Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λούκα Λουκά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8113/13, 4/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8113/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.
- Λούκα Λουκά
- Αντώνη Λουκά Κατηγορούμενων ----------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4/11/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Για τους κατηγορούμενους: κ. Ε. Ερωτοκρίτου (για ν' ακούσει απόφαση, κ. Παναγή) Κατηγορούμενος 2: παρών Κατηγορούμενος 1: απών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες απείθειας σε διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση του άρθρου 18
(1)(α)(β)
(2)(α)
(4)και
(7)του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε (βλ. τις κατηγορίες 1, 3, 5 και 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, στις 20/6/2013 και ώρα 23:40, στην οδό Οθέλλου 10, στην Πάφο, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε στις 13/11/2012 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στην ποινική υπόθεση με αριθμό 3797/2012, το οποίο τον διέτασσε όπως διακοπεί η λειτουργία του κέντρου αναψυχής με την ονομασία «ΜΥΚΟΝΟΣ», δηλαδή λειτουργούσε το εν λόγω κέντρο. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ακριβώς το ίδιο, με μόνη διαφορά, ότι, ουσιώδης χρόνος διάπραξης του αδικήματος είναι η 22/6/2013 και ώρα 00:
- Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι, στις 22/6/2013 και πάλι και ώρα 01:35, στην οδό Οθέλλου 10, στην Πάφο, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε στις 20/11/2012 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στην ποινική υπόθεση με αριθμό 15113/2012, το οποίο τον διέτασσε όπως διακοπεί η λειτουργία του κέντρου αναψυχής με την ονομασία «ΜΥΚΟΝΟΣ», δηλαδή λειτουργούσε το εν λόγω κέντρο. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 7ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ό,τι και με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, με μόνη διαφορά, ότι το αδίκημα φέρεται να διαπράχθηκε στις 23:
- Με τη σειρά του, ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ισάριθμες κατηγορίες παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος, «κατά παράβαση των άρθρων 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Απείθεια σε Διάταγμα Δικαστηρίου», κατά παράβαση του άρθρου 18
(1)(α)(β)
(2)(α)
(4)και
(7)του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε (βλ. τις κατηγορίες 2, 4, 6 και 8). Για να μην επαναλαμβάνω το περιεχόμενο των λεπτομερειών αδικήματος, ξεχωριστά για κάθε κατηγορία περιορίζομαι να πω το εξής: με αυτές, καταλογίζεται στο 2ο κατηγορούμενο, ότι κατά τους αντίστοιχους χρόνους που καταλογίζεται στον 1ο κατηγορούμενο ότι διέπραξε το αδίκημα της απείθειας στο δικαστικό διάταγμα, ο ίδιος τού παρείχε συνδρομή για να το διαπράξει. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τους αστυφύλακες 694 Άγγελο Φτωχό και 2965 Νίκο Χριστοφή. Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, άσκησαν το δικαίωμα της σιωπής. Τα ακόλουθα γεγονότα, θα έλεγα ότι αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών: Στις 13/11/2012, στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 3797/12, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, εναντίον του 2ου κατηγορούμενου, εκδόθηκε διάταγμα (τεκμήρια 2 και 4), με περιεχόμενο - στο βαθμό που ενδιαφέρει για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας - ως ακολούθως: «ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:- Α. Ν. Κονή, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής: 3797/12 Μεταξύ:- ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ΚΑΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΟΥΚΑ (Δ.Τ. 147082), από την Πάφο, Γεροσκήπου, Παλλάδος 27 Κατηγορούμενου .......................................... ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η αναστολή λειτουργίας του κέντρου αναψυχής με την ονομασία «ΜΥΚΟΝΟΣ», που βρίσκεται στην οδό Οθέλλου 10 στην Πάφο, μέχρι την εξασφάλιση της σχετικής άδειας λειτουργίας ως Κέντρου Αναψυχής, από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. ....................... Δόθηκε την 13.11.12 Συντάχτηκε την 26.11.12 ....................... ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ:- Εάν εσείς ο κατηγορούμενος ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΟΥΚΑ (Δ.Τ. 147082), από την Πάφο, Γεροσκήπου αμελήσετε να υπακούσετε στο διάταγμα τούτο αμέσως, εσείς μεν υπόκειστε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.» Στις 20/11/2012, στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 15113/12, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, εναντίον και πάλιν του 2ου κατηγορούμενου, εκδόθηκε και το διάταγμα (τεκμήριο 8) με περιεχόμενο - στο βαθμό που και πάλιν μας ενδιαφέρει - ως ακολούθως: «ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:- Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής: 15113/12 Μεταξύ:- ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα Αρχή Και ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΟΥΚΑ, από τη Γεροσκήπου, Παλλάδος 27, τηλ. 99106386, Δ.Τ. 147082, Καθ΄ου η αίτηση ............................................ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η αναστολή λειτουργίας του Κέντρου αναψυχής και εστιάσεως που βρίσκεται στην οδό Οθέλλου 10 στην Πάφο και λειτουργεί με το όνομα «ΜΥΚΟΝΟΣ», μέχρι την εξασφάλιση της σχετικής άδειας λειτουργίας ως Κέντρου Αναψυχής, από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. ...................... Δόθηκε την 20/11/12 Συντάχτηκε την 5/4/13 ..................... ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ:- Εάν εσείς ο κατηγορούμενος ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΟΥΚΑ, από την Πάφο, αμελήσετε να υπακούσετε στο διάταγμα τούτο αμέσως, εσείς μεν υπόκειστε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.» Να σημειωθεί ότι και τα δυο διατάγματα, όπως αναφέρεται στο σώμα τους, εκδόθηκαν στην παρουσία του 2ου κατηγορούμενου. Απ' εκεί και πέρα, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά τα γεγονότα που στοιχειοθετούν της επίδικες κατηγορίες, σύμφωνα με τη μαρτυρία των δυο μαρτύρων της είναι η εξής: Όπως αναφέρει ο Μ.Κ.1 στον ανακριτικό φάκελο (τεκμήριο 1), στις 20/6/2013 και ώρα 23:40, κατάγγειλε τον 1ο κατηγορούμενο, ιδιοκτήτη του κέντρου αναψυχής με την ονομασία «ΜΥΚΟΝΟΣ» (στο εξής, «επίδικο υποστατικό»), για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου, αφού πρώτα του επέδειξε το διάταγμα το οποίο είχε εκδοθεί στο όνομά του και βάσει του οποίου έπρεπε το εν λόγω υποστατικό να παραμείνει κλειστό και αυτός του απάντησε: «Ξέρω το ότι έχει διάταγμα.» Τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, απάντησε: «Κάμε τη δουλεία σου.» Στη συνέχεια τού επέδωσε το διάταγμα το οποίο είχε εκδοθεί και στο όνομα του πατέρα του Αντώνη Λουκά, (δηλαδή του 2ου κατηγορούμενου), ο οποίος απουσίαζε από το υποστατικό. Ο 1ος κατηγορούμενος παρέλαβε το διάταγμα. Ακολούθως, πληροφόρησε τον 1ο κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε: «Θα κλείσω τωρά.» Κατά την ώρα της καταγγελίας, υπήρχαν στο επίδικο υποστατικό περίπου 15 άτομα τα οποία διασκέδαζαν, ακούγοντας μουσική μέσω μεγαφώνων και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά, δηλαδή, βότκα, ουίσκι, μπύρες κ.ά. Δύο μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 22/6/2013 και ώρα 23:30, ο μάρτυρας, όπως προκύπτει από τον ανακριτικό φάκελο (τεκμήριο 3), κατάγγειλε εκ νέου τον 1ο κατηγορούμενο, ακριβώς, για ό,τι και στις 20/6/
- Προς αποφυγή αχρείαστων επαναλήψεων, περιορίζομαι να πως τούτο∙ με μόνη διαφορά την ημερομηνία και ώρα της καταγγελίας, κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο των δυο ανακριτικών φακέλων (τεκμήρια 1 και 3) είναι ίδιο ακριβώς. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι πρόκειται για το διάταγμα (τεκμήρια 2 και 4), που παράκουσε ο 1ος κατηγορούμενος με τη συνδρομή του 2ου κατηγορούμενου, στη βάση πάντοτε της μαρτυρίας του Μ.Κ.1., ο οποίος, αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων, ανάφερε και τα εξής: Είναι λάθος που αναφέρει στους δυο ανακριτικούς φακέλους ότι το παραπάνω διάταγμα εκδόθηκε στο όνομα του 1ου κατηγορούμενου. Το διάταγμα είναι στο όνομα του 2ου κατηγορούμενου, ωστόσο, ο 1ος κατηγορούμενος γνώριζε για την επίδοσή του. Περαιτέρω συμφώνησε ότι ο 1ος κατηγορούμενος παρέλαβε το εν λόγω διάταγμα εκ μέρους του πατέρα του - 2ου κατηγορούμενου. Από το περιεχόμενο των ανακριτικών φακέλων (τεκμήρια 6 και 7) που περικλείουν τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, προκύπτουν τ' ακόλουθα: Στις 22/6/2013, ο μάρτυρας κατάγγειλε τον 1ο κατηγορούμενο και μάλιστα δυο φορές, ό,τι και ο Μ.Κ.1, την ίδια μέρα. Επειδή, τα όσα αναφέρει ο μάρτυρας στους σχετικούς ανακριτικούς φακέλους, σε πολύ μεγάλο βαθμό αποτελούν επανάληψη όσων αναφέρει και ο Μ.Κ.1 στους αντίστοιχους ανακριτικούς φακέλους που ετοίμασε ο ίδιος συναφώς με τις δικές του καταγγελίες, περιορίζομαι να αναφέρω όσα διαφοροποιούν μεταξύ τους τις δυο καταγγελίες στις οποίες προέβηκε ο Μ.Κ.
- Ειδικότερα: Η πρώτη καταγγελία του 1ου κατηγορούμενου εκ μέρους του είχε γίνει στις 00:10 και η δεύτερη, στις 01:
- Όταν μάρτυρας επέδειξε το διάταγμα στον 1ο κατηγορούμενο, αυτός, στην πρώτη περίπτωση απάντησε: «Ξέρω το ότι έχει διάταγμα.» και στη δεύτερη, «Πάλε τα ίδια.» Όταν τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, την πρώτη φορά απάντησε: «Θα κλείσω στην ώρα μου.» και τη δεύτερη, «Εντάξει». Τέλος, τα άτομα που διασκέδαζαν στο επίδικο υποστατικό, ακούγοντας μουσική μέσω μεγαφώνων και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά, δηλαδή, βότκα, ουίσκι, μπύρες κ.ά., κατά την ώρα της πρώτης καταγγελίας, ήταν περίπου 10 και της δεύτερης, περίπου
- Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Πρόκειται για το τεκμήριο 8 το διάταγμα που επέδωσε στον 1ο κατηγορούμενο στον ουσιώδη χρόνο, ενώ, τα στοιχεία που αναφέρει στους ανακριτικούς φακέλους αναφορικά με τους κατηγορούμενους και συγκεκριμένα, ότι ο 1ος ήταν ιδιοκτήτης κέντρου και ο 2ος υπεύθυνος κέντρου αναψυχής τού τα έδωσαν οι κατηγορούμενοι. Όπως είπε κατά λέξη, όταν πήγαν εκεί για την καταγγελία, ο ένας παρουσιάστηκε ως ιδιοκτήτης και ο άλλος ως υπεύθυνος. Φυσικά, αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος, δεδομένου ότι, όπως ο ίδιος αναφέρει στους ανακριτικούς φακέλους, απουσίαζε, όταν πήγαν να τον καταγγείλουν, δεν μπορεί να τους είπε πως ήταν υπεύθυνος. Περαιτέρω συμφώνησε ότι το διάταγμα που επέδωσε στον 1ο κατηγορούμενο στρέφεται αποκλειστικά εναντίον του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος, όσες φορές πήγαν εκεί, δεν ήταν παρών. Οι κατηγορούμενοι καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους επέλεξαν το δικαίωμα της σιωπής. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους δυο αστυνομικούς μάρτυρες ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας.» Δηλώνω ευθέως ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δυο αστυνομικών μαρτύρων δεν είναι θετική. Παρότι δέχομαι ότι στον ουσιώδη χρόνο μετέβησαν στο επίδικο υποστατικό και ότι εκεί ήταν μόνο ο 1ος κατηγορούμενος - εξάλλου, αυτά τα δυο γεγονότα καθώς και διάφορα άλλα που ανάφεραν δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπισή -, εντούτοις, για δύο βασικά λόγους που θ' αναφέρω αμέσως, δεν μπορώ να δεχθώ σημαντικό μέρος της μαρτυρίας και των δυο, αφού, αυτό, κάθε άλλο παρά συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από το Μ.Κ.1, το γεγονός ότι το περιεχόμενο των ανακριτικών φάκελων που ετοίμασε αναφορικά με τις δυο καταγγελίες του 1ου κατηγορούμενου, εκ μέρους του είναι ίδιο ακριβώς, με εμβάλλει σε σοβαρό προβληματισμό κατά πόσο τα γεγονότα, όπως τα παραθέτει ο μάρτυρας, ανταποκρίνονται στη αλήθεια. Και τούτο, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, ο πλέον ουσιώδης ισχυρισμός του συγκρούεται με το περιεχόμενο του διατάγματος (τεκμήρια 2 και 4), το οποίο επέδωσε στον 1ο κατηγορούμενο και μάλιστα δυο φορές, παρουσίασε ο ίδιος στο Δικαστήριο και για το οποίο κατάγγειλε τον 1ο κατηγορούμενο και στις δυο περιπτώσεις. Αρχίζοντας από το πλέον σοβαρό στοιχείο που τον εκθέτει ως μάρτυρα είναι ο ισχυρισμός του, ότι το παραπάνω διάταγμα που επέδωσε στον 1ο κατηγορούμενο είχε εκδοθεί και στο όνομα του Αντώνη Λουκά - δηλαδή, του 2ου κατηγορούμενου -. Το ουσιαστικό μέρος και των δυο επίδικων διαταγμάτων εκτίθεται σε άλλο σημείο πιο πάνω και για να επαναλάβω αυτά εκδόθηκαν μόνο στο όνομα - δηλαδή, εναντίον - του 2ου κατηγορούμενου και όχι του 1ου κατηγορούμενου. Μάλιστα και στις δυο περιπτώσεις, κατά την έκδοσή τους, ο 2ος κατηγορούμενος ήταν παρών στο Δικαστήριο. Το πόσο σοβαρά εκτίθεται ο μάρτυρας από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας είναι ολοφάνερο. Απ' εκεί και πέρα, ειλικρινά, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο επίδικο υποστατικό όταν είχε μεταβεί εκεί ο μάρτυρας, ήταν ίδια ακριβώς και στις δυο περιπτώσεις, σε βαθμό που ο μάρτυρας, ναι μεν ετοίμασε δυο ανακριτικούς φακέλους συναφώς με αυτά, πλην όμως, με εξαίρεση την ημέρα και ώρα της καταγγελίας, κατά τα λοιπά, με περιεχόμενο - οι δυο φάκελοι -, μέχρι και το τελευταίο κόμμα, ίδιο ακριβώς. Εν μέρει, τα ίδια ισχύουν και για το Μ.Κ.2, ο οποίος - για να επαναλάβω -, στις 22/6/2013 κατάγγειλε και αυτός και μάλιστα δύο φορές τον 1ο κατηγορούμενο για τον ίδιο λόγο και κατέγραψε τα σχετικά γεγονότα σε δύο πανομοιότυπους ανακριτικούς φακέλους, τόσο μεταξύ τους όσο και σύγκριση με τους αντίστοιχους ανακριτικούς φακέλους που ετοίμασε ο Μ.Κ.1. Φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι αυτός, όπως προκύπτει από σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, κατάγγειλε τον 1ο κατηγορούμενο σε σχέση με το διάταγμα (τεκμήριο 8), που κι αυτό είχε εκδοθεί εναντίον του 2ου κατηγορούμενου. Απ' εκεί και πέρα, ο ισχυρισμός του μάρτυρα - στο στάδιο της κυρίως εξέτασης και πάλι -, ότι τα στοιχεία που αναφέρει στους ανακριτικούς φακέλους αναφορικά με την ιδιότητα των κατηγορούμενων σε σχέση με το επίδικο υποστατικό, τους τα είχαν δώσει οι κατηγορούμενοι όταν πήγαν εκεί για την καταγγελία, όπου ο ένας τούς παρουσιάστηκε ως ιδιοκτήτης και ο άλλος, ως υπεύθυνος, πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ως μάρτυρα και τούτο, επειδή, προηγουμένως είχε υιοθετήσει το περιεχόμενο των ανακριτικών φακέλων (τεκμήρια 6 και 7), στους οποίος κατέγραψε τα γεγονότα συναφώς με τις καταγγελίες που είχε κάνει εναντίον του 1ου κατηγορούμενου και σ' αυτούς αναφέρει ότι στον ουσιώδη χρόνο επέδωσε στον 1ο κατηγορούμενο το επίδικο διάταγμα που είχε εκδοθεί στο όνομα του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος απουσίαζε. Το γεγονός, ότι, αντεξεταζόμενος αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι, δεδομένου ότι ο 2ος κατηγορούμενος απουσίαζε από το επίδικο υποστατικό όταν πήγε εκεί για να τον καταγγείλει, αυτός δεν μπορεί να του είχε πει εκεί πως ήταν υπεύθυνος, δεν αναιρεί το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Επειδή, όπως θα διαφανεί αμέσως, τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης από τα οποία θα κριθεί η υπόθεση, κατά βάση είναι ανεξάρτητα από την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των δυο μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, υπεισέρχομαι απευθείας στα γεγονότα που κατά τη γνώμη μου αρκούν για σκοπούς διάγνωσης της ποινικής ευθύνης των κατηγορούμενων. Ειδικότερα: Τα επίδικα διατάγματα (τεκμήρια 2 και 4 το ένα και τεκμήριο 8 το άλλο), με περιεχόμενο που εκτίθεται σε άλλο σημείο πιο πάνω εκδόθηκαν στο πλαίσιο δυο ποινικών υποθέσεων τις οποίες αντιμετώπιζε ο 2ος κατηγορούμενος, και στις δυο περιπτώσεις, στην παρουσία του. Με αυτά διατασσόταν η αναστολή - και όχι διακοπή, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των υπό κρίση κατηγοριών - λειτουργίας του επίδικου κέντρου, μέχρι και την εξασφάλιση της σχετικής άδειας λειτουργίας του ως κέντρου αναψυχής από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Απ' εκεί και πέρα, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι κατά το χρόνο των επίδικων καταγγελιών, στο επίδικο υποστατικό βρισκόταν μόνο ο 1ος κατηγορούμενος και όχι και ο 2ος, τον οποίο αφορούσαν τα εν λόγω διατάγματα, υπό την έννοια ότι, εκτός του ότι είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο ποινικών υποθέσεων, με κατηγορούμενο τον ίδιο, σ' αυτά υπάρχει και η σχετική οπισθογράφηση, με την οποία, αυτός ενημερώνεται ονομαστικά ότι αν αμελήσει να υπακούσει στο διάταγμα αμέσως, ο ίδιος υπόκειται σε σύλληψη και η περιουσία του σε κατάσχεση. Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Τα δυο αδικήματα που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους ότι διέπραξαν σε τέσσερεις διαφορετικές περιπτώσεις δημιουργούν, το άρθρο 18 του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το πρώτο: «-
(1)Παν πρόσωπον το οποίον- (α) χρησιμοποιεί τον όρον "τουριστικόν" ή "κέντρον αναψυχής" ή άλλον όρον παρόμοιον προς τούτον διά τον χαρακτηρισμόν κέντρου διά το οποίον δεν έχει εκδοθή άδεια λειτουργίας· (β) διατηρεί ή λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας· (γ) παραλείπει να εκδίδη ηριθμημένους λογαριασμούς κατά παράβασιν του άρθρου 15· (δ) λειτουργεί κέντρο χωρίς να τελεί υπό τη διεύθυνση του διευθυντή κατά παράβαση του άρθρου 16, είναι ένοχον αδικήματος και, εν περιπτώσει καταδίκης, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας πεντακοσίας λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας, εάν δε η παράβασις συνεχισθή μετά την καταδίκην του, τούτο είναι ένοχον περαιτέρω αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250 δι' εκάστην ημέραν καθ' ην συνεχίζεται η παράβασις.
(2)Επιπροσθέτως προς οιανδήποτε άλλην ποινήν προβλεπομένην υπό του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριον επί τη καταδίκη οιουδήποτε προσώπου δι' αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, δύναται κατά την κρίσιν του να διατάξη- (α) την διακοπήν της λειτουργίας του κέντρου εν σχέσει προς το οποίον διεπράχθη το αδίκημα διά τοσούτο χρονικόν διάστημα όσον το Δικαστήριον ήθελε θεωρήσει πρέπον· (β) την καταβολήν υπό του καταδικασθέντος προσώπου των εξόδων της δίκης.
(3)Εάν οιονδήποτε πρόσωπον, καθ' ου εξεδόθη διάταγμα συμφώνως προς τας διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2), παραλείψη να συμμορφωθή προς το εκδοθέν διάταγμα, ο Αστυνομικός Διευθυντής της Επαρχίας ή ο εκπρόσωπος αυτού εκτελεί το διάταγμα και αξιώνει την πληρωμήν των εξόδων άτινα προέκυψαν κατά την εκτέλεσιν του διατάγματος παρά του προσώπου καθ' ου εξεδόθη τούτο. Τα έξοδα ταύτα θα θεωρώνται ως ποινή εντός της εννοίας του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και η πληρωμή αυτών θα επιβάλληται συμφώνως προς τας διατάξεις του εν λόγω Νόμου.
(4)Παν πρόσωπον μη συμμορφούμενον προς διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)είναι ένοχον αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης αυτού, εις φυλάκισιν διά χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.
(5)Επιπροσθέτως προς οιανδήποτε άλλην ποινήν προβλεπομένην υπό του Νόμου και των Κανονισμών, το Δικαστήριον κέκτηται εξουσίαν να διατάξη παν πρόσωπον το οποίον ευρέθη ένοχον αδικήματος να συμμορφωθή προς τας σχετικάς διατάξεις του Νόμου ή των Κανονισμών εν σχέσει προς τας οποίας διεπράχθη το αδίκημα.
(6)(α) Το Δικαστήριον ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία προσαφθείσα εναντίον προσώπου τινός, δι' αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του εδαφίου
(1)δύναται κατόπιν EX PARTE αιτήσεως να διατάξη αναστολήν πάσης εργασίας αναφορικώς προς την ανέγερσιν, κατασκευήν, διατήρησιν ή λειτουργίαν κέντρου μέχρι της τελικής εκδικάσεως της υποθέσεως αναφορικώς προς ην προσήφθη η κατηγορία: Νοείται ότι η έκδοσις τοιούτου διατάγματος υπόκειται εις τας διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 1972 και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. (β) Εάν οιονδήποτε πρόσωπον κατά του οποίου εξεδόθη διάταγμα δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) παραλείπη ή αμελή να συμμορφωθή προς το τοιούτο διάταγμα εντός του χρόνου του καθοριζομένου εν αυτώ, είναι νόμιμον διά την αρμοδίαν αρχήν να εκτελή το τοιούτο διάταγμα και τα γενόμενα έξοδα διά την εκτέλεσιν τούτου καταβάλλονται εις την αρμοδίαν αρχήν υπό του προσώπου κατά του οποίου εξεδόθη το διάταγμα και τα τοιαύτα έξοδα λογίζονται ως ποινή εντός της εννοίας του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, και η πληρωμή αυτών θα επιβάλλεται συμφώνως προς τας διατάξεις του εν λόγω Νόμου· (γ) Οιονδήποτε πρόσωπον κατά του οποίου εξεδόθη διάταγμα δυνάμει του παρόντος εδαφίου το οποίον αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθή προς το τοιούτο διάταγμα, είναι ένοχον αδικήματος, ανεξαρτήτως του εάν η αρμοδία αρχή εχώρησεν εις την εκτέλεσιν ή εξετέλεσε το τοιούτο διάταγμα, και υπόκειται εν περιπτώσει καταδίκης αυτού εις φυλάκισιν διά χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον τους τρεις μήνας ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £150 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.
(7)Πας όστις αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθή προς οιανδήποτε διάταξιν του παρόντος Νόμου εν τη οποία δεν γίνεται ειδική περί τούτου πρόνοια είναι ένοχον αδικήματος και υπόκειται εν περιπτώσει καταδίκης αυτού εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £450 ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.» Σύμφωνα με το δεύτερο: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Αρχίζοντας από τον 1ο κατηγορούμενο, έχοντας υπόψη και τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει είναι σαφές, ότι, για σκοπούς στοιχειοθέτησής τους, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτός, στον ουσιώδη χρόνο, πρώτο, απείθησε σε διάταγμα, δεύτερο, το οποίο το διάτασσε όπως διακοπεί η λειτουργία του επίδικου κέντρου αναψυχής, υπό την έννοια ότι το λειτουργούσε, τρίτο, ως «κέντρο», τη εννοία του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 29/85 (ανωτέρω): «"κέντρον" σημαίνει κατάστημα- (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών· ή (β) λειτουργούν εκτός των ως άνω περιοχών και το οποίον το Διοικητικόν Συμβούλιον θέλει ορίσει ονομαστικώς λόγω της μορφής των υπ' αυτού προσφερομένων υπηρεσιών ή λόγω τοποθεσίας, συγκεντρώσεως ή κινήσεως πελατών, ταξιδιωτών, περιηγητών ή παραθεριστών, εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα: Νοείται ότι δεν περιλαμβάνονται στον όρο αυτό: ...............» Στο ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί το αδίκημα οποιασδήποτε κατηγορίας αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος, η απάντηση είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό: Για να επαναλάβω και τα δύο διατάγματα στα οποία καταλογίζεται στον 1ο κατηγορούμενο ότι απείθησε δεν είναι ορθό ότι διέτασσαν τον ίδιο να διακόψει τη λειτουργία του επίδικου κέντρου, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των επίδικων κατηγοριών. Και τα δύο διέτασσαν την αναστολή - και όχι διακοπή - λειτουργίας του εν λόγω κέντρου και, όπως είναι διατυπωμένα, αν μπορεί να λεχθεί ότι διέτασσαν κάποιο να προβεί στην αναστολή, αυτός είναι ο πατέρας του 1ου κατηγορούμενου - 2ος κατηγορούμενος και τούτο, έχοντας υπόψη, ότι τα διατάγματα είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο δυο ποινικών υποθέσεων, με κατηγορούμενο τον τελευταίο, στον οποίο απευθύνεται ονομαστικά και η σχετική οπισθογράφηση, η οποία διαλαμβάνει και τις επιπτώσεις σε περίπτωση που αμελήσει να υπακούσει στα διατάγματα. Η υπόθεση είναι ποινική και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Η απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου, δηλαδή, ότι τα επίδικα διατάγματα διέτασσαν τον 1ο κατηγορούμενο, να διακόψει έστω, τη λειτουργία του επίδικου υποστατικού, δεν είναι και ο μόνος λόγος για τον οποία και οι τέσσερεις κατηγορίες απείθειας που αυτός αντιμετωπίζει θα απορριφθούν. Αυτό θα συμβεί αυτοτελώς και για τον επιπλέον λόγο, πως δεν έχει αποδειχθεί ότι ο 1ος κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε το επίδικο υποστατικό, ως «κέντρο» τη εννοία του Νόμου. Αν υποτεθεί ότι στον ουσιώδη χρόνο, που είναι ο χρόνος καταγγελίας του, όπως ανάφεραν και οι δυο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής που τον είχαν καταγγείλει, στο επίδικο υποστατικό υπήρχαν τα άτομα που ανάφεραν τα οποία διασκέδαζαν, ακούγοντας μουσική μέσω μεγαφώνων και κατανάλωναν οινοπνευματώδη ποτά, στο ερώτημα κατά πόσο αυτό αρκεί για να θεωρηθεί ότι το επίδικο υποστατικό λειτουργούσε ως κέντρο, απαντώ και πάλιν αρνητικά. Και τούτο, επειδή (για να επαναλάβω), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου (29/85, ανωτέρω): «"κέντρον" σημαίνει κατάστημα- (α) ......... (β)......... εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα:», στην προκειμένη περίπτωση, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει κατά πόσο τα οινοπνευματώδη ποτά που κατανάλωναν τα άτομα που ήταν εκεί τούς είχαν προσφερθεί από το κατάστημα και μάλιστα επί πληρωμή, που αποτελεί αναγκαίο όρο για να θεωρηθεί κέντρο το κατάστημα στο οποίο λάμβανε χώρα το γεγονός αυτό. Για να επαναλάβω η δίκη είναι ποινική και υποθέσεις όσο εύλογες κι αν είναι δεν επιτρέπονται (βλ. τη Λοΐζου, ανωτέρω). Η αποτυχία της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει τις παραπάνω κατηγορίες διαγράφει και την τύχη των τεσσάρων κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος θα αθωωθεί για τους ίδιους λόγους καθώς και για ακόμη ένα λόγο. Αφ' ης στιγμής δεν έχει αποδειχθεί ότι ο 1ος κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της απείθειας στα δύο δικαστικά διατάγματα, προφανώς δεν μπορεί να εγκαλείται ο 2ος κατηγορούμενος ότι του παρείχε συνδρομή να τα διαπράξει. Ωστόσο, η κατάληξή μου θα ήταν και πάλιν η ίδια, ακόμη και σε περίπτωση που αποδεικνύονταν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος ή αριθμός αυτών. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (ανωτέρω) και με δεδομένο ότι στον ουσιώδη χρόνο, ο 2ος κατηγορούμενος τον οποίο αφορούν τα επίδικα διατάγματα δεν βρισκόταν στο επίδικο υποστατικό, διερωτώμαι κατά ποία έννοια μπορεί να θεωρηθεί ότι παρείχε συνδρομή στον 1ο κατηγορούμενο να διαπράξει το αδίκημα της απείθειας, τη στιγμή που μου είναι άγνωστο ακόμη κι αν γνώριζε ο 2ος κατηγορούμενος, ότι ο γιος του - 1ος κατηγορούμενος λειτουργούσε το επίδικο υποστατικό. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει οποιαδήποτε κατηγορία εναντίον οποιουδήποτε κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια και οι δυο κατηγορούμενοι αθωώνονται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: απείθεια σε διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση του άρθρου 18
(1)(α)(β)
(2)(α)
(4)
(7)του περί Ιδρύσεως και Λειτουργίας Κέντρων Εστιάσεως, Αναψυχής και Ψυχαγωγίας Νόμου 29/85, όπως τροποποιήθηκε και παροχή συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο