← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ν. ΝΙΚΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΙΚΕΛΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 12650/13, 20/12/2016

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ν. ΝΙΚΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΙΚΕΛΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 12650/13, 20/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2016:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12650/13 Μεταξύ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Κατηγορούσα Αρχή -ν- ΝΙΚΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΙΚΕΛΛΗ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αθανασιάδης Για Κατηγορούμενο: κ. Κ. Δημητρίου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της παράλειψης πληρωμής εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων και πληρωμής πρόσθετου τέλους κατά παράβαση του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου 59

(1)του
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει τις εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που όφειλε ως αυτοτελώς εργαζόμενος, για την περίοδο από 02/01/2012 μέχρι 06/01/2013 οι οποίες ανέρχονται συνολικά σε €2.453,
  2. Επίσης, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, από τις 12/02/2013 και μετέπειτα παρέλειψε να πληρώσει πρόσθετο τέλος αναφορικά με τις εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων που όφειλε για την περίοδο από 02/01/2012 μέχρι 06/01/
  3. Οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι «ο κατηγορούμενος έχει πληρώσει ο ίδιος τις εισφορές του σαν αυτοτελώς εργαζόμενος από το δεύτερο τρίμηνο του 2000 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 2008». Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε ως μάρτυρα την Τροοδία Χαριδήμου, Μ.Κ.1, η οποία κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Α). Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται ως ασφαλιστικός λειτουργός στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου και ανάμεσα στα καθήκοντα της είναι ο έλεγχος για την καταβολή των οφειλόμενων εισφορών από τα αυτοτελώς εργαζόμενα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος, ως αυτοτελώς εργαζόμενος, είχε, σύμφωνα με τη Νομοθεσία, την υποχρέωση να συμπληρώσει και υποβάλει, εντός ενός μηνός από την έναρξη της απασχόλησης του, αίτηση στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας για την εγγραφή του. Ο κατηγορούμενος, όπως περαιτέρω ανέφερε η μάρτυρας, είχε εγγραφεί από το 1986 και για σκοπούς καταβολής εισφορών, κατατάχθηκε, λόγω του επαγγέλματος του ως ελαιοχρωματιστής αυτοκινήτων, στην επαγγελματική κατηγορία 10 για τις περιόδους από τις 03/01/1994 μέχρι 06/04/2008 και από τις 06/10/2008 μέχρι σήμερα. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, δηλαδή από τις 07/04/2008 μέχρι 05/10/2008 ο κατηγορούμενος ήταν εγγεγραμμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος στην κατηγορία 3, λόγω του επαγγέλματος του ως κτηματομεσίτη (σχετική βεβαίωση κατατέθηκε από τη μάρτυρα ως Τεκμήριο 1). Για κάθε περίοδο απασχόλησης του κατηγορούμενου ως αυτοτελώς εργαζόμενος είχε την υποχρέωση για καταβολή εισφοράς. Για την επαγγελματική κατηγορία 10 υπάρχει, όπως εξήγησε η μάρτυρας, καθορισμένο κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών, επί του οποίου υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών από τον κατηγορούμενο ως αυτοτελώς εργαζόμενος (Τεκμήριο 2). Για σκοπούς πληρωμής εισφορών από τα αυτοτελώς εργαζόμενα πρόσωπα έχουν καθοριστεί, με βάση τους Κανονισμούς, 4 τριμηνιαίες περίοδοι. Η προθεσμία καταβολής εισφορών, είναι μέχρι τις 10 του μεθεπόμενου μήνα από το τέλος της κάθε τριμηνιαίας περιόδου εισφορών (Τεκμήριο 3). Ανέφερε ακόμη, ότι όταν ένας αυτοτελώς εργαζόμενος παραλείπει να καταβάλει την εισφορά του μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, είναι υποχρεωμένος να καταβάλει πρόσθετο τέλος προς 3% για καθυστέρηση μέχρι ένα μήνα και 3% για κάθε τέτοιο διάστημα περαιτέρω καθυστέρησης του, μέχρι ποσοστό 27% επί των οφειλόμενων εισφορών του. Το κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής κατηγορίας του κατηγορούμενου, για την επίδικη περίοδο, ήταν €367,39 και είναι το γινόμενο του συντελεστή καθορισμού του κατώτατου ποσού ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής κατηγορίας που είναι 2,15 επί του ποσού των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ίσχυε για την επίδικη περίοδο και ήταν €170,
  4. Το κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών για την επαγγελματική κατηγορία του κατηγορουμένου, είναι το γινόμενο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, το οποίο καθορίζεται κάθε χρόνο με Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, επί τον συντελεστή που καθορίστηκε σύμφωνα με τους Κανονισμούς για τη συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία (Τεκμήριο 4). Ο κατηγορούμενος για την περίοδο εισφορών από 02/01/2012 μέχρι 06/01/2013 παρέλειψε να καταβάλει τις εισφορές του μέσα στην καθορισμένη προθεσμία. Συγκεκριμένα, για το πρώτο τρίμηνο του 2012 η προθεσμία καταβολής εισφορών ήταν μέχρι τις 10/05/2012, για το δεύτερο τρίμηνο η προθεσμία ήταν μέχρι τις 10/08/2012, για το τρίτο τρίμηνο η προθεσμία ήταν μέχρι τις 12/11/2012 και για το τέταρτο τρίμηνο η προθεσμία ήταν μέχρι τις 11/02/
  5. Για το πρώτο έως και το τρίτο τρίμηνο του 2012 ο κατηγορούμενος οφείλει ποσό εισφορών €601,78 για κάθε τρίμηνο, ενώ για το τέταρτο τρίμηνο ο κατηγορούμενος οφείλει ποσό εισφορών €648,
  6. Το συνολικό ποσό της εισφοράς που οφείλει ο κατηγορούμενος είναι €2.453,42 και ισούται με ποσοστό 12,6% επί του εβδομαδιαίου κατώτατου ποσού ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής του κατηγορίας για περίοδο 53 εβδομάδων (Τεκμήριο 5). Επιπλέον, όπως ανέφερε η μάρτυρας, ο κατηγορούμενος οφείλει πρόσθετο τέλος ύψους €662,
  7. Συγκεκριμένα, για το πρώτο έως και το τρίτο τρίμηνο το πρόσθετο τέλος είναι €162,48 για κάθε τρίμηνο ενώ για το τέταρτο τρίμηνο το πρόσθετο τέλος είναι €174,
  8. Η συνολική οφειλή του κατηγορούμενου για την επίδικη περίοδο είναι €3.115,
  9. Η μάρτυρας ανέφερε ακόμη, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε προσβάλει με οποιοδήποτε τρόπο την απόφαση του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για την εγγραφή του ως αυτοτελώς εργαζόμενος στη συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία ούτε όταν εγγράφηκε το 1994 αλλά ούτε και όταν είχε εγγραφεί ξανά στις 06/10/
  10. Επίσης, ο κατηγορούμενος ποτέ δεν υπέβαλε αίτηση για πληρωμή των εισφορών του με βάση το πραγματικό του εισόδημα, ούτε και υπέβαλε οποιαδήποτε δήλωση ότι δεν απασχολήθηκε για οποιοδήποτε διάστημα ή ότι τερματίστηκε η απασχόληση του ως αυτοτελώς εργαζόμενος. Μέχρι και τις 06/07/2008 ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις σχετικές αποδείξεις που κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, κατέβαλλε κανονικά τις εισφορές του. Για τις περιόδους από 07/07/2008 μέχρι 04/01/2009, από 05/01/2009 μέχρι 03/01/2010 και από 04/01/2010 μέχρι 02/01/2011, καταχωρήθηκαν εναντίον του κατηγορούμενου οι ποινικές υποθέσεις με αριθμούς 13629/09, 10344/2010 και 11097/2011, αντίστοιχα, για παράλειψη καταβολής εισφορών, στις οποίες το Δικαστήριο, κατόπιν παραδοχής του, του επέβαλε χρηματική ποινή και εξέδωσε διατάγματα καταβολής των οφειλόμενων ποσών. Για την περίοδο από 03/01/2011 μέχρι 01/01/2012 καταχωρήθηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση 17666/2012 στην οποία το Δικαστήριο του επέβαλε, στην απουσία του, χρηματική ποινή και εξέδωσε διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού. Ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα δεν έχει συμμορφωθεί, στην υπό εξέταση υπόθεση και εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €3.115,
  11. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 7, βεβαίωση της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 22/04/2010, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ασφαλισμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος και ότι εξασκεί το επάγγελμα του «ελαιοχρωματιστή αυτοκινήτων» από τις 06/10/2008 με εβδομαδιαίο τεκμαρτό εισόδημα €347,
  12. Επειδή, όπως εξήγησε η μάρτυρας, ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να διαμαρτυρήθηκε για την αναγραφή του επαγγέλματος του ως ελαιοχρωματιστής αυτοκινήτων αντί του βαφέα αυτοκινήτων, διαγράφηκε η λέξη «ελαιοχρωματιστής και αντικαταστάθηκε με τη λέξη βαφέας», επισημαίνοντας ωστόσο, ότι για την Κατηγορούσα Αρχή δεν υπάρχει καμία διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο επαγγέλματα. Η μάρτυρας αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι, δηλαδή, η Κατηγορούσα Αρχή προσπάθησε στις 30/08/1999 να μεταβάλει την επαγγελματική τάξη του κατηγορούμενου από βαφέα αυτοκινήτων σε εργοστασιάρχη, επισημαίνοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, αφού η Κατηγορούσα Αρχή ουδέποτε προβαίνει σε αλλαγή κατηγορίας, εκτός και εάν ο ίδιος ο ασφαλιζόμενος προσκομίσει στοιχεία. Η μάρτυρας στη συνέχεια, αναγνώρισε και κατέθεσε, ως Τεκμήριο 8, πρακτικό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 31/10/2008, σύμφωνα με το οποίο η ποινική υπόθεση με αριθμό 11529/08, την οποία καταχώρησε η Κατηγορούσα Αρχή εναντίον του κατηγορούμενου, απορρίφθηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε. Δεν γνωρίζει, όπως ανέφερε η μάρτυρας, για ποιο λόγο απορρίφθηκε η εν λόγω υπόθεση. Στην υποβληθείσα θέση, ότι ο κατηγορούμενος αθωώθηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση, για τον λόγο ότι αποδείχθηκε ότι ήταν εγγεγραμμένος σε «λανθασμένη τάξη» με αποτέλεσμα να διαφοροποιούνται τα ποσά, η μάρτυρας απάντησε, ότι δεν γνωρίζει. Αρνήθηκε, στη συνέχεια, την υποβληθείσα θέση ότι η επαγγελματική κατηγορία στην οποία θα έπρεπε να είναι εγγεγραμμένος ο κατηγορούμενος είναι αυτή του βαφέα αυτοκινήτων, επαναλαμβάνοντας τη θέση της ότι για την Κατηγορούσα Αρχή ο βαφέας και ο ελαιοχρωματιστής αυτοκινήτων ανήκουν στην ίδια κατηγορία, αυτή, δηλαδή, των «τεχνιτών που δεν υπάγονται σε άλλη κατηγορία». Εάν, όπως περαιτέρω ανέφερε η μάρτυρας, ο κατηγορούμενος είχε πρόβλημα με τα εισοδήματα του, θα έπρεπε να είχε υποβάλει αίτηση για πληρωμή με βάση το πραγματικό του εισόδημα και να προσκόμιζε στοιχεία, κάτι το οποίο δεν έπραξε μέχρι σήμερα. Σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο δικηγόρος του κατηγορούμενου υπέβαλε αίτηση για πληρωμή εισφορών με βάση το πραγματικό του εισόδημα, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι πάντοτε η Κατηγορούσα Αρχή απαντά σε τέτοια αιτήματα. Ούτε επίσης, γνωρίζει κατά πόσο ο κατηγορούμενος αθωώθηκε στην ποινική υπόθεση 11529/08 επειδή αποδείχθηκε ότι ήταν εγγεγραμμένος σε λανθασμένη κατηγορία. Τέλος, η μάρτυρας απέρριψε τη θέση της Υπεράσπισης ότι τα ποσά της επίδικης υπόθεσης είναι λανθασμένα, επειδή ο κατηγορούμενος ανήκει σε άλλη επαγγελματική κατηγορία από αυτήν που είναι καταχωρημένος. Κατά την επανεξέταση της, η μάρτυρας ανέφερε, ότι για την υποβολή ένστασης σχετικά με την πληρωμή εισφορών βάση του πραγματικού εισοδήματος, υπάρχει σχετικό έντυπο το οποίο υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο. Ανέφερε επίσης, ότι δεν υπάρχει ξεχωριστή επαγγελματική κατηγορία για το επάγγελμα του βαφέα αυτοκινήτων. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος προέβαλε τη θέση ότι από το 1994 ασκεί το επάγγελμα του βαφέα αυτοκινήτων. Προς υποστήριξη της θέσης του ότι, δηλαδή, λανθασμένα η Κατηγορούσα Αρχή τον έχει εγγράψει ως ελαιοχρωματιστή αυτοκινήτων, αντί βαφέα αυτοκινήτων, κατέθεσε αριθμό Τεκμηρίων, στα οποία θα γίνει σχετική αναφορά όπου κριθεί σκόπιμο κατά την καταγραφή της μαρτυρίας του και την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, στην οποία θα προβώ πιο κάτω. Από το 1990, όπως ανέφερε, κατέχει, σε παγκύπρια βάση, το έμβλημα «Βαφείο αυτοκινήτων auto spray car Μικέλλης» (πιστοποιητικό εγγραφής της εμπορικής επωνυμίας «Μικέλλης» βαφείο αυτοκινήτων - Μπογιάτισμα στο φούρνο» κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 και σχετικό διαφημιστικό έντυπο με το πιο πάνω έμβλημα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10). Με αναφορά στο Τεκμήριο 7, ημερομηνίας 22/04/2010, ισχυρίστηκε ότι «ο δικηγόρος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων» άλλαξε την «κατάταξη» του από «ελαιοχρωματιστή σπιτιών» σε βαφέα αυτοκινήτων. Ανέφερε ακόμη, ότι με επιστολή του ημερομηνίας 01/12/2009 προς την Κατηγορούσα Αρχή, την πληροφόρησε ότι το επάγγελμα του είναι βαφέας αυτοκινήτων και όχι ελαιοχρωματιστής και κτηματομεσίτης, όπως λανθασμένα τον είχε εγγεγραμμένο η Κατηγορούσα Αρχή. Στην εν λόγω επιστολή του, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 18, δεν έλαβε, όπως ανέφερε, καμία απάντηση. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι οι αποδείξεις πληρωμής των εισφορών του προς την Κατηγορούσα Αρχή, τις οποίες η Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, δεν είναι «αυθεντικές», καθότι σε αυτές αναγράφεται ότι το ονοματεπώνυμο του είναι Νίκος Ευθυμίου Μικέλλης, ενώ στις δικές του αποδείξεις, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο 21, αναγράφεται ως Νίκος Ευθυμίου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις εγγράφηκε ως αυτοεργαζόμενος από το 1987, κατόπιν προτροπής του τότε διευθυντή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, χωρίς να υπογράψει οποιοδήποτε έντυπο. Η εγγραφή του και η διαγραφή του στη συνέχεια, από κτηματομεσίτης, έγινε κατόπιν δικής του αίτησης. Συμφώνησε με τη θέση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 και την κατάταξη του στην κατηγορία 10, το ποσό των ασφαλιστέων του αποδοχών ανέρχεται στο ποσό των €367,39, το οποίο είναι χαμηλότερο από το ποσό των €461,38 που υποχρεούται να καταβάλλει ένας ελαιοχρωματιστής που έχει καταταχθεί στην κατηγορία
  1. Διερωτήθηκε ωστόσο στη συνέχεια, για ποιό λόγο του αποστάληκε «επιστολή», (εννοώντας, προφανώς, το Τεκμήριο 11), για το ποσό των €374,00, αφ' ης στιγμής το καταβλητέο ποσό στην επαγγελματική του κατηγορία είναι €367,
  2. Σε σχετικές ερωτήσεις, κατά πόσο ο αριθμός της απόδειξης, της ταυτότητάς του, ο αριθμός των κοινωνικών ασφαλίσεών του και το όνομα του εισπράκτορα, που αναγράφονται στο Τεκμήριο 6, είναι τα ίδια με αυτά που αναγράφονται στο Τεκμήριο 21, ο μάρτυρας δέχθηκε ότι δεν έχουν διαφορά, προβάλλοντας ωστόσο τον ισχυρισμό ότι οι αποδείξεις που κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 είναι υπογεγραμμένες, σε αντίθεση με αυτές του Τεκμηρίου 6, οι οποίες είναι ανυπόγραφες. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι «κάποιος από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις» παραποίησε το όνομά του και αυτός είναι ο λόγος που κατέθεσε ως τεκμήριο τις δικές του αποδείξεις (Τεκμήριο 21). Θέση του ήταν, ότι ο ίδιος δεν είναι «οποιοσδήποτε τεχνίτης» και ως εκ τούτου λανθασμένα η Κατηγορούσα Αρχή τον ενέγραψε στην κατηγορία 10, στην οποία υπάγονται όλοι οι τεχνίτες. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς, υποστηρίζοντας ο κάθε ένας τις δικές του θέσεις. Ο κ. Αθανασιάδης, αναφερόμενος στη μαρτυρία της Μ.Κ.1 και στα τεκμήρια που αυτή κατέθεσε, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε, κατά την ακροαματική διαδικασία, την εγγραφή του ως αυτοτελώς εργαζόμενος στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τον τρόπο υπολογισμού των εισφορών και το οφειλόμενο ποσό. Ο κατηγορούμενος, όπως περαιτέρω ανέφερε, δεν άσκησε το δικαίωμά του να προσβάλει, είτε με ιεραρχική προσφυγή είτε με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, την απόφαση του Διευθυντή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων με την οποία τον κατέταξε στην επαγγελματική κατηγορία 10, επισημαίνοντας ότι υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ των επαγγελματικών κατηγοριών στις οποίες εμπίπτει ο ελαιοχρωματιστής σπιτιών και ο ελαιοχρωματιστής αυτοκινήτων. Με αναφορά στο νέο λεξικό Χρ. Γιοβάνη, ανέφερε ότι στην ερμηνεία της λέξης «ελαιοχρωματιστής» περιλαμβάνεται και ο βαφέας. Αυτό συνεπώς που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο, όπως ανέφερε ο κ. Αθανασιάδης, είναι η καταβολή ή όχι των αναφερομένων στο κατηγορητήριο εισφορών. Ο κ. Δημητρίου με αναφορά στο Τεκμήριο 7, εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματός του να καλέσει ως μάρτυρα υπεράσπισής του τον κ. Αθανασιάδη, ο οποίος, σύμφωνα με τον κ. Δημητρίου, είναι ο εκδότης του εν λόγω Τεκμηρίου. Η «μη διάθεση» του κ. Αθανασιάδη ως μάρτυρα, όπως περαιτέρω εισηγήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης, καταστρατήγησε άμεσα το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Εισηγήθηκε επίσης, ότι δεν είναι γνωστό ποιο είναι το ακριβές ποσό που θα πρέπει να καταβάλει ο κατηγορούμενος και αυτό γιατί, ενώ η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει εγγραφεί στην επαγγελματική τάξη 10, η σχετική «βεβαίωση» του κ. Αθανασιάδη (εννοώντας, προφανώς, το Τεκμήριο 7), τον κατατάσσει σε άλλη επαγγελματική τάξη, πράγμα το οποίο καθιστά ακροσφαλές το οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειώσω ότι, κατόπιν σχετικής διευκρίνησης που ζήτησε το Δικαστήριο από τον κ. Δημητρίου, ο τελευταίος ανέφερε ότι, το Τεκμήριο στο οποίο κατ' επανάληψη κάνει αναφορά στη γραπτή αγόρευσή του χωρίς να το προσδιορίζει, ως επίσης και οι αναφορές του στην προαναφερόμενη βεβαίωση, αφορούν το Τεκμήριο
  3. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε, κρίνοντας τους μάρτυρες τόσο με βάση τα όσα ανέφεραν όσο και με τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς ν. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Η Μ.Κ.1 μου έκανε θετική εντύπωση και θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Ήταν θετική στη μαρτυρία της και παρέθεσε τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση της μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της. Δεν διέκρινα ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα ή να κινηθεί εκδικητικά εναντίον του κατηγορούμενου και ούτε βέβαια της υποβλήθηκε κάτι τέτοιο. Απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και ήταν σταθερή στη μαρτυρία της. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της είχε άμεση γνώση για τα γεγονότα που έδωσε μαρτυρία, η οποία υποστηρίχθηκε από τα σχετικά Τεκμήρια που κατέθεσε. Για όσα ζητήματα ερωτήθηκε και δεν γνώριζε την απάντηση, με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν γνώριζε, χωρίς να καταφεύγει σε υπεκφυγές. Πέραν των γενικών υποβολών που της τέθηκαν κατά την αντεξέτασή της, όπως μεταξύ άλλων, ότι τα οφειλόμενα από τον κατηγορούμενο ποσά στην υπό εξέταση υπόθεση είναι λανθασμένα, γιατί ο κατηγορούμενος ανήκει σε άλλη κατηγορία από αυτή που έχει καταταχθεί και ότι η Κατηγορούσα Αρχή προσπάθησε να μεταβάλει την επαγγελματική τάξη του κατηγορούμενου το 1999, δεν τέθηκε στη μάρτυρα οτιδήποτε συγκεκριμένο ώστε να κλονιστεί η αξιοπιστία της. Αναφορικά με τη θέση που της υποβλήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης ότι, δηλαδή, η Κατηγορούσα Αρχή προσπάθησε το 1999 να αλλάξει την επαγγελματική κατηγορία του κατηγορούμενου σε εργοστασιάρχη, θα πρέπει επιπρόσθετα να σημειώσω, ότι η εν λόγω θέση βρίσκεται σε διάσταση με το Τεκμήριο 15 που κατέθεσε ο κατηγορούμενος, το οποίο καταδεικνύει ότι είναι ο κατηγορούμενος που προέβαινε σε διαβήματα, μέσω του Επαρχιακού Γραφείου Εργασίας, για την εγγραφή εργοστασίου. Όσον αφορά επίσης, τη θέση που της υποβλήθηκε ότι, δηλαδή, ο κατηγορούμενος αθωώθηκε στην ποινική υπόθεση 11529/08, για τον λόγο ότι αποδείχθηκε ότι ήταν εγγεγραμμένος σε λανθασμένη επαγγελματική κατηγορία με αποτέλεσμα να διαφοροποιούνται τα ποσά, πέραν του ότι η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 8, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από την κατηγορία που αντιμετώπιζε, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπεράσπιση προς υποστήριξη της. Είναι σημαντικό επίσης, στο σημείο αυτό, να επισημάνω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε από τη Υπεράσπιση. Ενδεικτικά αναφέρω, ότι δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση οι αναφορές της ότι ο κατηγορούμενος είχε εγγραφεί και εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένος στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως αυτοτελώς εργαζόμενος και ότι για σκοπούς καταβολής εισφορών κατατάχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, λόγω του επαγγέλματος του ως ελαιοχρωματιστής αυτοκινήτων, στην επαγγελματική κατηγορία 10. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης, η αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας, προς αμφισβήτηση της ορθότητας της απόφασης της Κατηγορούσας Αρχής να τον κατατάξει στην εν λόγω επαγγελματική κατηγορία. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης, ότι με δεδομένη την κατάταξη του κατηγορούμενου στην πιο πάνω κατηγορία, το ύψος του ποσού της εισφοράς που όφειλε να καταβάλει στην Κατηγορούσα Αρχή, είναι αυτό που ανέφερε η μάρτυρας και ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στην Κατηγορούσα Αρχή το οφειλόμενο ποσό, το οποίο η μάρτυρας ανέλυσε με κάθε λεπτομέρεια. Η θέση της επίσης, ότι τα επαγγέλματα του ελαιοχρωματιστή αυτοκινήτων και βαφέα αυτοκινήτων εμπίπτουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία και ότι καμία διαφοροποίηση δεν θα υπήρχε στο ύψος των εισφορών του κατηγορούμενου, εάν αυτός ήταν εγγεγραμμένος ως βαφέας αυτοκινήτων, ήταν πειστική και γίνεται αποδεκτή. Συνακόλουθα, η μαρτυρία της κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της, περιλαμβανομένων και των Τεκμηρίων που κατέθεσε, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προσδώσει στη μαρτυρία του κατηγορουμένου οποιαδήποτε βαρύτητα. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής, γενική και αόριστη, χωρίς συνοχή και αλληλουχία και κατά το μεγαλύτερο μέρος της ήταν άσχετη με τα επίδικα θέματα. Μέρος επίσης, της μαρτυρίας του καταρρίφθηκε από έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια η Μ.Κ.1 τα οποία, όπως προανέφερα, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, ενώ μέρος της μαρτυρίας του και των θέσεων που υποβλήθηκαν από τον συνήγορο του στη Μ.Κ.1 δεν υποστηρίχθηκαν από έγγραφα τα οποία ο ίδιος κατέθεσε ως Τεκμήρια. Γενικά η όλη του μαρτυρία και εκδοχή στερούνταν σαφήνειας, λογικής και πειστικότητας. Ο κατηγορούμενος, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του, βάσισε την Υπεράσπιση του σε δύο σημεία. Το πρώτο ήταν, ότι λανθασμένα η Κατηγορούσα Αρχή τον κατέταξε στην επαγγελματική κατηγορία 10, στην οποία, σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, υπάγονται «οι τεχνίτες που δεν υπάγονται σε άλλη επαγγελματική κατηγορία». Το δεύτερο σημείο ήταν ότι, η Κατηγορούσα Αρχή λανθασμένα τον έχει εγγεγραμμένο ως ελαιοχρωματιστή αυτοκινήτων, αφού το επάγγελμά του είναι αυτό του βαφέα αυτοκινήτων. Θα πρέπει, καταρχάς να σημειωθεί, ότι σύμφωνα με την αναντίλεκτη και αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία της Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο, δυνάμει των προνοιών της σχετικής Νομοθεσίας, (Ν.51
(1)/2010), την απόφαση της Κατηγορούσας Αρχής να τον κατατάξει ως αυτοτελώς εργαζόμενο στην επαγγελματική κατηγορία 10, λόγω του επαγγέλματός του ως ελαιοχρωματιστή αυτοκινήτων, ούτε όταν είχε εγγραφεί το 1994, αλλά ούτε όταν το 2008 εγγράφηκε εκ νέου στην εν λόγω κατηγορία. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο γνώριζε και δεν αμφισβήτησε δυνάμει των προνοιών της σχετικής Νομοθεσίας την κατάταξη του στην πιο πάνω κατηγορία, αλλά σύμφωνα με το παραδεκτό γεγονός, κατέβαλλε τις εισφορές του ως αυτοτελώς εργαζόμενος για την περίοδο, από το δεύτερο τρίμηνο του 2000 μέχρι και το δεύτερο τρίμηνο του 2008 (σχετικό είναι και το Τεκμήριο 6). Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, η εξέταση της απόφασης της Κατηγορούσας Αρχής με την οποία ο κατηγορούμενος κατατάχθηκε στην προαναφερόμενη επαγγελματική κατηγορία, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, καθότι εκφεύγει του δικαιοδοτικού πλαισίου ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου. Αφ' ης στιγμής λοιπόν ο κατηγορούμενος δεν προσέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο την πράξη εγγραφής του ως αυτοτελώς εργαζόμενος στην επαγγελματική κατηγορία 10, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 81 του προαναφερόμενου Νόμου, για την οποία εγγραφή του, όπως προανέφερα, ήταν γνώστης και δεν αμφισβήτησε επίσης, δυνάμει των προβλεπόμενων διαδικασιών, την επιβολή του επίδικου ποσού εισφορών για το οποίο κατηγορείται, αυτό το οποίο καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο καταβλήθηκαν ή όχι από τον κατηγορούμενο οι εισφορές που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Όπως προανέφερα, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και των Τεκμηρίων που κατέθεσε προς υποστήριξη των θέσεων του ήταν άσχετη με τα επίδικα θέματα και κατά συνέπεια αυτή δεν γίνεται αποδεκτή. Ενδεικτικά, αναφέρομαι στην αίτηση που ο κατηγορούμενος υπέβαλε για εργοδότηση αλλοδαπών από το εξωτερικό (Τεκμήριο 14), την επιστολή του Επαρχιακού Γραφείου Εργασίας ημερομηνίας 30/08/1999 σχετικά με την αίτηση για εγγραφή εργοστασίου (Τεκμήριο 15), δύο δικαστικά εντάλματα για το 1995 (Τεκμήριο 19), το κατηγορητήριο της υπόθεσης με αριθμό 5868/2001 που η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρησε εναντίον του (Τεκμήριο 20), τις επιστολές του προς την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σχετικές με τα αιτήματά του για συνταξιοδότηση και επίδομα ανικανότητας (Τεκμήρια 22 και 23) και την ειδοποίηση επιβολής έκτακτης εισφοράς για την άμυνα για το φορολογικό έτος 1992, (Τεκμήριο 25). Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κκ Ηλιάδη και Σάντη στη σελ.68 υπό τον τίτλο «Σχετικότητα Μαρτυρίας» αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Ο γενικός κανόνας, ορίζει ότι μαρτυρία που είναι τελείως άσχετη (irrelevant), ή ανεπαρκώς σχετική με τα επίδικα θέματα (όπως αυτή που συνδέεται με την ύπαρξη πρόθεσης, γνώσης ή κινήτρων του κατηγορούμενου σε αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης [R v Byrne
(2)Cr App R 311, R v Sandhu
(1997)Crim LR 288]), δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή (Commissioners of Customs and Excise v Harz and Another
(1967)1 All ER 177).» Επιπρόσθετα των πιο πάνω, σημειώνω ότι αρκετές από τις αναφορές του κατηγορούμενου, τέθηκαν για πρώτη φορά ενώ κατέθετε ενόρκως, χωρίς να έχουν τεθεί στη Μ.Κ.1, με αποτέλεσμα να της στερηθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί επ' αυτών. Είναι δεδομένη η θέση της νομολογίας, σε σχέση με την υποχρέωση της Υπεράσπισης να προβάλει τις θέσεις της στους μάρτυρες, προκειμένου να μπορέσουν να τοποθετηθούν (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ.720-723). Ενδεικτικά, αναφέρομαι στην παράλειψη της Υπεράσπισης να θέσει στη Μ.Κ.1 τη θέση του κατηγορούμενου ότι, δηλαδή, για κάποια χρονική περίοδο η Κατηγορούσα Αρχή τον είχε εγγεγραμμένο να ασκεί ταυτόχρονα δύο επαγγέλματα, αυτά, δηλαδή του ελαιοχρωματιστή και του κτηματομεσίτη. Πέραν του ότι η εν λόγω θέση δεν υποβλήθηκε, όπως προανέφερα, στη Μ.Κ.1, σημειώνω ότι αυτή καταρρίπτεται τόσο από τη, σχετική επί του σημείου αυτού, μαρτυρία της Μ.Κ.1 η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, όσο και από το Τεκμήριο 1, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος για την περίοδο από 7/4/2008 μέχρι και 5/10/2008 ασκούσε το επάγγελμα του κτηματομεσίτη, ενώ από 6/10/2008 μέχρι και σήμερα ασκεί το επάγγελμα του ελαιοχρωματιστή αυτοκινήτων. Η θέση του επίσης, ότι «κάποιος από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις παραποίησε» το όνομά του στις αποδείξεις πληρωμής των εισφορών του, Τεκμήριο 6, πέραν του ότι προβλήθηκε για πρώτη φορά στην ένορκη μαρτυρία του χωρίς αυτή να τεθεί στη Μ.Κ.1, στερείται πειστικότητας και καταδεικνύει την προσπάθεια του κατηγορούμενου να παραποιεί την αλήθεια. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι για την περίοδο πληρωμής των εισφορών του, για την οποία κατατέθηκε από την Μ.Κ.1 ως Τεκμήριο 6 η δέσμη των αποδείξεων πληρωμής, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι, «ο κατηγορούμενος έχει πληρώσει ο ίδιος τις εισφορές του σαν αυτοτελώς εργαζόμενος από το δεύτερο τρίμηνο του 2000 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 2008». Επίσης, με σκοπό να πλήξει τη θέση της Μ.Κ.1, σύμφωνα με την οποία το κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό των ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής κατηγορίας 10 για την επίδικη περίοδο ήταν €367,39, ο κατηγορούμενος επικαλούμενος «τα Τεκμήρια» που κατέθεσε, (εννοώντας, προφανώς, το Τεκμήριο 11), ισχυρίστηκε ότι υπάρχει διαφοροποίηση στο ύψος του ποσού, αφού αυτό ανέρχεται στο ποσό των €374,
  1. Η θέση του αυτή, η οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι τέθηκε για πρώτη φορά με την ένορκη του μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και αυτό γιατί, η παράλειψη της Υπεράσπισης να θέσει στην Μ.Κ1 την ουσιαστική αυτή εκδοχή του κατηγορούμενου, ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί, έχει πλήξει την αξιοπιστία της (βλ. πιο πάνω Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας). Πέραν όμως αυτού, θα πρέπει να σημειώσω ότι ενώ η σχετική, με το σημείο αυτό, μαρτυρία της Μ.Κ.1 αφορούσε την επίδικη περίοδο, ήτοι από 02/01/2012 έως 06/01/2013, το Τεκμήριο 11, ημερομηνίας 15/04/2013, αναφέρεται σε χρόνο μεταγενέστερο του επίδικου. Με σκοπό επίσης, να πλήξει τη θέση της Μ.Κ.1 ότι, δηλαδή, ο κατηγορούμενος δεν επισκέφθηκε τα γραφεία της Κατηγορούσας Αρχής με σκοπό να προσβάλει την απόφαση της με την οποία τον κατέταξε στην επαγγελματική κατηγορία 10, ισχυρίστηκε ότι είχε επισκεφθεί το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και προς υποστήριξη της θέσης του αυτής κατέθεσε, ως Τεκμήριο 14, την αίτηση που υπέβαλε για εργοδότηση υπαλλήλων από το εξωτερικό. Πέραν του ότι το εν λόγω Τεκμήριο είναι, όπως προανέφερα, παντελώς άσχετο με τα επίδικα θέματα, καταδεικνύει και την σύγχυση που είχε ο κατηγορούμενος αναφορικά με τα γεγονότα. Δεν μου διαφεύγει επίσης, το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή τον είχε εγγεγραμμένο ως ελαιοχρωματιστή σπιτιών, θέση η οποία όμως καταρρίπτεται τόσο από τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 και τα Τεκμήρια που αυτή κατέθεσε, όσο και από Τεκμήρια που ο ίδιος κατέθεσε. Ενδεικτικά, αναφέρομαι στο Τεκμήριο 20, που αφορά κατηγορητήριο που καταχώρησε εναντίον του η Κατηγορούσα Αρχή, όπου σε αυτό αναγράφεται ότι το επάγγελμά του είναι αυτό του ελαιοχρωματιστή αυτοκινήτων καθώς και στην επιστολή του δικηγόρου του, Τεκμήριο 13, στην οποία επίσης γίνεται αναφορά στο επάγγελμα του ως ελαιοχρωματιστή αυτοκινήτων. Υπό το φώς των πιο πάνω η μαρτυρία του κατηγορούμενου απορρίπτεται στην ολότητα της. Κρίνω σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να αναφερθώ συνοπτικά στην επιχειρηματολογία του συνηγόρου υπεράσπισης σχετικά με το Τεκμήριο
  2. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό ότι το εν λόγω Τεκμήριο, αποτελεί μια βεβαίωση της Κατηγορούσας Αρχής, ημερομηνίας 22/04/2010, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είναι ασφαλισμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος, ότι ασκεί το επάγγελμα του «ελαιοχρωματιστή αυτοκινήτων» από τις 06/10/2008, ότι οι εισφορές του μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 2008 καταβλήθηκαν και ότι το εβδομαδιαίο του τεκμαρτό εισόδημα είναι €347,
  3. Όπως, προκύπτει από το εν λόγω Τεκμήριο, η μόνη διόρθωση που επήλθε στο περιεχόμενο του ήταν η διαγραφή, από τη φράση «ελαιοχρωματιστής αυτοκινήτων», της λέξης «ελαιοχρωματιστής» και η αντικατάσταση της με τη λέξη «βαφέας». Δεδομένου λοιπόν, ότι στο εν λόγω Τεκμήριο ουδεμία αναφορά γίνεται σε «επαγγελματική τάξη» αλλά σε «εξάσκηση επαγγέλματος», δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του κ. Δημητρίου ότι, δηλαδή, με την προαναφερόμενη διόρθωση ο κατηγορούμενος κατατάχθηκε σε άλλη «επαγγελματική τάξη». Συνακόλουθα, δεν γίνεται αποδεκτή και η εισήγηση του ότι, δηλαδή, ενόψει της διαφοροποίησης που επήλθε με το Τεκμήριο 7 στην επαγγελματική κατηγορία του κατηγορούμενου, παραμένει άγνωστο το ακριβές ποσό που θα πρέπει να καταβάλει ο κατηγορούμενος, αφού η μαρτυρία της Μ.Κ.1 αφορούσε το ύψος των εισφορών για την επαγγελματική κατηγορία
  4. Πέραν αυτού, υπενθυμίζω στο σημείο αυτό, ότι σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Κ.1 καμία διαφοροποίηση δεν προκύπτει όσον αφορά το ύψος των εισφορών μεταξύ του ελαιοχρωματιστή αυτοκινήτων και του βαφέα αυτοκινήτων. Αναφορικά τώρα με την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι, ο κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματός του να καλέσει ως μάρτυρα υπεράσπισής του τον κ. Αθανασιάδη, ο οποίος, σύμφωνα με τον κ. Δημητρίου, είναι ο εκδότης του προαναφερόμενου Τεκμηρίου, θα πρέπει, καταρχάς, να αναφέρω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας ότι ο κ. Αθανασιάδης είναι ο εκδότης του Τεκμηρίου
  5. Η σχετική, με το σημείο αυτό, αναφορά του κατηγορούμενου ότι «ο δικηγόρος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων» άλλαξε την «κατάταξη» του, δεν σημαίνει χωρίς άλλο και στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι ο εν λόγω δικηγόρος είναι ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή, ο κ. Αθανασιάδης. Πέραν όμως αυτού, θα πρέπει να επισημαίνω ότι δεν υπάρχει κανόνας που να εμπόδιζε την Υπεράσπιση να καλέσει ως μάρτυρα της τον εκδότη του εν λόγω Τεκμηρίου, ακόμη και στην περίπτωση που αυτό είχε εκδοθεί από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής στην παρούσα υπόθεση. Η εισήγηση επίσης, του συνηγόρου υπεράσπισης ότι, η «μη διάθεση» του κ. Αθανασιάδη ως μάρτυρα, καταστρατήγησε άμεσα το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη δεν με βρίσκει σύμφωνη. Υπενθυμίζω ότι η κατάθεση του εν λόγω εγγράφου ως Τεκμήριο έγινε στο στάδιο της αντεξέτασης της Μ.Κ.1, όταν της ζητήθηκε από τον συνήγορο της υπεράσπισης. Το περιεχόμενο δε του Τεκμηρίου είναι ουσιαστικά παραδεκτό αφ' ης στιγμής η Κατηγορούσα Αρχή δεν αρνήθηκε τη διαγραφή της λέξης «ελαιοχρωματιστής» και την αντικατάσταση της με τη λέξη «βαφέας». Συνεπώς, κατά την κρίση μου, δεν επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς η προβολή της θέσης της Υπεράσπισης ότι, δηλαδή, ο κατηγορούμενος ως βαφέας αυτοκινήτων ανήκει σε άλλη κατηγορία από αυτή που κατατάχθηκε, ώστε να τίθεται θέμα δίκαιης δίκης. Σε κάθε περίπτωση επαναλαμβάνω, στο σημείο αυτό, ότι για τους λόγους που προανέφερα, τα επίδικα θέματα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση για την καταβολή εισφορών και σε περίπτωση που η απάντηση είναι θετική κατά πόσο καταβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο οι εισφορές που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο κατηγορούμενος είχε εγγραφεί στην Κατηγορούσα Αρχή ως αυτοτελώς εργαζόμενος από το
  6. Για τις περιόδους από 03/01/1994 μέχρι 06/04/2008 και από 06/10/2008 μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος είναι εγγεγραμμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος, λόγω του επαγγέλματός του ως ελαιοχρωματιστής αυτοκινήτων, στην επαγγελματική κατηγορία
  7. Για την περίοδο από 07/04/2008 μέχρι 05/10/2010 ο κατηγορούμενος ήταν εγγεγραμμένος ως αυτοτελώς εργαζόμενος στην κατηγορία
  8. Το κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής κατηγορίας 10 στην οποία ανήκει ο κατηγορούμενος ήταν, για την επίδικη περίοδο, €367,39 και είναι το γινόμενο του συντελεστή καθορισμού του κατώτατου ποσού ασφαλιστέων αποδοχών της επαγγελματικής κατηγορίας, που είναι 2,15, επί του ποσού των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ίσχυε για την επίδικη περίοδο και ήταν €170,
  9. Για την περίοδο από 02/01/2012 μέχρι 06/01/2013 ο κατηγορούμενος όφειλε να καταβάλει στην Κατηγορούσα Αρχή εισφορές συνολικού ποσού €2.453,42, ήτοι €601,78 για κάθε τρίμηνο, από το πρώτο ως και το τρίτο τρίμηνο του 2012 και €648,08 για το τέταρτο τρίμηνο του
  10. Από 12/02/2013 και μετέπειτα, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει πρόσθετο τέλος ύψους €662,42 αναφορικά με τις εισφορές των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίες αφορούν την περίοδο από 06/01/2012 μέχρι 6/1/2013, ήτοι €162,48 για κάθε τρίμηνο, από το πρώτο ως και το τρίτο τρίμηνο του 2012 και €174,98 για το τέταρτο τρίμηνο του
  11. Το συνολικό ποσό που ο κατηγορούμενος οφείλει στην Κατηγορούσα Αρχή είναι €3.115,
  12. Δεν υπάρχει σε εκκρεμότητα η οποιαδήποτε διαδικασία στο Ανώτατο Δικαστήριο με την οποία ο κατηγορούμενος να αμφισβητεί το ύψος της οφειλής του ή την κατάταξή του στην επαγγελματική κατηγορία
  13. Ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε αίτηση για πληρωμή των εισφορών του με βάση το πραγματικό του εισόδημα, ούτε και υπέβαλε οποιαδήποτε δήλωση ότι δεν απασχολήθηκε για οποιοδήποτε διάστημα ή ότι τερματίστηκε η απασχόλησή του ως αυτοτελώς εργαζόμενος. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.). Το άρθρο 11 του Περί κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 προνοεί ότι, «Για κάθε περίοδο εισφοράς μέσα στην οποία πρόσωπο απασχολήθηκε ως αυτοτελώς εργαζόμενος, υπάρχει υποχρέωση για καταβολή εισφοράς από τον αυτοτελώς εργαζόμενο και από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.» Το άρθρο 12 του Νόμου ορίζει το ποσό της εισφοράς που καταβάλλεται για την απασχόληση αυτοτελώς εργαζομένου. Σύμφωνα δε, με το άρθρο 85
(1)του Νόμου: «Κάθε εργοδότης ή αυτοτελώς εργαζόμενος ο οποίος παραλείπει ή αμελεί να καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά ή πρόσθετο τέλος είναι ένοχος αδικήματος». Αυτό συνακόλουθα που οφείλει να εξετάσει το Δικαστήριο στην υπό εξέταση υπόθεση προκειμένου να ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος είναι α) ότι, ο κατηγορούμενος έχει την υποχρέωση για καταβολή εισφοράς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων β) ότι, αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, δεν κατέβαλε το ποσό των €2.453,42 που αντιστοιχεί σε εισφορά Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την περίοδο από 02/01/2012 μέχρι 06/01/2013 και γ) ότι, αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε το ποσό των €662,42 που αντιπροσωπεύει το πρόσθετο τέλος για την προαναφερόμενη περίοδο. Δεδομένου του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος είναι εγγεγραμμένος στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως αυτοτελώς εργαζόμενος στην επαγγελματική κατηγορία 10, έχει την υποχρέωση για καταβολή της εισφοράς που του αντιστοιχεί. Δεδομένων επίσης των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στην Κατηγορούσα Αρχή το ποσό των €2.453,42 που αντιπροσωπεύει τις εισφορές του για την περίοδο από 02/01/2012 μέχρι 06/01/2013 ως επίσης και το ποσό των €662,42 που αντιπροσωπεύει το πρόσθετο τέλος για την προαναφερόμενη περίοδο, αποτελεί κατάληξη μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.