ΕΠΑΡΧΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10852/2013, 8/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10852/2013 ΕΠΑΡΧΟΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γεωργίου (για να ακούσει απόφαση ο κος. Μ. Μιλτιάδους) Για Κατηγορούμενη: κ. Ζαννούπας Κατηγορούμενη: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει στην πρώτη κατηγορία το αδίκημα της ανέγερσης οικοδομής και δύο υποστατικών από ευτελή υλικά κατά παράβαση των όρων άδειας οικοδομής και στη δεύτερη κατηγορία το αδίκημα της κατοχής και/ή χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας «Η κατηγορούμενη είναι συνιδιοκτήτρια κατά 5/8 του τεμαχίου Αρ.7 του Φ/Σχ. 45/59 που βρίσκεται στο χωριό Παναγιά στην Πάφο και στο τεμάχιο υπάρχουν δύο κατοικίες και δύο υποστατικά από ευτελή υλικά. Η μια κατοικία καλύπτεται από άδεια οικοδομής με Αρ. Φακ. Β1148/50 ενώ η δεύτερη κατοικία ανεγέρθηκε χωρίς άδεια οικοδομής από τους γονείς της κατηγορούμενης και ιδιοκτήτριας κατά ή περί το
- Η κατοικία κατέχεται και χρησιμοποιείται από την κατηγορούμενη χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Τα δύο υποστατικά από ευτελή υλικά είναι παράνομα αφού γι' αυτά δεν εκδίδονται άδειες από την Αρμόδια Αρχή και χρησιμοποιούνται ως αποθήκη και κοτέτσι» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας «Η κατηγορούμενη μέχρι και σήμερα παράνομα κατέχει ή/και χρησιμοποιεί οικοδομή εντός του τεμαχίου Αρ.7 του Φ/Σχ.45/59 στην Παναγιά της Πάφου χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή ήτοι του Επάρχου Πάφου». Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε, ως μοναδικό μάρτυρα της, την Μαρία Θεμιστοκλέους (ΜΚ1), η οποία υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της Γραπτή Δήλωση («Έγγραφο Α»). Σε αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου ως Βοηθός Επαρχιακός Επόπτης και ότι στις κοινότητες που έχει υπό την ευθύνη της, περιλαμβάνεται και η κοινότητα Παναγιάς στην Πάφο. Ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι η εξέταση θεμάτων οικοδομικής φύσης σε συνεργασία με τις Τεχνικές Υπηρεσίες του γραφείου της. Μετά από γραπτή καταγγελία του Χριστόδουλου Μακρή ότι η συνιδιοκτήτρια του ανέγειρε χωρίς άδεια οικοδομής παράνομες οικοδομές στο Τεμάχιο 7 του Φ/Σχ. 36/59 στην Παναγιά Πάφου, (στο εξής αναφερόμενο ως το «τεμάχιο»), μετέβηκε στις 25/01/2010, επιτόπου όπου διαπίστωσε ότι εντός του τεμαχίου της κατηγορούμενης υπήρχαν τρεις οικοδομές που ανεγέρθηκαν από τους γονείς της. Οι δύο από αυτές ανεγέρθηκαν το 1955 και η άλλη λίγα χρόνια αργότερα. Στο μερίδιο του κ. Μακρή υπήρχε μια οικοδομή για την οποία δεν υπήρχε άδεια οικοδομής. Σε συνομιλία που είχε με την κατηγορούμενη, η τελευταία της ανέφερε ότι δεν γνώριζε πως θα έπρεπε να εξασφαλίσει άδειες επειδή οι οικοδομές κτίστηκαν από τους γονείς. Κατόπιν τούτου, αποστάλθηκε στην κατηγορούμενη επιστολή ημερομηνίας 09/07/2010 με την οποία την ενημέρωναν ότι θα πρέπει να υποβάλει αίτηση για εξασφάλιση άδειας εφόσον η οικοδομή ήταν παράνομη. Από έρευνα που διεξήγαγε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου κατά 5/8 και ο Χριστόδουλος Μακρής κατά 3/
- Ανέφερε ακόμη, ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την κατηγορούμενη στις 18/02/2011, η τελευταία την πληροφόρησε ότι δεν πρόκειται να συμμορφωθεί. Στις 23/02/2011 στάλθηκε νέα επιστολή από την Κατηγορούσα Αρχή στη κατηγορούμενη με την οποία την ενημέρωναν ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον της (Τεκμήριο 2). Σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της στις 15/06/2011, η κατηγορούμενη της ανέφερε ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών δε θα συμμορφωνόταν. Το Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως, μετά από καταγγελία του κ. Μακρή τους απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 14/11/2011 με την οποία τους ζητούνταν οι απόψεις τους (Τεκμήριο 3). Στην εν λόγω επιστολή απάντησαν με την επιστολή τους ημερομηνίας 09/01/2012 (Τεκμήριο 4). Στη συνέχεια η μάρτυρας ανέφερε, ότι προς διερεύνηση του ισχυρισμού της κατηγορούμενης ότι οι οικοδομές χτίστηκαν πριν την εφαρμογή του Νόμου Περί Οδών και Οικοδομών, ζητήθηκαν οι απόψεις των τεχνικών υπηρεσιών. Τον Φεβρουάριο του 2012 ο Τεχνικός Μηχανικός του γραφείου Επάρχου, Στέλιος Ευστρατίου, μετέβηκε επί τόπου και ετοίμασε σχετική έκθεση. Ακολούθως, στις 10/05/2012 ο πολιτικός μηχανικός κ. Κυριάκος Κυριάκου, ο οποίος επίσης εργάζεται στο γραφείο του Επάρχου Πάφου, ετοίμασε έκθεση για τα υλικά κατασκευής των «ακινήτων», βασιζόμενος στην έκθεση του Στέλιου Ευστρατίου. Η μάρτυρας, περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, βεβαίωση του Κοινοτάρχη Παναγιάς, ημερομηνίας 16/03/2012, σύμφωνα με την οποία, «ο χρόνος ανέγερσης των οικοδομών» ανέρχεται πέραν των 65 χρόνων. Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήρια 5 και 7, αντίστοιχα, επιστολή της Επιτρόπου Διοικήσεως ημερομηνίας 28/05/2012 σχετικά με το παράπονο του κ. Μακρή και την επιστολή ημερομηνίας 01/06/2012 προς απάντηση της. Ανέφερε ακόμη, ότι στις 28/05/2012 στάλθηκε επιστολή στην κατηγορούμενη με την οποία της έδιναν μια τελευταία ευκαιρία για να συμμορφωθεί (Τεκμήριο 8). Σε επιτόπια επίσκεψη που διενήργησε, όπως περαιτέρω ανέφερε η μάρτυρας, τον Νοέμβριο του 2012 διαπίστωσε ότι εντός του τεμαχίου υπήρχαν πέντε οικοδομές, «δύο κύριες οικοδομές», μια οικοδομή από ευτελή υλικά, ένα κλουβί με τέλι και τσίγκους που είχε πουλερικά και μια οικοδομή από τσιμεντόπλακες, τις οποίες φωτογράφησε (Τεκμήριο 9). Η μια από τις οικοδομές είχε άδεια με αριθμό φακέλου Β1148/50 με αιτήτρια την Ελένη Γιωρκή Παπαχριστοδούλου. Από μετρήσεις στις οποίες προέβηκε στο τεμάχιο της κατηγορούμενης στις 29/01/2013 διαπίστωσε ότι η οικοδομή για την οποία εξασφαλίστηκε άδεια, είναι αυτή που απεικονίζεται στη φωτογραφία, η οποία σημειώθηκε επί του Τεκμηρίου 9 με τον αριθμό
- Η οικοδομή που σημειώθηκε με τον αριθμό 5 στο Τεκμήριο 9, είχε, όπως ανέφερε άδεια με τον ίδιο αριθμό φακέλου ενώ οι άλλες τρεις οικοδομές δεν είχαν άδεια. Μόνο η μία από τις τρείς μπορούσε να νομιμοποιηθεί, αφού οι άλλες δύο ήταν κατασκευασμένες από ευτελή υλικά. Σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την κατηγορούμενη στις 29/01/2013, η τελευταία της ανέφερε ότι ανέθεσε τη «νομιμοποίηση» σε αρχιτέκτονα ο οποίος όμως δεν είχε ακόμη υποβάλει αίτηση στην Πολεοδομική Αρχή. Στις 31/01/2013 στάλθηκε νέα επιστολή στην κατηγορούμενη με την οποία ενημέρωναν ότι θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον της (Τεκμήριο 10). Ακολούθως ετοίμασε έκθεση πταίσματος για λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της κατηγορούμενης η οποία αποστάληκε στη Νομική Υπηρεσία στις 03/07/2013 (Τεκμήριο 11). Σχετική έκθεση ετοίμασε, όπως ανέφερε, και στις 7/11/
- Σε ερωτήσεις που της τέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι τα κτήρια που απεικονίζονται στις φωτογραφίες, Τεκμήριο 9, «φαίνεται» να έχουν συντηρηθεί με την πάροδο του χρόνου. Σε σχετική ερώτηση, κατά πόσο τα πέντε οικοδομήματα κατασκευάστηκαν πριν από το 1947, η μάρτυρας απάντησε ότι «δεν φαίνεται» να κατασκευάσθηκαν πριν την εν λόγω χρονολογία, επισημαίνοντας ότι το ένα από αυτά αδειοδοτήθηκε το
- Από πληροφορίες, όπως περαιτέρω ανέφερε, που έχει στον φάκελό της από τον πολιτικό μηχανικό του γραφείου της, για την οικοδομή η οποία απεικονίζεται στη φωτογραφία με αριθμό 2 χρησιμοποιήθηκε τσιμέντο για την κατασκευή της, που με βάση και πάλι πληροφορίες που έχει, το τσιμέντο χρησιμοποιήθηκε στην Κύπρο μετά το
- Σε σχετική ερώτηση επίσης, ανέφερε ότι όλες οι προαναφερόμενες οικοδομές βρίσκονται σε λειτουργία και χρήση. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας κατέθεσε, ως Τεκμήριο 12, την έκθεση ημερομηνίας 07/11/2012 την οποία ετοίμασε όταν ανέλαβε ως λειτουργός για την εν λόγω υπόθεση και ως Τεκμήριο 13, τη γραπτή καταγγελία που υπέβαλε στην Κατηγορούσα Αρχή ο συνιδιοκτήτης της κατηγορούμενης, με επισυνημμένο τον τίτλο ιδιοκτησίας και το χωρομετρικό. Σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι ήταν η λειτουργός που διερεύνησε την υπόθεση από την αρχή μέχρι και το τέλος της, επισημαίνοντας ότι στα σημεία που θα έπρεπε να δοθούν τεχνικές απόψεις αυτές ζητήθηκαν από τους τεχνικούς της υπηρεσίας. Ερωτηθείσα, κατά πόσο περιήλθε στην κατοχή της οποιαδήποτε μαρτυρία ότι είναι η κατηγορούμενη που ανήγειρε τις δύο οικοδομές που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτές ανεγέρθηκαν από τους γονείς της. Σε σχετική ερώτηση για τον χρόνο της κατ' ισχυρισμό κατοχής των υποστατικών, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν τον γνωρίζει, γιατί δεν έχει κάποιο στοιχείο. Έχει, όπως ανέφερε, «κάποιες μαρτυρίες από τον κοινοτάρχη, με τον γραμματέα» οι οποίοι της ανέφεραν ότι «είναι η κατοικία της κυρίας Σταυρινού». Ερωτηθείσα, για ποιο λόγο δεν κατηγορήθηκε και ο συνιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, η μάρτυρας ανέφερε ότι όταν αυτός αγόρασε το μερίδιό του και κλήθηκε να κατεδαφίσει την οικοδομή που υπήρχε σε αυτό, συμμορφώθηκε. Ανέφερε ακόμη, σχετικά με το σημείο αυτό, ότι ο κοινοτάρχης της κοινότητας μπορεί να επιβεβαιώσει ότι την κατοχή των οικοδομών την έχει η κατηγορούμενη και όχι ο συνιδιοκτήτης της. Συμφώνησε ακολούθως, με τη θέση του συνηγόρου της κατηγορουμένης, ότι όταν ένα ακίνητο δεν διαχωρισθεί, αυτό ανήκει κατά μερίδια στους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες. Παρά τις προσπάθειες, όπως περαιτέρω ανέφερε για τον διαχωρισμό του ακινήτου από τον συνιδιοκτήτη της κατηγορούμενης, αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω της άρνησης της κατηγορούμενης να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα, ως αποτέλεσμα της οποίας ήταν και η καταγγελία του συνιδιοκτήτη της. Ερωτηθείσα επίσης, κατά πόσο είχε στην κατοχή της την αίτηση για την έκδοση της άδειας οικοδομής, στην οποία αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέτασή της, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε, μέσω της γραπτής αγόρευσης του, «Έγγραφο 1», ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης έτσι ώστε αυτή να κληθεί σε απολογία. Μεταξύ άλλων, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τον χρόνο ανέγερσης των επίδικων οικοδομών και ότι τα αδικήματα έχουν παραγραφεί. Επιπρόσθετα, εισηγήθηκε ότι η πρώτη κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα και σχετικά με τη δεύτερη κατηγορία ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία ότι είναι η κατηγορούμενη που κατέχει παράνομα το ακίνητο που αναφέρεται στην εν λόγω κατηγορία. Αντίθετη υπήρξε η θέση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία μέσω της αγόρευσης, «Έγγραφο 2», εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία, αφού με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου (Βλ. Δικαστική πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, εν' όψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα (Βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης), αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (Βλ. Azinas and Another v. Police, που πιο πάνω αναφέρεται). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 ΑΑΔ 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. ChongFook Kam [1970] 2 WLR 441). Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, σελ. 365-366: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει την κατηγορούμενη. Όπως έχει προαναφερθεί, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει στην πρώτη κατηγορία, το αδίκημα της ανέγερσης οικοδομής και δύο υποστατικών από ευτελή υλικά κατά παράβαση των όρων άδειας οικοδομής. Το άρθρο 2 του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος, Κεφ.96 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο αποτελεί το ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας αυτής, προσδιορίζει την έννοια της «οικοδομής» ως: «οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο.» Η υποχρέωση προσώπου να εξασφαλίσει άδεια προτού ανεγείρει οικοδομή αναγνωρίζεται και καθορίζεται από το άρθρο 3
(1)του Κεφ.96 το οποίο προνοεί τα εξής: «3.
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται - .................. (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή. ................. χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή.................................» Από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)β) συνάγεται, ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η ανέγερση οικοδομής
- Η οικοδομή να είναι οικοδομή σύμφωνα με το Νόμο
- Η ανέγερση αυτή να γίνεται χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας οικοδομής και
- Η κατηγορούσα Αρχή να είναι η αρμόδια αρχή. Αυτό το οποίο θα πρέπει, καταρχήν, να εξετασθεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πιο πάνω κατηγορίας, αποδίδεται στην κατηγορούμενη η διάπραξη του αδικήματος που αντιμετωπίζει. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος γίνεται αναφορά στην ανέγερση δύο κατοικιών και δύο υποστατικών από ευτελή υλικά. Αναφορικά με τις δύο κατοικίες είναι προφανές, από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ότι δεν είναι στην κατηγορούμενη που αποδίδεται η ανέγερση τους, αλλά στους γονείς της. Πέραν όμως αυτού, επισημαίνω και την απουσία μαρτυρίας που να δείχνει εκ πρώτης όψεως ότι είναι η κατηγορούμενη που ανήγειρε οποιαδήποτε από τις δύο κατοικίες. Η Μ.Κ.1 όχι μόνο δεν υποστήριξε ότι αυτές ανεγέρθηκαν από την κατηγορούμενη αλλά αντίθετα, η θέση της ήταν ότι αυτές ανεγέρθηκαν από τους γονείς της («Έγγραφο Α», παρ. 3). Ούτε επίσης, τέθηκε ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου ότι υπήρξε παράβαση των όρων της άδειας οικοδομής, που εκδόθηκε για τη μία από τις δύο οικοδομές, την οποία άδεια, σημειώνω, ότι η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειψε να προσκομίσει στο Δικαστήριο παρά το γεγονός ότι ζητήθηκε από τη Μ.Κ.1 να την παρουσιάσει. Παρενθετικά στο σημείο αυτό, σημειώνω, ότι από τη διατύπωση των λεπτομερειών του αδικήματος διαπιστώνεται ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ αυτών και της έκθεσης του αδικήματος, αφού στις λεπτομέρειες γίνεται αναφορά σε ανέγερση μίας οικοδομής και δύο υποστατικών χωρίς άδεια ενώ το αδίκημα αφορά την ανέγερση κατά παράβαση των όρων της άδεια οικοδομής. Όσον αφορά τα «δύο υποστατικά από ευτελή υλικά», για τα οποία, σημειώνω, ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος κατά πόσο αυτά ανεγέρθηκαν από την κατηγορούμενη, η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει προσκομίσει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει την κατηγορούμενη με την ανέγερση τους. Συνεπώς, αποτελεί κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, έστω στον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, ότι η κατηγορούμενη συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την ανέγερση των οικοδομών και υποστατικών που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας που αυτή αντιμετωπίζει. Ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο είναι έκθετη σε απόρριψη η πρώτη κατηγορία, αφορά τον χρόνο ανέγερσης των επίδικων οικοδομών και υποστατικών. Για να εξεταστεί κατά πόσο η κατηγορούμενη φέρει ποινική ευθύνη με βάση το Κεφ.96, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι οικοδομές και τα υποστατικά ανεγέρθηκαν μετά την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο εν λόγω Νόμος. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Επάρχου Λεμεσού
(1997)2 Α.Α.Δ 152 αναφέρθηκε ότι το Κεφ. 96 δεν καλύπτει υποστατικά που ανεγέρθηκαν πριν την εφαρμογή του. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσίβλητων δήλωσε στο Δικαστήριο ότι, εν όψει του γεγονότος ότι η οικοδομή ανεγέρθηκε πριν το 1946, όταν δηλαδή δεν υπήρχε υποχρέωση εξασφάλισης άδειας οικοδομής, δεν της επέτρεπε να υποστηρίξει την πρωτόδικη απόφαση. Αντίθετη θα ήταν η θέση της, όπως είπε, εάν η οικοδομή είχε ανεγερθεί μετά την εφαρμογή του Κεφ.96. Έχουμε εξετάσει με προσοχή το θέμα που εγείρεται και κρίνουμε ότι το άρθρο 10
(1), όπως τροποποιήθηκε, δεν καλύπτει περίπτωση ως η παρούσα. Βρίσκουμε ότι με την τροποποίηση που έγινε με το Νόμο 28/74 πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να καλύψει περιπτώσεις όπου υπήρχε υποχρέωση εξασφάλισης άδειας και αυτή δεν εξασφαλίζετο και χρησιμοποιούνταν υποστατικά χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Εάν πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να καλύπτονται και όλα τα υποστατικά που ανεγέρθηκαν πριν την εφαρμογή του Κεφ.96, θα αναμέναμε τούτο να γίνει με λεπτομερείς νομοθετικές ρυθμίσεις που να καλύπτουν και τα πρακτικά προβλήματα που θα εγείρονταν και όχι με μία απλή τροποποίηση με την προσθήκη της φράσης που αναφέραμε πιο πάνω στο τέλος του άρθρου 10
(1).» Χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι, από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο οι οικοδομές και τα υποστατικά να ανεγέρθησαν πριν τεθεί σε ισχύ το Κεφ.
- Αυτό, καταρχήν, που διαφάνηκε από τη μαρτυρία της Μ.Κ.1, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή κρίνοντας ότι ήταν αναγκαίο να καθοριστεί ο χρόνος ανέγερσης των επίδικων οικοδομών, ανέθεσε σε λειτουργούς της, την ετοιμασία σχετικών μελετών. Η αναγκαιότητα δε αυτή προέκυψε, σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία της Μ.Κ.1, όταν η κατηγορούμενη ανέφερε σε λειτουργό της Κατηγορούσας Αρχής, ότι οι οικοδομές ανεγέρθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ ο Νόμος. Εφόσον λοιπόν η Κατηγορούσα Αρχή έκρινε ότι ήταν αναγκαία η ετοιμασία εκθέσεων από ειδικούς ώστε να προσδιορισθεί ο χρόνος ανέγερσης, θεωρώ ότι θα έπρεπε να τις θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα της μη παρουσίασης της εν λόγω μαρτυρίας, η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν αυτή της Μ.Κ.1 η οποία όμως όχι μόνο στηρίζεται σε εικασίες και συμπεράσματα αλλά συγκρούεται και με άλλη μαρτυρία που η ίδια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η αναφορά της Μ.Κ.1, ότι «δεν φαίνεται» να κατασκευάστηκε κανένα από τα πέντε οικοδομήματα πριν το 1947 δεν μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία ικανή προς απόδειξη του χρόνου ανέγερσης τους. Ούτε βέβαια και η αναφορά της ότι επειδή η μία από τις οικοδομές αδειοδοτήθηκε το 1950 μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι αυτή αναγέρθηκε μετά που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος, αφού δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η ανέγερση της να έγινε πριν την έκδοση της άδειας της. Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. πιο πάνω Λοϊζου ν. Αστυνομίας). Πέραν αυτού, η μαρτυρία της Μ.Κ.1 επί του σημείου αυτού, ότι, δηλαδή, οι δύο οικοδομές «κτίστηκαν το 1955 και η άλλη λίγα χρόνια αργότερα» συγκρούεται, όπως προανέφερα, με μαρτυρία, που η ίδια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η ανέγερση των οικοδομών έλαβε χώρα πριν από το
- Αναφέρομαι, στη βεβαίωση του Κοινοτάρχη ημερομηνίας 16/03/2012 (Τεκμήριο 6), στην οποία αναφέρεται ότι «ο χρόνος ανέγερσης των οικοδομών που βρίσκονται στο τεμάχιο 7 φ/σχ/36/59 που ανήκει Γεωργία Σταυρινού ανέρχεται πέραν των 65 χρόνων». Θεωρώ λοιπόν ότι η ενώπιον μου μαρτυρία ήταν σε τέτοιο βαθμό ασαφής και αντιφατική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι οι επίδικες οικοδομές και τα υποστατικά ανεγέρθηκαν μετά που τέθηκε σε ισχύ το Κεφ. 96, δηλαδή μετά την 01/09/
- Συνακόλουθα, για τους πιο πάνω λόγους, η πρώτη κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει επίσης, στη δεύτερη κατηγορία, το αδίκημα της κατοχής και χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Το άρθρο 10
(1)του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου εδράζεται η νομική βάση της εν λόγω κατηγορίας, προνοεί ότι: «Κανένα πρόσωπο δεν κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί όπως οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή επιτρέπει ή ανέχεται οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή, εκτός αν και μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με αυτή ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για τέτοια οικοδομή δυνάμει του άρθρου 3». Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατοχής και χρήσης οικοδομής, χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή, είναι τα ακόλουθα:
- Η οικοδομή να είναι οικοδομή σύμφωνα με το Νόμο
- Ο κατηγορούμενος να κατέχει ή να χρησιμοποιεί την οικοδομή που αναφέρεται στο κατηγορητήριο κατά τον ουσιώδη χρόνο
- Η οικοδομή να συγκαταλέγεται στην κατηγορία οικοδομών για τις οποίες απαιτείται άδεια οικοδομής και κατ' επέκταση πιστοποιητικό έγκρισης και
- Να μην έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή πιστοποιητικό έγκρισης που να καλύπτει την οικοδομή. Όπως διαφαίνεται από την προσαχθείσα μαρτυρία, στα κύρια σημεία της οποίας έχω αναφερθεί πιο πάνω, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να υποστηρίζει με θετικό τρόπο ότι η κατηγορούμενη συνδέεται με το πιο πάνω αδίκημα. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 διαφάνηκε ότι αυτή δεν είχε άμεση και προσωπική γνώση ότι η αναφερόμενη, στις λεπτομέρειες του αδικήματος, «οικοδομή» κατέχεται και/ή χρησιμοποιείται από την κατηγορούμενη. Οι αναφορές της μάρτυρος ότι «μπορεί να έλθει ο Κοινοτάρχης της κοινότητας να μαρτυρήσει ότι οι οικοδομές κατέχονται» από την κατηγορούμενη και ότι έχει «κάποιες μαρτυρίες από τον Γραμματέα και τον κοινοτάρχη ότι είναι η κατοικία της κατηγορούμενης», αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία η οποία, βέβαια, σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9 όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 32
(1)/04, δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24
(1)του πιο πάνω Νόμου). Στην προκείμενη όμως περίπτωση τα πιο πάνω πρόσωπα από τα οποία άντλησε πληροφόρηση η Μ.Κ.1, δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας χωρίς γι' αυτό να έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι μετά το πέρας της μαρτυρίας της Μ.Κ.1 ζητήθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής αναβολή της ακρόασης για να προσέλθει ως μάρτυρας στην επόμενη δικάσιμο ο Κοινοτάρχης, αίτημα το οποίο ενώ έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, κατά την επόμενη δικάσιμο, ο συνήγορος που εκπροσωπούσε την Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε ότι δεν θα προσκόμιζε άλλο μάρτυρα και έκλεισε την υπόθεση. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε στην υπόθεση αυτή, η οποία αποτελεί ποινική υπόθεση και στην οποία φέρει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, να αποδείξει τους πιο πάνω ισχυρισμούς προσκομίζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Η μη κλήτευση των εν λόγω προσώπων ως μάρτυρες κατηγορίας στέρησε στην Υπεράσπιση τη δυνατότητα να τους αντεξετάσει ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών τους. Αυτό, και σε συνδυασμό με την πλήρη άγνοια της Μ.Κ.1 για το επίδικο αυτό θέμα ως επίσης και την έλλειψη μαρτυρίας ως προς το ποια από τις οικοδομές που υπάρχουν στο τεμάχιο είναι αυτή που σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος κατέχεται και/ή χρησιμοποιείται από την κατηγορούμενη, δικαιολογούν κατά την κρίση μου τον αποκλεισμό της πιο πάνω μαρτυρίας της Μ.Κ.1 στη βάση των εξουσιών που μου παρέχονται από την επιφύλαξη του άρθρου 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «24.—
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής: Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ' ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Συνεπώς, αποτελεί κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, έστω στον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, ότι η κατηγορούμενη συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την κατοχή και/ή τη χρήση της «οικοδομής», το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας που αυτή αντιμετωπίζει. Επιπρόσθετα όμως με τα πιο πάνω θα πρέπει να αναφερθεί ότι, με δεδομένο ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας γίνεται αναφορά στην κατοχή και/ή χρήση μίας «οικοδομής», για την οποία επαναλαμβάνω ότι ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου σχετικά με την περιγραφή της, και δεδομένου ότι η Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στην ύπαρξη περισσοτέρων οικοδομών εντός του επίδικου τεμαχίου, το Δικαστήριο δεν έχει σαφή εικόνα και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποια από όλες τις οικοδομές που βρίσκονται στο τεμάχιο είναι αυτή που κατ' ισχυρισμό κατέχεται και/ή χρησιμοποιείται από την κατηγορούμενη. Η δεύτερη κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη και για το λόγο ότι, στην απουσία σαφούς μαρτυρίας για τον χρόνο ανέγερσης των επίδικων οικοδομών και υποστατικών, που αναφέρονται στη πρώτη κατηγορία, συμπαρασύρεται και αυτή η κατηγορία, καθώς η υποχρέωση για εξασφάλιση πιστοποιητικού έγκρισης υφίσταται μόνο για οικοδομές που ανεγέρθηκαν μετά την εφαρμογή του Κεφ. 96 (βλ. Παναγιώτου ν. Επάρχου Λεμεσού πιο πάνω). Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούμενης και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο