Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστου Τοουλιά, Αρ. Υπόθεσης: 15183/13, 30/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15183/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστου Τοουλιά, από τη Χλώρακα Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.11.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: κα Λεμονάρη Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει μια κατηγορία επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, μια κατηγορία κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, δύο κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 1 μέχρι 4, κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 24 Αυγούστου, 2013, στη Δημοτική Αγορά Πάφου που βρίσκεται στην οδό Πετράκη Μιλτιάδους στην Πάφο, επιτέθηκε εναντίον του Χριστόφορου Χριστοφόρου από την Πάφο και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, επιτέθηκε παράνομα εναντίον της Μαρίας Βάσου Νικολάου από την Πάφο. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 24 Αυγούστου, 2013, στη Δημοτική Αγορά Πάφου που βρίσκεται στην οδό Πετράκη Μιλτιάδους στην Πάφο, σε δημόσιο μέρος, εξύβρισε τη Μαρία Βάσου Νικολάου από την Πάφο με τις φράσεις, «μαλακισμένη», «έλα να μου κάμεις πίπιλο», «δεν πας να γαμηθείς», «καθυστερημένη, πόρνη, πουτάνα», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 25 Αυγούστου, 2013, στη Δημοτική Αγορά Πάφου που βρίσκεται στην οδό Πετράκη Μιλτιάδους στην Πάφο, σε δημόσιο μέρος, εξύβρισε τη Μαρία Βάσου Νικολάου από την Πάφο με τις φράσεις, «να δεις ήντα που να σου κάμω ρε πουτάνα, πουτάνα», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Προς απόδειξη των παραπάνω κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες, τους παραπονούμενους, Χριστόφορο Χριστοφόρου (Μ.Κ.1) και Μαρία Σάββα Νικολάου (Μ.Κ.2). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία - σ' όλες τις κατηγορίες - και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, κατάθεσε ενόρκως. Προς υπεράσπισή του παρουσίασε ως μάρτυρα, το χειρουργό και Διευθυντή της Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, Παναγιώτη Παπαδόπουλο (Μ.Υ.1). Στο σημείο αυτό, να σημειωθεί ότι αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός, ότι, στις 24/8/2013 και ώρα 14:00, η γιατρός Φυσεντζίδου του Τμήματος Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, εξέτασε το Χριστόφορο Χριστοφόρου (Μ.Κ.1) και διαπίστωσε ότι φέρει εκδορές στο λαιμό. Τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής περικλείονται στις δυο γραπτές καταθέσεις του παραπονούμενου καθώς στη γραπτή κατάθεση της παραπονούμενης μητέρας του στην Αστυνομία (τεκμήρια 4, 5 και 7, αντίστοιχα). Αρχίζοντας αυτά που αφορούν στις πρώτες τρεις κατηγορίες, είναι τα εξής: Η παραπονούμενη (Μ.Κ.2) διατηρεί υποστατικό τύπου σνακ μπαρ στη Δημοτική Αγορά Πάφου που βρίσκεται στην οδό Πετράκη Μιλτιάδους στην Πάφο. Σ' αυτό, εκτός από την ίδια εργάζεται και ο παραπονούμενος γιός της (Μ.Κ.1). Δίπλα από το εν λόγω υποστατικό υπάρχει ακόμη ένα, ίδιου τύπου (σνακ μπαρ) το οποίο ανήκει στον πατέρα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος εργάζεται ως καθηγητής φυσικής αγωγής, συχνά εργάζεται και στο υποστατικό του πατέρα του. Μεταξύ των παραπονούμενων και του κατηγορούμενου, για περίοδο πέραν των 10 ετών υπήρχαν προστριβές, επειδή ο κατηγορούμενος, ενεργώντας ως κράχτης στέκεται στο πεζοδρόμιο μπροστά από τα δυο μαγαζιά και προσπαθεί να επηρεάσει τους πελάτες που περνούν απ' εκεί με σκοπό να κάτσουν στο μαγαζί τους. Γι' αυτή του συμπεριφορά, οι παραπονούμενοι τον είχαν καταγγείλει και στο Υπουργείο Παιδείας. Το Σάββατο 24/8/2013, ενώ η παραπονούμενη εξυπηρετούσε τους πελάτες του μαγαζιού της στα μπροστινά τραπεζάκια, εκεί ήταν και ο κατηγορούμενος, ο οποίος τους ενοχλούσε. Συγκεκριμένα, όταν έβλεπε τους τουρίστες να κάθονται στο μαγαζί της και όχι στο δικό του, τους μιλούσε στα αγγλικά ή μιλούσε σε κάποιο πελάτη του για τους πελάτες της και γύριζε και κοιτούσε να δει αν τον άκουγαν ή ερχόταν μπροστά από το τραπέζι των πελατών της και τους μιλούσε. Του είπε πολλές φορές να σταματήσει και δε σταματούσε. Κάθε φορά που του έλεγε να σταματήσει και να μην ενοχλεί τους πελάτες της, την έβριζε λέγοντάς της: «μαλακισμένη», «έμεινα ελεύθερος για να σε παντρευτώ». Απευθυνόμενος στους πελάτες του γι' αυτή, τους έλεγε: «Ρε θα παντρευτώ μια σιηράτη» Απευθυνόμενος στην ίδια, της έλεγε: «Έλα να μου κάνεις πίπιλο» Μεταξύ 12:30 - 12:40, ο κατηγορούμενος, ο οποίος συνέχιζε να ενοχλεί τους πελάτες της πήγε μπροστά από το μαγαζί της και τους μιλούσε στα αγγλικά. Αυτή του είπε να σταματήσει και να φύγει, ωστόσο, αυτός, όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά, της είπε: «Δεν πα να γαμηθείς;» Η παραπονούμενη θύμωσε οπότε και του έχυσε το φραπέ που έπινε στην μπλούζα του. Αυτός τότε, έτρεξε προς το μέρος της και την κυνήγησε για να τη δείρει. Για να σωθεί έτρεξε και μπήκε στο μαγαζί της. Ο κατηγορούμενος έβγαλε την μπλούζα του και της την έριξε και φωνάζοντας, την αποκαλούσε «καθυστερημένη, πόρνη, πουτάνα». Όταν ο παραπονούμενος, ο οποίος τη στιγμή αυτή βρισκόταν μέσα στο μαγαζί, είδε τη μητέρα του να τρέχει και να μπαίνει στο μαγαζί της και τον κατηγορούμενο να την κυνηγά μέχρι και την είσοδό του μαγαζιού, χωρίς, ωστόσο να εισέλθει σ' αυτό, έτρεξε προς το μέρος του για να δει τι γίνεται. Με το που τον άκουσε να βρίζει τη μητέρα του, θύμωσε και αφού τον πλησίασε σε απόσταση ενός μέτρου, του είπε: «Ήντα μπου είπες ρε;» Ο κατηγορούμενος τότε τού είπε κατά λέξη: «Τη μάνα σου την πουτάνα» και την ίδια ώρα τον έπιασε με το δεξί του χέρι από το λαιμό. Συγκεκριμένα, του αγκάλιασε το λαιμό με το χέρι του και τον έσφιγγε με τέτοιο τρόπο που το πρόσωπο του - παραπονούμενου - κόλλησε στο στήθος του. Ο παραπονούμενος, στην προσπάθειά του να απελευθερωθεί το δάγκωσε στο στήθος. Αυτός, συνέχισε να το σφίγγει οπότε, ο παραπονούμενος, ενστικτωδώς, με το δεξί του χέρι που ήταν ελεύθερο (το αριστερό του το είχε αγκαλιασμένο ο κατηγορούμενος καθώς τον έσφιγγε) τού χτύπησε με το δίσκο σερβιρίσματος που κρατούσε στο κεφάλι για να απελευθερωθεί όπως και έγινε. Αφού απελευθερώθηκε, απομακρύνθηκε από αυτόν και μπήκε στο μαγαζί της μητέρας του. Ότι τον είχε χτυπήσει στο κεφάλι με το δίσκο, το αντιλήφθηκε όταν απομακρύνθηκε από κοντά του και συγκεκριμένα, όταν τον είδε να κρατά το κεφάλι του. Αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι, απότοκο της επίθεσης που δέχθηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο είναι οι εκδορές που αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι έφερε στο λαιμό ο πρώτος, κατά την εξέτασή του, την ίδια μέρα, στις 14:00 (δηλαδή, μία περίπου ώρα αργότερα) από τη γιατρό Φυσεντζίδου. Αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την 4η κατηγορία, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι η εξής: Την επομένη, 25/8/2013 και ώρα 10:50 περίπου, ενώ οι παραπονούμενοι και δυο άλλα πρόσωπα βρίσκονταν στο μαγαζί των πρώτων, ο κατηγορούμενος, καθώς περνούσε με το αυτοκίνητό του, όταν έφθασε στο σημείο που βρίσκονταν οι πιο πάνω, αφού κατέβασε το παράθυρο του αυτοκινήτου, απευθυνόμενος στην παραπονούμενη με θυμωμένο και απειλητικό ύφος, της είπε: «Να δεις ήντα μπου να σου κάμω ρε πουτάνα, πουτάνα» Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών των παραπονούμενων, ο κατηγορούμενος, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 8), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής, τα οποία - με εξαίρεση ένα σημείο, το οποίο, όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ρωτήθηκε εάν υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσής του ως ορθό και αληθινό, δήλωσε πως δεν υιοθετεί - συνθέτουν την εκδοχή του αναφορικά τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης. Για την ώρα θα αναφερθώ στις διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς του, όπως διατυπώνονται στην ανακριτική του κατάθεση. Με το σημείο τού οποίου απέστη στο Δικαστήριο, θα ασχοληθώ αργότερα. Ειδικότερα: Δέχεται ότι τα επίδικα μαγαζιά βρίσκονται δίπλα δίπλα και στο μέρος που αναφέρουν και οι παραπονούμενοι. Ωστόσο αποτελεί θέση του, ότι το δικό τους ανήκει στην αδελφή του. Αποτελεί ακόμη θέση του ότι κατά διαστήματα πηγαίνει στο μαγαζί της αδελφής του και τη βοηθά όταν έχει πολλή δουλειά. Ο παραπονούμενος του δημιουργεί πολλά προβλήματα. Ο ίδιος είναι καθηγητής σε σχολείο και ο παραπονούμενος στέλλει συνεχώς επιστολές στο Υπουργείο Παιδείας και το φωτογραφίζει και στέλλει τις φωτογραφίες στο υπουργικό. Τηλεφωνά συνεχώς στο διευθυντή του σχολείου ότι δήθεν φεύγει από αυτό, εν ώρα εργασίας και πηγαίνει και εργάζεται στην αδελφή του, πράγμα που δεν ισχύει. Επίσης, κατά τη διάρκεια που είναι στο μαγαζί της αδελφής του και τη βοηθά υπάρχει κάποια ένταση μεταξύ τους, όσον αφορά τους πελάτες που περνούν στον πεζόδρομο μπροστά από τα δυο μαγαζιά. Συγκεκριμένα, οι δυο τους τυγχάνει να μιλήσουν στους πελάτες που περνούν επ' εκεί, με σκοπό να τους εξυπηρετήσουν. Όμως, μέχρι σήμερα δεν έχει δημιουργηθεί οποιοδήποτε επεισόδιο μεταξύ τους. Στον ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος βρισκόταν έξω από το μαγαζί της αδελφής του και μιλούσε με δυο πελάτες που περνούσαν στον πεζόδρομο, οι οποίοι μπήκαν και έκατσαν στο μαγαζί της αδελφής του. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε την παραπονούμενη, η οποία έπιασε ένα ποτήρι με καφέ και του το έριξε στο πρόσωπο, βρέχοντάς του και τη φανέλα που φορούσε. Εκνευρίστηκε γι' αυτό και αφού έβγαλε τη φανέλα, χωρίς να μετακινηθεί από τη θέση που ήταν, την έριξε προς το μέρος της παραπονούμενης. Μετά από αυτό κατευθύνθηκε προς το μαγαζί της αδελφής του να πλυθεί και ήρθε από πίσω του ο παραπονούμενος, ο οποίος το χτύπησε δυο φορές στο κεφάλι, με ένα μεγάλο σιδερένιο δίσκο σερβιρίσματος. Από τα χτυπήματα ζαλίστηκε, έκανε μια κίνηση με τα χέρια του να το σπρώξει μακριά, αλλά δεν τον ακούμπησε. Εκείνη την ώρα, ο παραπονούμενος το δάγκωσε στο πάνω μέρος της μασχάλης. Ο ίδιος έπεσε κάτω στο έδαφος και το κεφάλι του έτρεχε αίμα. Κάλεσαν ασθενοφόρο και τον πήραν από το μέρος. Σε καμιά περίπτωση εξύβρισε την παραπονούμενη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας, στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό, τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους παραπονούμενους, τον κατηγορούμενο καθώς και το γιατρό Παπαδόπουλο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Βλέπε και την Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Για την αξία της ιατρικής μαρτυρίας παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51).» Ειδικά για το γιατρό Παπαδόπουλο (Μ.Υ.1), ο οποίος κατάθεσε και ως πραγματογνώμονας προστίθενται και τα εξής: Είναι καλά γνωστό, ότι ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση (βλ. μεταξύ άλλων Pouris & another v. The Repuplic
(1983)2 C.L.R 170 και Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R 1). Ακολούθως, ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία, από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της ενώπιόν μου μαρτυρίας είμαι βέβαιος, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, την οποία θεωρώ και πιο λογική, συν τοις άλλοις, από την εκδοχή του κατηγορούμενου. Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δυο παραπονούμενων ως μαρτύρων είναι εξαιρετική. Και οι δυο απαντούσαν αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια και πειστικότατα σ' όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν και, παρότι αντεξετάστηκαν ικανά από την ευπαίδευτη δικηγόρο του κατηγορούμενου, όχι απλώς κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία τους σε σχέση με οτιδήποτε ανάφεραν, αλλά, αντίθετα, η συνέπειά τους, τόσο μεταξύ τους όσο και αυτοτελώς, καθ' όλη τη διάρκεια που έδιναν μαρτυρία είναι εκπληκτική. Απλή σύγκριση του περιεχομένου των δύο καταθέσεων του παραπονούμενου (τεκμήρια 4 και 5), το οποίο υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, με όσα ανάφερε δια ζώσης στο Δικαστήριο αποδεικνύει πόσο συνεπής ήταν ως μάρτυρας, κυρίως, επί της ουσίας όσων ανάφερε. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την παραπονούμενη μητέρα του, η οποία, για σκοπούς κυρίως εξέτασης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της δικής της γραπτής κατάθεσης στην Αστυνομία (τεκμήριο 7), ενώ, αντεξεταζόμενη, επανέλαβε σχεδόν με απόλυτη ακρίβεια και λεπτομερώς, όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της που περιέχονται στη γραπτή κατάθεσή της. Πέραν αυτών είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία και των δυο ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται ουσιωδώς και από την ιατρική μαρτυρία, η οποία, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί και πραγματική μαρτυρία με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και τον έλεγχο της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας, ως θέμα αρχής (βλ. τις Δημητρίου, Γεωργαλλά και Γεωργίου, ανωτέρω). Και κάτι ακόμη. Η μαρτυρία και των δυο αυτών μαρτύρων, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Προστίθενται και τα εξής: μολονότι η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου, με τη γραπτή αγόρευσή της ισχυρίζεται ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου (Μ.Κ.1) παρουσίασε σημαντικές αντιφάσεις και περίπου το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία της μητέρας του (Μ.Κ.2), οι κατ' ισχυρισμό της αυτές αντιφάσεις, θα έλεγα πως αναιρούν τον επί του προκειμένου ισχυρισμό της. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ. Σύμφωνα με την κυρία Λεμονάρη αποτελεί σημαντική αντίφαση, το γεγονός ότι ο παραπονούμενος, ενώ στην κατάθεσή του αναφέρει ότι αφού βγήκε από το εστιατόριο είδε τον κατηγορούμενο να ρίχνει τη φανέλα του στο πάτωμα, αντεξεταζόμενος ανάφερε πως δεν τον είδε να ρίχνει τη φανέλα του στο πάτωμα, αλλά, όταν βγήκε έξω από το εστιατόριο, ο κατηγορούμενος ήταν ημίγυμνος και η φανέλα του βρισκόταν στο πάτωμα. Παρατηρώ τα εξής: Ουδεμία σημασία αποδίδω στην παραπάνω αντίφαση, στην οποία, φαινομενικά, θα έλεγα, υπέπεσε ο μάρτυρας. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, ότι ο κατηγορούμενος κατά το επίδικο περιστατικό, κάποια στιγμή έβγαλε τη φανέλα του και την έριξε προς το μέρος της παραπονούμενης δεν το λένε μόνο οι παραπονούμενοι στη γραπτή κατάθεσή τους. Το αναφέρει και ο κατηγορούμενος στη δική του γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 8), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, ο μάρτυρας, ο οποίος κατάθεσε στο Δικαστήριο, τρία περίπου χρόνια μετά το επίδικο περιστατικό, αντεξεταζόμενος, δεν ισχυρίστηκε απλώς αυτά που αναφέρονται από την κυρία Λεμονάρη συναφώς με το θέμα. Όταν η κυρία Λεμονάρη - πολύ ορθά - τού έθεσε το σχετικό μέρος από την κατάθεσή του στην Αστυνομία και του ζήτησε να εξηγήσει γιατί στο Δικαστήριο δίνει διαφορετική εκδοχή, απαντώντας αυτός είπε τα εξής: «Εκείνο που ήταν σημαντικό εκείνη την ώρα για εμένα δεν ήταν αν έριξε τη φανέλα. Είναι ότι έτρεξε τη μητέρα μου να τη δείρει και ότι την αποκάλεσε "πουτάνα".» Εκτός του ότι θεωρώ λογική και πειστική την εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας για την αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι και το γεγονός, πως, όταν στη συνέχεια τού υποβλήθηκε πως ό,τι είπε τόσο στην κατάθεσή του όσο και στο Δικαστήριο δεν ευσταθούν, απαντώντας, ουσιαστικά, για ό,τι έγινε παράπεμψε στην κατάθεσή του, που με απλά λόγια σημαίνει ότι εν τέλει, η θέση του είναι πως είδε τον κατηγορούμενο να ρίχνει τη φανέλα του στο πάτωμα. Και κάτι ακόμη. Ενώ η κυρία Λεμονάρη τού υπόβαλε πως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι είδε τον κατηγορούμενο να ρίχνει τη φανέλα, της υπενθυμίζω απλώς, ότι, στην παραπονούμενη υπόβαλε ότι μετά που έλουσε του κατηγορούμενου το ποτήρι με το φραπέ, αυτός έβγαλε αμέσως ενστικτωδώς τη φανέλα και την πέταξε. Περαιτέρω, της υπόβαλε ότι ο γιος της, δηλαδή ο παραπονούμενος, είδε αυτό το συμβάν, αυτό το γεγονός, από το σημείο που στεκόταν μέσα στο μαγαζί. Το πόσο επαμφοτερίζουσα είναι η εκδοχή του κατηγορούμενου για το ίδιο θέμα είναι ολοφάνερο. Προστίθενται και τα εξής: εάν γι' αυτή την αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας, θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος, διερωτώμαι τι πρέπει συμβεί με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και πόσο αναξιόπιστος μάρτυρας θα πρέπει να κριθεί ο ίδιος. Το τι ακριβώς εννοώ θα διαφανεί σε λίγο. Σ' ό,τι αφορά την παραπονούμενη, με μόνο λόγο ότι η κατ' ισχυρισμό της κυρίας Λεμονάρη, αντίφαση, στην οποία υπέπεσε, χρονικά ανάγεται μετά το επίδικο περιστατικό, εξ αντικειμένου αναδεικνύεται και ο λόγος για τον οποίο τη θεωρώ επουσιώδη, οπότε, όχι μόνο δεν μπορεί να αποδυναμώσει τη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνει (βλ. την Akil (ανωτέρω)). Ωστόσο, ειδικά σ' αυτή την περίπτωση, εν τέλει, ουδεμία αντίφαση υπάρχει. Απεναντίας, αντιφατική είναι η επί του προκειμένου θέση του κατηγορούμενου. Ισχυρίζεται η κυρία Λεμονάρη, ότι, παρότι η μάρτυρας στη γραπτή κατάθεσή της αναφέρει ότι μετά που ο κατηγορούμενος μπήκε στο μαγαζί του, η ίδια δέχθηκε επίθεση από την αδελφή του κατηγορούμενου και το γιό της, αυτό, ούτε στην κυρίως εξέταση το έχει αναφέρει μα ούτε και κατά την αντεξέτασή της. Ενώ κατά την αντεξέτασή της, προστίθεται, ρωτήθηκε κατ' επανάληψη τι έχει συμβεί μετά το ισχυριζόμενο περιστατικό δεν έκανε καμιά αναφορά στον πιο πάνω ισχυρισμό τον οποίο προβάλλει στην κατάθεσή της. Παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου, ισχυριζόμενη ότι η μάρτυρας, στην κυρίως εξέταση δεν ανάφερε ό,τι και στην κατάθεσή της, με όλο το σεβασμό θεωρώ ότι παραβλέπει ή διέλαθε της προσοχής της, ότι η παραπονούμενη, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της, το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής στην Αστυνομία. Επομένως, την ίδια ώρα και τον επί του προκειμένου ισχυρισμό της. Συνεπώς, η συγκεκριμένη θέση της κυρίας Λεμονάρη είναι αβάσιμη. Ακολούθως, το γεγονός ότι η παραπονούμενη, όταν αντεξεταζόμενη κλήθηκε να πει τι είχε συμβεί μετά το επίδικο περιστατικό δεν επανέλαβε τον παραπάνω ισχυρισμό της - της γραπτής κατάθεσής της -, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια αποτελεί αντίφαση. Κάτι τέτοιο θα ίσχυε σε περίπτωση που η μάρτυρας, αντεξεταζόμενη είτε περίγραφε ουσιωδώς διαφορετικά το συγκεκριμένο γεγονός απ' ό,τι το περιγράφει στην κατάθεσή της είτε ακόμη, σε περίπτωση που αντεξεταζόμενη αρνιόταν ότι αυτό έλαβε χώρα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα είναι τόσο αρνητική, σε βαθμό που, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του που συνάδει με άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, κατά τα λοιπά, απορρίπτω τη μαρτυρία του, ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδή. Ο κατηγορούμενος, στις πλέον ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας είτε ακόμη που δεν υποβλήθηκαν στους παραπονούμενους, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν είτε τέλος, που είναι σε αντίθεση με ό,τι είχε υποβληθεί σ' αυτούς από την ευπαίδευτη δικηγόρο του. Πέραν τούτου, η μαρτυρία του, κατά μία εκδοχή, καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, ενώ, στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του γιατρού Παπαδόπουλου (Μ.Υ.1), θα αναφερθούν οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορώ να δεχθώ ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα επιβεβαιώνει την εκδοχή του κατηγορούμενου, στον βαθμό που αυτός τον επικαλείται για να εξουδετερώσει την περί αντιθέτου εκδοχή των παραπονούμενων. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του κατηγορούμενου ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (τεκμήριο 8), ότι, μετά που του έριξε τον καφέ στο πρόσωπο η παραπονούμενη και του έβρεξε τη φανέλα που φορούσε, την οποία έβγαλε και έριξε προς το μέρος της κατευθύνθηκε προς το μαγαζί της αδελφής του για να πλυθεί οπότε ήρθε από πίσω του ο παραπονούμενος και το χτύπησε δυο φορές στο κεφάλι, με ένα μεγάλο μεταλλικό δίσκο σερβιρίσματος. Όπως αναφέρει στη συνέχεια, από τα χτυπήματα ζαλίστηκε. Παρότι στο στάδιο της κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία ως ορθό και αληθινό, με εξαίρεση, ένα μόνο ισχυρισμό (όπως είπε κατά λέξη: «Στο σημείο που λέει ότι τον ακούμπησα»), όταν κλήθηκε από τη δικηγόρο του να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο δεν υιοθετεί το συγκεκριμένο σημείο, απαντώντας, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: «Επειδή δεν τον ακούμπησα. Δηλαδή, πώς έγινε το περιστατικό, τούτος (εννοώντας τον παραπονούμενο) ήρθε ακριβώς πίσω από εμένα για να με χτυπήσει με το δίσκο, εγώ έβλεπα προς τη θάλασσα, θυμάμαι ήρθε ακριβώς πίσω μου, δεν τον πρόσεξα καθόλου και με χτύπησε στο κεφάλι, προσπάθησε να με χτυπήσει και δεύτερη φορά, ο δίσκος ήταν πάνω ψηλά, τον έπιασε κάπως με το χέρι και ο δίσκος έφυγε από το χέρι του και έπεσε στο έδαφος. Εγώ τον έπιασα κάτω από το λαιμό και το γύρισα μέσα στις μασχάλες μου, κάτω ακριβώς από τις μασχάλες μου. Κάπου με δάγκωσε, ακριβώς στο σημείο τούτο (έδειξε τη δεξιά πλευρά του κάτω από τη μασχάλη). Ευθύς ένιωσα το αίμα να τρέχει από το κεφάλι μου προς τα μπρος και μόλις ένιωσα το αίμα, γιατί μπήκαν και άλλοι στον καυγά και τον άφησα και ήταν τα μόνα που θυμούμαι.» Τίθενται τα εξής ερωτήματα: τελικά, την ώρα που ο παραπονούμενος το χτύπησε με το δίσκο στο κεφάλι, ο ίδιος τι έκανε; Κατευθύνθηκε προς το μαγαζί της αδελφής του για να πλυθεί ή έβλεπε στη θάλασσα; Ακολούθως, ο παραπονούμενος, πόσες φορές του χτύπησε με το δίσκο στο κεφάλι; Δύο φορές, οπότε και ζαλίστηκε από τα χτυπήματα, όπως αναφέρει στην κατάθεσή του ή μια και προσπάθησε να το χτυπήσει και δεύτερη φορά, όπως ανάφερε στο Δικαστήριο; Το μέγεθος των πρώτων αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε και μάλιστα, εντελώς αβίαστα είναι ολοφάνερο. Ερωτηθείς από τη δικηγόρο του γιατί δεν ανάφερε τις παραπάνω λεπτομέρειες στην κατάθεσή του ισχυρίστηκε πως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που έδινε κατάθεση, όταν πήγε ο αστυνομικός στο νοσοκομείο, ο ίδιος νοσηλευόταν εκεί με ράμματα και δε θυμόταν πως έγινε το περιστατικό. Προφανώς δεν μπορώ να δεχθώ την αιτιολογία που προβάλλει, για το γεγονός ότι σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, άλλα είπε στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία και άλλα στο Δικαστήριο. Για να το πω πιο απλά, στη περίπτωσή του, αυτό που συμβαίνει δεν είναι αυτό για το οποίο ρωτήθηκε από τη δικηγόρο του. Δηλαδή, ότι στο Δικαστήριο αναφέρθηκε με περισσότερες λεπτομέρειες για ένα γεγονός το οποίο αναφέρει και στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία. Αυτό που έκανε είναι ότι για το ίδιο περιστατικό, άλλα λέει στην κατάθεσή του στην Αστυνομία και άλλα ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, γεγονός το οποίο καθιστά αντιφατική και αναξιόπιστη τη μαρτυρία του. Για να συνεχίσω, στην ανεπιτυχή προσπάθειά του να εξουδετερώσει την ιατρική μαρτυρία, η οποία, ενώ καταρρίπτει την εκδοχή του σε μια από τις πλέον ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, την ίδια ώρα επιβεβαιώνει πλήρως την περί αντιθέτου εκδοχή των παραπονούμενων, υπέπεσε και σε νέα αντίφαση. Ενώ όπως είπε, το μόνο σημείο της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία που δεν υιοθετεί είναι το σημείο που λέει ότι ακούμπησε τον παραπονούμενο και τούτο, επειδή, όπως ισχυρίστηκε, δεν τον ακούμπησε, στη γραπτή κατάθεσή του, αναφέρει ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, ότι δεν ακούμπησε τον παραπονούμενο. Οι δύο αντιφατικές εκδοχές του αναφορικά με την επίθεση που είχε δεχθεί από τον παραπονούμενο με το δίσκο στο κεφάλι αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Χωρίς να χρειάζεται να αναφέρω τι υποβλήθηκε στην παραπονούμενη για το ίδιο θέμα περιορίζομαι σε ό,τι υποβλήθηκε στον παραπονούμενο από την ευπαίδευτη δικηγόρο του. Η κυρία Λεμονάρη, του υπόβαλε τα εξής: την ώρα που είδε τη μητέρα του να τρέχει προς το εστιατόριο, μέσα στο εστιατόριο, είδε τον κατηγορούμενο να στέκεται έξω από το εστιατόριο τους, να περπατά προς το εστιατόριο της μητέρας του και έτρεξε με το δίσκο σερβιρίσματος και το χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο κατηγορούμενος, προσπάθησε να τον αποτρέψει από το να του ξαναχτυπήσει με το δίσκο και ο ίδιος τον πήρε αγκαλιά και το δάγκωσε σ' εκείνο το σημείο. Ο κατηγορούμενος, μετά το χτύπημα ζαλίστηκε και έπεσε στο έδαφος. Απλή σύγκριση των πιο πάνω με αυτά που αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος καθώς και με αυτά που ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, αν αποδεικνύει κάτι είναι τις τρεις διαφορετικές, μέχρι στιγμής, εκδοχές του, για το ίδιο θέμα. Μία αναφορά του κατηγορούμενου στην ανακριτική του κατάθεση αποτελεί έμμεση επιβεβαίωση των παραπονούμενων, ως προς το λόγο για τον οποίο υπήρχαν προστριβές μεταξύ των τριών για πολλά χρόνια καθώς και για την αιτία του επίδικου περιστατικού. Η εν λόγω αναφορά ακολουθεί αυτούσια: «Επίσης, κατά τη διάρκεια που είμαι στο σνακ μπαρ της αδελφής μου και τη βοηθώ, συνήθως υπάρχει κάποια ένταση μεταξύ μας όσον αφορά τους πελάτες που περνούν στον πεζόδρομο μπροστά από το εστιατόριο του και το σνακ μπαρ της αδελφής μου και συγκεκριμένα τόσο εγώ όσο και αυτός τυγχάνει να μιλήσουμε στους πελάτες που περνούν με σκοπό να τους εξυπηρετήσουμε.» Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αποκαλεί εξυπηρέτηση των πελατών, αυτό που καθ' ομολογία του έκανε στον ουσιώδη χρόνο (και λέω έκανε επειδή, στον παραπονούμενο, ουδέποτε υποβλήθηκε ότι έκανε κάτι ανάλογο), δεν αναιρεί την ουσία της παραδοχής του που έγκειται στο γεγονός, πως όταν πήγαινε στο μαγαζί της αδελφής του, βασικά επιδιδόταν σε άγρα πελατών. Ο παραπονούμενος, συναφώς με το θέμα, στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει τα εξής: «Εδώ και πάνω από δέκα χρόνια τόσο εγώ όσο και οι γονείς μου είχαμε προστριβές με τον Χριστάκη Τοουλιά, ο οποίος προσπαθεί να επηρεάσει τους πελάτες που περνούν μπροστά από τα καταστήματά μας με σκοπό να κάτσουν στο δικό τους καφεστιατόριο.» Και λίγο παρακάτω: «Σήμερα 24/08/13 κατά η ώρα 10:00 περίπου ενώ βρισκόμουν στο εστιατόριο μας και εργαζόμουν, η μητέρα μου Μαρία Βάσου Νικολάου μου ανάφερε ότι ο Χριστάκης Τοουλιάς, ο οποίος σήμερα εργαζόταν στο εστιατόριο του πατέρα του ενοχλούσε τους πελάτες που περνούσαν μπροστά από τα καταστήματά μας και μου είπε επίσης ότι την έβρισε, αλλά δεν μου είπε με ποια φράση την έβρισε. Εγώ δεν έδωσα σημασία γιατί και στο παρελθόν ο Χριστάκης Τοουλιάς είχε την ίδια συμπεριφορά.» Η μητέρα του επίσης, στη δική της κατάθεση αναφέρει τα εξής: «Το Σάββατο 24/8/13 ενώ πήγα κανονικά στην δουλεία μου και εξυπηρετούσα τους πελάτες του μαγαζιού μου που βρίσκονταν στα μπροστινά τραπεζάκια ο Χριστάκης Τοουλιάς, καθηγητής γυμναστικής διορισμένος στο Πολέμι και στο γυμνάσιο Αποστόλου Παύλου ήταν εκεί και έκαμνε τον κράχτη στον πεζόδρομο μπροστά από τα μαγαζιά μας και ενοχλούσε τους πελάτες μου. Τον τελευταίο καιρό το μαγαζί του Χριστάκη Τοουλιά δεν πηγαίνει καλά, δεν έχει πελάτες και με την πρώτη ευκαιρία ενοχλεί τους πελάτες μου. Μεταξύ μας υπήρχαν προστριβές εδώ και χρόνια, 10 περίπου, καθότι πάντα με έβριζε, εμένα και τα παιδιά μου ακόμα και τον άντρα μου που πέθανε τον Νιόβρη του 2010 και τον κατάγγειλα πολλές φορές στην Αστυνομία, στο Υπουργείο Παιδείας αλλά κανένας δεν έκανε κάτι, υπήρχε αδιαφορία.» Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του. Ειδικότερα: Όταν κλήθηκε να πει γιατί στο Δικαστήριο διαφοροποίησε τη θέση του, όπως αυτή είναι διατυπωμένη στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, απαντώντας, ισχυρίστηκε πως όταν έδωσε την κατάθεσή του ήταν ακόμη ζαλισμένος από το χτύπημα και δε θυμάται τα πάντα. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι αυτό, το ανάφερε στον αστυνομικό, αλλά αυτός επέμενε να του πάρει κατάθεση την ίδια ώρα. Ομολογώ πως, κάθε άλλο, παρά πειστική θεωρώ την εξήγηση που έδωσε, στην προσπάθειά του να αιτιολογήσει το γεγονός, ότι, στο Δικαστήριο, απέστη αρκετών ουσιωδών ισχυρισμών του, τους οποίους προβάλλει στην ανακριτική του κατάθεση. Καταρχήν, η ανακριτική του κατάθεση, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του σ' αυτή είναι ψευδείς, παρουσιάζει τέτοια συνοχή, που δεν μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι προέρχεται από άνθρωπο ζαλισμένο, ο οποίος είχε πρόβλημα να διατυπώσει συγκροτημένα αυτά που ήθελε να πει. Έπειτα διερωτώμαι και πόσο λογικό είναι να ισχυρίζεται πως δε θυμόταν τα πάντα, με αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα που έλαβαν χώρα, μερικές, μόλις, ώρες, προτού κληθεί να τα αναφέρει ανακρινόμενος, τη στιγμή που στην ίδια κατάθεση αναφέρεται και σε διάφορα άλλα γεγονότα που προηγήθηκαν. Και γιατί όταν θυμήθηκε τα γεγονότα δεν ζήτησε να του ληφθεί συμπληρωματική κατάθεση για να τα αναφέρει, παρά μόνο, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, με εξαίρεση, μόνο ένα σημείο, για το οποίο υπέπεσε και σε νέα αντίφαση; Ο ισχυρισμός του ότι στο Δικαστήριο περιγράφει το επίδικο περιστατικό ακριβώς όπως και στην κατάθεσή του και απλώς δε θυμόταν ορισμένα πράγματα, αν αποδεικνύει κάτι είναι το εξής: είτε δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε είτε αδιαφορεί γι' αυτές. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και η απάντησή του όταν ρωτήθηκε εάν όπως είπε και προφορικά στο Δικαστήριο, με τους παραπονούμενους είχαν προβλήματα από παλιά. Απάντησε ως εξής: «Όχι μαζί με εμένα, γενικά με την οικογένειά μου, τον πατέρα μου, τη μητέρα μου που είναι μακαρίτες και οι δυο και την αδελφή μου.» Του υπενθυμίζω απλώς, ότι, στην ανακριτική του κατάθεση ισχυρίζεται τα εξής: ο παραπονούμενος τού δημιουργεί συνεχώς προβλήματα στη δουλεία. Ο ίδιος είναι καθηγητής σε σχολείο και ο παραπονούμενος στέλλει συνεχώς επιστολές στο Υπουργείο Παιδείας, το φωτογραφίζει και στέλλει τις φωτογραφίες στο Υπουργείο, ενώ τηλεφωνά συνεχώς στο Διευθυντή του σχολείου του ότι δήθεν φεύγει από αυτό την ώρα της εργασίας του και πηγαίνει και εργάζεται στην αδελφή του. Σε σχέση με το πρώτο επεισόδιο που είχε με την παραπονούμενη, το απέδωσε στο γεγονός, ότι αυτή νευρίασε επειδή δυο πελάτες πήγαν και κάθισαν στο μαγαζί της αδελφής του. Όπως είπε λίγο αργότερα, η παραπονούμενη ζήλεψε γι' αυτό και αιφνιδίως, είπε στην υπάλληλό της - που παρέλειψε να το πει στην κατάθεσή του - «Φέρε ένα ποτήρι καφέ και θα δεις τι θα του κάμω εγώ.» Και συνεχίζοντας ισχυρίστηκε τα εξής: «Μου το έβαλε πάνω στο μεσαίο τραπεζάκι αιφνιδίως και εγώ έβλεπα προς τη θάλασσα που το έριξε στο πρόσωπό μου». Για το ίδιο περιστατικό, στη γραπτή κατάθεσή του ισχυρίζεται τα εξής, που προφανώς είναι διαφορετικά: το γεγονός ότι οι δυο πελάτες που περνούσαν από τον πεζόδρομο κάθισαν στο μαγαζί της αδελφής του εκνεύρισε την παραπονούμενη, η οποία έπιασε ένα ποτήρι με καφέ και του το έριξε στο πρόσωπο. Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Όμως, αν υποτεθεί ότι αυτό που έγινε είναι αυτό που ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: αφ' ης στιγμής η παραπονούμενη, επειδή ζήλεψε που οι δυο πελάτες κάθισαν στο μαγαζί της αδελφής του - και όχι στο δικό της -, απευθυνόμενη στην υπάλληλό της, της είπε «Φέρε ένα ποτήρι καφέ και θα δεις τι θα του κάμω εγώ.», τι άλλο θα πρεπε να πει αυτή, για να καταλάβει ο ίδιος, ότι το ποτήρι με τον καφέ δεν το είχε ζητήσει από την υπάλληλό της για να του προσφέρει καφέ, αλλά, για να του ρίξει; Λέγοντας αυτά αναδεικνύεται πόσο παράλογος είναι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του και το ίδιο ισχύει και για τον επόμενο, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι υπό τις συνθήκες που ανάφερε και ενώ έβλεπε προς τη θάλασσα, η παραπονούμενη, αιφνιδίως του έριξε τον καφέ στο πρόσωπό.» Όπως στεκόμουν, έβγαλα τη φανέλα, σκούπισα το πρόσωπό μου και έριξα τη φανέλα προς το μέρος της παραπονούμενης ισχυρίστηκε κάποια στιγμή, αργότερα. «Ναι, αλλά πού στεκόσουν;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Στο χώρο το δικό μας.» απάντησε. Στην υποβολή που ακολούθησε, απαντώντας, επανέλαβε τον ισχυρισμό πως ήταν στο δικό τους χώρο όταν έριξε τη φανέλα. «..όταν λέεις στο χώρο το δικό σου, πού στέκεσουν ακριβώς, προς το μαγαζί της Μαρίας (δηλαδή, της παραπονούμενης);» ήταν η επόμενη ερώτηση. «Στο χώρο της Μαρίας.» απάντησε. Ακολούθησε η ερώτηση: «Προς το χώρο της Μαρίας ή πιο μακριά ας πούμε;» Και η απάντησή του: «Ο διαχωρισμός μεταξύ μας είναι ένα σανίδι, μιλούμε για 5 εκατοστά σανίδι, ήμουν ακριβώς στο χώρο το δικό μου.». Η ευκολία με την οποία για το ίδιο θέμα μετακινιόταν από τη μια θέση στην άλλη είναι ολοφάνερη. Όταν του υποβλήθηκε η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τον τρόπο που είχε επιτεθεί του παραπονούμενου, «Αυτό είναι ψέματα. Ούτε ένιωσα το ότι με δάγκωσε κάτω από τη μασχάλη.» απάντησε. Του υπενθυμίζω απλώς, ότι, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, περιγράφοντας το συγκεκριμένο περιστατικό, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: «Εγώ τον έπιασα κάτω από το λαιμό και το γύρισα μέσα στις μασχάλες μου, κάτω ακριβώς από τις μασχάλες μου. Κάπου με δάγκωσε, ακριβώς στο σημείο τούτο. Ευθύς ένιωσα το αίμα να τρέχει από το κεφάλι μου προς τα μπρος και μόλις ένιωσα το αίμα γιατί μπήκαν και άλλοι στον καυγά και τον άφησα και ήταν τα μόνα που θυμούμαι.» Πέραν από την προφανή αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι και το γεγονός, ότι, ο ισχυρισμός του πως μπήκαν και άλλοι στον καυγά και άφησε τον παραπονούμενο, αποτελεί νέα εκδοχή, η οποία, ασφαλώς δίνει νέα διάσταση στο επίδικο περιστατικό. Η ομολογία του, ότι την επομένη, 25/8/2013 είχε περάσει έξω από το μαγαζί της παραπονούμενης για να πάει σπίτι του, χωρίς, ωστόσο - όπως είπε - να γίνει απολύτως τίποτε μεταξύ τους, ενώ από τη μια συγκρούεται με αυτό που είπε στη συνέχεια και συγκεκριμένα, ότι είδε τους παραπονούμενους να κάθονται στο μαγαζί τους και τους είπε: «Θα τα πούμε στο Δικαστήριο..» από την άλλη, αποτελεί έμμεση επιβεβαίωση όσων αναφέρουν οι παραπονούμενοι για το συγκεκριμένο περιστατικό, τα οποία, σ' ό,τι αφορά στο τι είπε ο κατηγορούμενος και σε ποιον απευθυνόταν είναι τελείως διαφορετικά. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα καθώς και τους λόγους για τους οποίους, από τη μαρτυρία του - για να επαναλάβω - με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που συνάδει με άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, το οποίο αποδέχομαι κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Ο Παναγιώτης Παπαδόπουλους (Μ.Υ.1) αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι είναι χειρουργός και διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Όπως αναφέρει - μεταξύ άλλων - στο ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 9) που ετοίμασε με αναφορά στον κατηγορούμενο, αυτός διακομίστηκε στο ΤΕΠΑ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, στις 24/8/2013, μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό. Έφερε συρραφέν τραύμα ινιακά, εγκαύματα τριβής στο αριστερό άνω άκρο έσω επιφάνειας βραχίονα και εκδορές έξω επιφανείας ρινός. Ανάφερε απώλεια αισθήσεων μερικών λεπτών και δεν έφερε άλλες εξωτερικές κακώσεις. Ο μάρτυρας, απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων υπόδειξε σε ποιο σημείο στο κεφάλι του κατηγορούμενου ήταν το συρραφέν τραύμα. Όταν του τέθηκε η εκδοχή του κατηγορούμενου ότι δέχθηκε βίαιο χτύπημα πίσω στο κεφάλι με ένα δίσκο σερβιρίσματος που κρατούσε άλλο πρόσωπο, ως επίσης και ότι μετά από το χτύπημα, έχασε τις αισθήσεις του για ελάχιστο χρόνο και έπεσε στο έδαφος και ρωτήθηκε κατά πόσο τα τραύματά του συνάδουν με την εκδοχή του, όπως είπε απαντώντας, εξαρτάται από τη βία που εξασκήθηκε στο κεφάλι του ασθενούς. Εάν είναι αρκετή τότε μπορεί αυτός να έχει τα συμπτώματα που περιγράφει. Απαντώντας σε άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι εάν ο ασθενής, μετά το χτύπημα απώλεσε έστω για δευτερόλεπτα τις αισθήσεις του είναι φυσικό επακόλουθο να πέσει στο έδαφος και να έχει τις εκδορές και τα εγκαύματα τριβής από την πτώση. Αντεξεταζόμενος ανάφερε και τα εξής: Δεν μπορεί να απαντήσει πόσα ράμματα είχε στην ινιακή χώρα ο κατηγορούμενος, επειδή η συρραφή έγινε στις Α' Βοήθειες. Το τραύμα στο κεφάλι του ήταν πίσω χαμηλά. Δεν ήταν παρών για να ξέρει πώς έγινε το χτύπημα, αλλά, υπολογίζοντας με το τραύμα, πρέπει να έγινε με την εγκοπή του δίσκου. Όταν του τέθηκε το σενάριο, το άτομο που προκάλεσε το τραύμα στο κεφάλι του κατηγορούμενου, να βρισκόταν αγκαλιασμένο από αυτόν, απέναντί του και να τον είχε χτυπήσει στην προσπάθειά του να αποδεσμευτεί ο μάρτυρας απάντησε ως εξής: «Δε νομίζω ότι η βία που μπορεί να εξασκηθεί με τουν τον τρόπο, αν κατάλαβα καλά, να είναι ικανή ώστε να σκίσει το κεφάλι» Ο μάρτυρας έδωσε την ίδια απάντηση και για το σενάριο, ο κατηγορούμενος να μην ήταν εντελώς όρθιος, αλλά να ήταν σε μια στάση «γυρτός» με το κεφάλι του να είναι πιο χαμηλά. Στην υποβολή ότι τα τραύματα που αναφέρει στο πιστοποιητικό του προκλήθηκαν κατά τον τρόπο που τέθηκε από την κυρία Περγαντή «..ως η θέση της κατηγορούσας αρχής..» ο μάρτυρας απάντησε ως εξής: «Απάντησα προηγουμένως, δεν πιστεύω ότι μπορεί να είσαι κατά πρόσωπο και να έρθει το χέρι από πίσω να χτυπήσει ώστε να ανοίξει το κεφάλι. Αυτή είναι η άποψή μου.» Δηλώνω ευθέως, ότι με εξαίρεση το παραπάνω μέρος της μαρτυρίας του γιατρού Παπαδόπουλου, που για λόγους που θα αναφέρω αμέσως, δεν αποδέχομαι, κατά τα λοιπά δέχομαι τη μαρτυρία του, στο σύνολό της, αφού, εκτός από αξιόπιστη, σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε και αναντίλεκτη. Οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη του μάρτυρα - γιατί περί άποψης πρόκειται και όχι για γνώμη - αναφορικά με τον τρόπο που ο παραπονούμενος είχε χτυπήσει και τραυματίσει τον κατηγορούμενο στο κεφάλι, χτυπώντας τον με το δίσκο σερβιρίσματος είναι οι εξής: Καταρχήν, όπως είπε ο μάρτυρας δεν ήταν παρών για να ξέρει πως έγινε το χτύπημα, το οποίο υπολογίζει να έγινε με την εγκοπή του δίσκου. Ακολούθως, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την έκταση του τραύματος του κατηγορούμενου στο κεφάλι, γεγονός το οποίο επιμαρτυρείται από την απάντησή του στην ερώτηση κατά πόσο θυμάται πόσα ράμματα είχε ο κατηγορούμενος στην ινιακή χώρα, την οποία, όπως είπε δεν μπορούσε να απαντήσει επειδή η συρραφή είχε γίνει στις Α' Βοήθειες. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του παραπονούμενου ως μάρτυρα είναι τόσο καλή - σε αντίθεση με ό, τι ισχύει για τον κατηγορούμενο - επομένως, δέχομαι τη μαρτυρία του και κατ' επέκταση την εκδοχή του και επί του προκειμένου. Προστίθενται και τα εξής: Ο μάρτυρας που είναι χειρουργός - και όχι ιατροδικαστής - μολονότι διατύπωσε τη βολική, για τον κατηγορούμενο, άποψη, υπέρ του οποίου κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει - και κατάθεσε - ως μάρτυρας και την ίδια ώρα απέκλεισε την εκδοχή του παραπονούμενου, ως προς τον τρόπο με τον οποίο είχε χτυπήσει τον κατηγορούμενου με το δίσκο στο κεφάλι, κανένα απολύτως επιστημονικό κριτήριο ή δεδομένο έθεσε υπόψη μου, για να διαφανεί πού εδράζεται η επί του προκειμένου άποψή του και κυρίως, για να μπορεί να ελεγχθεί και εξακριβωθεί εκ μέρους μου η ορθότητά της, προκειμένου να μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια σ' αυτή για να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματά για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο (βλ. Pouris και Philippou, ανωτέρω). Για να το πω και διαφορετικά, για ό,τι ανάφερε συναφώς με το θέμα δεν μπορώ να το θεωρήσω ως εμπειρογνώμονα/πραγματογνώμονα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή των παραπονούμενων και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή εκτίθεται πλήρως σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Υπεισέρχομαι στη νομική πτυχή της υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί αντιμετωπίζει μια κατηγορία επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, μια κατηγορία κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, δυο κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 24/8/2013, στη Δημοτική Αγορά Πάφου που βρίσκεται στην οδό Πετράκη Μιλτιάδους στην Πάφο, επιτέθηκε εναντίον του παραπονούμενου και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα προνοεί ότι: «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι πρώτο, η επίθεση, κατά το άρθρο 242 του ποινικού κώδικα και δεύτερο, αποτέλεσμα της οποίας είναι η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, το άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης, με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας, χωρίς νομικό έρεισμα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν, ως αποτέλεσμα της επίθεσης, υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime, σελ. 629 αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56 αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ούτε και είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη, καθώς, πραγματική σωματική βλάβη θεωρείται και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση (βλ. την Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Παρατηρώ τα εξής: Η ενέργεια του κατηγορούμενου να αγκαλιάσει τον παραπονούμενο από το λαιμό και ακολούθως, σφίγγοντάς τον, να του εγκλωβίσει το κεφάλι στο στήθος του, ακόμη και μετά που ο παραπονούμενος, στην προσπάθειά του να απελευθερωθεί τον είχε δαγκώσει στο στήθος αποτελεί εκ προθέσεως άσκηση βίας σε βάρος του παραπονούμενου, η οποία ασκήθηκε παράνομα και προφανώς, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Ούτε και μπορεί ο κατηγορούμενος να επικαλείται την αυτοάμυνα, ως ασπίδα προστασίας γι' αυτή την παράνομη ενέργειά του, δοθέντος ότι, ο ίδιος είναι που εντελώς απρόκλητα είχε επιτεθεί στον παραπονούμενο και όχι το αντίθετο και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. την Αχτάρ, ανωτέρω) η άμυνα και η χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης είναι υπό ορισμένες προϋποθέσεις νόμιμη, ωστόσο, θα πρέπει να έχει ως αντικειμενικό στόχο την απόκρουση μια επιθετικής ενέργειας. Στην προκειμένη περίπτωση - για να επαναλάβω - επιτιθέμενος ήταν ο κατηγορούμενος και όχι ο παραπονούμενος, επομένως, ο πρώτος δε νομιμοποιείται να επικαλείται την υπεράσπιση της αυτοάμυνας. Αντίθετα, αυτοάμυνα συνιστά η ενέργεια του παραπονούμενου, πρώτα να δαγκώσει τον κατηγορούμενο στο στήθος και έπειτα να του χτυπήσει με το δίσκο στο κεφάλι. Και το ένα και άλλο, στην προσπάθειά του να απελευθερωθεί από τα χέρια του, έτσι όπως τον είχε εγκλωβισμένο από το λαιμό, χωρίς να μπορεί να αναπνεύσει. Ακολουθεί ότι το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Απ' εκεί και πέρα, οι εκδορές που έφερε ο παραπονούμενος κατά την εξέτασή του από τη γιατρό Φυσεντζίδου στις 14:00, την ίδια μέρα, λιγότερο από δυο ώρες μετά την επίθεση που είχε δεχθεί από τον κατηγορούμενο αποτελούν ασφαλώς πραγματική σωματική βλάβη. Οι εκδορές ήταν στο λαιμό του παραπονούμενου, δηλαδή, στο σημείο που του είχε επιτεθεί ο κατηγορούμενος. Σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, αυτές, δεν έχει αποδειχθεί ότι προήλθαν οποτεδήποτε μετά που είχε τελειώσει το επίδικο περιστατικό μέχρι και την ώρα της ιατρική εξέτασης του παραπονούμενου είτε ακόμη, ότι προϋπήρχαν είναι βέβαιο, ότι αποτελούν απότοκο της επίθεσης που ο παραπονούμενος είχε δεχθεί από τον κατηγορούμενο. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Επίθεση τη εννοία του Νόμου αποτελεί ασφαλώς και η ενέργεια του κατηγορούμενου που προηγήθηκε του παραπάνω περιστατικού, ο οποίος, όταν η παραπονούμενη τού έριξε το φραπέ που έπινε στην μπλούζα που φορούσε - αφού προηγουμένως ο ίδιος την είχε εξυβρίσει με τη φράση: «Δεν πα να γαμηθείς;» -, έτρεξε προς το μέρος της και την κυνήγησε για τη δείρει οπότε, αυτή, για να γλυτώσει έτρεξε προς το μαγαζί της, με τον κατηγορούμενο να βγάζει την μπλούζα του και να την πετά προς το μέρος της. Παρότι επίθεση, αποτελεί και η ενέργεια της παραπονούμενης να του ρίξει το φραπέ στην μπλούζα, εντούτοις, αυτή η ενέργειά της, δεν καθιστά νόμιμες τις δικές του ενέργειες, αφού, όσο ισχυρή κι αν ήταν η πρόκληση της παραπονούμενης, που με τη σειρά της έδρασε όπως έδρασε σε βάρος του, υπό μορφή αντίδρασης, ένεκα του γεγονότος ότι την εξύβρισε που επίσης αποτελεί πρόκληση, αυτός κανένα δικαίωμα είχε να της επιτεθεί όπως της επιτέθηκε, κάτι για το οποίο, ασφαλώς δεν είχε τη συγκατάθεσή της. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος και της 2ης κατηγορίας, επίσης στοιχειοθετείται πλήρως. Με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 24/8/2013 και πάλι, στη Δημοτική Αγορά Πάφου που βρίσκεται στην οδό Πετράκη Μιλτιάδους στην Πάφο, σε δημόσιο μέρος, εξύβρισε την παραπονούμενη με τις φράσεις, «μαλακισμένη», «έλα να μου κάμεις πίπιλο», «δεν πας να γαμηθείς», «καθυστερημένη, πόρνη, πουτάνα», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Τέλος, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 25/8/2013, βασικά, στο ίδιο μέρος που εξύβρισε την παραπονούμενη με τις παραπάνω φράσεις, την εξύβρισε και με τη φράση, «να δεις ήντα που να σου κάμω ρε πουτάνα, πουτάνα». Το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα προνοεί ότι: «Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα: «"δημόσιος χώρος" ή "δημόσιο υποστατικό" περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση» Τέλος, κατά το ίδιο άρθρο: «"δημόσια διάβαση" περιλαμβάνει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό» Το αδίκημα στοιχειοθετείται όταν κάποιος: πρώτο, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, δεύτερο, εξυβρίζει άλλο, και τρίτο, με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98, με αναφορά στη Brutus v. Cozens [1972] 2 Αll E.R. 1297, στις λέξεις πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Το ερώτημα, προστίθεται, κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Kozina
(1999)2 A.A.Δ. 503, ο νόμος μιλά για εξύβριση άλλου με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση και δεν περιέχει οποιαδήποτε ταξινόμηση. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί και δε διαφοροποιείται ανάλογα με το επάγγελμα των παρόντων προσώπων. Παρατηρώ τα εξής: Όταν ο κατηγορούμενος στις 24/8/2013, απευθυνόμενος στην παραπονούμενη, την αποκάλεσε «μαλακισμένη» και της απηύθυνε τη φράση, «έλα να μου κάμεις πίπιλο», βρισκόταν στον πεζόδρομο της οδού Πετράκη Μιλτιάδους και μπροστά από το μαγαζί της παραπονούμενης. Στο ίδιο μέρος βρισκόταν και όταν στη συνέχεια τής απηύθυνε τη φράση «δεν πας να γαμηθείς;» καθώς και όταν, αφού έτρεξε προς το μέρος της για να τη δείρει την αποκάλεσε «καθυστερημένη, πόρνη, πουτάνα». Ότι το συγκεκριμένο μέρος αποτελεί δημόσιο χώρο τη εννοία του Νόμου έχει αποδειχθεί και ούτε νομίζω να αμφισβητείται. Και, με δεδομένο πως, όταν την επομένη, 25/8/2013 που την αποκάλεσε δυο φορές «πουτάνα», αυτή βρισκόταν με τον παραπονούμενο και δυο άλλα πρόσωπα στο μαγαζί της και ο ίδιος περνούσε με το αυτοκίνητό του από το δρόμο στην οδό Πετράκη Μιλτιάδους και αυτό το περιστατικό έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο. Και, με δεδομένο επίσης, ότι και στις δυο περιπτώσεις υπήρχαν και άλλα άτομα στο μέρος όπου της απηύθυνε τις παραπάνω λέξεις και/ή φράσεις, ανάμεσά τους και ο παραπονούμενος, ο οποίος τον άκουσε να απευθύνει μερικές από αυτές, το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και των δυο κατηγοριών έχει αποδειχθεί. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι όλες οι παραπάνω λέξεις και/ή φράσεις αποτελούν εξύβριση. Ούτε και νομίζω να χρειάζεται να ανατρέξω σε κάποιο λεξικό για να τεκμηριώσω το συμπέρασμά μου ότι το να αποκαλεί ένας άντρας μια γυναίκα «μαλακισμένη», «καθυστερημένη», «πόρνη» και «πουτάνα» καθώς και να την προτρέπει να πάει να γαμηθεί, αποτελεί εξύβριση και μάλιστα σοβαρής μορφής. Απ' εκεί και πέρα, υβριστική θεωρώ και τη φράση «έλα να μου κάμεις πίπιλο» που απηύθυνε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη. Η φράση αυτή ενταγμένη στο όλο πλέγμα λέξεων και/ή φράσεων με τις οποίες την εξύβρισε, ο οποίος, μεταξύ άλλων, της είπε να πάει να γαμηθεί ενέχει το νόημα ότι την κάλεσε να του κάνει στοματικό έρωτα. Ούτε και μπορώ να φανταστώ τι άλλο μπορεί να εννοούσε όταν της απηύθυνε αυτή τη φράση. Ακολουθεί ότι και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, επίσης και των δυο κατηγοριών έχει αποδειχθεί. Απ' εκεί και πέρα και στις δυο περιπτώσεις εξύβρισε με τέτοιο τρόπο την παραπονούμενη, που όχι απλώς υπήρχε ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, αλλά συνέβηκε κιόλας αυτό. Υπενθυμίζω απλώς την αντίδραση της παραπονούμενης, όταν της είπε να πάει να γαμηθεί η οποία του έριξε το φραπέ στην μπλούζα καθώς και την αντίδραση του παραπονούμενου, όταν τον άκουσε να αποκαλεί τη μητέρα του πουτάνα, ο οποίος θύμωσε και αφού τον πλησίασε και καθόλα δικαιολογημένα διαμαρτυρήθηκε προς τον ίδιο γι' αυτό, μεταξύ τους ακολούθησε το επεισόδιο για το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη σχετική - 1η κατηγορία. Ακολουθεί ότι η ευθύνη του για τη διάπραξη του αδικήματος και στις δυο κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης που αντιμετωπίζει, επίσης στοιχειοθετείται πλήρως. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου σ' όλες τις κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια αυτός κρίνεται ένοχος, σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο