Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ηλία Μούζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6513/16, 25/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6513/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χαράλαμπου Κίτσιου Ηλία Μούζου Κατηγορούμενων ---------------------------------- Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 2: παρών ------------------------------- (Στενογραφημένα πρακτικά λαμβάνονται από τη στενογράφο Κλεοπάτρα Αντωνιάδου) ------------------------------- Απόφαση (Ex - Tempore) Ο 2ος κατηγορούμενος - καθώς και ο 1ος κατηγορούμενος -, αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, την κατηγορία πράξεις που στοχεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 228(α) του Ποινικού Κώδικα, την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, την κατηγορία της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1), ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, του περί Πυροβόλων και Μη πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 και τέλος, την κατηγορία της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β που απαγορεύεται, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων τού ίδιου Νόμου (Ν.113
(1)/04, ανωτέρω). (Βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 5, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Αφού του απαγγέλθηκαν οι παραπάνω κατηγορίες δήλωσε άρνηση σε όλες. Μετά από αυτή την εξέλιξη και προτού ορίσω την υπόθεση για ακρόαση, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε την κράτησή του μέχρι και την ημερομηνία της δίκης, επικαλούμενη ως λόγο, τον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος. Οι παράγοντες που επικαλέστηκε η κυρία Παπαλαζάρου, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του παραπάνω λόγου και του αιτήματος κράτησης του κατηγορούμενου είναι οι εξής: Αυτός αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες, από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιόν μου διαφαίνεται μεγάλη πιθανότητα καταδίκης του και, σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή καταδίκης αναμένεται να του επιβληθεί αυστηρή ποινή. Επιπλέον, η κυρία Παπαλαζάρου επικαλέστηκε και το παραδεκτό γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος διαμένει με την οικογένειά του - δηλαδή, τη σύζυγό του και τα δυο ανήλικα παιδιά τους - στα κατεχόμενα, όπου και εργάζεται. Επιπλέον ανέφερε και τα εξής: Προηγούμενη υπόθεση την οποία αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος (η υπόθεση με αριθμό 657/15), στις 30/5/2016 που ήταν ορισμένη για ακρόαση, λόγω της απουσίας του κατηγορούμενου από το Δικαστήριο, εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Επειδή έκτοτε, ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να εντοπισθεί για να εκτελεστεί το ένταλμα σύλληψης, η υπόθεση, στις 12/10/2016 αναστάληκε. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 19/10/2016 και η συγκεκριμένη υπόθεση επανακαταχωρήθηκε με νέο αριθμό (6552/16) η οποία εκκρεμεί ενώπιόν μου. Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή, επειδή η Αστυνομία δεν μπόρεσε να εντοπίσει τον κατηγορούμενο, άλλα δυο εντάλματα σύλληψής του, ημερομηνίας, 30/9/2015 και 29/12/2015, αντίστοιχα, εκτελέστηκαν κι αυτά την ίδια ημέρα (στις 19.10.2016). Το ένα, ένα χρόνο μετά την έκδοσή του. Σύμφωνα πάντοτε με την κυρία Παπαλαζάρου, αν δεν εμφανιστεί ο κατηγορούμενος, δεν θα μπορούν να τον παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, επειδή, δυστυχώς, δεν έχουμε δικαιοδοσία στα κατεχόμενα. Με τη σειρά του, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, επιχειρηματολογώντας κι αυτός, όμως, κατά του αιτήματος κράτησης του πελάτη του, μεταξύ άλλων ανέφερε και τα εξής: Καταρχήν - για να επαναλάβω - δέχεται ότι ο κατηγορούμενος διαμένει οικογενειακώς στα κατεχόμενα όπου και εργάζεται. Αποτελεί θέση του, ότι, το γεγονός και μόνο, ότι με τη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα, η παρούσα υπόθεση θα δικαστεί συνοπτικά, υποβαθμίζεται η σοβαρότητά της. Απέδωσε την παράληψη του κατηγορούμενου να εμφανιστεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπόθεσης που έχει ανασταλεί, στο γεγονός ότι υπήρξε θύμα απόπειρας δολοφονίας, οπότε και αναγκάστηκε να εγκατασταθεί στα κατεχόμενα για να σωθεί. Αυτό έγινε πριν από 1 ½ περίπου χρόνο και ο δράστης της απόπειρας, εκτίει ποινή φυλάκισης τριών ετών. Ανέφερε ακόμα ο κύριος Αλεξάνδρου, ότι από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιόν μου, ο κίνδυνος καταδίκης του κατηγορούμενου είναι ουσιαστικά ανύπαρκτος, αφού, με εξαίρεση μόνο μια μαρτυρία, την οποία, για λόγους που έχει αναφέρει, θεωρεί μάλλον προβληματική, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει εναντίον του κατηγορούμενου. Από εκεί και πέρα, η αδυναμία της κατηγορούσας αρχής να εντοπίσει τον κατηγορούμενο δεν αποτελεί ευθύνη του, αφού αυτός, παρότι διαμένει και εργάζεται στα κατεχόμενα, εντούτοις, όλη αυτή την περίοδο πηγαινοερχόταν κάθε βδομάδα στις ελεύθερες περιοχές, συγκεκριμένα, στη μητέρα του, οπότε και θα έπρεπε να Αστυνομία να τον αναζητήσει εκεί. Προκειμένου να διασφαλιστεί η παρουσία του στο Δικαστήριο την ημέρα της δίκης, ο κύριος Αλεξάνδρου ανέφερε τα εξής: Καταρχήν, ότι στο εξής θα διαμένει με την οικογένειά του στη διεύθυνση της μητέρας του - την οποία ανέφερε -. Ακολούθως, αυτός είναι έτοιμος να δεχθεί την επιβολή των ακόλουθων όρων: πρώτο, να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, δεύτερο, να εμφανίζεται καθημερινά, ακόμα και δυο φορές σε αστυνομικό σταθμό, τρίτο, να καταθέσει το ποσό των €4.000,00 σε μετρητά και τέταρτο, να υπογράψει εγγύηση η μητέρα του η οποία έχει ένα ακίνητο, αξίας €30.000,00, ως αξιόχρεος εγγυητής. Ακόμα ένα στοιχείο που επικαλέστηκε ο κύριος Αλεξάνδρου προκειμένου να με πείσει να απορρίψω το υπό κρίση αίτημα είναι και το γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος, στα κατεχόμενα εργάζεται ως φρουρός ασφαλείας και με τις απολαβές του καλύπτει τα οικογενειακά βάρη. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Αριστοδήμου v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 567: «Το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα για κράτηση ενός κατηγορουμένου, επιλέγει τον περιορισμό του, κατ' εξαίρεση της δοσμένης αρχής που επιβάλλει τη μη στέρηση της ελευθερίας του, και τούτο γίνεται (α) αν υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης στη δίκη· (β) αν διαφανεί κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων· και (γ) αν διαπιστωθεί πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. (βλ.Κλείτου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 213.». Αναφορικά με το λόγο για τον οποίο ζητείται η κράτηση του κατηγορουμένου στην προκειμένη περίπτωση παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130: «Το θέμα κράτησης ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά κάθε φορά που αυτό τίθεται ενώπιον του. Η νομολογία μας αναγνωρίζει ως θέμα αρχής ότι ένας υπόδικος πρέπει να αφήνεται ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, στις περιπτώσεις που υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο να δικαστεί. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά ως ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου (βλ. Άρθρο 11 του Συντάγματος). Σκοπός της κράτησης είναι η εξασφάλιση της παρουσίας του ατόμου στη δίκη του και όχι η τιμωρία του. Το ενδεχόμενο ύπαρξης του κινδύνου μη προσέλευσης κατηγορουμένου στο Δικαστήριο εξετάζεται με βάση τους πιο κάτω παράγοντες: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος η οποία όμως δεν πρέπει να απομονώνεται. Παρά το γεγονός ότι όσο σοβαρή είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη, η σοβαρότητα του αδικήματος από μόνη της δεν αποτελεί κριτήριο. (β) Την πιθανότητα καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Για σκοπούς διαπίστωσης τέτοιας πιθανότητας, το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του μόνο. Θέματα δεκτότητας μαρτυρίας και αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού εμπίπτουν στην αρμοδιότητα αποκλειστικά του Δικαστηρίου που θα κληθεί να αποφανθεί επί θεμάτων ενοχής και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο σε διαδικασία όπως η παρούσα. (γ) Την ποινή η οποία δυνατό να επιβληθεί. (δ) Την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση, όπως και την εκδήλωση προθέσεως για το μέλλον. Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στη βάση του μαρτυρικού υλικού, ποινή που δυνατό να επιβληθεί), η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη, θα πρέπει να συνεκτιμάται και στη βάση των υποκειμενικών δεδομένων, όπως π.χ. οι οικογενειακές περιστάσεις, η ηλικία του κατηγορουμένου, οι δεσμοί του με την Κύπρο, κ.λ.π. Οι υποκειμενικοί όμως αυτοί παράγοντες δεν μπορεί να αφεθούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο χρόνος κράτησης του κατηγορουμένου είναι στοιχείο που έχει ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσει στην επί του προκειμένου άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και συνεπώς δεν πρέπει να αγνοείται.» Βλέπε και την ακόμα πιο πρόσφατη υπόθεση Σπανού κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 26/13 και 28/13, ημερομηνίας 29/3/2013, η οποία πραγματεύεται σωρεία θεμάτων που άπτονται του ζητήματος κράτησης προσώπου μέχρι και την ημέρα της δίκης. Με υπαγωγή του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιόν μου σ' όλες τις παραπάνω αρχές και λαμβάνοντας υπόψη γενικά οτιδήποτε έχει αναφερθεί ή έχει τεθεί ενώπιόν μου, προς υποστήριξη του υπό κρίση αιτήματος, από την μια και υπέρ της απόρριψής του, από την άλλη, παρατηρώ τα εξής: Αναμφίβολα, όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητάς τους είναι η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή γι' αυτά. Επισημαίνεται ότι για όλα προβλέπεται ποινή φυλάκισης ή συνδυασμός ποινών, φυλάκισης με χρηματική, κατ' ανώτατο όριο τη δια βίου φυλάκιση, για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, φυλάκιση 15 χρόνων, για τα αδικήματα των κατηγοριών 4 και 5 και 7 χρόνων, για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3. Η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, ότι, επειδή, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα, η παρούσα υπόθεση θα εκδικαστεί συνοπτικά, αποτελεί στοιχείο που αποδυναμώνει τη σοβαρότητα της, δε με βρίσκει σύμφωνο. Το γεγονός ότι ο Γενικός Εισαγγελέας, ασκώντας την επί του προκειμένου εξουσία του παρέσχε τη συγκατάθεσή του για συνοπτική εκδίκαση της υπόθεσης, δεν αποχαρακτηρίζει την υπόθεση από σοβαρή, αφού, δείκτης προσδιορισμού της σοβαρότητας, κάθε υπόθεσης είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή για κάθε αδίκημα που αυτή περικλείει, που στην προκειμένη περίπτωση καθώς ήδη έχει αναφερθεί, για όλα τα αδικήματα προβλέπεται αυστηρή ποινή φυλάκισης. Αναφορικά με την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου στο βαθμό που αυτή μπορεί να προβλεφθεί από το μαρτυρικό υλικό παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν - για να επαναλάβω - (βλ. τη Δημητρίου, ανωτέρω), κατά την εξέταση του θέματος, το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του και μόνο. Θέματα δεκτότητας μαρτυρίας και αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού εμπίπτουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου που θα κληθεί να αποφανθεί επί της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων. Βλέπε και την Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, σύμφωνα με την οποία, σε αυτό το στάδιο δεν εξετάζεται εάν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία μαρτυρίας που δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αλλά, κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης των κατηγορουμένων. Και τούτο, προστίθεται, κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραπέμπω ακόμα στη μεταγενέστερη υπόθεση Νικήτα κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, στην οποία επαναλαμβάνονται οι παραπάνω αρχές. Στο ερώτημα, κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει απαντώ καταφατικά. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε θέματα αξιολόγησης και απόδοσης βαρύτητας καθώς και στην αποδεικτική αξία της ενώπιόν μου μαρτυρίας, θα έλεγα πως, από την όψη της και μόνο, υπάρχει ισχυρή πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου στις πρώτες τρεις κατηγορίες, ανάμεσά τους και η 2η κατηγορία που είναι και η πιο σοβαρή και καλή πιθανότητα καταδίκης του στις άλλες δυο κατηγορίες. Προσεκτική ανάγνωση της Σπανού (ανωτέρω) στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου δεν αποκαλύπτει την καθιέρωση κάποιας νέας αρχής, η οποία αναιρεί οτιδήποτε από τα προηγούμενα. Η αρχή που αναδύεται από τη Σπανού είναι η εξής: Όταν πρόκειται για αίτημα που αποβλέπει σε νέα διαταγή κράτησης, η επανεξέταση όλων των δεδομένων δε θα ήταν άτοπη. Το δε Εφετείο, προστίθεται, δύναται να επανεκτιμήσει, έστω και ακροθιγώς, όλα τα στοιχεία, ανάμεσά τους και το μαρτυρικό υλικό. Είναι στη βάση αυτών των σκέψεων που το Εφετείο προέβηκε στη διαπίστωση ότι η εξέταση του μαρτυρικού υλικού αποκάλυπτε ότι η μοναδική μαρτυρία που φαινόταν ότι ενέπλεκε τους εφεσείοντες, ήταν αυτή του ισοβίτη Κίτα, που δυνατόν να είχε δικούς του λόγους να εξυπηρετήσει. Για τρεις λόγους θεωρώ πως δεν μπορώ να ακολουθήσω την οδό που ακολούθησε το Εφετείο, οι οποίοι αναδεικνύονται από την ίδια την εφετειακή απόφαση. Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για το πρώτο αίτημα κράτησης του κατηγορούμενου. Έπειτα, το παρόν Δικαστήριο είναι πρωτόδικο και όχι Εφετείο. Τέλος, στην παρούσα υπόθεση δεν είναι μόνο μία η μαρτυρία που φαίνεται να εμπλέκει τον κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων που του καταλογίζονται και εν πάση περιπτώσει δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου, που να δημιουργεί έστω απλή υποψία, ότι, ιδιαίτερα ο παραπονούμενος που εμπλέκει ευθέως τον κατηγορούμενο με τα αδικήματα, ενδέχεται να το έκανε επειδή θέλει να εξυπηρετήσει οποιουσδήποτε δικούς του, αλλότριους σκοπούς. Για να συνεχίσω, αυτονόητο πως, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορούμενου αναμένεται να του επιβληθεί αυστηρή ποινή φυλάκισης. Ιδιαίτερα στη 2η κατηγορία, λαμβάνοντας υπόψη και το είδος, φύση και σοβαρότητα των τραυματισμών που φέρεται να έχει προκαλέσει στον παραπονούμενο, η ποινή δεν αποκλείεται να είναι φυλάκιση μερικών ετών. Αναφορικά με την παράληψή του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, στις 30/5/2016 που ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπόθεση 657/15, με αποτέλεσμα την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του και την καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης, στις 12/10/2016, λόγω μη εντοπισμού του από την Αστυνομία, για σκοπούς εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης και την εξήγηση που έχει δοθεί εκ μέρους του, μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου του, έχοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη Δημητρίου (ανωτέρω), η προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση του κατηγορούμενου αποτελεί ένα από τα αντικειμενικά δεδομένα που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη, παρατηρώ τα εξής: Με όλο το σεβασμό, θα έλεγα πως αποτελεί τουλάχιστον ασέβεια για το νόμιμο κράτος και τις αρχές της Δημοκρατίας και σαφώς, έμμεση αναγνώριση του ψευδοκράτους, να προβάλλεται ως δικαιολογία, ιδιαίτερα από πολίτη της Δημοκρατίας, για το γεγονός ότι παρέλειψε να εμφανιστεί σε Δικαστήριο της χώρας την ημέρα της δίκης, ότι κινδύνευε η ζωή του και ότι για να σωθεί δήθεν, εγκαταστάθηκε στα κατεχόμενα. Ομολογώ πως θα θεωρούσα έκπτωτο τον εαυτό μου από Δικαστή της χώρας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία, παρά τη συνεχιζόμενη κατοχή, με μία, μόνο, εξαίρεση, εξακολουθεί να τυγχάνει καθολικής αποδοχής και αναγνώρισης από τη διεθνή κοινότητα, ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, εάν αποδεχόμουν ότι οποιοσδήποτε πολίτης - και όχι κατ' ανάγκη υπήκοος της Δημοκρατίας -, για οποιοδήποτε λόγο αισθάνεται ότι τίθεται σε κίνδυνο η ζωή του, αντί να καταφύγει στην Αστυνομία ζητώντας προστασία, επιλέγει για το σκοπό αυτό να εγκατασταθεί στα κατεχόμενα, όπου έννοιες, όπως αυτές του κράτους, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην πραγματικότητα είναι άγνωστες. Λέγοντας αυτά, θεωρώ πως, ο κατηγορούμενος, εάν μετά την απόπειρα κατά της ζωής του, αισθανόταν ανασφαλής, όφειλε να αποταθεί στις νόμιμες αρχές του κράτους και να ζητήσει προστασία και όχι να μεταβεί για εγκατάσταση στα κατεχόμενα, παρέχοντας έτσι ενίσχυση και στην κατοχή. Εν πάση περιπτώσει, ούτε και μπορεί να επικαλείται το συγκεκριμένο λόγο προκειμένου να δικαιολογήσει την παράληψή του να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο την ημέρα της δίκης και τούτο, δοθέντος ότι, όπως ο ίδιος, μέσω του δικηγόρου του έχει αναφέρει, ο δράστης της απόπειρας κατά της ζωής του, εδώ και αρκετό καιρό βρίσκεται στη φυλακή όπου εκτίει ποινή φυλάκισης τριών ετών για το αδίκημα που διέπραξε σε βάρος του. Ενυπάρχει όμως και το στοιχείο της αντινομίας στην όλη επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατά του αιτήματος κράτησής του. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ. Ενώ από την μια επικαλείται ως λόγο μη προσέλευσής του στο Δικαστήριο, στις 30/5/2016, τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του, την ίδια ώρα, προκειμένου να με πείσει να απορρίψω το αίτημα κράτησής του, αδιαφορώντας για τον ίδιο κίνδυνο, εισηγείται ότι η εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο μπορεί να διασφαλιστεί με την επιβολή όρων, κατά τρόπο ώστε να αφεθεί ελεύθερος. Μάλιστα, προκειμένου να διασκεδάσει τις όποιες ανησυχίες για το ενδεχόμενο μη προσέλευσής του, με πληροφόρησε ότι από τώρα και στο εξής θα διαμένει οικογενειακώς στη διεύθυνση της μητέρας του. Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: όταν για μια ήσσονος σοβαρότητας υπόθεση - όπως χαρακτήρισε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του την ανασταλείσα υπόθεση -, επειδή κινδύνευε η ζωή του παρέλειψε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και μετέβηκε στα κατεχόμενα οικογενειακώς για εγκατάσταση, τώρα που θα διαμένει στις ελεύθερες περιοχές, ο ίδιος κίνδυνος, θα εκλείψει; Εν πάση περιπτώση, η ουσία του πράγματος έγκειται στα εξής: τη στιγμή αυτή που καλούμαι να αποφασίσω επί του αιτήματος κράτησης του κατηγορούμενου, οι δεσμοί του με τις ελεύθερες περιοχές, στις οποίες ασκεί πλήρη και αποτελεσματικό έλεγχο καθώς και τα κυριαρχικά του δικαιώματα το νόμιμο κράτος είναι πολύ χαλαροί, για να μην πω, ανύπαρκτοι. Απεναντίας, αυτός, καθ' ομολογία του, εδώ και αρκετό καιρό διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τα κατεχόμενα όπου βρίσκεται με τη σύζυγο του και τα παιδιά τους και εργάζεται. Και, με δεδομένο ότι οι αρχές της Δημοκρατίας, όχι απλώς δεν ασκούν καθόλου έλεγχο στα κατεχόμενα εδάφη μας, αλλά, δυστυχώς, ούτε καν αναγνωριζόμαστε ως κράτος από τις κατοχικές αρχές και το ψευδοκράτος, θα έλεγα πως, η δήλωση του κατηγορούμενου, ότι στο εξής θα διαμένει με τη μητέρα του καθίσταται χωρίς νόημα και πρακτική αξία. Το ίδιο ισχύει και για τους όρους που εισηγείται να τεθούν για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο την ημέρα της δίκης. Ειδικά γι' αυτούς παρατηρώ τα εξής: Έχω δικαστική γνώση της ευκολίας με την οποία γίνεται η μετάβαση από τις ελεύθερες περιοχές στα κατεχόμενα καθώς και αντίστροφα. Εξ' ου και το γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος, αφότου εγκαταστάθηκε στα κατεχόμενα, καθ' ομολογία του, έκτοτε πηγαινοέρχεται στις ελεύθερες περιοχές, κάθε βδομάδα. Δεδομένου ότι εναντίον του εκκρεμούσαν τρία εντάλματα σύλληψης, από τις 30/9/2015, το πρώτο (τεκμήριο Δ), 29/12/2015, το δεύτερο (τεκμήριο Ε) και 7/4/2016, το τρίτο (τεκμήριο Β), για να συλληφθεί μόλις στις 19/10/2016 και όχι ενωρίτερα, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο, η μετάβασή του από και προς τα κατεχόμενα, να γινόταν από μη νόμιμα σημεία διέλευσης, ορισθέντα από τις αρχές της Δημοκρατίας. Με αυτό δεδομένο, ο όρος να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα είτε ακόμα να παρουσιάζεται σε αστυνομικό σταθμό, ακόμα και καθημερινά, δεν αποτελεί εγγύηση ότι δεν μπορεί να επιστρέψει και πάλι οποιαδήποτε στιγμή στα κατεχόμενα, όπου βρίσκεται και η οικογένειά του καθώς και η εργασία του. Από την άλλη, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος γνωρίζει πια ότι αντιμετωπίζει συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, η οποία περικλείει πολύ σοβαρές κατηγορίες, ως επίσης και ότι στις περισσότερες από αυτές, η καταδίκη του είναι πολύ πιθανή και σε τέτοια περίπτωση, ότι ενδέχεται να του επιβληθεί αυστηρή ποινή φυλάκισης, θεωρώ ότι οι άλλοι δυο όροι που εισηγήθηκε - για καταβολή του ποσού των €4.000,00 σε μετρητά και η ανάληψη εγγύησης με αξιόχρεο εγγυητή, για το ποσό των €30.000,00 - δεν αποτελούν αποτελεσματική απάντηση στον κίνδυνο μη προσέλευσής του έτσι ώστε να αφεθεί ελεύθερος. Έχω τη γνώμη, ότι σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος, θα έχει κάθε λόγο να εγκαταλείψει τις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας και να μεταβεί εκ νέου στα κατεχόμενα, χρησιμοποιώντας τα ως καταφύγιο και χώρο ασύλου, αφού γνωρίζει ότι βρισκόμενος εκεί και μάλιστα, με την οικογένειά του, θα μπορεί να αποφύγει τόσο τη δίκη όσο και τις επιπτώσεις από πιθανή καταδίκη. Η εισήγησή του να καταθέσει το ποσό των €4.000,00, ως εγγύηση καθώς και η ανάληψη εγγύησης από τη μητέρα του - την οποία εισηγήθηκε ως αξιόχρεο εγγυητή -, για το ποσό των €30.000,00, κατά τη γνώμη μου δεν αποτελούν ισχυρό αντικίνητρο για τον ίδιο, προκειμένου να μην εγκαταλείψει τις ελεύθερες και ελεγχόμενες από τις αρχές της Δημοκρατίας περιοχές και να επιστρέψει στα κατεχόμενα. Η ελευθερία κάθε ατόμου, αναμφίβολα αποτελεί υπέρτατο αγαθό, επομένως θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος, σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος, προκειμένου να εξασφαλίσει την ελευθερία του δε θα διστάσει να θυσιάσει είτε το ποσό των €4.000,00 είτε ακόμα και το ακίνητο της μητέρας του, αξίας €30.000,00, που αποτελεί και το περιουσιακό στοιχείο που αυτή διαθέτει για να θεωρηθεί ως «αξιόχρεος εγγυητής» του. Ασφαλώς αναγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος, συνεπεία της διαφαινόμενης κατάληξής μου, θα έχει επιπτώσεις. Ωστόσο, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 και επαναλαμβάνεται στη Δημητρίου (ανωτέρω), οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω κι εάν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης. Επειδή όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δε θα ήθελα να θεωρηθεί ότι παραγνωρίζω ή παραβλέπω τις επιπτώσεις στη ζωή του κατηγορούμενου και της οικογένειάς του, θα προγραμματίσω την υπόθεση για ακρόαση σε πολύ σύντομο χρόνο από σήμερα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, το αίτημα κράτησης του κατηγορούμενου εγκρίνεται. Η υπόθεση, αναφορικά με αυτόν ορίζεται για ακρόαση στις 17/11/2016 και ώρα 10.30. Μέχρι τότε, ο 2ος κατηγορούμενος θα τελεί υπό κράτηση. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής του από τις κεντρικές φυλακές. (Υπ.)............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Κ.Κ. ------------------------------- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο