Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντώνη Μωυσή Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 7025/2013, 22/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B75 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7025/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αντώνη Μωυσή Αντωνίου, από τη Χλώρακα Κατηγορούμενου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.11.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα, τραυματισμός, κατά παράβαση των άρθρων 234(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 4, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 8 Ιανουαρίου, 2012, στην Πάφο, μαζί με άγνωστα πρόσωπα συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να διαπράξουν κακουργήματα, δηλαδή τα αδικήματα που «αναφέρονται στις πιο κάτω κατηγορίες.» Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 8 Ιανουαρίου, 2012, στην οδό Ιωάννη Αγρότη στην Πάφο, μαζί με άγνωστα πρόσωπα, παράνομα προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στο Χαράλαμπο Χαραλάμπους από τη Γεροσκήπου. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία, μαζί με άγνωστα πρόσωπα, παράνομα τραυμάτισαν το Χαράλαμπο Χαραλάμπους από τη Γεροσκήπου. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία, μαζί με άγνωστα πρόσωπα, επιτέθηκαν εναντίον του Χαράλαμπου Χαραλάμπους από τη Γεροσκήπου και του προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών παρουσίασε ως μάρτυρες: τον αρχιαστυφύλακα 1830 Νεόφυτο Παπαριστοδήμου, τον παραπονούμενο Χαράλαμπο Χαραλάμπους, τον αρχιαστυφύλακα 1784 Κωνσταντίνο Κλεόπα και τέλος, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 494 Μάριο Φιλίππου (Μ.Κ.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά προέβη σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να παρουσιάσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω, αφορά στο ερώτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι ανάμεσα σ' αυτούς που είχαν επιτεθεί και τραυματίσει τον παραπονούμενο στον ουσιώδη χρόνο. Η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι θα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα, ενώ η θέση του κατηγορούμενου, περικλείεται στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωσή του: «Είμαι αθώος, ποτέ δεν το χτύπησα. Ούτε εμπλάκηκα σε καφκά.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391) όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου (τεκμήριο 16) λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση δε μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς ενοχή, η άσκηση εκ μέρους του τού εν λόγω δικαιώματος (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, σελ. 222). Για την αποδεικτική αξία μιας τέτοιας δήλωση, παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «.Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195)» Βλέπε και την Iddin v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 47/14, ημερομηνίας 29/2/2016, στην οποία επισημαίνεται ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παραπέμπω ακόμη και στην εντελώς πρόσφατη απόφαση, από την υπόθεση Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 112/14 και 113/14, ημερομηνίας 20/11/2015, στην οποία, με αναφορά στην Anastasiades (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι, σε ό,τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να αφήνει τον εαυτό του να δει τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του με διαφορετικό φως. Τέλος παραπέμπω και στην Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η μαρτυρία του αρχιαστυφύλακα 1830 Νεόφυτου Παπαριστοδήμου (Μ.Κ.1) είναι καθαρά τυπική. Περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτόν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη είναι και αναντίλεκτη. Σ' ό,τι αφορά στις ενέργειές του, δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του αρχιαστυφύλακα 1784 Κωνσταντίνου Κλεόπα (Μ.Κ.3) η οποία περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 12), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων έλαβε τις δυο γραπτές καταθέσεις του παραπονούμενου Χαραλάμπους (τεκμήρια 10 και 11). Ό,τι συγκρατώ από τη μαρτυρία του - επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία - είναι τους ακόλουθους ισχυρισμούς του, τους οποίους πρόβαλε αντεξεταζόμενος: Ο παραπονούμενος, σ' ό,τι αφορά στην πρώτη του κατάθεση (τεκμήριο 10) δεν του είπε πως δεν ήταν σε θέση να τη δώσει λόγω των χτυπημάτων που είχε. Ερωτηθείς εάν του ανάφερε ότι ζαλιζόταν, αν ήταν καλά, αν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση απάντησε ως εξής: «Αν ζαλιζόταν δε θα του παίρναμε. Για να του πάρουμε σημαίνει ήταν καλά». Ο ίδιος κατέγραφε την εν λόγω κατάθεση και είναι σίγουρος, ότι σ' αυτή κατέγραψε όλα και αυτά ακριβώς που του είπε. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που του είπε και δεν κατέγραψε. Δεκτή στο σύνολό της, ουσιαστικά, κι αυτή ως αναντίλεκτη είναι και η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 494 Μάριου Φιλίππου (Μ.Κ.4). Από τη μαρτυρία του συγκρατώ δυο πράγματα. Καταρχήν, από τη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 14), τον ισχυρισμό του, πως όταν στις 8/1/2012 περί ώρα 02:30 προσήλθε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου ο παραπονούμενος, του ανάφερε προφορικά ότι περί η ώρα 02:00 (δηλαδή, μισή ώρα προηγουμένως) εξήλθε μαζί με το Σώζο Παπαμηνά και άλλα φιλικά του πρόσωπα από το νυκτερινό κλαμπ «Μπουτίκ» στην Πάφο όπου βρίσκονταν για διασκέδαση με σκοπό να αναχωρήσουν από το μέρος και δέχθηκε επίθεση από άγνωστά του πρόσωπα τα οποία το χτύπησαν σε διάφορα μέρη του σώματος με τα χέρια και τα πόδια. Συγκρατώ ακόμη και τα εξής, τα οποία ανάφερε αντεξεταζόμενος: στη μία, μόνο, ερώτηση που του είχε υποβληθεί (κατά πόσο θυμόταν εάν ο παραπονούμενος τού ανάφερε ότι κατά το επίδικο περιστατικό επίθεσης που είχε δεχθεί, τον είχαν μαχαιρώσει) απάντησε αρνητικά. Δηλώνω ευθέως, ότι, η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου Χαράλαμπου Χαραλάμπους (Μ.Κ.2) είναι αρνητική, σε βαθμό που δεν μπορώ να βασιστώ σ' αυτή για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων, αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, στην έκταση που οι εκατέρωθεν εκδοχές συναφώς με αυτά, διίστανται. Ο παραπονούμενος, στις πλέον ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που καταρρίπτονται από τη μαρτυρία των αστυνομικών μαρτύρων που κι αυτοί κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Στην πρώτη του γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 10), η οποία του λήφθηκε μερικές μόνο ώρες μετά το επίδικο περιστατικό, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης (κάτι που έκανε και για τη δεύτερη του κατάθεση), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Την ώρα που άνοιξε την πόρτα του κλαμπ «Μπουτίκ» για να φύγει από αυτό μαζί με τους φίλους του, ανάμεσά τους και ο Σώζος, έμπαινε στο κλαμπ κάποιος νεαρός άνδρας, ο οποίος, εντελώς τυχαία τού χτύπησε με το σώμα του στο δικό του σώμα. Ο ίδιος του είπε: «Ρε εν μας σκοτώσεις» και αυτός του απάντησε: «Το πρόβλημά σου». Χωρίς να του πει τίποτε συνέχισε προς την έξοδο για να φύγει. Ο νεαρός άνδρας ήταν ηλικίας γύρω στα 25, ύψους περίπου 1.70 - 1.75 μ., λεπτής σωματικής διάπλασης και ψιλοκουρεμένος με μαύρα μαλλιά. Αν το δει ξανά μπορεί να τον αναγνωρίσει. Όταν μαζί με το Σώζο έφθασαν στο αυτοκίνητό τους που ήταν σταθμευμένο απέναντι από την είσοδο, ο ίδιος πήγε στην πόρτα του συνοδηγού και ο Σώζος στην πόρτα του οδηγού. Την ώρα που πήγε να ανοίξει την πόρτα, κάποιος τον ακούμπησε στον ώμο και γύρισε και είδε ότι ήταν ο νεαρός που προηγουμένως είχε χτυπήσει πάνω του, ο οποίος του είπε: «Ποιο ήταν το πρόβλημά σου». Με τη σειρά του τού είπε το ίδιο. Αυτός, αμέσως, με το δεξί του χέρι όπου κρατούσε ένα ψιλό, γυάλινο ποτήρι, το χτύπησε κατευθείαν στο πρόσωπο, στη μύτη και αμέσως τον έσπρωξε και έπεσε στο έδαφος, αφού πρώτα είχε χτυπήσει πάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου την οποία άνοιξε για να μπει μέσα. Ενώ ήταν ζαλισμένος στο έδαφος από το χτύπημα με το ποτήρι, αρκετά πρόσωπα, το χτυπούσαν με τα χέρια και τα πόδια τους σ' όλο του σώμα. Κατάλαβε ότι ήταν πολλά άτομα, γιατί δεχόταν χτυπήματα σ' όλο του το σώμα, ταυτόχρονα. Το όλο περιστατικό διήρκησε γύρω στα δύο με τρία λεπτά, χωρίς όμως να δει τους άλλους που τον έδερναν. Μετά από αυτό, το σήκωσε ο Σώζος και κατευθύνθηκαν προς την είσοδο του κλαμπ όπου στέκονταν δυο σεκιούριτι και αρκετά άλλα πρόσωπα. Ο Σώζος ρώτησε τον ένα από τους σεκιούριτι, τον «πασιή», τον «ψιλοκουρεμένο» για να τους πει ποιοι ήταν αυτοί που το χτύπησαν και αυτός τότε τους είπε: «Φύετε που δαμέ για να με σας σκοτώσω εγιώ» και αμέσως πήγε να τους μουντάρει και τον έπιασαν τα άλλα άτομα που ήταν εκεί. Αυτός επέμενε, δε συγκρατιόταν και ήθελε να τους χτυπήσει για το λόγο ότι το ρώτησαν να τους πει ποιοι τον έδειραν. Από τα πρόσωπα που τον είχαν χτυπήσει είδε μόνο αυτό που έδωσε πάνω του στην είσοδο του κλαμπ, τον οποίο μπορεί να αναγνωρίσει. Δεν είδε τα πρόσωπα των άλλων που το χτυπούσαν γατί ήταν στο έδαφος. Ο σεκιούριτι δεν το χτύπησε, ήθελε να το χτυπήσει, αλλά δεν τον άφηναν οι άλλοι. Τον κρατούσαν για να μην τους επιτεθεί. Αυτόν που του χτύπησε δεν τον είδε να διασκεδάζει εντός του κλαμπ. Πρέπει να ήρθε εκείνη την ώρα, γύρω στις 02:00 το βράδυ. Όσον αφορά το σεκιούριτι δε γνωρίζει εάν το χτύπησε την ώρα που βρισκόταν στο έδαφος. Αυτό θα το πει ο Σώζος που βρισκόταν εκεί και τους είδε όλους και μπορεί να τους υποδείξει. Ας δούμε τώρα και τι αναφέρει στη «συμπληρωματική» του κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμήριο 11), την οποία έδωσε δυο μέρες αργότερα, το περιεχόμενο της οποίας, επίσης υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης και πόσο αυτά συνάδουν με τους παραπάνω ισχυρισμούς του. Ειδικότερα: Σήμερα 10/1/2012 κλήθηκε και μετέβηκε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου, όπου στην παρουσία της Αστυνομίας είδε ένα πρόσωπο προς αναγνώριση, το οποίο όμως δεν αναγνώρισε. Αυτός δεν του χτύπησε και ούτε ήταν αυτός ο οποίος, μετά που του χτύπησαν είχε σταθεί στην είσοδο του κλαμπ και τους απειλούσε, ο οποίος, απ' ό,τι έμαθε από την Αστυνομία ονομάζεται Κύπρος Νικολάου. Την ίδια μέρα, στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου, είδε ακόμη ένα πρόσωπο, το οποίο αναγνώρισε ως ένα από αυτούς που του χτυπούσαν στον ουσιώδη χρόνο. Αυτό το πρόσωπο, το άκουσε που είπε το όνομά του (Αντώνης Μωυσέως). Είναι αυτός που μετά τον καβγά στάθηκε στην είσοδο του κλαμπ, άνοιξε τα χέρια του και τους απειλούσε να φύγουν ή θα τους σκότωνε και αποπειράθηκε να τους χτυπήσει, αλλά τον έπιασαν και δεν τον άφησαν. Τώρα που είναι καλύτερα και θυμάται, αυτός, ο Αντώνης (πρόκειται για τον κατηγορούμενο) είναι το πρώτο πρόσωπο που του χτύπησε και μετά ο άλλος με το ποτήρι. Το θυμήθηκε τον Αντώνη γιατί είναι κορμαλιάς, πιο κορμί από τους άλλους. Παρατηρώ τα εξής: Ενώ στην πρώτη του κατάθεση ισχυρίζεται ότι αυτός που του είχε χτυπήσει με το ποτήρι ήταν αυτός που είχε χτυπήσει και προηγουμένως πάνω του, εντελώς τυχαία, που ήταν και ο μόνος τον οποίο μπορούσε να αναγνωρίσει, αφού δεν είχε δει τα πρόσωπα των άλλων που το χτύπησαν στη συνέχεια, γιατί ήταν στο έδαφος, στη δεύτερη του κατάθεση ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ένας από αυτούς που του χτυπούσαν έξω από το κλαμπ, ο οποίος, μετά το καβγά στάθηκε στην είσοδο του κλαμπ, άνοιξε τα χέρια του και τους απειλούσε να φύγουν ή θα τους σκότωνε και αποπειράθηκε να τους χτυπήσει αλλά τον έπιασαν και δεν τον άφησαν. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος είναι το πρώτο πρόσωπο που του είχε χτυπήσει και μετά ο άλλος με το ποτήρι. Φυσικά, στην πρώτη του κατάθεση, κατά μια εκδοχή αναφέρει ότι ο σεκιούριτι δεν του χτύπησε, ήθελε να το χτυπήσει, αλλά δεν τον άφησαν οι άλλοι, οι οποίο τον κρατούσαν για να μην τους επιτεθεί και σύμφωνα με άλλη εκδοχή, δε γνωρίζει εάν το χτύπησε ο σεκιούριτι την ώρα που βρισκόταν στο έδαφος, ως επίσης ότι αυτό θα το πει ο Σώζος που βρισκόταν εκεί και τους είδε όλους και μπορεί να τους υποδείξει. Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Το γεγονός ότι στη δεύτερη του κατάθεση ισχυρίζεται ότι του είχαν χτυπήσει δυο άτομα, πρώτα ο κατηγορούμενος και μετά ο άλλος με το ποτήρι συγκρούεται με τον ισχυρισμό του σύμφωνα με την πρώτη του κατάθεση, ότι με το που του είχε χτυπήσει με το ποτήρι κατευθείαν στο πρόσωπο, το άλλο πρόσωπο που είχε δώσει πάνω του κατά την έξοδό του από το κλαμπ, αμέσως τον έσπρωξε και έπεσε στο έδαφος, αφού πρώτα είχε χτυπήσει στην πόρτα του αυτοκινήτου. Θεωρώ πως, εάν αποτελούσε γεγονός ότι του είχε χτυπήσει και ο κατηγορούμενος και μάλιστα πρώτος, όφειλε να το αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση και όχι στη δεύτερη. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος. Ειδικότερα: Καταρχήν ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για τεκμήριο 2Α, το ποτήρι με το οποίο του χτύπησαν στον καβγά και τούτο, παρότι αυτό είναι σπασμένο και συμφώνησε ότι υπάρχουν χιλιάδες τέτοια ποτήρια. Κληθείς να πει τι το ιδιαίτερο έχει το συγκεκριμένο ποτήρι και το αναγνώρισε, όπως είπε απαντώντας, αναγνώρισε το σχήμα του. Φυσικά, ευθύς αμέσως ισχυρίστηκε ότι υπολογίζει ότι το συγκεκριμένο ποτήρι είναι τέτοιο ποτήρι που το χτύπησαν μέσα στα μούτρα, αλλά δεν ξέρει αν είναι ακριβώς αυτό, αλλά είναι. Όπως είπε απαντώντας στις επόμενες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν είναι ένα ποτήρι που ήρθε μέσα στα μούτρα του, είναι το ίδιο σχήμα ακριβώς. Ωστόσο συμφώνησε ότι το ποτήρι (τεκμήριο 2Α) είναι σπασμένο, ως επίσης και πως δεν το είδε ξανά, μετά που του είχαν χτυπήσει καθώς και ότι την ώρα που το χτύπησαν, αυτό ήταν ολόκληρο. Όμως, δεν το είδε να σπάζει. Νομίζει πως ήταν ψηλό, μέτριο ποτήρι. Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, ομολογώ μου ακούγεται και παράλογο για να το πιστέψω, ότι τέσσερα και πλέον χρόνια μετά το επίδικο περιστατικό ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το ποτήρι (τεκμήριο 2Α) ως αυτό με το οποίο του είχαν επιτεθεί στον ουσιώδη χρόνο, τη στιγμή που, όπως είπε - και έτσι είναι - υπάρχουν χιλιάδες τέτοια ποτήρια, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός του, ότι στον ουσιώδη χρόνο το είχε δει ολόκληρο και όχι να σπάζει και το ποτήρι (τεκμήριο 2Α), όπως έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο είναι σπασμένο. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο αντιλήφθηκε ότι οι δυο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία διαφέρουν μεταξύ τους, απάντησε ως εξής: «Διαφέρουν μεταξύ τους γιατί έδωκα πρώτα το χτύπημα, την πρώτη γροθιά που έφαα από τον κατηγορούμενο και έκανα λάθος στην κατάθεση μου, εκεί που πήγαμε λόγω της σύγχυσης, λόγω των χτυπημάτων, ανάφερα το ποτήρι πρώτα και μετά όταν ήρθα στα ποτούτα μου ανάφερα τον κατηγορούμενο.» Λίγο αργότερα, απαντώντας σε διάφορες άλλες ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί ισχυρίστηκε τα εξής: Όταν έδωσε την πρώτη του κατάθεση ήταν χτυπημένος και συγχυσμένος. Ήταν στο νοσοκομείο. Στον άνθρωπο που του έπιανε την κατάθεση ανάφερε ότι ήταν συγχυσμένος και δεν μπορούσε να δώσει κατάθεση. Τον είδε. Του είπε ότι δεν μπορεί να δώσει κατάθεση, λόγω των χτυπημάτων. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί και οι δυο καταθέσεις τού λήφθηκαν από το Μ.Κ.3, ο οποίος, αντεξεταζόμενος ανάφερε τα εξής, συναφώς με την πρώτη (τεκμήριο 10): ο παραπονούμενος δεν του είπε πως δεν ήταν σε θέση να τη δώσει λόγω των χτυπημάτων που είχε. Ερωτηθείς εάν του ανάφερε ότι ζαλιζόταν, αν ήταν καλά, αν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση απάντησε ως εξής: «Αν ζαλιζόταν δε θα του παίρναμε. Για να του πάρουμε σημαίνει ήταν καλά». Ο ίδιος κατέγραφε την εν λόγω κατάθεση και είναι σίγουρος ότι σ' αυτή κατέγραψε όλα και αυτά ακριβώς που του είπε ο παραπονούμενος. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που του είπε και δεν κατέγραψε. Το πόσο τον εκθέτει ο μάρτυρας συναφώς με τους παραπάνω ισχυρισμούς του είναι ολοφάνερο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Ισχυριζόμενος ότι ανάφερε στο μάρτυρα πως ήταν συγχυσμένος και δεν μπορούσε να δώσει κατάθεση, υπέπεσε και σε νέα κραυγαλέα αντίφαση. Όταν περί το τέλος της αντεξέτασής του, του υποβλήθηκε από τον κ. Σιαηλή πως δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τι συνέβηκε το επίδικο βράδυ, για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν μεθυσμένος απάντησε ως εξής: «Δεν ήμουν μεθυσμένος είχα τα λογικά μου και μπορούσα να δώσω κατάθεση. Δεν ήμουν μεθυσμένος» Κάποια στιγμή ισχυρίστηκε πως όταν βγήκε από το κλαμπ και προχώρησε προς το αυτοκίνητο ένιωσε ένα χέρι να τον τραβά από τον ώμο και να του λέει: «Το πρόβλημά μου εν τούτο» Την ώρα που γύρισε είδε τον κατηγορούμενο, ο οποίος του έδωσε τη γροθιά στο πρόσωπο και ταυτόχρονα, ένας με ένα ποτήρι, του την έδωσε μες τα μούτρα. Του υπενθυμίζω απλώς, ότι, στην πρώτη του κατάθεση στην Αστυνομία ισχυρίζεται ότι πρόκειται για το πρόσωπο που είχε χτυπήσει πάνω του εντελώς τυχαία, κατά την έξοδό του από το κλαμπ, αυτός που τον ακούμπησε στον ώμο - και όχι τον τράβηξε από τον ώμο - ο οποίος τού είπε: «Ποιο ήταν το πρόβλημά σου» - και όχι «Το πρόβλημα μου εν τούτο» - που αμέσως μετά του χτύπησε με το ποτήρι που κρατούσε κατευθείαν στο πρόσωπο - και όχι που του έδωσε τη γροθιά στο πρόσωπο -. Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε και πάλιν είναι ολοφάνερο. Ο ισχυρισμός του αργότερα ότι ο κατηγορούμενος απλώς τον τράβηξε από τον ώμο, όταν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, ως επίσης και ότι ένιωσε ένα χέρι και του είπε: «Το πρόβλημά μου εν τούτο» οπότε γύρισε και είδε τον κατηγορούμενο, ο οποίος του έδωσε τη γροθιά και ταυτόχρονα έφαγε ένα ποτήρι στα μούτρα, αποκαλύπτει και νέες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε. Το ερώτημα, πού βρισκόταν καθ' ον χρόνο δέχθηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο αιωρείται ακόμη. Το ίδιο ισχύει και για το ερώτημα, εάν ο κατηγορούμενος τον είχε χτυπήσει πρώτος ή εάν ταυτόχρονα είχε χτυπηθεί και με το ποτήρι στα μούτρα. Ο ισχυρισμός του ότι στην κατάθεσή του στην Αστυνομία είπε ότι ένιωσε ένα χέρι να τον τραβά προς τα πίσω και γύρισε, προτρέποντας μάλιστα τον κ. Σιαηλή να διαβάσει την κατάθεση, ουσιαστικά το φέρνει σε σύγκρουση και με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, αφού, ούτε στην πρώτη μα ούτε και στη δεύτερη του κατάθεση αναφέρει κάτι ανάλογο, αλλά, τα εξής, στην πρώτη (τεκμήριο 10): «.την ώρα που πήγα να ανοίξω την πόρτα κάποιος με ακούμπησε στον ώμο και γύρισα και είδα.» Το μέγεθος της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει όταν του αναγνώστηκε το παραπάνω απόσπασμα και του υποδείχθηκε ότι αυτό που είπε αντεξεταζόμενος είναι εντελώς διαφορετικό καταφαίνεται από την απάντησή του, η οποία ακολουθεί αυτούσια: «Ήταν πάνω στη σύγχυσή μου εκείνην την ώρα, εκείνην την ώρα πάνω στα χτυπήματα είχα σύγχυση, ανάφερα το του αστυνομικού, έκανα λάθος στην κατάθεσή μου και ανάφερα του αστυνομικού εκείνο που ήταν με το ποτήρι πρώτα και ύστερα ανάφερα για τη γροθιά, έκανα λάθος στην κατάθεση που έδωσα.» Το τι ανάφερε - ή δεν ανάφερε - στον αστυνομικό που του είχε πάρει και τις δύο καταθέσεις αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Περιορίζομαι να πω τούτο∙ ο μάρτυρας το διαψεύδει. Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι την ώρα που τον τραβούσαν από τον ώμο και του είπαν την κουβέντα, όπως γύρισε πίσω, είδε τον κατηγορούμενο, ο οποίος το χτύπησε στο πρόσωπο. Ο ισχυρισμός του ότι τον τραβούσαν από τον ώμο, δηλαδή περισσότεροι του ενός αποτελεί ασφαλώς νέα εκδοχή. Νέα εκδοχή αποτελεί βέβαια και ο ισχυρισμός του ότι μόλις είχε χτυπηθεί με το ποτήρι, τον τράβηξαν και έπεσε κάτω. Αρχικά πάνω στην πόρτα και ακολούθως στο έδαφος. Να πω απλώς, ότι στην πρώτη του γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία ισχυρίζεται ότι αυτός που του είχε χτυπήσει με το ποτήρι στο πρόσωπο, τον έσπρωξε αμέσως και έπεσε. Ο ισχυρισμός του πως όταν τέλειωσε ο ξυλοδαρμός του, σηκώθηκαν και πήγαν προς τον κατηγορούμενο να του ζητήσουν το λόγο και αυτός τούς απείλησε ότι θα τους σκοτώσει, ως επίσης, ότι ο ίδιος τού ζήτησε το λόγο γιατί το χτύπησε το φέρνει και πάλι σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της πρώτης του κατάθεσης στην Αστυνομία, στην οποία αναφέρει ότι μετά το επίδικο περιστατικό, μαζί με το Σώζο κατευθύνθηκαν προς την είσοδο του κλαμπ όπου στέκονταν δυο σεκιούριτι και άλλα πρόσωπα και ότι εκεί ο Σώζος ρώτησε τον ένα σεκιούριτι να τους πει ποιοι ήταν αυτοί που το χτύπησαν, ο οποίος στη συνέχεια τούς είπε να φύγουν για να μην τους σκοτώσει και αμέσως επιχείρησε να τους επιτεθεί και να τους χτυπήσει για να εμποδιστεί ωστόσο από άλλα άτομα που ήταν εκεί. Ο ισχυρισμός του ότι κατά το επίδικο περιστατικό, το μαχαίρωσαν στο πλευρό και ότι το είπε στην κατάθεσή του καθώς και ότι τον έσκισαν στο πλευρό και του έκαναν 10 ραφές, τον εκθέτει πολλαπλά ως αναξιόπιστο μάρτυρα: καταρχήν, σε καμιά από τις δυο καταθέσεις του αναφέρει κάτι τέτοιο και θεωρώ πως και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, εάν αποτελούσε γεγονός αυτό που ανάφερε, θα έπρεπε να ήταν, αν όχι το πρώτο, από τα πρώτα που όφειλε να αναφέρει στις καταθέσεις του. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης (τεκμήριο 17) του γιατρού Νεκτάριου Σιδηρόπουλου αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός και από αυτό δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του ότι μαχαιρώθηκε στο πλευρό. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, ευθύς αμέσως ισχυρίστηκε ότι εκείνοι που του επιτέθηκαν, το μαχαίρωσαν, κόπηκε το αφτί του, σκίστηκε το αφτί του, έσπασε η μύτη του, που αποτελεί αντίφαση, δεδομένου ότι προηγουμένως ισχυρίστηκε ότι το μαχαίρωσαν στο πλευρό. Τέλος, ούτε και στον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.4), τον οποίο συνάντησε στο σταθμό, μισή ώρα μετά το επίδικο περιστατικό ανάφερε ότι μαχαιρώθηκε στο πλευρό, παρά μόνο, προφορικά, ότι δέχθηκε επίθεση από άγνωστά του πρόσωπα, τα οποία το χτύπησαν σε διάφορα μέρη του σώματος με τα χέρια και τα πόδια. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι στην είσοδο του κλαμπ δεν είναι ο σεκιούριτι που τους είπε να φύγουν για να μην τους δείρει και ότι δεν είπε κάτι τέτοιο στην κατάθεσή του καταρρίπτεται και πάλι από τη γραπτή κατάθεσή του, στην οποία αναφέρει ότι ο ένας από τους δυο σεκιούριτι, όταν ο Σώζος το ρώτησε να τους πει ποιοι ήταν αυτοί που το χτύπησαν, τους είπε «Φύετε που δαμέ για να με σας σκοτώσω εγώ» κ.ο.κ. Η επιμονή του στη συνέχεια, πως είπε στην κατάθεσή του, ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο άνθρωπος που τον απείλησε να σηκωθούν να φύγουν τον εκθέτει ακόμη περισσότερο, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι ακολούθως ισχυρίστηκε ότι προτού υπογράψει την κατάθεσή του τού τη διάβασε ο αστυνομικός που την είχε πάρει. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ τόσο αναξιόπιστο μάρτυρα τον παραπονούμενο, σε βαθμό που στη βάση της μαρτυρίας του - που είναι και η μόνη που τείνει να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο -, αδυνατώ να προβώ στην εξαγωγή οποιουδήποτε ενοχοποιητικού συμπεράσματος για τον κατηγορούμενο, συναφώς μ' οποιαδήποτε κατηγορία. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που του προσάπτει. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα, τραυματισμός, κατά παράβαση των άρθρων 234(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, επίθεση, προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο