηγορούμενος: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Έλεγχος ή κατοχή μηχανών τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4

(1)(α)(β)
(2)(θ) του περί Μηχανών Παιγνιδιού και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμου 32
(1)/96, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και επίτρεψη χειρισμού μηχανής τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 7, 8, 12 και 15 του ίδιου Νόμου (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, στις 13 Οκτωβρίου, 2011, στο πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία «SCOREBET» που βρίσκεται στην οδό Ομήρου 4 στην Πάφο, είχε υπό τον έλεγχο και κατοχή του, 8 μηχανές τυχερού παιγνιδιού, ήτοι, 8 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, συνδεδεμένους για τη διεξαγωγή τυχερών παιγνιδιών μέσω λογισμικού προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν υπεύθυνος του υποστατικού με την ονομασία «SCOREBET», επέτρεψε στον υπό κάλυψη αστυφύλακα 3135 Σ. Αγαθοκλέους του ΟΠΕ Πάφου, να χειρίζεται μηχανή τυχερού παιγνιδιού, ήτοι, ηλεκτρονικό υπολογιστή, συνδεδεμένο για τη διεξαγωγή τυχερών παιγνιδιών μέσω λογισμικού προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες, τους: αστυφύλακες 2622 Ευέλθων Μίτα, 4472 Ανδρέα Αριστοτέλους, 1248 Κωνσταντίνο Αναστασίου και 3135 Σάββα Αγαθοκλέους και τέλος, τον αρχιαστυφύλακα 2680 Πέτρο Αντωνίου (Μ.Κ.1 μέχρι 5, αντίστοιχα). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου υπόβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, τόσο στην 1η όσο και στην 3η κατηγορία. Η εισήγηση εδράζεται στον πρώτο, από τους δυο λόγους (τους οποίους θα αναφέρω στη συνέχεια), για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο της δίκης. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στην εισήγηση της υπεράσπισης υπήρξε αντίθετη. Σε αντίθεση με τον κ. Μανώλη, ο οποίος, για το λόγο που αναφέρει στη γραπτή αγόρευσή του ζήτησε την αθώωση του κατηγορούμενων από αυτό το στάδιο, η κα Σάββα, για λόγους που κι αυτή αναφέρει στη δική της γραπτή αγόρευση ζήτησε την κλήση του σε απολογία. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Mariano κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 112/2014 και 113/2014, ημερομηνίας 20.11.2015, στην οποία επαναλαμβάνονται όλες οι παραπάνω αρχές: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος«εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ.Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα».» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές είμαι ικανοποιημένος ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και στις δυο κατηγορίες. Η περί αντιθέτου εισήγηση της υπεράσπισης δε με βρίσκει σύμφωνο. Έχοντας υπόψη τι ακολουθεί δε θα ήθελα να επεκταθώ (βλ. τη Mariano, ανωτέρω και την Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Ακολουθεί ότι η εισήγηση απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία και στις δυο κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: (Έλεγχος ή κατοχή μηχανών τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(1)(α)(β)
(2)(θ) του περί Μηχανών Παιγνιδιού κα Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμου 32
(1)/96, όπως τροποποιήθηκε και επίτρεψη χειρισμού μηχανής τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 7, 8, 12 και 15 του ίδιου Νόμου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.