Δημοκρατία ν. Αγησίλαος Αγαθαγγέλου, Αρ. Υπόθεσης: 6817/16, 25/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2016:15 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6817/16 Δημοκρατία v. Αγησίλαος Αγαθαγγέλου Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο: κ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ O κατηγορούμενος, στα πλαίσια της υπό συζήτηση ποινικής υπόθεσης, αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Οι τρεις πρώτες, αφορούν αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, (Ν.91
(1)/2014). H τέταρτη, αφορά το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 13.10.2016, στην Πάφο, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6
(4)(γ) του ως άνω νόμου, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την ανήλικη Ξ.Γ. από την Πάφο, ηλικίας 6 ½ ετών, με τη χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής, δηλαδή την άγγιζε και την χάιδευε με τα χέρια του στα γεννητικά της όργανα, απειλώντας την να μην πει οτιδήποτε σε κανένα, γιατί θα πάει φυλακή και θα φταίει αυτή (κατηγορία 1), ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6
(3)
(7)του ως άνω νόμου, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την ως άνω ανήλικη, δηλαδή την άγγιζε και την χαίδευε με τα χέρια του στα γεννητικά της όργανα (κατηγορία 2), ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6
(4)(α) του ως άνω Νόμου, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με το πιο πάνω ανήλικο πρόσωπο, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροή επάνω στην ανήλικη, αγγίζοντάς την και χαϊδεύοντάς την με τα χέρια του στα γεννητικά της όργανα (κατηγορία 3). Ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος που του αποδίδεται με την τέταρτη κατηγορία, κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον γυναίκας, αγγίζοντας και χαϊδεύοντας με τα χέρια του τα γεννητικά της όργανα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ζήτησε, προκρίνοντας το γεγονός ότι μόλις την ίδια μέρα είχε επιδοθεί στον κατηγορούμενο το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε και τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, όπως η υπόθεση παραμείνει σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα για απάντηση, για να μελετηθεί τούτο από την πλευρά της Υπεράσπισης και να καθορισθεί η θέση του κατηγορούμενου επί τούτου. Πρόθεση του Δικαστηρίου όπως η υπόθεση παραμείνει την επομένη μέρα για σκοπούς απάντησης, προκάλεσε την παράκληση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, όπως δοθεί περαιτέρω χρόνος για τον πιο πάνω σκοπό. Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης και την εξέλιξη στη διαδικασία, με δεδομένη τη θετική στάση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής επί του αιτήματος, όρισε την υπόθεση για απάντηση στις 02.12.2016 και ώρα 09:00. Στη συνέχεια, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα όπως ο κατηγορούμενος εξακολουθήσει να παραμένει υπό κράτηση μέχρι την επόμενη δικάσιμο, υποδεικνύοντας ότι ουσιαστικά τίποτε δεν έχει διαφοροποιηθεί από την απόφαση του παραπέμποντος Δικαστηρίου επί του ζητήματος, το οποίο, είχε διατάξει την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την εμφάνιση του σήμερα, για πρώτη φορά, ενώπιον του Κακουργιοδικείου, αίτημα που συνάντησε την ένσταση της υπεράσπισης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου και εγκρίθηκαν ως τέτοια για σκοπούς αυτής της διαδικασίας, παραδεκτά γεγονότα σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ειδικότερα, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι Κύπριος, τριάντα έξι
(36)ετών. Ζει στην Κύπρο, διαμένοντας με τους γονείς του στην Έμπα, είναι ανύπαντρος, χωρίς παιδιά, άνεργος και χωρίς οποιαδήποτε περιουσία επ΄ ονόματι του. Τρία πρώτα εξαδέλφια του κατηγορούμενου, παιδιά όλα της θείας του, αδελφής της μητέρας του, τα οποία μεγάλωσαν στην Κύπρο, διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό. Πρόκειται για τα παιδιά της θείας του κατηγορούμενου η οποία πρόσεχε κατά τον ουσιώδη χρόνο την ανήλικη, φερόμενη παραπονούμενη. Η 1η εκ των ως άνω εξαδέλφη του, νοσοκόμα, ζει και εργάζεται στην Αγγλία, ο 2ος πρώτος εξάδελφος του βρίσκεται στο Άμστερνταμ όπου σπουδάζει και εργάζεται, ενώ ο 3ος πρώτος εξάδελφος του, ψυχολόγος, διαμένει και εργάζεται στην Αμερική. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, προς υποστύλωση του αιτήματος της, αφού παρέπεμψε σε σχετική με το ζήτημα νομολογία, επικέντρωσε τα επιχειρήματα της στη θέση πως ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, της πιθανότητας καταδίκης του κατηγορούμενου όπως αυτή αναδύεται από συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό στο οποίο παρέπεμψε, περιλαμβανομένης της δικής του κατάθεσης-ομολογίας και της ποινής που δυνατό να του επιβληθεί, σε συνδυασμό τούτα θεωρούμενα με τις περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, υποστήριξε πως είναι ορατός ο κίνδυνος σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, να μην προσέλθει στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα ημερομηνία. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έφερε σε γνώση του Δικαστηρίου το γεγονός ότι ο πατέρας της φερόμενης παραπονούμενης βρίσκεται έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές, αφού έχει καταδικαστεί σε ισόβια φυλάκιση, για διάπραξη του αδικήματος του φόνου. Η ιδιαιτερότητα αυτή, όπως τη χαρακτήρισε, τέθηκε υπόψη της διευθύντριας των Κεντρικών Φυλακών αμέσως μόλις διατάχθηκε η κράτηση του κατηγορούμενου από το παραπέμπον Δικαστήριο, με την παράκληση όπως ληφθούν τέτοια μέτρα ώστε ο κατηγορούμενος να μην εκτεθεί σε οποιοδήποτε κίνδυνο τόσο για τη σωματική, όσο και την ψυχική του ακεραιότητα (επιστολή ημερ. 03.11.2016, Τεκμήριο 2). Η ως άνω πραγματικότητα αποτέλεσε επίσης το έναυσμα για να απευθυνθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου και στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, υποδεικνύοντας ότι «παρά τα όσα μέτρα ασφάλειας και αν ληφθούν, σε σχέση πάντοτε με την ασφάλεια του πελάτη μου, μπορεί στο τέλος της ημέρας να κριθούν ανεπαρκείς, ενόψει της ιδιαιτερότητας της παρούσας υπόθεσης,.» εισηγούμενος να διερευνηθεί το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να κρατηθεί εκτός φυλακών. Στην ίδια επιστολή του, εξέφρασε επίσης παράπονο για τον τρόπο μεταχείρισης του κατηγορούμενου κατά την είσοδο του τελευταίου στις Κεντρικές Φυλακές, αφού ο κατηγορούμενος του παραπονέθηκε «για βάναυση κακοποίηση του κατά τον χρόνο ελέγχου που διενεργήθηκε για την εισαγωγή του στις Κεντρικές Φυλακές» εκφράζοντας προς τον ίδιο φόβο και αγωνία για την ίδια τη ζωή του (επιστολή ημερ. 07.11.2016, Τεκμήριο 3). Έθεσε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου νέα επιστολή του δικηγόρου του κατηγορούμενου προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερ. 11.11.2016, με την οποία γνωστοποίησε στον τελευταίο πρόχειρη ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Δρ. Μάριου Ματσάκη, ο οποίος στις 08.11.2016, με παρέμβαση του δικηγόρου του κατηγορούμενου εξέτασε τον τελευταίο, υποδεικνύοντας ότι παραμένει το ζήτημα ασφάλειας του κατηγορούμενου και καλώντας τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να επιληφθεί άμεσα του θέματος (Τεκμήριο 5). Έθεσε παράλληλα υπόψη του Δικαστηρίου επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας προς τη Διευθύντρια Φυλακών, ημερ. 15.11.2016, με την οποία, αφού γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο της επιστολής του συνηγόρου του κατηγορουμένου ημερ. 07.11.2016, (Τεκμήριο 3) καλείται η παραλήπτρια της επιστολής για «τις άμεσες ενέργειες σας ώστε να εξασφαλιστεί η ασφάλεια του κρατούμενου». Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, η δήλωση - ενημέρωση των δύο πλευρών προς το Δικαστήριο, πως καθ΄ ον χρόνο το ζήτημα της κράτησης του κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του, ως είχε διαταχθεί από το παραπέμπον Δικαστήριο, είχε αχθεί για σκοπούς συζήτησης στα πλαίσια έφεσης εκ μέρους του κατηγορούμενου στο Ανώτατο Δικαστήριο, διαπιστώθηκε ότι το παράπονο του κατηγορούμενου αφορούσε ουσιαστικά συμπεριφορές δεσμοφυλάκων κατά το χρόνο της εισαγωγής του στις Κεντρικές Φυλακές, ζήτημα για το οποίο ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη αστυνομική διερεύνηση από αστυνομικό σταθμό της πρωτεύουσας. Τέθηκε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, η ενημέρωση της οποίας έτυχε και το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, ότι δηλαδή ο χώρος στον οποίο ο κατηγορούμενος κρατείται στις Κεντρικές Φυλακές, αποτελεί ειδικά διαμορφωμένο χώρο, όπου κρατούνται όλοι οι υπόδικοι που αντιμετωπίζουν αδικήματα της φύσης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ότι ο τελευταίος έχοντας τοποθετηθεί σε κελιά ύψιστης ασφάλειας, βρίσκεται σε ασφαλή φύλαξη. Τέθηκε περαιτέρω υπόψη του Δικαστηρίου ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου τελικά δεν προωθήθηκε η ως άνω έφεση της πλευράς του κατηγορούμενου, προέτρεψε τις αρμόδιες αρχές, να διασφαλίσουν τα δικαιώματα του κατηγορούμενου ως κρατούμενου. Η ως άνω θέση-υπόδειξη, ως επιβεβαίωσε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, μέσω της κοινοποίησης των πρακτικών της εν λόγω δικαστικής διαδικασίας, παραλήφθηκε από τις αρχές των Κεντρικών Φυλακών της Δημοκρατίας. Δεν αμφισβήτησε ο ευπαίδευτος συνήγορος το γεγονός ότι στη βάση του υπάρχοντος μαρτυρικού υλικού, υπάρχει πράγματι ορατό ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου. Ούτε τη σοβαρότητα των αδικημάτων αμφισβήτησε με βάση την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή. Υπέδειξε ωστόσο, ότι το ζήτημα της καταδίκης ή μη του κατηγορούμενου θα κριθεί στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης που αφορά τον τελευταίο. Το Δικαστήριο εξάλλου, σημείωσε, δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, αλλά εξετάζοντας σφαιρικά τα γεγονότα που την περιβάλλουν, δεν μπορεί παρά να διαβαθμίσει τις συμπεριφορές που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, όχι στις σοβαρότερες του είδους αλλά σε «ήπιας μορφής», όπως τις χαρακτήρισε. Αναφερόμενος στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου υπέδειξε ότι ο τελευταίος γεννήθηκε στις 17.06.1980. Όντας «ριζωμένος» στην Κύπρο, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, έφυγε από την Δημοκρατία μόνο όταν μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στον κλάδο της διοίκησης ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων, τις οποίες και συμπλήρωσε το 2006, επιστρέφοντας και πάλι στην Κύπρο, ενώ η δεύτερη φορά που έφυγε από την Κυπριακή Δημοκρατία ήταν όταν επισκέφθηκε το Άγιο Όρος. Αφού εργοδοτήθηκε αρχικά στην τουριστική βιομηχανία και στη συνέχεια σε άλλες εργασίες, λόγω της οικονομικής κρίσης, από το 2013 παραμένει άνεργος. Διαμένει μαζί με τους γονείς του στο πατρικό του σπίτι μαζί με τη διαζευγμένη αδελφή του και το ανήλικο παιδί της τελευταίας, τον πατέρα του, ο οποίος διατηρεί επιχείρηση εστίασης, (σουβλάκια) και τη μητέρα του, η οποία εργάζεται σε εταιρεία στην Πάφο. Πρόκειται, υποστήριξε, «για άνθρωπο της εκκλησίας» ο οποίος για κάποιο διάστημα ενεργούσε και ως νεωκόρος σε εκκλησία στην περιοχή Πόλη Χρυσοχούς. Αντιμετωπίζει παράλληλα προβλήματα υγείας, όπως αυτά περιγράφονται σε ιατρικό σημείωμα του Δρ Εύρου Λοϊζίδη, ειδικού καρδιολόγου, ημερ. 23.11.2016, το οποίο και παρουσίασε (Τεκμήριο 7). Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η διαβάθμιση επί το ηπιότερον της έκνομης συμπεριφοράς του, όπως αυτή διαπιστώνεται στο μαρτυρικό υλικό, το λευκό ποινικό του μητρώο, η σύνδεση του με την Κυπριακή Δημοκρατία, τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει, κατέληξε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είναι διατεθειμένος, προς εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της δίκης του, να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, να τοποθετηθεί το όνομα του στον κατάλογο των ατόμων που η έξοδος τους απαγορεύεται από τη Δημοκρατία και να εμφανίζεται σε αστυνομικό σταθμό προς επιβεβαίωση της παρουσίας του ενώ παράλληλα, αξιόχρεα συγγενικά του πρόσωπα, είναι διατεθειμένα να υπογράψουν εγγύηση που να διασφαλίζει την παρουσία του στο Δικαστήριο, ύψους μέχρι €300.000,00, δικαιολογούν την απόρριψη του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής. Το θέμα της κράτησης, ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται κάθε φορά δικαστικά. Σκοπός της κράτησης είναι η εξασφάλιση της παρουσίας ενός κατηγορούμενου στο Δικαστήριο και όχι η τιμωρία του. Η πλούσια νομολογία των Δικαστηρίων μας για το ζήτημα βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας αίτημα ως το υπό συζήτηση, είναι σημαντικό εξαρχής να έχει κατά νου και να καθοδηγείται από το αξίωμα πως κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος, εκτός εάν καταδικαστεί τελικά από αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο. Νομική αρχή, που η καθιέρωση της αντανακλάται απευθείας στο άρθρο 12
(4)του Συντάγματος. Απόρροια του ως άνω αξιώματος, εξάλλου, αποτελεί ο καλά καθιερωμένος κανόνας, επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένος, (άρθρο 11 του Συντάγματος) ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι, κανόνας που κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι και ισχυροί λόγοι για το αντίθετο. Η κράτηση ενός προσώπου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της δικαιοσύνης. Έχει αποσαφηνιστεί ότι το ενδεχόμενο κράτησης εξετάζεται με αναφορά προς την ύπαρξη οποιουδήποτε από τους πιο κάτω κινδύνους, ο καθένας από τους οποίους, μεμονωμένα ή σωρευτικά μεταξύ τους, μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση. Αυτοί είναι:
(1)Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο.
(2)Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων.
(3)Η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Όπως δε κατ΄ επανάληψη έχει τονιστεί, οι παράμετροι βάση των οποίων σταθμίζεται ο κίνδυνος φυγοδικίας είναι: (α) Η σοβαρότητα του αδικήματος, (β) Η πιθανότητα καταδίκης, και (γ) Το ύψος της ποινής που προβάλλει σαν ενδεχόμενη. Είναι καλά νομολογημένο ότι για σκοπούς εξέτασης ζητήματος κράτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση μαρτυρίας, λειτουργία η οποία επιτελείται σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά περιορίζεται στην εξέταση της δύναμης του αποδεικτικού υλικού που έχει ενώπιον του με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη. Μόνο με την όψη των γεγονότων ασχολείται κανείς σε αυτό το στάδιο (βλ. Πατατάρης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 208, Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Μαλά ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135). Σε κάθε περίπτωση πάντως, η διαθέσιμη μαρτυρία δεν είναι αναγκαίο να αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση (βλ. Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας,
(1997)2 Α.Α.Δ. 45). Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στα πλαίσια των υποθέσεων Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 109, Χ"Δημητρίου (ανωτέρω), Παρασκευά ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 607, Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130 και Πέτρος Πόρας ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 133/2015 ημερ. 22.07.2015, είναι καθ΄ όλα σχετικές. Ως έχει ήδη σημειωθεί, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εδράζει το αίτημα της, αποκλειστικά στον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο. Σπεύδουμε εξαρχής να σημειώσουμε ότι οι ως άνω αναφερόμενες παράμετροι που η νομολογία έχει καθορίσει ότι στη βάση τους θα πρέπει να σταθμίζεται ο κίνδυνος φυγοδικίας, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μεμονωμένα, αλλά εντός του ευρύτερου πλαισίου των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου ενώ παράλληλα το Δικαστήριο θα πρέπει να συνεκτιμά τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου υπό το φως των ευρύτερων συνθηκών που αφορούν και περιβάλλουν τα γεγονότα μιας υπόθεσης. Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 48, υποδείχθηκε ότι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος, αποτελεί διεργασία την οποία πρέπει να διέρχεται το Δικαστήριο που εξετάζει αιτήσεις αυτής της φύσης, ενώ συνήθεις σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, αποτελούν, για παράδειγμα, στοιχεία που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, οι ευρύτεροι δεσμοί του με τη χώρα στην οποία διώκεται. (Βλ. επίσης Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 και Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968)). Όπως εξ' άλλου υποδεικνύεται στην υπόθεση Θεοχάρους, (ανωτέρω) σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με την κατ΄ απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθεισωμένη ποινή, αυτόματα δηλαδή χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών παραμέτρων και δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται, όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητος για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι σοβαρά. Για τις τρεις πρώτες κατηγορίες που του αποδίδονται προβλέπεται ποινή φυλάκισης διά βίου, ενώ για την τέταρτη κατηγορία που αντιμετωπίζει, προβλέπεται ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη. Βεβαίως έχουμε υπόψη πως σύμφωνα με την νομολογία, υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων, ανάλογα με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (βλ. Ιάκωβος Σάκκος κ.α. ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 366). Έχουμε διεξέλθει το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο ο κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί και κατηγορείται ενώπιον μας, αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Πατατάρης (ανωτέρω) μόνο με την όψη των γεγονότων ασχολείται κανείς σε αυτό το στάδιο. Δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Λαμβάνει ωστόσο υπόψη του και την ισχύ της μαρτυρίας, όπου προσφέρεται αυτή η δυνατότητα (βλ. Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 216 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45). Στην υπό συζήτηση περίπτωση πέραν της κατάθεσης-ομολογίας του ίδιου του κατηγορούμενου, ημερ. 26.10.2016, σε σχέση με την πιθανή εμπλοκή του στη διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδονται, η οποία από μόνη της αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη δεν μπορούμε ταυτόχρονα, παρά να σημειώσουμε την ύπαρξη και άλλου, ικανού μαρτυρικού υλικού, όπως για παράδειγμα το κείμενο της απομαγνητοφωνημένης οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης ανήλικης, ημερομηνίας επίσης 26.10.2016, των καταθέσεων της μητέρας και της γιαγιάς της ως άνω ανήλικης, και οι δύο ημερομηνίας 25.10.2016 αλλά και της Μαρίας Φυλακτού ημερ. 28.10.2016, η ύπαρξη του οποίου έχει τη δική του σημασία στη διαπίστωση της πιθανότητας εμπλοκής και καταδίκης του κατηγορούμενου. Το ζήτημα της εμπλοκής άλλωστε του κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδονται και η πιθανότητα καταδίκης του στη βάση πάντα της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, δεν αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο πλευρών. Ούτε καν αμφισβητήθηκε τούτο από την πλευρά του συνηγόρου του κατηγορούμενου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος, έχοντας κατά νου το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, πολύ ορθά, περιορίστηκε να υποδείξει το αυτονόητο. Ότι δηλαδή η ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου, θα κριθεί μόνο από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της δίκης. Όντως τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, όπως τουλάχιστον αυτά αποκαλύπτονται από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, στο βαθμό και την έκταση που είναι δυνατόν αυτά να ληφθούν υπόψη, δεν φαίνεται να κατατάσσουν την περίπτωση στις σοβαρότερες του είδους. Λαμβάνεται ασφαλώς και αυτό υπόψη. Το γεγονός τούτο όμως, από μόνο του, δεν διαφοροποιεί την πραγματικότητα που αποκαλύπτει, αναδεικνύει και υπογραμμίζει, τόσο η νομοθεσία όσο και η σχετική νομολογία των Δικαστηρίων μας, ότι δηλαδή αδικήματα αυτής της μορφής, κάθε είδους, είναι, για πολλούς και καλούς λόγους, από τη φύση τους σοβαρά και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, με πιθανό πάντα το ενδεχόμενο επιβολής ποινής φυλάκισης. Το γεγονός δηλαδή ότι από τα στοιχεία που έχουν τεθεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης υπόψη μας, δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως πάντα, να κατατάσσεται η αποδιδόμενη έκνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στις χειρότερες του είδους, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι πρόκειται για συμπεριφορά που ούτως ή άλλως δυνατόν να στοιχειοθετεί σοβαρότατα αδικήματα, όπως αυτά αναγνωρίζονται από την έννομη τάξη στην Δημοκρατία τα οποία τα Δικαστήρια καλούνται να αντιμετωπίσουν με ανάλογες, αυστηρές ποινές. Στρεφόμενοι στις προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση στην Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 798: «.είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες τους συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ότι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του..» Στην ως άνω υπόθεση, η οποία αφορούσε αδικήματα κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια 200 γραμμαρίων κοκαΐνης, είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων είχε δύο παιδιά από προηγούμενο γάμο με τα οποία επικοινωνούσε πολύ συχνά, είχε δε την ευθύνη των υπερήλικων γονιών του ενώ η κατάσταση της μητέρας του ήταν κακή. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας σε σχέση με τα εν λόγω δεδομένα ανέφερε ότι: «.δεν θα ήταν δυνατόν να κλείνουν την πλάστιγγα υπέρ της απόλυσης του εφεσείοντος υπό όρους, ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών και της πιθανότητας μη προσέλευσης του εφεσείοντος στη δίκη. Τα προσωπικά αυτά στοιχεία δεν είναι αρκούντως ιδιάζοντα, αλλά εγγενή και πιθανά για κάθε Κύπριο που αντιμετωπίζει ποινική δίωξη. Τελικά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Χρυσάνθα ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 93, οι ιδιαίτερες περιστάσεις στην κάθε υπόθεση, ζωντανές ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, κράτους μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης, πρέπει να υπαχθούν στις σχετικές αρχές της νομολογίας, που είναι σε απόλυτη αρμονία με αυτές του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είναι Κύπριος, 36 ετών που διαμένει με τους γονείς του σε χωριό της Πάφου, κανένα άλλο στοιχείο που αφορά τις προσωπικές, οικογενειακές, και ευρύτερες κοινωνικές του περιστάσεις, δεν έχει αποκαλυφθεί κατά τρόπο που από μόνο του είτε σε συνδυασμό θεωρούμενο με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση θα εκμηδένιζαν τον υπαρκτό κίνδυνο μη εμφάνισης του στο Δικαστήριο. Αντίθετα, οι όποιες ανησυχίες για το ενδεχόμενο αυτό, σίγουρα δεν διασκεδάζονται με δεδομένο ότι οι όποιοι δεσμοί του με την Κυπριακή Δημοκρατία περιορίζονται στα πιο πάνω δεδομένα, χωρίς να μπορούν, αντικειμενικώς ιδωμένων των πραγμάτων, να θεωρηθούν ως ισχυροί, αφού πρόκειται για άνεργο από μακρού χρόνου, χωρίς οποιαδήποτε περιουσία επ΄ ονόματι του, ανύπαντρο και χωρίς παιδιά. Το γεγονός ότι έχει συγγενικά πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα μόνιμα στο εξωτερικό, από μόνο του, χωρίς την παράθεση οποιασδήποτε μαρτυρίας ή στοιχείου που να καταδεικνύει την διατήρηση σχέσεων και επαφής του με αυτά, αφήνει αισθανόμαστε, στο τέλος της ημέρας, το γεγονός τούτο ουδέτερης σημασίας, για το ζήτημα που εδώ απασχολεί. Κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να είχε τη δική του σημασία στην περίπτωση που ο τελευταίος αποφάσιζε να φυγοδικήσει, νοουμένου ότι επιβεβαιώνονταν πράγματι τυχόν σχέσεις και επαφές του με αυτά. Ούτε τα όποια προβλήματα υγείας φέρεται να αντιμετωπίζει, (συγγενή διαταραχή καρδιοπάθειας, ήτοι φύσημα καρδίας και πρόπτωση της μητροειδούς βαλβίδας με συνοδό ήπια διαφυγή από τη βαλβίδα), φαίνεται να μπορούν να αποτελέσουν παράγοντα ικανό να επιδράσει καταλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου επί του συζητούμενου θέματος. Άλλωστε δεν προβλήθηκε ούτε καν ως θέση πως τυχόν κράτηση του αποκλείει την παροχή σε αυτόν της ανάλογης και αναγκαίας ιατρικής παρακολούθησης, θεραπείας και εφαρμογής των συστάσεων του ιατρού που τον παρακολουθεί, ως περιγράφονται στο ιατρικό σημείωμα (Τεκμήριο 7). Έχουμε ασφαλώς σημειώσει τις αναφορές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου για τις ανησυχίες του τελευταίου και της οικογένειας του, για την ασφάλεια του κατηγορούμενου καθ΄ όν χρόνο κρατείται στις Κεντρικές Φυλακές, ενόψει του γεγονότος ότι ο βιολογικός πατέρας της ανήλικης, φερόμενης ως παραπονούμενης, βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές, κρατούμενος ως κατάδικος ενόψει καταδίκης του σε διά βίου φυλάκιση. Ομοίως έχουμε σημειώσει το παράπονο που εξέφρασε ο τελευταίος για κακοποίηση του κατά τον χρόνο του ελέγχου που διενεργήθηκε για την εισαγωγή του στις Κεντρικές Φυλακές από δεσμοφύλακες, περιστατικό για το οποίο ήδη φαίνεται να έχουν επιληφθεί και διερευνούν οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας. Πρόκειται για ζητήματα που ως έχουμε αντιληφθεί τέθηκαν και ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά το στάδιο που η έφεση της πλευράς του κατηγορούμενου κατά της απόφασης κράτησης του από το παραπέμπον Δικαστήριο ήχθη ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς τελικά να προωθηθεί. Ως έχει ήδη τεθεί και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έχει επιβεβαιωθεί ότι ο κατηγορούμενος κρατείται σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους όπου παρέχεται σε αυτόν ασφάλεια στον μέγιστο δυνατό βαθμό, γεγονός άλλωστε που αποτελεί υποχρέωση και καθήκον των αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας. Δεν παραβλέπουμε παράλληλα το γεγονός ότι το παράπονο του το οποίο διερευνάται ήδη από την αστυνομία, δεν στρέφεται σε βάρος οποιουδήποτε συγκρατούμενου του, ούτε φαίνεται να αφορά χρόνο κατά τον οποίο ο ίδιος είχε ήδη εισαχθεί ως κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές. Αφορά τρίτα πρόσωπα (δεσμοφύλακες) και επεισόδιο που φέρεται να εκτυλίχθηκε κατά το χρόνο της εισαγωγής του στις Κεντρικές Φυλακές. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με την τοποθέτηση-παρέμβαση όπως μεταφέρθηκε σε μας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το ζήτημα, την κινητοποίηση όπως διαφαίνεται της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας μέσω της επιστολής της, ημερ. 15.11.2016, προς τη Διευθύντρια των Φυλακών (Τεκμήριο 6), το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κρατείται ήδη σε ειδικά διαρρυθμισμένους χώρους, όπου, σύμφωνα με τις αναφορές που έχουν μεταφερθεί στο Δικαστήριο, παρέχεται στον τελευταίο ασφάλεια και προστασία από οποιονδήποτε, ενώ ταυτόχρονα το ως άνω παράπονο του ήδη διερευνάται, δεν βλέπουμε πραγματικά πως υπό τις πιο πάνω περιστάσεις όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη μας από τον ευπαίδευτο συνήγορο σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα θα ήταν δυνατό να επιδράσουν στην απόφαση μας, γέρνοντας την πλάστιγγα υπέρ της απόλυσης του με όρους. Αντίθετα οι ως άνω γενικότερες ανησυχίες του κατηγορούμενου, όπως μεταφέρθηκαν και εκφράστηκαν μέσω του δικηγόρου του για την ασφάλεια του, τη σωματική και πνευματική του ακεραιότητα θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, να αποτελέσει ενδεχομένως για τον ίδιο, ένα ακόμη κίνητρο για να φυγοδικήσει. Χωρίς επ' ουδενί να αντιμετωπίζουμε με ψυχρή λογιστική αντιμετώπιση το ζήτημα αν συντρέχουν ή όχι οι τρεις παράγοντες που η νομολογία τάσσει ότι θα πρέπει να διερευνηθούν κατά το στάδιο που εξετάζεται η ύπαρξη ή μη κινδύνου φυγοδικίας, αντίθετα, συνεκτιμώντας τα πιο πάνω με τις προσωπικές, οικογενειακές και ευρύτερες κοινωνικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τις περιβάλλουσες συνθήκες της υπόθεσης που αυτός αντιμετωπίζει, όπως έχουν τεθεί υπόψη μας, αποτελεί κατάληξη μας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εάν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, ελλοχεύει πράγματι ο κίνδυνος να μην εμφανιστεί κατά την ημέρα που η υπόθεση έχει προγραμματιστεί. Το πλέγμα γεγονότων που περιβάλλει την υπόθεση, ως αναδύεται από τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η σοβαρότητα της υπόθεσης σε συνδυασμό με τους άλλους παράγοντες που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, ως επίσης οι προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες που περιβάλλουν τον ίδιο τον κατηγορούμενο, το λευκό του ποινικό μητρώο δεν φαίνεται πραγματικά στη συγκεκριμένη περίπτωση να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να υιοθετήσει την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου, ότι η προτεινόμενη εγγύηση εκ μέρους άλλων, τρίτων προσώπων και οι λοιποί όροι που εισηγήθηκε, θα ήταν δυνατοί να διασφαλίσουν την παρουσία του στη δίκη η οποία αφορά τη διάπραξη ή μη εκ μέρους του σοβαρών αδικημάτων. Οι συνθήκες του κατηγορούμενου εξάλλου, δεν έχουμε πειστεί υπό τις περιστάσεις ότι είναι ικανές, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, να εξοβελίσουν από τη σκέψη του τελευταίου το ενδεχόμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Σιδερένος κ.α.
(2008)2 Α.Α.Δ. 319). Έχει νομολογηθεί ότι ο χρόνος κράτησης αποτελεί επίσης μετρίσιμο παράγοντα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση. (Βλ. Χ"Δημητρίου (ανωτέρω), Σιακαλλή (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανουσαρίδη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 639). Σταθμίσαμε και αυτό το στοιχείο. Κρίνουμε ότι σε καμία περίπτωση ο συντομότατος χρόνος ο οποίος έχει προγραμματιστεί η υπόθεση, έξι ημέρες από σήμερα, αποτελεί διάστημα που από μόνο του θα επέτρεπε να γύρει η πλάστιγγα υπέρ της ένστασης του κατηγορούμενου, ανατρέποντας το πιο πάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε. Με δεδομένη άλλωστε την πρόθεση του Δικαστηρίου, ως έχει ήδη γνωστοποιηθεί στους παράγοντες της διαδικασίας, η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης λόγω και της φύσης της, κατά τις πρόνοιες του νόμου, να προωθηθεί άμεσα, κρίνουμε ότι η διακριτική μας ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της κράτησης του κατηγορούμενου, αφού βρίσκουμε ότι η ατομική του ελευθερία θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος μέχρι την επόμενη δικάσιμο θα τελεί υπό κράτηση. (Υπ)............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο